Audre Lorde-Ηλικία,Φυλή,Τάξη και Φύλο…


Γραμμένο το 1980, περιλήφθηκε στο Sister Outsider (1984), p. 114-123. Μτφρ: kali-detri
Ηλικία, Φυλή, Τάξη, και Φύλο: Οι γυναίκες επαναπροσδιορίζουν την διαφορά [1]
Η πλειοψηφία –σχεδόν– της Δυτικοευρωπαϊκής ιστορίας μας αναγκάζει να βλέπουμε τις ανθρώπινες διαφορές σε απλοϊκή αντιπαράθεση μεταξύ τους: κυρίαρχος/υποτελής, καλός/κακός, πάνω/κάτω, ανώτερος/κατώτερος. Σε μια κοινωνία όπου το ορθό ορίζεται στα πλαίσια του κέρδους παρά στα πλαίσια των ανθρωπίνων αναγκών, πρέπει να υπάρχει πάντοτε μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μέσα από τη συστηματική καταπίεση να αισθάνονται ότι περιττεύουν, ώστε να καταλάβουν [occupy] τον ρόλο του απο-ανθρωποποιημένου κατώτερου. Μέσα σε αυτή την κοινωνία, η ομάδα αυτή αποτελείται από τους Μαύρους και τους ανθρώπους του Τρίτου κόσμου, την εργατική τάξη, τους ηλικιωμένους και τις γυναίκες.
Ως μια 49χρονη Μαύρη λεσβία φεμινίστρια σοσιαλίστρια μητέρα δύο παιδιών, περιλαμβανομένου ενός αγοριού, και ως μέλος ενός διαφυλετικού ζευγαριού, βρίσκω συχνά τον εαυτό μου να αποτελεί κομμάτι κάποιας ομάδας που ορίζεται ως Άλλη, αποκλίνουσα, κατώτερη, ή απλά λάθος. Παραδοσιακά, στην αμερικάνικη κοινωνία, είναι τα μέλη των καταπιεσμένων, αντικειμενοποιημένων ομάδων που αναμένεται να «απλωθούν» και να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας των ζωών μας και της συνείδησης του καταπιεστή μας. Διότι για να επιβιώσουμε, όσοι από εμάς βιώνουμε την καταπίεση – που είναι τόσο αμερικάνικη όσο η μηλόπιτα [apple pie] – έπρεπε να μείνουμε πάντοτε παρατηρητές, να εξοικειωθούμε με τη γλώσσα και τους τρόπους του καταπιεστή, ακόμα μερικές φορές να τους υιοθετήσουμε με αντάλλαγμα κάποια αίσθηση προστασίας. Οποτεδήποτε ανακύπτει η ανάγκη για κάποια προσποίηση επικοινωνίας, εκείνοι που κερδίζουν από την καταπίεσή μας μάς καλούν να μοιραστούμε τη γνώση μας με αυτούς. Με άλλα λόγια, είναι η υποχρέωσή του καταπιεσμένου να διδάξει στους καταπιεστές τα λάθη τους.
Είμαι υπεύθυνη για τη διδασκαλία των καθηγητών που απορρίπτουν την κουλτούρα των παιδιών μου στο σχολείο. Οι Μαύροι και οι άνθρωποι του Τρίτου Κόσμου είναι αναμενόμενο να διδάξουν τους λεύκους ως προς την ανθρωπινότητά μας. Οι γυναίκες αναμένεται να διδάξουν τους άντρες. Οι λεσβίες και οι γκέι άντρες αναμένεται να διδάξουν τον ετεροσεξουαλικό κόσμο. Οι καταπιεστές διατηρούν τη θέση τους και αποφεύγουν την ευθύνη των πράξεών τους. Υπάρχει μια διαρκής εξάντληση ενέργειας η οποία θα ήταν καλύτερο να αξιοποιηθεί στον επαναπροσδιορισμό μας και την επινόηση ρεαλιστικών σεναρίων για την αλλαγή του παρόντος και την οικοδόμηση του μέλλοντος.
Η θεσμοποιημένη απόρριψη της διαφοράς είναι μια απόλυτη αναγκαιότητα σε μια οικονομία κέρδους η οποία χρειάζεται ως πλεονάζοντες πληθυσμούς τους ξένους. Ως μέλη μιας τέτοιας οικονομίας, όλοι έχουμε προγραμματιστεί να αντιδρούμε στις ανθρώπινες διαφορές μεταξύ μας με φόβο και φθόνο και να χειριζόμαστε αυτή τη διαφορετικότητα με τρεις τρόπους: να την αγνοήσουμε, και όταν αυτό δεν είναι εφικτό, να την αντιγράψουμε αν θεωρούμε ότι είναι κυρίαρχη, ή να την καταστρέψουμε αν θεωρούμε ότι είναι υποδεέστερη. Αλλά δεν έχουμε καθόλου πρότυπα για να συσχετιστούμε αναμεταξύ των ανθρωπίνων διαφορών μας ως ίσοι. Σαν αποτέλεσμα, αυτές οι διαφορές έχουν εσφαλμένα κατονομαστεί και καταχραστεί στην υπηρεσία του διαχωρισμού και της σύγχυσης.

Σίγουρα υπάρχουν αρκετά πραγματικές διαφορές μεταξύ μας σχετικά με τη φυλή, την ηλικία και το φύλο. Αλλά δεν είναι αυτές οι διαφορές μεταξύ μας που μας διαχωρίζουν. Είναι μάλλον η άρνησή μας να αναγνωρίσουμε αυτές τις διαφορές, και να εξετάσουμε τις διαστρεβλώσεις που προκύπτουν από την εσφαλμένη κατονομοσία τους και τα αποτελέσματά τους πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά και προσδοκία.
Ο ρατσισμός, η πίστη στην εγγενή ανωτερότητα της μιας φυλής πάνω σε όλες τις άλλες και επομένως το δικαίωμά της στην κυριαρχία. Ο σεξισμός, η πίστη στην εγγενή ανωτερότητά τού ενός φύλου πάνω στο άλλο και επομένως το δικαίωμά του στην κυριαρχία. Ο ηλικιακός ρατσισμός (ageism). Ο ετεροσεξισμός. Ο ελιτισμός. Ο ταξισμός (classism).
Είναι ένα κυνήγι ζωής για τον καθένα από εμάς να αποβάλλει αυτές τις διαστρεβλώσεις από την καθημερινότητά την ίδια στιγμή που αναγνωρίζουμε, επαναδιεκδικούμε, και ορίζουμε εκείνες τις διαφορές πάνω στις οποίες αυτές επιβάλλονται. Γιατί έχουμε όλες μεγαλώσει σε μια κοινωνία όπου αυτές οι διαστρεβλώσεις ενδημούσαν στην καθημερινότητά μας. Πολύ συχνά, διοχετεύουμε την ενέργεια που χρειάζεται για να αναγνωρίσουμε και να ερευνήσουμε τη διαφορά στο να προσποιούμαστε ότι αυτές οι διαφορές είναι αξεπέραστα εμπόδια, ή ότι δεν υπάρχουν καθόλου. Αυτό έχει ως επακόλουθο μια εθελοντική απομόνωση, ή εσφαλμένες και επίβουλες συνδέσεις. Σε κάθε περίπτωση, δεν αναπτύσσουμε εργαλεία για να χρησιμοποιούμε την ανθρώπινη διαφορά ως εφαλτήριο για τη δημιουργική αλλαγή μέσα στις ζωές μας. Δεν μιλάμε για την ανθρώπινη διαφορά, αλλά για την ανθρώπινη απόκλιση.
Κάπου στην άκρη της συνείδησης, υπάρχει αυτό που αποκαλώ μυθική νόρμα, την οποία ο καθένας μας ξέρει μέσα στην καρδιά του «ότι δεν είμαι εγώ αυτός/ή». Στην αμερική, αυτή η νόρμα ορίζεται συνήθως ως λευκός, αδύνατος, άντρας, νέος, ετεροφυλόφιλος, χριστιανός, και οικονομικά ασφαλής. Είναι με αυτή τη μυθική νόρμα που οι παγίδες της εξουσίας κατοικοεδρεύουν μέσα σε αυτή την κοινωνία. Όσοι από εμάς στεκόμαστε απέξω από αυτή την εξουσία συχνά αναγνωρίζουμε έναν τρόπο με τον οποίο είμαστε διαφορετικοί, και υποθέτουμε ότι αυτός είναι η πρωταρχική αιτία όλης της καταπίεσης, παραμελώντας άλλες διαστρεβλώσεις γύρω από τη διαφορά, μερικές από τις οποίες εμείς οι ίδιοι ενδέχεται να εξασκούμε. Σε γενικές γραμμές μέσα στο γυναικείο κίνημα σήμερα, οι λευκές γυναίκες εστιάζουν πάνω στην καταπίεσή τους σαν γυναίκες και αγνοούν τις διαφορές αναφορικά με τη φυλή, τη σεξουαλική προτίμηση, την τάξη και την ηλικία. Υπάρχει μια προσποίηση ομοιογένειας της εμπειρίας που καλύπτεται από τη λέξη «γυναικεία αδελφότητα» (sisterhood) η οποία στην πραγματικότητα δεν υφίσταται.
Οι παραγνωρισμένες ταξικές διαφορές κλέβουν από τις γυναίκες την ενέργειά τους και τη δημιουργική ματιά. Πρόσφατα ένα συλλογικό γυναικείο περιοδικό πήρε την απόφαση για ένα τεύχος να εκτυπώσει μόνο πρόζες, λέγοντάς πως η ποίηση ήταν λιγότερο «αυστηρή» ή «σοβαρή» μορφή τέχνης. Παρόλα αυτά, η μορφή που παίρνει η δημιουργικότητά μας είναι θέμα τάξης. Από όλες τις μορφές τέχνης, η ποίηση είναι η πιο οικονομική. Είναι αυτή που είναι η πιο κρυφή, η οποία απαιτεί την ελάχιστη σωματική εργασία, το ελάχιστο υλικό, και η μοναδική η οποία μπορεί να γίνει μεταξύ βαρδιών, στη νοσοκομειακή αποθήκη, στον σιδηρόδρομο, και σε αποκόμματα χαρτιού που περισσεύει. Κατά τα τελευταία λίγα χρόνια, γράφοντας ένα διήγημα με στενά οικονομικά μέσα, έφτασα να εκτιμήσω τις τεράστιες διαφορές στις υλικές απαιτήσεις ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα. Καθώς επανοικειοποιούμαστε τη λογοτεχνία μας, η ποίηση έχει υπάρξει η κύρια φωνή των φτωχών, της εργατικής τάξης, και των Έγχρωμων γυναικών. Ένα προσωπικό δωμάτιο μπορεί να είναι αναγκαιότητα για τη συγγραφή πρόζας, αλλά εξίσου [αναγκαιότητα] είναι οι δεσμίδες χαρτιού, ο τυπογράφος και άπλετος χρόνος. Οι πραγματικές απαιτήσεις για την παραγωγή οπτικών τεχνών επιπλέον βοηθούν να καθοριστεί, μέσα σε ταξικές γραμμές, ποια τέχνη ανήκει σε ποιον. Σε αυτή την περίοδο διογκωμένων τιμών για τα υλικά, ποιοι είναι οι γλύπτες μας, οι ζωγράφοι μας, οι φωτογράφοι μας; Όταν μιλάμε για μια ευρεία γυναικεία κουλτούρα, πρέπει να είμαστε ενήμεροι της επίδρασης της τάξης και των οικονομικών διαφορών πάνω στα διαθέσιμα αποθέματα για την παραγωγή τέχνης.
Καθώς προχωρούμε προς την δημιουργία μιας κοινωνίας μέσα στην οποία μπορούμε όλοι να αναπτυχθούμε, ο ηλικιακός ρατσισμός [ageism] είναι μια ακόμα διαστρέβλωση της σχέσης η οποία παρεμβαίνει χωρίς οπτική. Με το να αγνοούμε το παρελθόν, ενθαρρυνόμαστε να επαναλάβουμε τα λάθη του. Το «χάσμα γενεών» είναι ένα σημαντικό κοινωνικό εργαλείο για κάθε καταπιεστική κοινωνία. Εάν τα νεαρότερα μέλη μιας κοινότητας βλέπουν τα μεγαλύτερα μέλη ως απεχθή ή ύποπτα ή πλεονάζοντα, δεν θα είναι ποτέ ικανά να σφίξουν τα χέρια και να πραγματευτούν τις ζωντανές μνήμες της κοινότητας, ούτε να ρωτήσουν την σημαντικότατη ερώτηση, «Γιατί;». Αυτό προκαλεί μια ιστορική αμνησία που μας κρατάει πίσω από το να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της επινόησης του τροχού κάθε φορά που χρειάζεται να πάμε στο μαγαζί για ψωμί.
Βρίσκουμε τους εαυτούς μας να πρέπει να επαναλάβουμε και να ξαναμάθουμε τα ίδια παλιά μαθήματα ξανά και ξανά τα οποία έκαναν οι μανάδες μας, επειδή δεν μεταλαμπαδεύουμε εκείνα που έχουμε μάθει, ή επειδή είμαστε ανίκανοι να ακούσουμε. Για παράδειγμα, πόσες φορές έχουν όλα αυτά ειπωθεί ξανά; Ένα άλλο παράδειγμα, ποιος θα πίστευε ότι για ακόμη μια φορά οι κόρες μας επιτρέπουν τα σώματά τους να παρεμποδίζονται και να «αποκαθαίρονται» από τους κορσέδες και τα ψηλοτάκουνα και τις στενές φούστες;
Η άγνοια των φυλετικών διαφορών μεταξύ των γυναικών και τα επακόλουθα αυτών των διαφορών παρουσιάζουν την πιο κρίσιμη απειλή στην κινητοποίησή της συλλογικής δύναμης των γυναικών.
Καθώς οι λευκές γυναίκες αγνοούν το δομικό προνόμιο της λευκότητας και προσδιορίζουν τις γυναίκες με τους όρους της δικής τους εμπειρίας αποκλειστικά, τότε οι Έγχρωμες γυναίκες γίνονται «άλλες», οι ξένες των οποίων η εμπειρία και η παράδοση είναι πολύ «ανοίκεια» για να κατανοηθεί. Ένα παράδειγμα αυτού είναι η αξιοσημείωτη απουσία της εμπειρίας των Έγχρωμων γυναικών σαν πηγή των μαθημάτων γυναικείων σπουδών. Η λογοτεχνία των έγχρωμων γυναικών σπάνια συμπεριλαμβάνεται στις γυναικείες σπουδές λογοτεχνίας και σχεδόν ποτέ σε άλλες λογοτεχνικές σπουδές, ούτε στις γυναικείες σπουδές εν συνόλω. Αρκετά συχνά, η δικαιολογία που δίνεται είναι ότι η λογοτεχνία των Έγχρωμων γυναικών μπορεί να διδαχτεί μόνο από Έγχρωμες γυναίκες, ή ότι είναι πολύ δύσκολες στην κατανόηση, ή ότι οι τάξεις μαθημάτων δεν μπορούν να «εντρυφήσουν» σε αυτές επειδή προέρχονται από εμπειρίες οι οποίες είναι «πολύ διαφορετικές». Έχω ακούσει αυτό το επιχείρημα να παρατίθεται από λευκές γυναίκες κατά τα άλλα ξεκάθαρης νοημοσύνης, γυναίκες που φαίνεται να μην έχουν κανένα πρόβλημα απολύτως να διδάξουν και να αξιολογήσουν εργασίες που προέρχονται από τις πιο διαφορετικές εμπειρίες του Σαίξπηρ, του Μολιέρου, του Ντοστογιέφσκι, και του Αριστοφάνη. Σίγουρα πρέπει να υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση.
Αυτή είναι μια πολύ σύνθετη ερώτηση, αλλά πιστεύω ότι ένας από τους λόγους που οι λευκές γυναίκες έχουν τόσο μεγάλη δυσκολία να αναγνώσουν τα έργα των Μαύρων γυναικών είναι λόγω της απροθυμίας τους να αντιμετωπίσουν τις Μαύρες γυναίκες ως γυναίκες και ως διαφορετικές από αυτές. Η εξέταση της λογοτεχνίας των Μαύρων γυναικών απαιτεί ουσιαστικά να μας αντιμετωπίσουν ως ανθρώπους συνολικά στις πραγματικές πολυπλοκότητές μας – ως άτομα, ως γυναίκες, ως άνθρωποι – παρά σαν ένα από αυτά τα προβληματικά αλλά οικεία στερεότυπα που παρέχονται σε αυτή την κοινωνία στη θέση των αυθεντικών εικόνων των Μαύρων γυναίκων. Και πιστεύω πως αυτό ισχύει για τις λογοτεχνίες των άλλων Έγχρωμων γυναικών οι οποίες δεν είναι Μαύρες.
Οι λογοτεχνίες όλων των Έγχρωμων γυναικών αναδημιουργούν τα περιβάλλοντα των ζωών μας, και αρκετές λευκές γυναίκες έχουν επενδύσει ισχυρά στο να αγνοούν τις πραγματικές διαφορές. Διότι για όσο καιρό καθεμιά διαφορά μεταξύ μας σημαίνει ότι κάποια από εμάς πρέπει να είναι κατώτερη, τότε η αναγνώριση οποιασδήποτε διαφοράς πρέπει να είναι γεμάτη ενοχή. Το να επιτραπεί στις Έγχρωμες γυναίκες να υπερβούν τα στερεότυπα προκαλεί αρκετές τύψεις, διότι απειλεί τη συνοχή αυτών των γυναικών οι οποίες βλέπουν την καταπίεση μόνο με όρους φύλου.
Η άρνηση να αναγνωριστούν οι διαφορές καθιστά αδύνατο να ειδωθούν τα διαφορετικά προβλήματα και οι παγίδες τις οποίες αντιμετωπίζουμε εμείς ως γυναίκες.
Επομένως, σε ένα πατριαρχικό σύστημα εξουσίας όπου το προνόμιο του λευκού δέρματος είναι ένα μείζον προτέρημα, οι παγιδεύσεις που χρησιμοποιούνται για να εξουδετερώσουν τις Μαύρες γυναίκες και τις λευκές γυναίκες δεν είναι οι ίδιες. Για παράδειγμα, είναι εύκολο για τις Μαύρες γυναίκες να χρησιμοποιηθούν από το σύστημα εξουσίας ενάντια στους Μαύρους άντρες, όχι επειδή είναι άντρες, αλλά επειδή είναι Μαύροι. Κατά συνέπεια, για τις Μαύρες γυναίκες, είναι απαραίτητο όλες τις φορές να εγκαταλείψουν τα μέσα του καταπιεστή από τις δικές μας θεμιτές συγκρούσεις εντός των κοινοτήτων μας. Το ίδιο πρόβλημα δεν υπάρχει για τις λευκές γυναίκες. Οι μαύρες γυναίκες και οι άντρες μοιράζονται και συνεχίζουν να μοιράζονται τη ρατσιστική καταπίεση, αν και με διαφορετικούς τρόπους. Μέσα από αυτή τη κοινή καταπίεση έχουμε αναπτύξει συλλογικές άμυνες και συλλογικές αδυναμίες ο ένας απέναντι στην άλλη οι οποίες δεν αντικατοπτρίζονται στη λευκή κοινότητα, με την εξαίρεση της σχέσης μεταξύ των Εβραίων γυναικών και των Εβραίων αντρών.
Από την άλλη, οι λευκές γυναίκες αντιμετωπίζουν την παγίδα να παρασυρθούν σε μια συμμαχία με τον καταπιεστή με το πρόσχημα της συμμετοχής στην εξουσία. Αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο για τις Έγχρωμες γυναίκες. Η προσχηματική υποστήριξη μειονοτήτων η οποία επεκτείνεται μερικές φορές σε εμάς δεν είναι μια πρόσκληση συμμετοχής στην εξουσία· η φυλετική μας «ετερότητα» είναι μια ορατή πραγματικότητα που το καθιστά ξεκάθαρο. Για τις λευκές γυναίκες υπάρχει ένα μεγαλύτερο εύρος προσχηματικών επιλογών και επιβραβεύσεων για την ταύτιση με την πατριαρχική εξουσία και τα εργαλεία της.
Σήμερα, με την ήττα της Τροπολογίας Ίσων Δικαιωμάτων (ERA), την συσφιγγόμενη οικονομία, και τον αυξανόμενο συντηρητισμό, είναι πιο εύκολο ακόμη μια φορά για τις λευκές γυναίκες να πιστέψουν την επικίνδυνη φαντασίωση πως αν είσαι αρκετά καλή, αρκετά όμορφη, αρκετά γλυκή, αρκετά ήσυχη, αν διδάσκεις στα παιδιά πώς να συμπεριφέρονται, αν μισείς τους σωστούς ανθρώπους, και αν παντρευτείς τον σωστό άντρα, τότε θα σου επιτραπεί να συνυπάρξεις με την πατριαρχία σε μια σχετική ειρήνη, τουλάχιστον μέχρις ότου ένας άντρας χρειαστεί τη δουλειά σου ή πέσεις πάνω στον βιαστή της γειτονιάς σου. Και πραγματικά, εκτός και αν κάποιος ζει και αγαπάει στα χαρακώματα, είναι δύσκολο να θυμόμαστε πως ο πόλεμος ενάντια στην αποανθρωποποίηση είναι ασταμάτητος.
Αλλά οι Μαύρες γυναίκες και τα παιδιά μας γνωρίζουμε [πως] το υλικό των ζωών μας είναι πλεγμένο με βία και με μίσος, και δεν υπάρχει ανάπαυση. Δεν το αντιμετωπίζουμε μόνο στον απεργιακό κλοιό, ή στα μαύρα σοκάκια του μεσονυχτίου, ή στις τοποθεσίες όπου τολμάμε να κάνουμε ρητή την αντίστασή μας. Για εμάς, αυξανόμενα, η βία διαπερνά τα καθημερινά ζητήματα της ύπαρξής μας – στο σούπερμαρκετ, στην τάξη, στον ανελκυστήρα, στην κλινική και στο σχολικό προαύλιο, από τον υδραυλικό, τον φούρναρη, την πωλήτρια, τον οδηγό λεωφορείου, τον τραπεζοϋπάλληλο, την σερβιτόρα που δεν μας εξυπηρετεί.
Κάποια προβλήματα τα μοιραζόμαστε ως γυναίκες, κάποια άλλα όχι. Φοβάσαι ότι τα παιδιά σου θα μεγαλώσουν ώστε να μετέχουν στην πατριαρχία και θα καταθέσουν εναντίον σου, φοβόμαστε ότι τα παιδιά μας θα παρασυρθούν από ένα αμάξι και θα πυροβοληθούν στον δρόμο, και εσείς θα γυρίσετε την πλάτη σας στους λόγους για τους οποίους πεθαίνουν.
Η απειλή του διαφορετικού δεν έχει τυφλώσει λιγότερο τους Έγχρωμους ανθρώπους. Όσοι από εμάς είμαστε Μαύροι πρέπει να δούμε ότι η πραγματικότητα των ζωών μας και των αγώνων μας δεν μάς καθιστά απρόσβλητους στα λάθη της άγνοιας και της εσφαλμένης κατονομασίας της διαφοράς. Μέσα στις Μαύρες κοινότητες όπου ο ρατσισμός είναι μια βιωμένη πραγματικότητα, οι διαφορές μεταξύ μας φαντάζουν συχνά επικίνδυνες και ύποπτες. Η ανάγκη για ενότητα συχνά κατονομάζεται εσφαλμένα ως ανάγκη για ομοιογένεια, και μια Μαύρη φεμινιστική οπτική μπερδεύεται ως προδοσία των κοινών συμφερόντων μας ως πληθυσμού. Λόγω της συνεχούς μάχης ενάντια στην φυλετική εξάλειψη που μοιράζονται οι Μαύροι γυναίκες και οι Μαύροι άντρες, ορισμένες Μαύρες γυναίκες αρνούνται ακόμα να αναγνωρίσουν ότι είμαστε εξίσου καταπιεσμένες ως γυναίκες, και η σεξουαλική εχθρότητα εναντίον των Μαύρων γυναικών εξασκείται όχι μόνο από τη λευκή ρατσιστική κοινωνία, αλλά εφαρμόζεται επίσης και εντός των Μαύρων κοινοτήτων μας. Είναι μια αρρώστια που χτυπάει την καρδιά της Μαύρης φυλετικής κοινότητας, και η σιωπή δεν θα την κάνει να εξαφανιστεί. Οξυμένη από τον ρατσισμό και τις πιέσεις της αδυναμίας, η βία εναντίον των Μαύρων γυναικών και παιδιών συχνά μετατρέπεται σε νόρμα εντός των κοινοτήτων μας, τέτοια μέσα από την οποία μπορεί να μετρηθεί ο ανδρισμός. Αλλά αυτές οι μισογύνικες πράξεις σπάνια συζητιούνται ως εγκλήματα εναντίον των Μαύρων γυναικών.
Σαν ομάδα, οι Έγχρωμες γυναίκες είναι οι χαμηλότερα αμοιβόμενες μισθωτές εργάτριες στην αμερική. Είμαστε οι πρωταρχικοί στόχοι της έκτρωσης και της κακοποίησης μέσω στείρωσης, εδώ και στο εξωτερικό. Σε ορισμένα μέρη της Αφρικής, μικρά κορίτσια εξακολουθούν να ράβονται ανάμεσα στα πόδια τους για να κρατηθούν πειθήνιες και για την αντρική απόλαυση. Αυτό είναι γνωστό ως γυναικεία περιτομή, και δεν είναι ένα πολιτισμικό ζήτημα όπως υποστήριξε ο ύστερος Jomo Kenyatta, είναι ένα έγκλημα εναντίον των Μαύρων γυναικών.
Η λογοτεχνία των Μαύρων γυναικών είναι γεμάτη από τον πόνο της συχνής επίθεσης, όχι μονάχα από μια ρατσιστική πατριαρχία, αλλά επίσης από τους Μαύρους άντρες. Ωστόσο η αναγκαιότητα για – και η ιστορία  σχετικά με – την από κοινού μάχη μάς έκανε, τις Μαύρες γυναίκες, ιδιαίτερα ευάλωτες στον ψευδή ισχυρισμό ότι το να είσαι ενάντια στον σεξισμό σημαίνει ότι είσαι ενάντια στους Μαύρους. Ταυτόχρονα, ο μισογυνισμός σαν μια πηγή της αδυναμίας απορροφάει ενέργεια από τις Μαύρες κοινότητες, και από τις ίδιες τις ζωές μας. Οι βιασμοί βρίσκονται σε αύξηση, καταγεγραμμένοι και μη, και ο βιασμός δεν είναι μια επιθετική σεξουαλικότητα, είναι σεξουαλικοποιημένη επιθετικότητα. Όπως ο Kalamu ya Salaam, ένας Μαύρος άντρας συγγραφέας υποστηρίζει, «για όσο καιρό η αντρική κυριαρχία υφίσταται, ο βιασμός θα υπάρχει. Μόνο οι εξεγερμένες γυναίκες και οι άντρες που συνειδητοποιούν την ευθύνη τους να καταπολεμήσουν τον σεξισμό μπορούν συλλογικά να σταματήσουν τον βιασμό» [2].
Oι διαφορές μεταξύ μας σαν Μαύρες γυναίκες κατονομάζονται επίσης με εσφαλμένο τρόπο και χρησιμοποιούνται για να διαχωρίσουν τη μία από την άλλη. Ως μια Μαύρη λεσβία φεμινίστρια εξοικειωμένη με τα πολλά διαφορετικά συστατικά στοιχεία της ταυτότητάς μου, και μια γυναίκα αφιερωμένη στη φυλετική και σεξουαλική ελευθερία από την καταπίεση, βρίσκω ότι συνεχώς ενθαρρύνομαι να ξεριζώσω ένα μερικό στοιχείο του εαυτού μου και να το παρουσιάσω ως το βαρυσήμαντο νόημα, εκλείποντας ή αρνούμενη τα άλλα στοιχεία της προσωπικότητάς μου. Αλλά αυτό είναι ένας καταστροφικός και αποσπασματικός τρόπος για να ζεις, η πληρέστερη συγκέντρωση της ενέργειας είναι διαθέσιμη σε εμένα μόνο όταν ενσωματώνω όλα τα στοιχεία τού ποιά είμαι, ανοιχτά, επιτρέποντας την εξουσία από συγκεκριμένες πηγές τής ύπαρξής μου να ρέει από μια κατεύθυνση προς μια άλλη κατεύθυνση ελεύθερα διαμέσου όλων των διαφορετικών εαυτών μου, χωρίς τους περιορισμούς τού εξωτερικά επιβαλλόμενου ορισμού. Μόνο τότε μπορώ εγώ να φέρω τον εαυτό μου και τις ενέργειές μου ως ολότητα στην υπηρεσία αυτών των αγώνων τους οποίους ενστερνίζομαι ως κομμάτι της ύπαρξής μου.
Ένας φόβος των λεσβιών, ή το να κατηγορηθείς ότι είσαι λεσβία, έχει οδηγήσει πολλές Μαύρες γυναίκες να καταθέσουν ενάντια στις εαυτές τους. Έχει οδηγήσει κάποιες από εμάς σε καταστροφικές συμμαχίες, και άλλες στην απόγνωση και την απομόνωση. Στις κοινότητες των λευκών γυναικών, ο ετεροσεξισμός είναι κάποιες φορές ένα αποτέλεσμα ταύτισης με την λευκή πατριαρχία, μια απόρριψη της αλλελεξάρτησης μεταξύ των λεσβιών [woman-identified-woman] η οποία επιτρέπει στον εαυτό να υφίσταται, παρά να χρησιμοποιείται στην υπηρεσία των αντρών. Μερικές φορές αντανακλάει μια βαθιά εδραιωμένη πεποίθηση στον προστατευτικό χρωματισμό των ετεροσεξουαλικών σχέσεων, κάποιες φορές ένα μίσος-για-τον-εαυτό ενάντια στο οποίο όλες οι γυναίκες πρέπει να παλέψουν, που μάς μαθαίνεται από τη γέννηση.
Παρόλο που στοιχεία αυτών των συμπεριφορών υπάρχουν για όλες τις γυναίκες, υπάρχουν συγκεκριμένες αντηχήσεις του ετεροσεξισμού και της ομοφοβίας μεταξύ των Μαύρων γυναικών. Παρά το γεγονός ότι ο δεσμός μεταξύ των γυναικών έχει μια μακριά και αξιοσημείωτη ιστορία στις Αφρικανικές και Αφροαμερικανικές κοινότητες, και παρά τη γνώση και τα κατορθώματα αρκετών ισχυρών και δημιουργικών Μαύρων γυναικών που αναγνωρίζονται ως γυναίκες στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο, οι ετεροσεξουαλικές Μαύρες γυναίκες συχνά τείνουν να αγνοούν ή να παραγνωρίζουν την ύπαρξη και το έργο των Μαύρων λεσβιών. Κομμάτι αυτής της συμπεριφοράς προέρχεται από έναν κατανοητό τρόμο των βαλλόμενων Μαύρων αντρών εντός των στενών ορίων της Μαύρης κοινωνίας, όπου η τιμωρία για οποιαδήποτε γυναικεία αυτο-διάθεση ακόμα κατηγορείται πως είναι λεσβιακή και κατά συνέπεια ανάξια της προσοχής ή της υποστήριξης του ελλείποντος Μαύρου άντρα. Αλλά κομμάτι αυτής της ανάγκης εσφαλμένης κατονομασίας και της αγνόησης των Μαύρων λεσβιών προέρχεται από έναν αρκετά αληθινό φόβο πως οι Μαύρες γυναίκες που αναγνωρίζονται ανοιχτά ως γυναίκες [women-identified-women], οι οποίες δεν είναι πλέον εξαρτημένες από τους άντρες για τον αυτο-καθορισμό τους, μπορεί έξοχα να επανοργανώσουν τη συνολική αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων.
Οι μαύρες γυναίκες οι οποίες κάποτε υποστήριξαν ότι ο λεσβιασμός ήταν ένα πρόβλημα των λευκών γυναικών τώρα επιμένουν ότι οι Μαύρες λεσβίες είναι μια απειλή στη Μαύρη φυλετική κοινότητα, συνεργάζονται με τον εχθρό, είναι βασικά μη-Μαύρες. Αυτές οι κατηγορίες, που προέρχονται από τις ίδιες τις γυναίκες από τις οποίες εμείς αποζητούμε μια βαθιά και πραγματική κατανόηση, έχουν λειτουργήσει στο να κρατήσουν αρκετές Μαύρες λεσβίες εν κρυπτώ, εγκλωβισμένες μεταξύ του ρατσισμού των λευκών γυναικών και της ομοφοβίας των αδερφών τους. Συχνά, το έργο τους έχει αγνοηθεί, θεωρηθεί τετριμμένο, ή κατονομάζεται λάθος, όπως συνέβη με το έργο της Angelina Grimke, Alice Dunbar Nelson, Lorraine Hansberry. Αλλά οι γυναίκες που σχετίζονται με γυναίκες θεωρούνται πάντοτε ένα κομμάτι της δύναμης των Μαύρων κοινοτήτων, από τις ανύπαντρες θείες μέχρι τις αμαζόνες του Dahomey.
Και σίγουρα δεν είναι οι Μαύρες λεσβίες εκείνες που επιτίθενται στις γυναίκες και βιάζουν τα παιδιά και τις γιαγιάδες στους δρόμους των κοινοτήτων μας.
Σε όλη τη χώρα, όπως στη Βοστόνη στη διάρκεια της άνοιξης του 1979 που ακολούθησε τις ανεπίλυτες δολοφονίες των δώδεκα Μαύρων γυναικών, οι Μαύρες λεσβίες βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή των κινημάτων εναντίον της βίας κατά των Μαύρων γυναικών.
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες μέσα σε καθεμιά από τις ζωές μας που μπορεί να εξιχνιαστεί και να τροποποιηθεί ώστε να βοηθήσει να επιφέρει την αλλαγή; Πώς επανορίζουμε τη διαφορά για όλες τις γυναίκες; Δεν είναι οι διαφορές μας οι οποίες διαχωρίζουν τις γυναίκες, αλλά η απροθυμία μας να αναγνωρίσουμε αυτές τις διαφορές και να αναμετρηθούμε αποτελεσματικά με τις διαστρεβλώσεις οι οποίες έχουν προκληθεί από την αγνόηση και την εσφαλμένη κατονομασία αυτών των διαφορών.
Σαν εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, οι γυναίκες έχουν ενθαρρυνθεί να αναγνωρίσουν μόνο μία περιοχή της ανθρώπινης διαφοράς ως θεμιτή, αυτές τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ αντρών και γυναικών. Και έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε αυτές τις διαφορές με την επαγρύπνηση όλων των καταπιεσμένων υποτελών. Όλες από εμάς έπρεπε να μάθουμε να ζούμε ή να δουλεύουμε ή να συνυπάρχουμε με τους άντρες, ξεκινώντας από τους πατέρες μας. Έχουμε αναγνωρίσει και διαπραγματευτεί αυτές τις διαφορές, ακόμη και όταν αυτή η αναγνώριση συνέχισε μονάχα την παλιά τροπικότητα της ανθρώπινης σχέσης κυρίαρχοι/υποτελείς, όπου οι καταπιεσμένοι πρέπει να αναγνωρίσουν τις διαφορές των αφεντών για να επιβιώσουν.
Αλλά η μελλοντική μας επιβίωση βασίζεται πάνω στην ικανότητά μας να σχετιζόμαστε εντός της ισότητας. Ως γυναίκες, πρέπει να ξεριζώσουμε τα εσωτερικευμένα μοτίβα της καταπίεσης μέσα στις εαυτές μας εάν πρόκειται να προχωρήσουμε πέρα από τις πιο επιφανειακές διαστάσεις της κοινωνικής αλλαγής. Τώρα πρέπει να αναγνωρίσουμε διαφορές μεταξύ γυναικών οι οποίες είναι ισότιμες με εμάς, ούτε κατώτερες ούτε ανώτερες, και να επινοήσουμε τρόπους για να χρησιμοποιήσουμε τη διαφορά η μία της άλλης ώστε να εμπλουτίσουμε τα οράματά μας και τους κοινούς μας αγώνες.
Το μέλλον της γης μας ίσως εξαρτάται από την ικανότητα όλων των γυναικών να αναγνωρίσουν και να δημιουργήσουν νέους ορισμούς της εξουσίας και νέα μοτίβα συσχετισμού μεταξύ των διαφορών. Οι παλιές εννοιολογήσεις δεν μας έχουν εξυπηρετήσει, ούτε η γη η οποία μάς στηρίζει. Τα παλιά μοτίβα, ανεξαρτήτως του πόσο έξυπνα έχουν αναδιαταχθεί για να μιμηθούν την πρόοδο, ακόμα μας καταδικάζουν στις επιφανειακά τροποποιημένες επαναλήψεις των ίδιων παλιών ανταλλαγών, στην ίδια παλιά ευθύνη, μίσος, αντέγκληση , θρήνο και υποψία.
Γιατί έχουμε, οικοδομημένα μέσα σε όλους μας, παλιά σχέδια προσδοκίας και απάντησης, παλιές δομές καταπίεσης, και αυτές πρέπει να τροποποιηθούν την ίδια στιγμή καθώς αλλάζουμε τις βιωμένες συνθήκες οι οποίες είναι αποτέλεσμα αυτών των δομών. Γιατί τα εργαλεία του αφέντη δεν θα αποσυναρμολογήσουν το σπίτι του αφέντη.
Όπως ο Πάουλο Φρέιρε έδειξε τόσο καλά στην «Αγωγή του Καταπιεσμένου», το πραγματικό επίκεντρο της επαναστατικής αλλαγής δεν είναι ποτέ απλά οι καταπιεστικές καταστάσεις από τις οποίες επιδιώκουμε να ξεφύγουμε, αλλά αυτό το κομμάτι του καταπιεστή το οποίο είναι βαθιά ριζωμένο στον καθένα από εμάς, και το οποίο γνωρίζει μόνο τις τακτικές του καταπιεστή, τις σχέσεις του καταπιεστή.
Η αλλαγή σημαίνει ανάπτυξη, και η ανάπτυξη μπορεί να είναι επώδυνη. Αλλά οξύνουμε τον αυτο-προσδιορισμό με το να εκθέτουμε τον εαυτό μας στην από κοινού δουλειά και πάλη με αυτούς τους οποίους ορίζουμε ως διαφορετικούς από τους εαυτούς μας, παρόλο που μοιραζόμαστε τους ίδιους στόχους. Για τους Μαύρους και τους λευκούς, τους ηλικιωμένους και τους νέους, τις λεσβίες και τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες παρομοίως, αυτό μπορεί να σημαίνει νέα μονοπάτια για την επιβίωσή μας.

Έχουμε επιλέξει η μία την άλλη
Και τις μάχες η μία της άλλης
Ο πόλεμος είναι ο ίδιος
Εάν ηττηθούμε
Κάποια μέρα το αίμα των γυναικών θα πήξει
Πάνω σε έναν νεκρό πλανήτη
Εάν νικήσουμε
Δεν υπάρχει αμφιβολία
Αναζητούμε πέρα από την ιστορία
Για μια νέα και πιο δυνατή συνάντηση [3]

Σημειώσεις:
1. Paper delivered at the Copeland Colloquium, Amherst College, April 1980.
2. From “Rape: A Radical Analysis, An African-American Perspective” by Kalamu ya
Salaam in Black Books Bulletin, vol. 6, no. 4(1980).
3. Seabury Press, New York, 1970.  From “Outlines,” unpublished poem
____________________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s