Ανθρωπισμός, ακτιβισμός και αλληλεγγύη: σκέψεις πάνω στην ταινία “The Last Face” …


Από τον Παναγιώτη Χριστοδούλου*

Η ταινία του 2017 The Last Face του Sean Penn, με τον Χαβιέ Μπαρδέμ, τη Σαρλίζ Θέρον και το Ζαν Ρενό, δεν έτυχε και των καλύτερων κριτικών. Μάλλον το αντίθετο. Παρόλαυτα το άρθρο θεωρεί πως η πολύ χαμηλής βαθμολογίας κριτικές είναι σε μεγάλο βαθμό άδικες. Η σκηνοθεσία είναι ικανοποιητική, το ίδιο και οι ερμηνείες. Αλλά το κυριότερο είναι η πλοκή της ταινίας: η υπόθεση πραγματεύεται την ιστορία μιας ανθρωπιστικής αποστολής των Γιατρών του Κόσμου στο Σουδάν, εν μέσω του εμφυλίου πολέμου. Το θέμα λοιπόν είναι αρκετά πρωτότυπο. Ο γραφών παρακινήθηκε από αυτό λόγω της εμπειρίας του από εργασία στην εν λόγω Μη Κυβερνητική Οργάνωση την περίοδο 2012-2016, σε πολύ διαφορετικές βέβαια συνθήκες. Η ταινία όμως δίνει αφορμή για σκέψη πάνω σε δύσκολα ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο το τι ακριβώς σημαίνει ανθρωπισμός, ακτιβισμός και αλληλεγγύη αλλά και πως οι διαφορές στη φιλοσοφία τους αποτυπώνονται στην πραγματική ζωή.

Σε αυτό το κομμάτι η ταινία είναι αρκετά πετυχημένη. Οι σκηνές και οι καταστάσεις που παρουσιάζονται είναι ρεαλιστικές, αν και ιδιαίτερα σκληρές. Η σύγκρουση ανθρωπισμού και αλληλεγγύης σωματοποιείται στο Χαβιέ Μπαρδέμ και τη Σαρλίζ Θέρον αντίστοιχα. Η Σαρλίζ Θέρον υποδύεται γιατρό που ασχολείται με το οργανωτικό κομμάτι των Γιατρών του Κόσμου έως ότου αποφασίσει  να συμμετέχει η ίδια στη δράση πεδίου στο Σουδάν. Εκεί συναντά τον Χαβιέ Μπαρδέμ, γιατρό που ασχολείται κυρίως με αποστολές σε εμπόλεμες ζώνες. Οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν είναι αντίξοες, τα υλικά περιορισμένα και ο κίνδυνος παρών σε κάθε σημείο. Οι δύο ήρωες ερωτεύονται και προσπαθούν να δομήσουν μια σχέση στη σκληρή κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Η παρουσία των ανθρώπινων σχέσεων παρουσιάζει ενδιαφέρον καθώς ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις οι άνθρωποι προσπαθούν να ερωτευτούν, να αγαπήσουν, να μισήσουν και τα γεγονότα που προκύπτουν από τα φαινομενικά μικρά πράγματα επηρεάζουν την καθημερινότητα τους άλλοτε αυξάνοντας τις αντοχές τους και άλλοτε οδηγώντας τους στα πρόθυρα νευρικών κρίσεων.

Συνέχεια

Advertisements

Νίκος Ρωμανός: «Δεν μετανιώνω που αποφάσισα να πάρω θέση μάχης στον κοινωνικό πόλεμο που μαίνεται»…


«Εγώ δεν μετανιώνω για την επιλογή μου να στρατευτώ με όλο μου το είναι στον αγώνα για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση από τα δεσμά του κράτους και του κεφαλαίου, δεν μετανιώνω για την επιλογή μου να απαλλοτριώσω τον κλεμμένο πλούτο που βρίσκεται κλειδωμένος στα χρηματοκιβώτια των τραπεζών, δεν μετανιώνω για το γεγονός ότι ζούσα στην “παρανομία”, δεν μετανιώνω που αποφάσισα να πάρω θέση μάχης στον κοινωνικό πόλεμο που μαίνεται», επισημαίνει, μεταξύ άλλων, σε πολιτική δήλωσή του ο αναρχικός Νίκος Ρωμανός, που διαβάστηκε σήμερα κατά την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό της υπόθεσης του Βελβεντού. Ακολουθεί όλη η δήλωση.

Ξεκινώντας θα ήθελα να πω ότι η συγκεκριμένη τοποθέτηση σε καμία περίπτωση δεν συνιστά κάποιου είδους “απολογία”. Η έννοια της απολογίας κυοφορεί το στοιχείο της μετάνοιας, αναπαράγει τα τεχνητά δίπολα που επιβάλλει η αστική δικαιοσύνη, παραμορφώνει τον πραγματικό ρόλο των ειδικών δικαστηρίων που στήνετε προκειμένου να καταστείλετε τους πολιτικούς αντιπάλους της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Εγώ δεν μετανιώνω για την επιλογή μου να στρατευτώ με όλο μου το είναι στον αγώνα για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση από τα δεσμά του κράτους και του κεφαλαίου, δεν μετανιώνω για την επιλογή μου να απαλλοτριώσω τον κλεμμένο πλούτο που βρίσκεται κλειδωμένος στα χρηματοκιβώτια των τραπεζών, δεν μετανιώνω για το γεγονός ότι ζούσα στην “παρανομία” μαζί με τους καταζητούμενους συντρόφους μου Γιάννη Μιχαηλίδη και Δημήτρη Πολίτη, δεν μετανιώνω που αποφάσισα να πάρω θέση μάχης στον κοινωνικό πόλεμο που μαίνεται.

Συνέχεια

Schäublonomics και κρίση. Τα «παλιόπαιδα τα ατίθασα» και αυτοσχέδιοι ανορθολογικοί «παιδαγωγοί»…


του Τόμας Φρίκε

© Der Spiegel – Thomas Fricke: Eurokrise Die Tücken der Schäublonomics , 17.02.2017

Η παρατεινόμενη κρίση στη ζώνη του ευρώ δεν είναι μοιραία καταστροφή που την προκάλεσαν οι σπάταλοι Νοτιοερωπαίοι, αλλά κυρίως πρόβλημα διαχείρισης. Και μάλιστα διαχείρισης εκ μέρους της Γερμανίας.
Ήδη με την έναρξη του 2017 είχαν αρχίσει και πάλι να ακούγονται χρησμοί και μαντείες για την τύχη της Ελλάδας ως χώρας-μέλους της ζώνης του ευρώ, για την Ιταλία που δεν περικόπτει τις δαπάνες ή για την αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου των γαλλικών ομολόγων. Και τα αίτια είναι φανερά, τουλάχιστον για τον ομοσπονδιακό υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας: Το πρόβλημα είναι και πάλι οι άλλοι, οι οποίοι, «σε αντίθεση με εμάς, έχουν κάνει πολύ λίγες μεταρρυθμίσεις και πολύ λίγες περικοπές». Αυτό ισχυρίζεται. Φταίει το πολιτισμικό χάσμα. Και καταλήγει, ως συνήθως: Η μόνη λύση είναι η αύξηση της πίεσης και οι απειλές στους Έλληνες.
Το πρόβλημα είναι, ότι η πραγματικότητα δεν είναι όπως στα παραμύθια – από δώ οι καλοί, από κεί οι κακοί. Και ο προϋπολογισμός μιας εθνικής οικονομίας δεν είναι κουμπαράς. Αυτό, όπως αποδεικνύουν πρόσφατες μελέτες, είναι ίσως ζωτικής σημασίας σε περιπτώσεις οξείας κρίσης.
Είναι πολύ πιθανό, ότι τα αίτια του σημερινού δράματος στη ζώνη του ευρώ δεν έχουν και πολλή σχέση με πολιτισμικές διαφορές και, στην πραγματικότητα, η «παιδαγωγική» πολιτική α λά Σόιμπλε είναι παράγοντας που παρατείνει ακούσια την οικονομική κρίση (βλέπε προηγούμενο άρθρο μου). Αυτό ίσως εξηγεί και το γεγονός ότι το δράμα δεν τελειώνει, παρά την αυξημένη δόση Σόιμπλε και παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες έχουν κάνει αναμφίβολα τεράστιες περικοπές, όπως είχαν κάνει οι Ιρλανδοί και οι Ισπανοί τα προηγούμενα χρόνια. 

Συνέχεια

Αντιδράσεις για την προκλητική δικαστική εξουσία…


Υπόθεση Μανωλάδας. Ενα ακόμα φωτεινό παράδειγμα που αποδεικνύει περίτρανα πως οι συστημικοί υπηρέτες που παριστάνουν τους δικαστές έχουν τόση σχέση με τη δικαιοσύνη, όση το χταπόδι με το καλαπόδι…

Είναι σε όλους γνωστό –εκτός απ’ τα ΜΜΕ- ότι οι φράουλες που καλλιεργούνται επί χρόνια στη Νέα Μανωλάδα Ηλείας, είναι ποτισμένες με ιδρώτα, αίμα και εκμετάλλευση χιλιάδων αλλοδαπών εργατών γης. Δεν είναι ότι οι εργάτες αυτοί βιώνουν μόνο την στυγνή εκμετάλλευση από τα αφεντικά τους, είναι και το ότι αντιμετωπίζονται στην πραγματικότητα σαν δούλοι, με την ανοχή του επίσημου κράτους, ανέφερε περασμένη ανάρτησή του μπλογκ μας. Αυτό το κείμενο μας επικεντρωνόταν στο έγκλημα που διέπραξαν μπράβοι νεοτσιφλικάδων στα φρουτοχώραφα της Ηλείας όταν πυροβόλησαν με καραμπίνες «εν ψυχρώ» εναντίον μεταναστών, στέλνοντας αρκετούς απ’ αυτούς στα νοσοκομεία, γιατί οι τελευταίοι είχαν το θράσος να ζητήσουν να πληρωθούν τα δεδουλευμένα έξι μηνών που τους χρωστούσε ο μεγαλοεργοδότης τους.

Όταν τελικά οι εγκληματίες οδηγήθηκαν στην δικαστική αίθουσα για να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους, η δικαστική απόφαση ήταν η … αναμενόμενη. Οι κατηγορούμενοι βγήκαν «λάδι». Ετσι η δικαστική εξουσία επιβράβευσε την εργοδοτική ασυδοσία, θεώρησε αυτονόητο στην ανάλγητη ταξική-μνημονική εποχή μας να «βασιλεύει» ο εργοδοτικός μεσαίωνας. Ειδικά για τους μετανάστες – εργάτες γης με την δικαστική αυτή απόφαση αποδείχτηκε ότι είναι  αποδεκτό -από την «δικαιοσύνη» τους- να επικρατεί μια κατάσταση που ενθαρρύνει τη ρατσιστική – δολοφονική βία, «δικαιολογεί» το «εργοδοτικό δίκαιο» που επιβάλλεται με μπράβους και καραμπίνες.

Ηταν τόσο προκλητική αυτή η δικαστική απόφαση που όταν 42 μετανάστες προσέφυγαν εναντίον της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αυτό εκδικάζοντας αυτή την προσφυγή σήμερα βγάζει απόφαση με την οποία καταδικάζεται η Ελλάδα για σαφή παράβαση της απαγόρευσης της καταναγκαστικής εργασίας και αναφέροντας ότι το κράτος απέτυχε τόσο να αποτρέψει τέτοιες καταστάσεις και να προστατεύσει τα θύματα όσο και να πραγματοποιήσει αποτελεσματική έρευνα για τα αδικήματα που καταγγέλθηκαν και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους. Επίσης το Ανώτατο Δικαστήριο  επιδίκασε αποζημίωση 16.000 ευρώ για καθέναν από τους μετανάστες που συμμετείχε στη διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και 12.000 ευρώ για τους υπολοίπους προσφεύγοντες για το σύνολο των βλαβών που τους προκλήθηκαν. Το Δικαστήριο τους αναγνώρισε 4.363,64 ευρώ συνολικά για τα δικαστικά έξοδα.

Φυσικά κανένας από την δικαστική εξουσία που συμμετέχει στην έκδοση τέτοιων προκλητικών αποφάσεων δεν θα έχει καμιά επίπτωση και θα εξακολουθήσει να αποδίδει «αμερόληπτη και ανεξάρτητη» «δικαιοσύνη».

_________________________________________________________

 

Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/03/blog-post_466.html

Η συνέντευξη ενός κινέζου…


Δεν ξέρω τι συμπέρασμα βγάλατε από την προχτεσινή συνέντευξη Σημίτη στον Σκάι αλλά εγώ οφείλω να ομολογήσω ότι, αν ήμουν στην θέση του, θα την είχα διακόψει και θα είχα φύγει. Εντάξει, ήξερα ότι ο Παύλος Τσίμας και η Σία Κοσιώνη είναι σκληρά καρύδια ως δημοσιογράφοι και δεν χαρίζονται στους συνομιλητές τους αλλά τέτοιο στρίμωγμα (και, μάλιστα, σε πρώην πρωθυπουργό!) δεν είχε ξαναγίνει. Αυτό δεν ήταν συνέντευξη. Ανάκριση πρώτου βαθμού ήταν.

Φυσικά, κάτω από τέτοιες απαράδεκτες συνθήκες εξοντωτικής πίεσης, ο -υπερογδοντάχρονος πλέον- γκουρού τής πολιτικής αναγκάστηκε να ομολογήσει και να παραδεχτεί πολλά και ενδιαφέροντα. Για παράδειγμα, είπε, μεταξύ άλλων:

  • «Η διαφάνεια είναι απολύτως αναγκαία και κάθε τι πρέπει να ερευνάται» αλλά η σημερινή κυβέρνηση«εκτοξεύει καταγγελίες και δημιουργεί διαδικασίες για να αναδειχτεί η διαφθορά των άλλων, χωρίς να υπάρχουν τα συγκεκριμένα στοιχεία».
  • «Όταν οι συνθήκες είναι κακές και υπάρχουν όλες αυτές οι δυσκολίες δεν είναι καθόλου εύκολο να πεις τι θα γίνει αύριο. Και πρέπει να προσέχεις μη συμβεί η καταστροφή. Σχέδιο δεν πιστεύω να υπάρχει».

«Οι ξένοι δεν μπορούν να ανακατεύονται στην πολιτική των κομμάτων, τα κόμματα είναι ελεύθερα να υποστηρίζουν το οτιδήποτε πιστεύουν και οι ξένοι θα πρέπει να αναλάβουν ανάλογα τα ρίσκα, τις ευθύνες κλπ. Αλίμονο τώρα, εάν έρχονται και οδηγίες από τις Βρυξέλλες, από τον οποιονδήποτε στο κάθε κόμμα της αντιπολίτευσης, θα είναι και αστείο και απαράδεκτο σε σχέση με τη λειτουργία της Δημοκρατίας».

Συνέχεια

Η ευρώπη φεύγει…


Αποτέλεσμα εικόνας για brexit

Το παλιό αστείο είναι πως όταν έπιανε κακοκαιρία στο στενό της Μάγχης οι άγγλοι έλεγαν “σκατόκαιρος στο κανάλι… αποκλείστηκε η ήπειρος”. Τώρα ίσως να μην έχουν όρεξη για αστεία. Εννιά μήνες μετά το περσινό δημοψήφισμα “γεννήθηκε” η επίσημη αίτηση για την αποχώρηση του Λονδίνου απ’ την ε.ε., φορτωμένη ήδη με προβλήματα: την ανεξαρτησία της σκωτίας, ένα οξυνόμενο πρόβλημα παρόμοιας κατεύθυνσης (που προς το παρόν εμφανίζεται σαν αδυναμία δημιουργίας κυβέρνησης) στη βόρεια ιρλανδία… Και το γεγονός ότι οι υποστηρικτές της παραμονής, καθόλου λίγοι, δεν το έχουν βάλει κάτω.

Τυπικά προβλέπονται διαπραγματεύσεις δύο χρόνων για να “σπάσουν” οι πάμπολλες συμφωνίες που συνδέουν “αυτούς που φεύγουν κι αυτούς που μένουν”. Αλλά ήδη τα δύο χρόνια φαίνονται λίγα. Χρειάστηκαν εφτά χρόνια διαπραγματεύσεων για να μορφοποιηθεί η εμπορική συμφωνία ε.ε. – καναδά που μπήκε σε ισχύ πρόσφατα· και ήταν μια σχετικά απλούστερη υπόθεση. Είναι εξαιρετικά απίθανο το διαζύγιο να βγει το 2019. Εν τω μεταξύ μέχρι να υπογραφτεί η οριστική συμφωνία αποχώρησης, το Λονδίνο θα δεσμεύεται πλήρως απ’όλες τις συμφωνίες με την ε.ε., όπως ισχύουν σήμερα.

Πέρα απ’ το αν είναι “πολλά” ή “λίγα” τα δύο (και μπορεί τρία και τέσσερα) χρόνια, θα είναι σίγουρα ιδιαίτερα πυκνά. Πολλά μπορεί να συμβούν ενδιάμεσα (και θα συμβούν). Η πιθανότητα να “αλλάξει η γνώμη του λαού” της αυτού μεγαλειότητας σ’ αυτό το διάστημα, δεν πρέπει να αποκλειστεί.

Εν τω μεταξύ, σαν όρος για να ξεκινήσουν αυτές οι μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις, έχει μπει ήδη το να πληρώσει το Λονδίνο σχεδόν 60 δισ. – που χρωστάει στα ταμεία της ε.ε. Δεν είναι και το πιο ευοίωνο ξεκίνημα, έτσι δεν είναι;

Θα παρακαλέσουμε τους βερμπαλιστές κήρυκες της ελληνικής “εθνικής απελευθέρωσης” να παρακολουθήσουν από κοντά αυτόν τον μαραθώνιο διαπραγματεύσεων. Και να βελτιώσουν τα αγγλικά τους, για να καταλαβαίνουν.

Θα είναι σχολείο…


Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/03/i-evropi-fevgi/

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΙΡΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΛΟΓΗ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ…


1-3.jpg

από Κλεονίκη Αλεξοπούλου

 ή  Μανιφέστο μιας δυναμικής διασποράς, όχι μιας χαμένης γενιάς.Για αρκετούς κοινωνικούς ιστορικούς και θεωρητικούς της διεθνικότητας (transnationalism), η μετανάστευση ανθρώπων από μια περιοχή σε μια άλλη εντός ή ακόμα περισσότερο εκτός του έθνους-κράτους παίζει ένα σημαντικό μετασχηματιστικό ρόλο, (επανα)διαμορφώνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και τους θεσμούς. Καταρχάς, η μετανάστευση αμφισβητεί τα σύνορα, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεχνητή ανθρώπινη σύμβαση. Ήταν και είναι μια έμπρακτη ένδειξη αμφισβήτησης της αξίωσης του εθνικού κράτους ότι οι πολίτες (οφείλουν να) ανήκουν σε μια μόνο χωρική επικράτεια (Lubkemann 2000). Ενσαρκώνει επίσης την ελεύθερη επιλογή των ατόμων ή ολόκληρων κοινοτήτων να διαλέξουν τον τρόπο ζωής τους (life strategy). Έχει κατοχυρωθεί σε τελική ανάλυση ως ένα ανθρώπινο δικαίωμα.

Στην περίπτωση του αποικιοκρατούμενου κόσμου και ειδικά της Αφρικής, τα σύνορα επιβλήθηκαν έξωθεν και με τόσο αυθαίρετο τρόπο από τις ευρωπαικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις το 19ο αιώνα, όπου δικαίως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την καταπάτηση αυτών των συνόρων και την «επανοικειοποίηση» του χώρου από τους τότε μετανάστες ως μια επαναστατική πράξη. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή να μεταναστεύσει κανείς ήταν και είναι σε έναν περιορισμένο βαθμό μια κατάσταση ελευθερίας, εφόσον γινόταν και γίνεται εντός καθορισμένων ορίων που θέτουν οι εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και η πολιτική εξουσία. Όμως αυτό ισχύει σχεδόν για όλο το φάσμα των ανθρώπινων επιλογών.

 

Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε ως οικονομικό εργαλείο από αποικιακά κράτη και ισχυρές καπιταλιστικές εταιρίες. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Μοζαμβίκης η πορτογαλική αποικιακή κυβέρνηση υπέγραψε μια σειρά από συμβάσεις με το κράτος της Νοτίου Αφρικής, ώστε να μεταναστεύουν συστηματικά εργάτες απ’ το νότο της πορτογαλικής αποικίας στα ορυχεία χρυσού και διαμαντιών της γείτονος χώρας. Οι εργάτες αυτοί όμως υποχρεώνονταν να γυρίσουν στη χώρα τους μετά το πέρας του συμβολαίου τους και να λαμβάνουν μισή αμοιβή στα ορυχεία χρυσού της Νοτίου Αφρικής και μισή αμοιβή στη Μοζαμβίκη, ώστε να ξοδεύουν το μισθό τους εντός της μαμάς «πατρίδας» και να καταναλώνουν ντόπια προιόντα ώστε να προωθηθεί η νομισματοποίηση της οικονομίας. Έτσι, οι Πορτογάλοι αποικιοκράτες θεσμοποίησαν την κυκλική μετανάστευση και επέβαλαν την «επιστροφή» των μεταναστών ως απαράβατο όρο (Alexopoulou and Juif 2017). Συγκεκριμένα, οι Αφρικανοί μετανάστες ανθρακωρύχοι κατανάλωναν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους στο εισαγόμενο πορτογαλικό κρασί(!).

Επιπλέον, υπήρξαν αναρίθμητες περιπτώσεις καταναγκαστικής μετανάστευσης και εργασίας (δεκαετίες αφότου είχε καταργηθεί η δουλεία), λόγω έλλειψης επαρκούς εργατικού δυναμικού στα δημόσια έργα και στην αγροτική παραγωγή: χαρακτηριστική περίπτωση, η μετανάστευση Αφρικανών απ’ τις δυτικές ακτές της ηπείρου στις Cadbury φυτείες κακάο στα νησιά Σάο Τομέ και Πρίνσιπε. Πάμπολλα άλλα παραδείγματα μετανάστευσης στην αποικιακή Αφρική ανοίγουν διάπλατα τη βεντάλια της ιστορίας της μετανάστευσης, από πλέον οργανωμένες και θεσμοποιημένες μορφές έως ανεπίσημες (informal) και άτακτες «λαθρο»μεταναστεύσεις.

Από τον καιρό που υπάρχουν μοντέρνες νομισματοποιημένες οικονομίες είναι γνωστή η συμβολή των μεταναστών είτε στην οικονομία των χωρών καταγωγής μέσω εμβασμάτων είτε στην ανάπτυξη των χωρών υποδοχής μέσω της εργασίας τους σε καίριους τομείς της παραγωγής. Επίσης αυξημένο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει προσελκύσει τις τελευταίες δεκαετίες ο κρίσιμος ρόλος των μεταναστών στη μεταφορά ανθρώπινου κεφαλαίου (human capital) και τεχνογνωσίας, που προωθούν την καινοτομία και στις χώρες υποδοχής και στις χώρες καταγωγής, εάν πρόκειται για κυκλική μετανάστευση (όπου οι μετανάστες επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους).

Στη μεταμοντέρνα εποχή μας ή αλλιώς στο στάδιο του ύστερου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία υπηρεσιών, η έννοια της εργατικής τάξης ως μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο αμφισβητείται, επειδή αποκλείει άλλα είδη εργαζομένων ή άλλες υπεξούσιες ομάδες όπως οι μετανάστες, οι άνεργοι, οι νοικοκυρές. Το «πλήθος», όπως το εννοιολόγησαν οι Χαρντ και Νέγκρι (2011), σε αντίθεση με το λαό που είναι μια παραδοσιακά ενοποιητική έννοια βασισμένη στο έθνος ή τη φυλή, περικλείει τους μετανάστες, και διεκδικεί τον τίτλο του νέου επαναστατικού υποκειμένου. Πώς οργανώνονται όλες αυτές οι ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών? Μέσω ενός δικτύου «δημοκρατικών σχέσεων» που προσομοιάζει με το ίντερνετ (ibid).

Δε φιλοδοξώ σε καμιά περίπτωση μέσα σε λίγες παραγράφους να ανασυγκροτήσω τις θεωρήσεις στις οποίες αναφέρομαι ούτε τις κριτικές τους. Θέλω μόνο να δείξω την αυξανόμενη σημασία που έχουν οι μετανάστες σήμερα ως φορείς αλλαγής, από την οπτική γωνία διαφορετικών θεωρητικών παραδόσεων. Επίσης νομίζω ότι αξίζει η προσπάθεια να ντύνουμε τα εκάστοτε θεωρητικά σχήματα με τις εμπειρίες του παρόντος, με μια σχετική ελευθερία έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων, για λόγους οικειοποίησης και επαναπροσδιορισμού των ιδεών, σύμφωνα με τις δικές μας καθημερινές πραγματικές ανάγκες.

Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό και ειδικεύονται σε διάφορους επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους, δουλεύουν σε πολυεθνικές και μεσαίου μεγέθους εταιρίες ή συνιστούν άλλον έναν κρίκο του πρεκαριάτου διαφόρων χωρών του εξωτερικού. Αρκετές έρευνες κι αναλύσεις (Generation E, EUmigré) αναφέρονται στο βραχυπρόθεσμο brain drain που υφίσταται η Ελλάδα και στο ενδεχόμενο μακροπρόθεσμο brain gain, το οποίο θα μπορούσε να καρπωθεί εάν οι μετανάστες αυτοί κάποια στιγμή επέστρεφαν στη χώρα τους.

Φαίνεται σαν το ελληνικό κράτος να μην επέλεξε ποτέ συνειδητά να διώξει ορδές νέων εργαζομένων και φοιτητών. Πράγματι, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας δε θεσμοποίησαν ποτέ τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού με τον τρόπο που το έκαναν οι αποικιακές κυβερνήσεις του παρελθόντος. Υπέγραψαν μόνο τις συμβάσεις ελεύθερης διακίνησης πολιτών εντός της ΕΕ που ειναι ακόμα και για τους αντιπάλους της μια προοδευτική κατάκτηση. Και εφάρμοσαν τις εργασιακές πολιτικές που προτάθηκαν από την ηγεσία της ΕΕ και το ΔΝΤ, πολιτικές που ίσως θα έπρεπε να ονομάζονται «πολιτικές ανεργίας», καθώς πρόκειται για μια κοινωνική πραγματικότητα δυσθεώρητων ποσοστών ανεργίας εκτός της συνεχούς αναθεώρησης των όρων και συνθηκών εργασίας, όπου επανα- ή μάλλον από-ρυθμίζονται καθημερινά ωράρια, μισθοί, συντάξιμα κλπ. Παρουσιάζεται, λοιπόν, σαν όλο αυτό να είναι μια παράπλευρη συνέπεια της κρίσης που χτύπησε τη χώρα και η πράξη της μετανάστευσης να είναι η εφαρμογή αυτού που αποκαλούμε ατομική στρατηγική.

Όμως αν το καλοσκεφτούμε, η ατομική αυτή επιλογή είναι η αποκρυστάλλωση των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων και της πολιτικής εξουσίας στο δεδομένο ιστορικό χρόνο. Έχει δηλαδή ταξικό πρόσημο. Λόγω της σύμπτυξης του χώρου και του χρόνου που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, υπάρχουν αυξανόμενες ανάγκες για δια βίου εκπαιδευόμενους και πολλές φορές πολύγλωσσους εργαζόμενους. Οι  εταιρίες χρειάζονται όλο και πιο ευέλικτους μαχητές (τύπου Survivor, σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικού δαρβινισμού) που τη Δευτέρα θα ‘ναι στο Ναιρόμπι και την Πέμπτη στο Σικάγο. Οι μαχητές αυτοί βέβαια δεν προλαβαίνουν έτσι ούτε να συνειδητοποιήσουν ποιος είναι ο φυσικός και κοινωνικός τους χώρος ούτε να συνάψουν φιλικούς και συντροφικούς δεσμούς με βάθος. Ενώ η απόλαυση της μάθησης και η μνήμη  δίνουν συχνά τη θέση τους στο ανικανοποίητο της ταχείας κατανάλωσης εντυπώσεων και στη λήθη. Όταν έγραφε ο Κούντερα τη «βραδύτητα» (1995), δε μπορούσε ακόμα να φανταστεί το σημερινό βαθμό εντατικοποίσης των πάντων.

Η ηλεκτρονική δικτύωση, στην οποία εναποθέτουν τις ελπίδες τους πολλοί, ανοίγει σίγουρα δρόμους επικοινωνίας και αυξάνει κι άλλο την ταχύτητα με την οποία αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι. Αλλά η συνεχής μετακίνηση αναγκαστικά οδηγεί σε μια συνεχή ανακύκλωση ανθρώπων που ενδεχομένως να συνοδεύεται και από συναισθήματα αποκοπής, ανασφάλειας και ματαίωσης που προέρχονται από τη φυσική απουσία κι από τον αέναο επαναπροσδιορισμό του επόμενου βήματος και του επόμενου στόχου. Κάποτε ήταν ουτοπία κι άπιαστο όνειρο να ταξιδέψεις, να ανακαλύψεις. Τώρα έχει καταλήξει να ‘ναι ουτοπία, για μια σημαντική μερίδα ανθρώπων, το να έχεις βάση, όνομα που δεν αλλάζει, γλώσσα προτίμησης. Και φυσικά, η επιλογή ταυτότητας και η ταξική συνείδηση από μια διεθνιστική άποψη φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Υπάρχει βέβαια η ταυτότητα του κοσμοπολίτη με όλα τα ερωτηματικά που ανοίγει ο ορισμός της.

Ολ’ αυτά δεν αποσκοπούν σε μια επανάληψη του αυτονόητου ή σε ένα «κατηγορώ» της ελεύθερης διακίνησης πολιτών. Βοηθούν ομως στον εντοπισμό της ανάγκης ενός σημερινού κομματιού εργαζομένων να ανήκουν κάπου, και στην κατανόηση της κυρίαρχης ακροδεξιάς ατζέντας στο ταυτοτικό ζήτημα. Ποιοι είμαστε? Η απάντηση φαίνεται να έρχεται μόνο απ’ τα δεξιά: Είμαστε ο ισχυρότερος λαός του κόσμου, Αμερικανοί, πρώην μετανάστες που είχαμε όμως κοινό όραμα, ξεκινήσαμε από διαφορετικά σημεία, συγκλίναμε όμως σε ένα. Είμαστε Ολλανδοί, Γάλλοι. Ενώ το ακραίο κέντρο επιμένει: Μόνο το ελεύθερο εμπόριο, οι ξένες (πάντα) επενδύσεις και η οικονομική μεγέθυνση δημιουργούν θέσεις εργασίας και μαγικά προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Κι η Αριστερά σιωπά, μπερδεμενη ανάμεσα σε ρατσιστικές κορώνες και κοινωνικά κεκτημένα που καταπατήθηκαν από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και την ήττα της σοσιαλδημοκρατίας. Η απάντηση της Αριστεράς δεν ειναι συνταγή μαγειρικής για να τη γραψουμε σε μια γραμμή, επαναλαμβάνουν πολλοί. Ας κάνουμε όμως, όπως κάναμε στο δημοτικό, την εξής άσκηση: ας εντοπίσουμε τα συστατικά μέρη αυτής της απάντησης και ας εναπόκειται μετά στην ελεύθερη βούληση του καθενός πώς θα τα συνθέσει. Συλλογική επιλογή, εναλλακτικό όραμα, αλλαγή παραδείγματος. Αν η Αριστερά δεν τα προσφέρει αυτά, δεν είναι Αριστερά.

Η διασπορά, αν θέλει να είναι οργανικό κομμάτι αυτού του μετασχηματισμού, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Κι οι ευθύνες της εκτείνονται πέρα απ’ την ανακύκλωση ιδεωδών στις παρέες των ίδιων γνωστών-αγνώστων. Ας μην αφήσουμε άλλο χρόνο ανεκμετάλλευτο, ας επιχειρήσουμε να οργανώσουμε ανοιχτά φόρουμ θέτοντας προς συζήτηση όλες τις διαστάσεις λειτουργίας του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, των δομών αλληλεγγύης και των commons  όχι μόνο εντός Ελλάδας, αλλά σε όποια πόλη του εξωτερικού η παρουσία μας είναι σημαντική. Όπως οι οικονομολόγοι μελετούν την περίπτωση κυκλοφορίας άλλου νομίσματος πλην του Ευρώ, συχνά σε συνεργασία με ξένους φορείς, έτσι χρειαζόμαστε όχι μόνο τους κοινωνικούς αλλά και τους θετικούς επιστήμονες της διασποράς να ανταλλάξουν απόψεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγής, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μια διαφορετική πολεοδομία κοκ. Αν δε θέλουμε την κρίση ως ευκαιρία μόνο για μεμονωμένες start-ups και θέλουμε η έρευνα να προηγείται της εμπορικής ιδέας και η παραγωγή της πώλησης, οφείλουμε να συμμετέχουμε με όποιο τρόπο μπορούμε σε συλλογικότητες που θα αποσκοπούν σ’ έναν κεντρικό σχεδιασμό. Ακόμα κι αν δεν έχουμε τη δύναμη, έχουμε τη γνώση και μπορούμε να γίνουμε ένας σημαντικός μοχλός πίεσης. Έτσι, για άλλη μια φορά στην ανθρώπινη ιστορία, θα άρουμε συλλογικά τα σύνορα που αρχικά περάσαμε ως άτομικότητες. Ας πιάσουμε το ΤΙΝΑ από το Α κι ας το γδάρουμε ίσαμε το Τ.

*Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά από συζητήσεις εντός της πολιτικής συλλογικότητας Reinform στην Ολλανδία.

 _________________________________________________________