Υπέρτατος νόμος η σωτηρία των ελεύθερων συναλλαγών


12Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

 Η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν μετέτρεψε τις κοινωνίες σε παραδείσους αρμονίας και δικαιοσύνης. Αλλά θα πρέπει να ομολογηθεί ότι από ορισμένες πλευρές τα επιτεύγματά της υπήρξαν θεαματικά. Θωρακίζοντας τους πολίτες ενάντια στην ένδεια και την ανασφάλεια και υποθάλποντας προσδοκίες για βαθμιαία άνοδο του επιπέδου διαβίωσης όλων, οι ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατικές κοινωνίες μπόρεσαν να πείσουν πως βρίσκονταν σε τροχιά αέναης προόδου. Η ουτοπία της ευζωίας ταυτιζόταν πλέον με τη γενική οικονομική ευμάρεια. Και έτσι ακριβώς θεμελιώθηκε η ιστορικά πρωτόγνωρη μεταπολεμική «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση».

 

Η ιδεολογική αυτή μεταλλαγή είχε όμως και παρενέργειες. Με την κατίσχυση του καταναλωτικού ευδαιμονισμού μπήκαν σε παρένθεση οι προβληματισμοί γύρω από το βαθύτερο νόημα της ζωής, της ικανοποίησης, της ισορροπίας και της απόλαυσης. Από τη στιγμή που όλα αρχίζουν και τελειώνουν με την αναζήτηση ατομικής πρόσβασης σε όλο και περισσότερα υλικά αγαθά, τα προαιώνια αυτά αξιακά και υπαρξιακά ερωτήματα ατονούν. Η οικονομιστική ανάγνωση του κόσμου συνεπάγεται τη μετουσίωση της ανοριοθέτητης «βιοτικής ποιότητας» σε μετρήσιμη βιοτική και βιωματική «ποσότητα». Ολες οι αμφιβολίες φαίνεται λοιπόν να διαλύονται. Μπροστά στον παραμορφωτικό του καθρέφτη, ο homo sapiens μεταμορφώνεται σε ακόρεστο homo consumans.

 

Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Αντίστοιχα μεταλλάσσεται και η πρόσληψη των όρων υπό τους οποίους οι άνθρωποι μετέχουν στην κοινωνική παραγωγή. Πράγματι, στον «ελεύθερο κόσμο» ο καταναλωτικός παράδεισος δεν «προσφέρεται», «αγοράζεται». Μόνον όσοι διαθέτουν νόμιμο ατομικό «εισόδημα» μπορούν να παρακαθίσουν στο καταναλωτικό γλέντι. Ετσι, όσοι κοινωνοί δεν έχουν ατομική περιουσία υποχρεώνονται να αναζητήσουν το αναγκαίο εισόδημα στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Και υπό τους όρους αυτούς, η κοινωνική εργασία προσλαμβάνεται ως κατ” ανάγκην εξαρτημένη και ως κατά τεκμήριον αλλοτριωτική «απασχόληση». Ο άνθρωπος δεν καλείται πλέον να συμμετέχει ενεργά στην οικοδόμηση του κοινού οίκου μέσα από την άσκηση και απόλαυση των έμφυτων δημιουργικών του ικανοτήτων. Το προαιώνιο πολιτιστικό και αξιακό αίτημα της χειραφετητικής μεταλλαγής του ετερόνομου animal laborans (το κοπιάζον ή απασχολούμενο ζώο) σε ετερόνομο και εξαρτημένο homo faber (τον «τέκτονα» άνθρωπο) φαίνεται να έχει εντελώς αποδυναμωθεί. Μαζί με την αρχαιοελληνική διάκριση ανάμεσα στον «πονείν» και στο «εργάζεσθαι», εξαλείφεται και ο προβληματισμός γύρω από το νόημα και τις προοπτικές της ανθρώπινης δραστηριότητας.

 

Στο επίπεδο της εξέλιξης των κοινωνικών αξιών, το ιστορικό τίμημα του καταναλωτικού ευδαιμονισμού υπήρξε λοιπόν βαρύτατο. Ειρωνικά, η κατίσχυση της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης υπήρξε ταυτόσημη με την ενσυνείδητη απίσχνανση του προβληματισμού που είχε εγκαινιασθεί με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Η πορεία προς την πρόοδο νοείται πια ως μονοδιάστατη, αφού συναρτάται αποκλειστικά από τη συνεχή αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας. Από τη στιγμή λοιπόν που γίνεται επιπλέον γενικά δεκτό πως η παραγωγική ανάπτυξη, άρα και οι καταναλωτικές δυνατότητες των ανθρώπων υπηρετούνται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα από το αγοραίο καπιταλιστικό σύστημα, το πρώτο μέλημα όλων των κοινωνιών δεν μπορεί να είναι άλλο από την αέναα διευρυνόμενη αναπαραγωγή του. Ακόμα και αν συνεπάγεται την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και ανεπιεικειών, ο καπιταλισμός εξακολουθεί, μας λένε, να αποτελεί την ορθολογικότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να γίνει είναι να θεσπισθούν οι «στρόφιγγες δικαιοσύνης» και οι «δικλίδες επιβιωτικής ασφάλειας» που «εξανθρωπίζουν» την κοινωνία και αναπαράγουν το δημοκρατικό καταναλωτικό συμβόλαιο. Ολοι καλούνται να αναγνωρίσουν πως υπηρετώντας πειθήνια το σύστημα της «ελεύθερης αγοράς» υπηρετούν ταυτόχρονα και τη δική τους προοπτική ευμάρειας. Το ζήτημα μπορεί πλέον να ανάγεται στην «κοινή υπεριστορική λογική».

 

Το λεγόμενο «τέλος της ιστορίας» συμπίπτει με την οικουμενική κατίσχυση αυτού του δόγματος. Και όλα έμοιαζαν να εξελίσσονται «ομαλά». Μέχρι τη στιγμή που ενέσκηψε η κρίση. Αίφνης, η αξιωματική συμπόρευση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της γενικής καταναλωτικής ευμάρειας και κατ” επέκτασιν της κοινωνικής συναίνεσης άρχισε να κλονίζεται. Η κρίση του «κοινωνικού κράτους» εκφράζει πρωτίστως την προϊούσα ασυμπτωτότητα ανάμεσα στο αίτημα της αύξησης των αγοραίων κερδών και τη συνεχιζόμενη διεύρυνση της καταναλωτικής δυνατότητας των μαζών. Και έτσι εφεξής, η «περαιωμένη» ιστορία φαινόταν να οδηγεί τον κόσμο σε πρωτόγνωρα συστημικά αδιέξοδα.

 

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία της νεοφιλελεύθερης αντεπίθεσης. Με τη νέα αυτοπεποίθηση που άντλησαν από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι ηγετικές μερίδες του δυτικού κόσμου θεώρησαν πως δεν είχαν κανένα λόγο να περιορίζουν τα κέρδη τους για να εξασφαλίσουν την διαιώνιση μιας συναίνεσης που και αν ακόμα είναι χρήσιμη, δεν μοιάζει πια αναγκαία. Η στρατηγική απάντηση στην κρίση ήταν λοιπόν αναμενόμενη. Η χρηματοπιστωτική κρίση δεν συνεπέφερε την άμβλυνση αλλά τη σκλήρυνση της ταξικής αλαζονείας του Κεφαλαίου. Η «κατάσταση ανάγκης» στην οποία είχε περιέλθει το σύστημα δεν το εξώθησε στην αναδιατύπωση των προϋποθέσεων της κοινωνικοπολιτικής συναίνεσης αλλά στην πλήρη ρήξη με τα τριάντα «ένδοξα χρόνια» της σοσιαλδημοκρατικής ευωχίας. Ενας νέος και αδίστακτος «γενναίος» κόσμος έκανε την εμφάνισή του.

 

Ευλόγως λοιπόν υπό τις συνθήκες αυτές, όλα τα δοκιμασμένα ιδεολογικά όπλα θα ανασυρθούν από την ιστορική ναφθαλίνη. Στο μέτρο που, για το καλό όλων και πριν από όλα, το ορθολογικό και «δοκιμασμένο» σύστημα πρέπει πάση θυσία να αναπαραχθεί, η πανάρχαια σωτηριολογική ρητορική είναι πάντα πρόσφορη. Suprema lex salus patriae. Και στο μέτρο που το κεφάλαιο δεν έχει πια πατρίδα, η ίδια λογική μπορεί πια να εμφανίζεται με τη μορφή ενός suprema lex salus negotii. Στην έκτακτη «κατάσταση ανάγκης» που διανύει ο κόσμος, το πρώτιστο αγαθό που πρέπει να συντηρηθεί με κάθε τρόπο και κάθε θυσία είναι το «σύστημα» των ελεύθερων συναλλαγών. Και έτσι ακριβώς θα εκλογικευθούν όλες οι «αναγκαίες» παρεμβάσεις, θα δικαιωθούν όλες οι ανατροπές και θα καταρρεύσουν όλες οι εσωτερικευμένες ιστορικές προϋποθέσεις του καταναλωτικού συμβολαίου. Στο εξής, οι μάζες των κοινωνών καλούνται να υπομένουν αδιαμαρτύρητα και να περιμένουν στωικά την αποδυνάμωση όλων των ουτοπικών προβολών. Αν «χρειαστεί», οφείλουν να αποδεχθούν την κατάρρευση των μισθών και του βιοτικού τους επιπέδου, την αναζωπύρωση της γενικευμένης ανασφάλειας και την παραίτηση από τη συμμετοχή στο δημοκρατικό γίγνεσθαι.

Οφείλουν να επανέλθουν στην κατάσταση των λιμοκτονούντων περιθωριακών και των «μοχθούντων ζώων» από την οποία νόμιζαν αφελέστατα πως έχουν διά παντός απαλλαγεί. Και οφείλουν επίσης να απέχουν από κάθε ενεργή παρέμβαση στην πορεία της επίπονης μοίρας τους. Τα αδύναμα μεμονωμένα άτομα δεν μπορούν πια να διαπραγματευθούν συλλογικά για τους όρους εργασίας τους, δεν προσβλέπουν σε μονιμότητα ή ασφάλεια, δεν δικαιούνται νοσηλεία και περίθαλψη, δεν ορίζουν το τίμημα του μόχθου τους, δεν ελέγχουν τη διάρκεια ανάλωσης της εργασιακής τους ενέργειας, δεν αποζημιώνονται αν απολυθούν και φυσικά δεν έχουν δικαίωμα να απεργούν. Και επιπλέον οφείλουν να συμβάλλουν ευπειθώς, και στην ανάγκη να επι-στρατεύονται βίαια, στην εξυπηρέτηση όλων των αναγκών της συστημικής αναπαραγωγής. Σε έκτακτες συνθήκες, η εξουσία έχει πάντα τη δυνατότητα να μεταμορφώσει τον εφεδρικό εργασιακό στρατό σε ένστολο «στρατό σωτηρίας». Εκόντες ή άκοντες λοιπόν, εκείνοι που είχαν επαναπαυθεί στην ιστορική τους χειραφέτηση τίθενται σήμερα μπροστά στο πρωτόγνωρο υπαρξιακό δίλημμα ανάμεσα στην πλήρη περιθωριοποίηση και στην άνευ όρων υποταγή στη στρατιωτική πειθαρχία της επιστράτευσης. Το δίλημμα όμως δεν είναι υπαρξιακό αλλά πολιτικό. Παραμένοντας ελεύθεροι άνθρωποι, τα «μοχθούντα ζώα» έχουν πάντα τη δυνατότητα να αντισταθούν και στις δύο αυτές εκδοχές του παρόντος και του μέλλοντός τους. Και τότε…

25/02/2013

Πηγή http://www.efsyn.gr/?p=26269

Advertisements

Η α­γω­νι­στι­κή ε­μπει­ρία ο­δη­γεί στην α­ρι­στε­ρή σκέ­ψη


HarneckerΣυνέντευξη με τη Μάρτα Χάρνεκερ

Με με­γά­λη συμ­με­το­χή ε­πι­στη­μό­νων, δια­νοού­με­νων και νέων αν­θρώ­πων έ­γι­νε στο Σα­ντιά­γο α­πό 22 με 24 Νο­εμ­βρίου το σε­μι­νά­ριο «Μαρ­ξι­σμός του 21ου αιώ­να». Σε έ­να διά­λειμ­μα της συ­νά­ντη­σης, η χι­λια­νή α­κτι­βί­στρια, κοι­νω­νιο­λό­γος και συγ­γρα­φέ­ας Μάρ­τα Χάρ­νε­κε­ρ, μι­λά για την ε­ξέ­λι­ξη της μαρ­ξι­στι­κής σκέ­ψης και την ε­πι­στρο­φή του μαρ­ξι­σμού στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή.

Πώς μπο­ρεί κά­ποιος να ερ­μη­νεύ­σει τον 21ο αιώ­να α­πό μαρ­ξι­στι­κή σκο­πιά;

Θεω­ρώ ό­τι ο μαρ­ξι­σμός και η σκέ­ψη του Μαρξ έ­χουν ε­ξε­λι­χτεί ό­πως α­ντι­λη­φθή­κα­με στη δε­κα­ε­τία του ‘60 και ό­πως βλέ­που­με σή­με­ρα. Η ση­μα­ντι­κή συμ­βο­λή αυ­τού του με­γά­λου στο­χα­στή εί­ναι ό­τι μας έ­κα­νε να κα­τα­λά­βου­με πώς λει­τουρ­γεί η κοι­νω­νία, και ι­διαί­τε­ρα το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα. Κά­πο­τε ή­μουν η­γέ­της της νε­ο­λαίας, της Κα­θο­λι­κής Δρά­σης, και οι άν­θρω­ποι ή­θε­λαν να α­γα­πούν ο έ­νας τον άλ­λον, ό­πως α­παι­τεί η θε­με­λιώ­δης χρι­στια­νι­κή αρ­χή, αλ­λά ο μαρ­ξι­σμός με έ­κα­νε να συ­νει­δη­το­ποιή­σω ό­τι για να συμ­βεί αυ­τό χρειά­ζε­ται μια κοι­νω­νία η ο­ποία θα ορ­γα­νώ­σει την προώ­θη­ση της αλ­λη­λεγ­γύης και δεν θα εί­ναι δο­μη­μέ­νη έ­τσι ώ­στε να εν­θαρ­ρύ­νει τον α­ντα­γω­νι­σμό.

Έτσι πή­γα α­πό τον κα­θο­λι­κι­σμό στο μαρ­ξι­σμό, για­τί με τον Μαρξ μπο­ρού­με να ε­ξη­γή­σου­με για­τί ο κα­πι­τα­λι­σμός δεν εί­ναι δυ­να­τόν να εί­ναι αν­θρώ­πι­νος. Η λο­γι­κή του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος χρειά­ζε­ται τον α­ντα­γω­νι­σμό, α­κό­μη και αν έ­νας ερ­γο­δό­της ή­θε­λε να κα­τα­βάλ­λει πε­ρισ­σό­τε­ρα στους ερ­γα­ζο­μέ­νους του, ο «κα­λύ­τε­ρος α­ντα­γω­νι­σμός» τον ε­μπο­δί­ζει να το κά­νει, και αυ­τό συμ­βαί­νει για­τί αν πλη­ρώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα, θα μειώ­σει την κερ­δο­φο­ρία του, θα αυ­ξή­σει το κό­στος και τε­λι­κά θα κα­τα­λή­ξει σε πτώ­χευ­ση. Δεν έ­χει άλ­λη ε­πι­λο­γή, πα­ρά να ε­πι­διώ­ξει τη μέ­γι­στη πα­ρα­γω­γή που θα του ε­πι­τρέ­ψει να ε­πι­βιώ­νει, και αυ­τό ση­μαί­νει μείω­ση του κό­στους, και πρώ­τα α­π‘ ό­λα των μι­σθών.

Το γε­γο­νός αυ­τό α­ντι­κα­το­πτρί­ζε­ται και στην α­νι­σό­τη­τα που βιώ­νου­με.

Αυ­τή εί­ναι μια αό­ρα­τη λο­γι­κή, για ό­σους δεν βλέ­πουν. Ο ερ­γα­ζό­με­νος πι­στεύει ό­τι αν προσ­λη­φθεί ε­πί πλη­ρω­μή, αυ­τή εί­ναι μια δί­καιη α­μοι­βή, ή, μάλ­λον, εί­ναι η κα­τάλ­λη­λη α­μοι­βή για την ερ­γα­σία που του ζη­τούν. Ακό­μα, πολ­λοί ερ­γα­ζό­με­νοι θεω­ρούν σω­στό που οι κα­πι­τα­λι­στές παίρ­νουν το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της πί­τας, την πλε­ο­να­σμα­τι­κή πα­ρα­γω­γή. Δεν συ­νει­δη­το­ποιούν ό­τι αυ­τοί εί­ναι που πα­ρά­γουν τον πλού­το και ό­τι οι κα­πι­τα­λι­στές κερ­δί­ζουν χά­ρη σε αυ­τούς. Σύμ­φω­να με τη σκέ­ψη του Μαρ­ξ, ο πλού­τος πα­ρά­γε­ται α­πό την ερ­γα­σία και ό­χι α­πό το κε­φά­λαιο. Ακό­μα και το κε­φά­λαιο που εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα της συσ­σώ­ρευ­σης προ­η­γού­με­νων ερ­γα­σιών, δη­μιουρ­γεί­ται α­πό τον ι­διο­κτή­τη του κε­φα­λαίου κυ­ρίως λό­γω των α­σύμ­με­τρων σχέ­σεων ε­ξου­σίας, ως α­πο­τέ­λε­σμα της α­ποι­κια­κής κυ­ριαρ­χίας και της πο­λι­τι­κής ή στρα­τιω­τι­κής υ­πε­ρο­χής. Με μια προ­σε­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση δια­πι­στώ­νου­με ό­τι η σκέ­ψη του Μαρξ μας δί­νει μια σα­φή ερ­μη­νεία της κοι­νω­νίας μας και χω­ρίς με­γά­λη δυ­σκο­λία θα βλέ­πα­με τι γί­νε­ται κά­θε μέ­ρα στη ζωή μας.

Ωστό­σο, υ­πάρ­χουν διά­φο­ρα εί­δη των μαρ­ξι­σμών…

Υπάρ­χουν πολ­λοί που α­ντι­λαμ­βά­νο­νται το μαρ­ξι­σμό σαν μια μη­χα­νι­στι­κή αι­τιο­κρα­τία, κα­τά την ο­ποία δεν υ­φί­στα­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή αν­θρώ­πι­νη δρά­ση, και ό­που οι αλ­λα­γές εί­ναι το προϊόν μιας μη­χα­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης στην ι­στο­ρία. Υπάρ­χουν και ε­κεί­νοι που υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι η δυ­να­μι­κή των κοι­νω­νιών και των αν­θρώ­πων, και η ε­πα­να­στα­τι­κή πρα­κτι­κή, εί­ναι ση­μα­ντι­κά στοι­χεία στις δια­δι­κα­σίες της αλ­λα­γής και του με­τα­σχη­μα­τι­σμού του κα­πι­τα­λι­σμού. Γι‘ αυ­τό το λό­γο μπο­ρεί να έ­χει σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, να ση­μειώ­νει πρόο­δο και ο­πι­σθο­δρό­μη­ση, τις ε­πα­να­στά­σεις και τις α­ντε­πα­να­στά­σεις. Τί­πο­τα δεν εί­ναι εγ­γυη­μέ­νο. Αυ­τό δεν ή­ταν δυ­να­τό να φα­ντα­στεί κα­νείς στα φοι­τη­τι­κά μου χρό­νια. Σή­με­ρα γί­νε­ται έ­ντο­νη συ­ζή­τη­ση και α­ντι­πα­ρά­θε­ση γύ­ρω α­πό αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα και αυ­τό εί­ναι πο­λύ εν­δια­φέ­ρον, για­τί στο πα­ρελ­θόν μπο­ρεί να σκε­φτή­κα­με και να θεω­ρή­σα­με κά­ποιον ως εχ­θρό, αλ­λά τώ­ρα πρέ­πει να συ­νη­θί­σου­με στο διά­λο­γο για να οι­κο­δο­μή­σου­με τη σκέ­ψη μέ­σα στη συ­ζή­τη­ση.

Ποια εί­ναι η γνώ­μη σας για την ε­πι­στρο­φή στη μαρ­ξι­στι­κή σκέ­ψη που ση­μειώ­νε­ται τώ­ρα, ι­διαί­τε­ρα στη νέα γε­νιά των δια­νοου­μέ­νω­ν;

Η δι­κτα­το­ρία στη Χι­λή προ­σπά­θη­σε να σβή­σει και να στρε­βλώ­σει την ε­μπει­ρία της Λαϊκής Ενό­τη­τας (Unidad Popular) με τον ι­σχυ­ρι­σμό ό­τι ή­ταν κα­τα­στρο­φι­κή για την α­νά­πτυ­ξη της χώ­ρας, α­πό κά­θε ά­πο­ψη. Στη συ­νέ­χεια η πτώ­ση του σο­βιε­τι­κού σο­σια­λι­σμού και η με­τα­τρο­πή του σε κα­πι­τα­λι­σμό. Για να μην α­να­φέ­ρου­με αυ­τό που εί­ναι τώ­ρα ο κι­νε­ζι­κός κομ­μου­νι­σμός: μια μορ­φή κα­πι­τα­λι­σμού, που ορ­γα­νώ­νε­ται και προω­θεί­ται α­πό το Κι­νε­ζι­κό Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα. Προ­συ­πο­γρά­φω τα λό­για του Εντουάρ­ντο Γκα­λεά­νο: «Μας έ­χουν κα­λέ­σει στην τα­φή ε­νός νε­κρού που δεν εί­ναι δι­κός μας». Δεν ή­ταν αυ­τός ο σο­σια­λι­σμός που θέ­λα­με. Ήταν έ­να κα­θε­στώς που ε­ξα­φα­νί­στη­κε ε­πει­δή δεν ή­ταν η ου­το­πία μας, οι κομ­μου­νι­στές εί­χαν μια άλ­λη ι­δέα στο κε­φά­λι τους, που ή­ταν πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή α­πό το στα­λι­νι­σμό της Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης. Αυ­τό που έ­πε­σε δεν ή­ταν το ι­δα­νι­κό του σο­σια­λι­σμού, ή­ταν έ­νας σο­σια­λι­σμός πα­ρα­μορ­φω­μέ­νος.

Εάν έ­πε­σε τό­σο εύ­κο­λα, ή­ταν ε­πει­δή κα­νείς δεν τον αι­σθάν­θη­κε σαν δι­κό του. Εκεί­νη την ε­πο­χή υ­πήρ­χαν πολ­λοί άν­θρω­ποι που ε­πέ­κρι­ναν το γρα­φειο­κρα­τι­κό σο­σια­λι­σμό, την έλ­λει­ψη συμ­με­το­χής και ε­λευ­θε­ριών. Αυ­τό που θέ­λα­με ή­ταν μια πιο δί­καιη, πιο ί­ση και με­γα­λύ­τε­ρη προ­βο­λή των αν­θρώ­πων. Όπως ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, οι νέ­οι δια­νοού­με­νοι ε­πι­στρέ­φουν στον Μαρ­ξ, α­φού η σκέ­ψη του, ι­διαί­τε­ρα η κρι­τι­κή του κα­πι­τα­λι­σμού, πα­ρα­μέ­νει σε ι­σχύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό πο­τέ. Η δια­νο­η­τι­κή συμ­βο­λή του εί­ναι α­ξε­πέ­ρα­στη.

Αυ­τό που συμ­βαί­νει στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, ει­δι­κά στη Βε­νε­ζουέ­λα, το Εκουα­δόρ και τη Βο­λι­βία, έ­χει να κά­νει με αυ­τή την ε­πι­στρο­φή;

Πρώ­τα ήρ­θαν οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­μπει­ρίες α­πό­πει­ρας ε­ξό­δου α­πό τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη μή­τρα, δο­κι­μά­στη­καν στην κοι­νω­νία, και στη συ­νέ­χεια ήρ­θε η εμ­φά­νι­ση της α­ρι­στε­ρής σκέ­ψης. Οι δια­δι­κα­σίες που ση­μειώ­θη­καν σε αυ­τές τις χώ­ρες, δεν εί­χαν το Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα ού­τε τους μαρ­ξι­στές α­γω­νι­στές στην κο­ρυ­φή τους. Μαία τους ή­ταν ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, δε­δο­μέ­νου ό­τι ή­ταν τέ­τοιες οι α­νι­σό­τη­τες που υ­πήρ­χαν ε­πί νε­ο-κα­πι­τα­λι­σμού, με τη μορ­φή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, που αυ­τοί οι άν­θρω­ποι αρ­χι­κά α­ντι­στά­θη­καν σκλη­ρά και στη συ­νέ­χεια ξε­ση­κώ­θη­καν για να α­να­τρέ­ψουν προέ­δρους, και με­τά συ­νει­δη­το­ποίη­σαν ό­τι χρειά­ζο­νταν α­ντι-νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες κυ­βερ­νη­τι­κές πλατ­φόρ­μες.

Αυ­τές οι πο­λι­τι­κές δια­δι­κα­σίες και η πα­γκό­σμια κρί­ση του κα­πι­τα­λι­σμού έ­κα­ναν πολ­λούς α­ρι­στε­ρούς δια­νοού­με­νους να ε­πι­στρέ­φουν στη σκέ­ψη του Μαρξ και να δώ­σουν μια νέα ερ­μη­νεία, ώ­στε να δη­μιουρ­γη­θεί έ­νας πιο αυ­θε­ντι­κός μαρ­ξι­σμός, πιο δυ­να­μι­κός, που α­ντι­πα­ρα­θέ­τει μια σύν­θε­τη σκέ­ψη α­πέ­να­ντι στο δογ­μα­τι­σμό ή σε μια συ­ντα­γή πο­λι­τι­κής.

Για μέ­να, σή­με­ρα α­πό τη σκέ­ψη του Μαρξ μπο­ρού­με να κρα­τή­σου­με και να ε­πι­νοή­σου­με μια κοι­νω­νία πλή­ρους α­νά­πτυ­ξης των αν­θρώ­πων. Στην ι­δα­νι­κή κοι­νω­νία στην ο­ποία θέ­λου­με να φτά­σου­με, πρέ­πει ο κα­θέ­νας να συ­νει­σφέ­ρει στο βαθ­μό των δυ­να­το­τή­των του, έ­τσι ώ­στε και αυ­τή η ι­δα­νι­κή κοι­νω­νία να δί­νει σε κά­θε μέ­λος ό,τι χρειά­ζε­ται να α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην α­νά­γκη του κα­θε­νός. Δη­λα­δή ο κε­ντρι­κός ρό­λος της εί­ναι να κα­λύ­ψει τις α­νά­γκες των αν­θρώ­πων. Η σο­βιε­τι­κού τύ­που ι­σό­τη­τα, ό­πως α­κρι­βώς και ο κο­λε­κτι­βι­σμός, α­κυ­ρώ­νει το ά­το­μο και τη δη­μιουρ­γι­κό­τη­τά του.

Εί­ναι α­πο­κλί­σεις α­πό τον μαρ­ξι­σμό. Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με ό­τι η σκέ­ψη του Μαρξ εί­ναι πο­λύ πιο πε­ρί­πλο­κη και πλού­σια. Εί­ναι α­κό­μα δυ­να­τό να συ­νά­γου­με α­πό το έρ­γο του Μαρξ συ­μπε­ρά­σμα­τα που μας ε­πι­τρέ­πουν μια πιο φω­τι­σμέ­νη, πο­λύ­μορ­φη και ε­ξαν­τλη­τι­κή με­λέ­τη προς α­να­ζή­τη­ση ε­νός μο­ντέ­λου δια­φο­ρε­τι­κού α­πό αυ­τό που συ­νι­στά η κα­πι­τα­λι­στι­κή α­νά­πτυ­ξη. Ανα­γκα­στι­κά πρέ­πει να πε­ρά­σου­με α­πό τον Μαρ­ξ, αν θέ­λου­με να υ­περ­βού­με το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα.

Η ση­με­ρι­νή Χι­λή εί­ναι α­πό­το­κος του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Πώς μπο­ρεί να α­να­τρα­πεί αυ­τή η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και η σο­σια­λι­στι­κή δια­δι­κα­σία/προο­πτι­κή να υ­λο­ποιη­θεί στη Χι­λή;

Το πρώ­το πράγ­μα που πρέ­πει να πού­με, εί­ναι ό­τι η Χι­λή ή­ταν η πρώ­τη χώ­ρα που προ­σπά­θη­σε έ­ναν σο­σια­λι­σμό δια­φο­ρε­τι­κό α­πό το σο­βιε­τι­κό. Ο Αλιέ­ντε εί­χε έ­να ό­ρα­μα του σο­σια­λι­σμού που ε­πρό­κει­το να οι­κο­δο­μη­θεί με δη­μο­κρα­τι­κά μέ­σα. Εί­ναι αυ­τός ο τρό­πος που ε­φαρ­μό­ζουν τώ­ρα οι κυ­βερ­νή­σεις των Τσά­βες, Κο­ρέα και Μο­ρά­λες με­τα­ξύ άλ­λων, και με αυ­τή την έν­νοια ή­ταν πρό­δρο­μος του σο­σια­λι­σμού του 21ου αιώ­να. Τώ­ρα α­να­ρω­τιέ­μαι αν ο ό­ρος «σο­σια­λι­σμός» έ­χει α­πα­ξιω­θεί στη Χι­λή και, υ­πό αυ­τή την έν­νοια, συμ­φω­νώ με τον α­ντι­πρό­ε­δρο της Βο­λι­βίας Αλβά­ρο Γκαρ­σία Λι­νέ­ρα, ο ο­ποίος λέει ό­τι «δεν έ­χει ση­μα­σία το ό­νο­μα του ε­πι­κε­φα­λής της δια­δι­κα­σίας, μου α­ρέ­σει η ζωή που έ­χει πλη­ρό­τη­τα», πε­ρι­γρα­φή που συ­νο­ψί­ζει τις μαρ­ξι­στι­κές α­ξίες.

Το θέ­μα εί­ναι πιο πο­λύ­πλο­κο, προ­φα­νώς.

Εί­ναι έ­νας α­γώ­νας που διαρ­κεί. Ο Μαρξ μί­λη­σε για «το πα­ρελ­θόν της κο­πριάς» και για τον πο­λι­τι­σμό που κλη­ρο­νό­μη­σε σαν έ­να με­γά­λο πρό­βλη­μα. Και αυ­τό δεν νι­κιέ­ται με κη­ρύγ­μα­τα, αλ­λά μό­νο με τον α­γώ­να. Ο με­γα­λύ­τε­ρος θρίαμ­βος της κι­νη­το­ποίη­σης των φοι­τη­τών εί­ναι ό­τι κα­τά­φε­ραν να αλ­λά­ξει ο κυ­ρίαρ­χος λό­γος στη Χι­λή. Δεν έ­χω χά­σει την ελ­πί­δα. Πριν α­πό δύο χρό­νια ή­μουν στη Χι­λή και δεν υ­πήρ­χε τί­πο­τα. Δεν εν­νοώ ό­τι εί­μα­στε σε ε­πα­να­στα­τι­κή κα­τά­στα­ση, αλ­λά τη βλέ­πω να έρ­χε­ται. Πρέ­πει να θυ­μό­μα­στε, ό­μως, ό­τι οι δυ­νά­μεις που δεν θέ­λουν την αλ­λα­γή εί­ναι ι­σχυ­ρές και ό­τι ο κα­τα­κερ­μα­τι­σμός ή­ταν τρα­γι­κός πα­ρά­γο­ντας για την ήτ­τα της Λαϊκής Ενό­τη­τας.

Με­τά­φρα­ση α­πό το www.rebelion.org: Δη­μή­τρης Γκι­βί­σης

Πηγή: Η Εποχή

http://www.rednotebook.gr/details.php?id=8247

Χρυσός είναι η ενημέρωση!


soshalkidiki

Κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του ενημερωτικού ηλεκτρονικού περιοδικού μας soshalkidiki. Σ’ αυτό θα βρείτε πληροφορίες για τις εξορυκτικές δραστηριότητες στη Χαλκιδική, τις επιπτώσεις τους σε περιβάλλον, υγεία και τοπική οικονομία, καθώς και πλούσιο υλικό που αφορά την πορεία των κινητοποιήσεών μας. Το κείμενο είναι εμπλουτισμένο με αναφορές και παραπομπές σε κείμενα και οπτικοακουστικό υλικό (απλώς πατήστε το χαρακτηριστικό σύμβολο/σύνδεσμο).

Μπορείτε να κατεβάσετε το αρχείο με μορφή περιοδικού εδώ και σε απλό pdf εδώ (προτείνεται για εκτύπωση).Με δεξί κλικ επιλέξτε save as ή αποθήκευση ως. Παρακαλούμε διαδώστε το! 

Μπορείτε φυσικά να διαβάσετε το περιοδικό παρακάτω (πατώντας πάνω στην εικόνα ανοίγει το αρχείο σε ολόκληρη την οθόνη – esc για να βγείτε από το full screen)

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Xavier Casals – Η νέα ακροδεξιά: Αγγελιοφόρος του μέλλοντος;


casalsΠερίπου σαράντα χρόνια πέρασαν από τότε που τα πρώτα κόμματα της νέας ευρωπαϊκής ακροδεξιάς (Fremstegspartiet, [FrP] στη Νορβηγία και Fremskridtspartiet στη Δανία) εισήλθαν στο κοινοβούλιο το 1973. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, άλλα παρόμοια κόμματα κατόρθωσαν να έχουν θεσμική εκπροσώπηση στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτός ο νέος εξτρεμισμός της Δεξιάς, ο οποίος λειτουργεί εντός δημοκρατικού πλαισίου, προκάλεσε μια ευρεία ακαδημαϊκή δημόσια συζήτηση, ενώ χρησιμοποιήθηκαν πολλές ορολογίες για να τον κατονομάσουν: ʺεξτρεμισμός του κέντρουʺ, ʺμετα-βιομηχανική ακροδεξιάʺ, ʺεθνικός λαϊκισμόςʺ ή ʺνέος λαϊκισμός της Δεξιάςʺ.


Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα κόμματα έχουν σαφώς έναν κοινό παρονομαστή: διαμορφώνουν ένα κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης από τη σκοπιά της πολιτικής Δεξιάς. Διατυπώνουν το μήνυμά τους γύρω από δυο κεντρικούς άξονες: την υπεράσπιση της ʺεθνικής ταυτότηταςʺ και τη διαμαρτυρία κατά των ελίτ. Οι ηγέτες τους, όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Pierre-Andre Taguieff, απευθύνονται στο “λαόʺ με δυο έννοιες: ως ʺδήμοʺ (οι φορείς της εθνικής κυριαρχίας εναντίον των πολιτικών ολιγαρχιών που μεσολαβούν και εκβιάζουν την κυριαρχία) και ως ʺέθνοςʺ (μια ομοιογενή κοινότητα χωρίς εσωτερικές διαιρέσεις). Με αυτόν τον τρόπο, ο αντι-ελιτίστικος λόγος τους βασίζεται σε δυο αντιθέσεις: από τη μια πλευρά, οι ʺμικροίʺ κατά των ʺμεγάλωνʺ ή οι ʺπάνω εναντίον των κάτωʺ, και από την άλλη πλευρά, οι ʺγνήσιοι άνθρωποιʺ που ενσαρκώνουν την εθνική ταυτότητα[…] ενάντια στους ʺκοσμοπολίτεςʺ, ʺτο κόμμα των ξένωνʺ.[1]


Αυτή η λαϊκίστικη δεξιά ισχυρίζεται ότι γίνεται ο συνήγορος του ʺαπλού ανθρώπου στο δρόμοʺ ενάντια στις “διεφθαρμένες” ελίτ και τις απειλές της παγκοσμιοποίησης, είτε αυτές είναι οικονομικές (μεταναστευτικές ροές, βιομηχανικές μετατοπίσεις), είτε πολιτικές (απώλεια κρατικής κυριαρχίας προς όφελος υπερεθνικών οργανώσεων) ή πολιτιστικές (πολυπολιτισμικότητα). Επίσης, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, στη Νέα Υόρκη, αυτός ο λόγος δίνει αυξανόμενη έμφαση στην απόρριψη του ισλαμισμού.


Η σταθεροποίηση της ακροδεξιάς θέτει δυο περίπλοκα ερωτήματα: Συνάδει το μήνυμά της με τις δημοκρατικές αξίες; Είναι δυνατό να εμπεριέχει την εκλογική της ανέλιξη;


Ένας δύσκολος γάμος: Δημοκρατία και αποκλεισμός


Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της ακροδεξιάς είναι ότι έχει ενσωματώσει μερικώς την κληρονομιά του Διαφωτισμού.[2] Η αλλαγή αυτή αντανακλάται σε τρείς τομείς:


Πρώτον, η νέα λαϊκίστικη Δεξιά απορρίπτει τον ρατσισμό στον επίσημο λόγο της και υιοθετεί το ʺεγκώμιο της διαφοράςʺ. Τα κόμματά της υπογραμμίζουν την ανάγκη διατήρησης της πολιτισμικής ποικιλίας ως ένα είδος πλούτου και υποστηρίζουν επίσης ότι οι μεταναστευτικές εθνικές κοινότητες πρέπει να αποφεύγουν την επιμιξία για να μπορούν στο κοντινό μέλλον να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, όπου υποτίθεται ότι θα είναι καλύτερα.


Δεύτερον, η νέα λαϊκίστικη Δεξιά απορρίπτει τον ολοκληρωτισμό και εξυμνεί την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Με αυτή την έννοια, τα κόμματά της εμφανίζονται να υπερασπίζονται μια ʺεθνικιστική οχλοκρατίαʺ. Οι ηγέτες της καταγγέλλουν το γεγονός ότι το κοινοβούλιο και τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα υπονομεύουν και εκβιάζουν τη λαϊκή βούληση. Την ίδια στιγμή, ενθαρρύνουν τη μόνιμη εκλογική κινητοποίηση και τα δημοψηφίσματα ως την πιο άμεση έκφραση της εθνικής κυριαρχίας.


Τρίτον, η απόρριψη του Ισλάμ από τη νέα λαϊκίστικη Δεξιά έχει οδηγήσει τα κόμματά της σε μια φιλελεύθερη στροφή, με την ενσωμάτωση θεμάτων όπως η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών.[3] Συγκεκριμένα, εμφανίζονται περισσότερες γυναίκες στο προσκήνιο σ’ αυτά τα κόμματα (Siv Jensen, Marine Le Pen, Pia Kjaergaard, ενώ ο δολοφονημένος Pim Fortuyn ήταν ομοφυλόφιλος).


Με δυο λόγια, η νέα λαϊκίστικη Δεξιά έχει απομακρυνθεί από τον ρατσισμό και τον ολοκληρωτισμό και έχει κάνει τη δημοψηφισματική δημοκρατία σημάδι της ταυτότητάς της. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: εάν τον 19ο και 20ο αιώνα η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας συνδεόταν με την επέκταση των ελευθεριών και την ιδέα της κοινωνικής προόδου, σήμερα μπορεί να έχει έναν αντιδραστικό χαρακτήρα με τη νομιμοποίηση της πολιτικής του αποκλεισμού. Ένα παράδειγμα αυτής της διαδικασίας ήταν το δημοψήφισμα που προώθησε το ελβετικό Λαϊκό Κόμμα [Schweizerische Volkspartei-SVP/UDC] τον Μάρτιο του 2000 στο Εμμέν. Σ’ αυτό το δημοψήφισμα, οι πολίτες του Εμμέν ρωτήθηκαν εάν δέχονταν τις αιτήσεις για υπηκοότητα ανθρώπων που ζητούσαν να πολιτογραφηθούν και ψήφισαν υπέρ της απόρριψης των αιτήσεων οικογενειών που προέρχονταν από την πρώην Γιουγκοσλαβία.


Είναι δυνατό να περιοριστεί η άνοδος της νέας λαϊκίστικης Δεξιάς;


Στη δεκαετία του 1980, η άνοδος του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία οδήγησε στην εφαρμογή διαφορετικών στρατηγικών με σκοπό τον περιορισμό της ανόδου της νέας ακροδεξιάς, που αργότερα υιοθετήθηκαν σε άλλες χώρες και που ο Taguieff συστηματοποίησε εννοιολογικά.[4] Θα αναλύσω τα αντίσχοιχα πολιτικά τους κόστη και οφέλη πιο κάτω.


Νε τεθεί εκτός νόμου η ακροδεξιά. Το μέτρο αυτό είναι αντιπαραγωγικό για πολλούς λόγους: βάζει αυτά τα κόμματα στο επίκεντρο μιας εντατικής ιδεολογικής και μιντιακής πολεμικής. Πλαισιώνει μια μάλλον ηθική παρά πολιτική δημόσια συζήτηση, που εμποδίζει την αντιμετώπιση σημαντικών θεμάτων (ανασφάλεια των πολιτών, πολιτική διαφθορά, πατριωτισμός) και κινητοποιεί τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους. Έτσι, όταν το 2004 το Flemish Block [Vlaams Blok-VB] απαγορεύτηκε, συνέχισε τη δραστηριότητά του με νέο όνομα –Vlaams Belang– και κατάφερε να αυξήσει τη δημοτικότητά του.[5]


Να υπάρξει σιωπή των μέσων ενημέρωσης για την ακροδεξιά. Αυτή η επιλογή μετατοπίζει τα ακροδεξιά κόμματα από το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, τους επιτρέπει όμως να υπερασπίζονται το λόγο τους χωρίς αντιπολίτευση. Την ίδια στιγμή, οι ηγέτες τους μπορούν να εμφανίζονται ως θύματα ενός κατεστημένου που επιθυμεί να τους κάνει να σωπάσουν. Επιπρόσθετα, η κοινή γνώμη παύει να έχει σημαντική πληροφόρηση για να κατανοήσει μια ενδεχόμενη άνοδο αυτών των κομμάτων.


Να επιτευχθεί μια υπολογισμένη ʺμίμησηʺ του ακροδεξιού λόγου από τα παραδοσιακά κόμματα. Η επιλογή αυτή μπορεί να μειώσει την έλξη προς την ακροδεξιά βραχυπρόθεσμα, αλλά υιοθετώντας την ατζέντα της, η συντηρητική Δεξιά μπορεί να της παράσχει νομιμοποίηση και να συμβάλει στην ʺομαλοποίησήʺ της.


Να ενσωματωθεί η λαϊκίστικη Δεξιά στην κυβέρνηση. Όταν τα λαϊκίστικα κόμματα ενσωματώνονται στην κυβέρνηση χάνουν τον χαρακτήρα διαμαρτυρίας που έχουν και τείνουν να εκδηλώνουν εσωτερικές εντάσεις και αντιφάσεις. Στα παραδείγματα συμπεριλαμβάνονται οι εσωτερικές διαιρέσεις που υπέστη η Λέγκα του Βορρά [LN] το 1994 και το Freiheitliche Partei Osterreichs [FPO] το 2005, που συμμετείχαν στις αντίστοιχες κυβερνήσεις, όπως και η γρήγορη πτώση του Lijst του Pim Fortuyn, μόλις έλαβε μέρος στην ολλανδική κυβέρνηση το 2002.


Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν έχει πάντα αποτέλεσμα, καθώς τα δεξιά λαϊκίστικα κόμματα υιοθετούν διάφορες τακτικές για να προβάλουν ταυτόχρονα μια εικόνα κυρίαρχης και αντιπολιτευτικής δύναμης. Για παράδειγμα, η Λέγκα του Βορρά, στη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Μπερλουσκόνι, λειτούργησε ως κανονικό κόμμα στην κυβέρνηση που υποστήριζε τον Μπερλουσκόνι και παράλληλα ενήργησε ως αντιπολιτευτικό κόμμα που ασκούσε κριτική στα άλλα μέλη του κυβερνητικού συνασπισμού, όπως η Alleanza Nazionale και η Unione dei Democratici Cristiani e di Centri.[6] Παρομοίως, το SVP/UDC στην Ελβετία παίζει το ρόλο του κόμματος διαμαρτυρίας που προωθεί δημοψηφίσματα ενάντια στις πολιτικές της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ενώ αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο κόμμα στην ομοσπονδιακή βουλή και είναι, επομένως, συνυπεύθυνο για τις αποφάσεις της.[7] Με δυο λόγια, τα λαϊκίστικα κόμματα μπορούν να συμμετέχουν στους κυβερνητικούς συνασπισμούς χωρίς να υφίστανται σημαντική υποχώρηση όταν καταφέρνουν να διατηρούν το χαρακτήρα της διαμαρτυρίας. Τελικά, αυτή η στρατηγική έχει ακόμη ένα αποτέλεσμα: η συμμετοχή της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση μετατοπίζει την πολιτική σκηνή προς τα δεξιά, ενώ ταυτόχρονα κάνει πιο δημοφιλή την πολιτική ατζέντα της.[8]


Να εγκαθιδρυθούν “ζώνες προστασίαςʺ ή πολυκομματικές συμμαχίες προκειμένου να αποτραπεί η πρόσβαση αυτών των κομμάτων στη διακυβέρνηση. Οι συμμαχίες αυτές απομονώνουν την ακροδεξιά από τη διακυβέρνηση. Σε αντάλλαγμα, επιτρέπουν στους ηγέτες να υιοθετούν ένα λόγο θυματοποίησης και να καταγγέλουν όλα τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα ως ʺ ίσαʺ. Ακόμη περισσότερο, τα μέτρα αυτά μπορούν να ωθήσουν το θέμα των διαφορών ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά στο υπόβαθρο του πολιτικού συστήματος.


Με δυο λόγια, δεν υπάρχουν περιοριστικές στρατηγικές χωρίς υψηλά κόστη για τους αντιπάλους της λαϊκίστικης Δεξιάς και η τελευταία συνήθως ωφελείται από όλα αυτά, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Σε αυτή την κατάσταση, όπως ο Taguieff σημείωσε ήδη το 1995, πρέπει να επιλέξουμε παρεμβάσεις των δημοσίων δυνάμεων που να αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές αιτίες που ενισχύουν την άνοδο της λαϊκίστικης Δεξιάς (ανεργία, ανασφάλεια για τις θέσεις εργασίας, ανασφάλεια των πολιτών, υποβάθμιση των προαστείων), παρά την τρέχουσα οικονομική κρίση. Και πάνω απ’ όλα πρέπει να επιλέξουμε μια ʺδιανοητική μάχηʺ που θα τονίζει τις αντιφάσεις και τις απάτες του ακροδεξιού λαϊκίστικου λόγου.[9] Η τελευταία επιλογή μπορεί να έχει περιορισμένη επίδραση, ανακτά όμως την παιδαγωγική λειτουργία της πολιτικής, πράγμα ουσιαστικό σε μια εποχή επανεφεύρεσης των δημοκρατικών συστημάτων.


Η λαϊκιστική παλίρροια αυξάνεται


Το 2000, ο Paul Hainsworth εξέδωσε ένα συλλογικό έργο για τη νέα λαϊκίστικη Δεξιά, με τίτλο From the Margins to the Mainstream (Από τα περιθώρια στην ενσωμάτωση).[10] Μια δεκαετία αργότερα, η δήλωση αυτή μοιάζει να είναι πραγματικότητα. Όπως σημειώνει ο Piero Ignazi, η πολιτική μας εποχή ʺχαρακτηρίζεται από την προοδευτική διάδοση της ατζέντας της ακροδεξιάς στον πολιτικό χώροʺ, ιδίως στο εσωτερικό των μετριοπαθών και συντηρητικών κομμάτων. [11]


Στην πραγματικότητα ο λαϊκισμός τείνει να επεκταθεί σε όλο το πολιτικό φάσμα. Με αυτή την έννοια, ακόμη κι αν το κίνημα των ʺαγανακτισμένωνʺ μπορεί να είναι η εμβρυακή μορφή μιας ʺνέας Αριστεράςʺ, είναι επίσης φορέας ενός δημοψηφισματικού και αντι-ελιτίστικου λαϊκισμού. Καθοδηγούμενοι από αυτή την επέκταση του λαϊκισμού, θα έπρεπε ίσως να θεωρήσουμε τη νέα ακροδεξιά ως το αρχικό σύμπτωμα ενός λαϊκίστικου ρεύματος στην ευρωπαϊκή πολιτική της παγκόσμιας εποχής.


Σημειώσεις

[1] P.-A. Taguieff, “Populismes et antipopulismes: le choc des argumentations”, Mots, 55 (Ιούνιος 1998), σσ. 5-6.

[2] Y. Mény, Y. Surel, Par le peuple, pour le peuple. Le populisme et les démocraties (Fayard, La Flèche, 2000), σ. 305.

[3] J. P. Zúquete, “The European extreme-right and Islam: New directions?”, Journal of Political Ideologies (October 2008), 13 (3), 321-3:4.

[4] Ύστερα από εισήγηση του P.-A. Taguieff, ʺ Antilepenisme: les erreurs a ne plus commettreʺ, in D. Martin –Castelarnau (ed), Combattre le Front National, (Editions Vinci, Paris, 1995), σσ. 213-230

[5] L. de Wienter, “The Vlaams Blok: the Electorally best Performing Right-extremist Party in Western Europe”, en X. Casals (ed.), Political survival on the Extreme Right (ICPS, Barcelona, 2005), p. 118.

[6] D. Albertazzi, D. McDonnell, “La botte piena e il militante ubriaco. La Lega Nord al governo”, Trasgressioni, 46 (Ιανουάριος-Απρίλιος 2008), σσ. 25-43.

[7] D. Skenderovic, “Los partidos populistas de extrema derecha en Suiza: de la marginalidad a la corriente principal”, στο M. Á. Simón (επ.), La extrema derecha en Europa desde 1945 hasta nuestros días (Tecnos, Madrid, 2007), σ. 462.

[8] W. T. Bau, Populisme de droite en Europe: Phénomène passager ou transition vers un courant polítique dominant? (Friedrich Ebert Stiftung-Bureau de Paris, abril 2011), σ. 14.

[9] P.-A. Taguieff, “Antilepénisme: les erreurs à ne plus commettre”, οπ.π., σσ. 223-230.

[10] P. Hainsworth (επ.), The politics of the Extreme Right. From the margins to the Mainstream (Pinter, London-New York, 2000).

[11] P. Ignazi, “Les partis d’extrême droite en l’Europe de l’Ouest”, en VV.AA., Les extrêmes droites en Europe: Le retour? Actes du colloque du 5 novembre 2010 (Les Cahiers du CEVIPOF Avril 2011 n° 53), σσ. 59-67.

Ιστοσελίδα / Xavier Casals

Ο Xavier Casals είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Pompeu Fabra (UPF).

Πηγή http://www.re-public.gr/?p=4618#sthash.fOTVG8L1.dpuf

Ο μύθος του ανταγωνισμού


8888

Χαζεύω μια τηλεοπτική, lifestyle εποποιία. Όχι από τις κραχτές, αλλά απ’ αυτές που έχουν λίγο απ’ όλα: ολίγον υγεία, fitness, οικογένεια, κατανάλωση, ψυχαγωγία, ψυχολογία. Δεν έχει αστρολόγο. Την προσοχή μου τραβάει μια παιδοψυχολόγος, που συνιστά να μην πιέζουμε τα παιδιά για τις επιδόσεις τους στο σχολείο. Και, κυρίως, να μην τα χρησιμοποιούμε ως τρόπαια της δικής μας ανταγωνιστικής διάθεσης. Η αποτυχία είναι στο πρόγραμμα, λέει η παιδοψυχολόγος. Και προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονεί το πνεύμα του ανταγωνισμού στην ισορροπία των παιδιών.

 

Κοινότοπα πράγματα, τα λένε οι παιδοψυχολόγοι, τα παραδέχονται και οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί, παρ’ όλο που υπηρετούν ένα καθ’ όλα ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα. Το σχολείο πια δεν είναι μόνο ανομολόγητη προσομοίωση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά διδάσκει τον ανταγωνισμό ως όρο κάθε βήματος προόδου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αλλά και ως όρο επιβίωσής της στο μέλλον. Η ανταγωνιστικότητα είναι ο θεμελιώδης μύθος πάνω στον οποίο πρέπει να ανοικοδομηθεί η Ελλάδα, η «τελευταία σοβιετική δημοκρατία στην Ευρώπη», η ανταγωνιστικότητα είναι ο στόχος όλων των «μεταρρυθμίσεων» και η προϋπόθεση ανάκαμψης της οικονομίας, και είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζει όλη η Ευρώπη αν σκοπεύει να αντέξει στην πολιορκία της από τους αναδυόμενους ανταγωνιστές της.

 

Το ιδεολόγημα του ανταγωνισμού είναι τόσο παλιό όσο και ο φιλελευθερισμός του Άνταμ Σμιθ. Μόνο που ο πατέρας του φιλελευθερισμού είχε κατά νου έναν ανταγωνισμό μεταξύ περίπου ισότιμων παραγωγών που προσέρχονταν σε μια αγορά ελεύθερη από παρεμβάσεις, με μόνο τους όπλο την ποιότητα και την τιμή των αγαθών και υπηρεσιών που πωλούσαν. Αλλά ακόμη και αυτών ο ανταγωνισμός είχε ένα όριο: την προσέγγιση της «φυσικής τιμής» κάθε αγαθού γύρω από την οποία η αγορά έβρισκε ισορροπία. Ο Σμιθ δεν υποψιαζόταν στην εποχή του ότι ο «ενάρετος» ανταγωνισμός του, αργά ή γρήγορα, θα οδηγούσε σ’ αυτό που ήθελε να αποτρέψει: στη συσσώρευση μονοπωλιακής δύναμης από λίγους «ενάρετους ανταγωνιστές». Ο αγαθός ανταγωνισμός του δεν υπήρξε παρά μια σύντομη παρένθεση στους τρεις αιώνες καπιταλισμού.

 

Ο νεοεφιλελευθερισμός προσπάθησε να αναστηλώσει το ιδεολόγημα του ελεύθερου ανταγωνισμού και να το προσαρμόσει στις συνθήκες των πολυεθνικών, των τεράστιων μονοπωλιακών ομίλων και των επενδυτικών κεφαλαίων που δεν παρήγαγαν και δεν πουλούσαν τίποτα, αλλά επένδυαν σε οτιδήποτε αποφέρει κέρδη. Η Θάτσερ έδωσε την αυθεντικότερη εκδοχή του νέου μοντέλου ανταγωνιστικότητας με την ιστορική φράση: «Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνον άτομα, άνδρες, γυναίκες και οι οικογένειές τους». Έκτοτε, περίπου έτσι πορεύεται το οικονομικό μας σύμπαν. Ο καθένας μόνος του και όλοι εναντίον όλων. Δύση εναντίον Ανατολής. Βορράς εναντίον Νότου. Ευρώπη εναντίον ΗΠΑ. Κράτη εναντίον κρατών. Επιχειρήσεις εναντίον επιχειρήσεων. Μισθωτοί εναντίον μισθωτών. Απασχολούμενοι εναντίον ανέργων. Εργαζόμενοι εναντίον συνταξιούχων. Όλη η οικονομική «πρόοδος», η μεγέθυνση, η ανάπτυξη που προέκυψε κατά τον «χρυσό αιώνα» του νεοφιλελευθερισμού υποτίθεται ότι πήγασε από την απελευθερωτική δύναμη του ανταγωνισμού. Ατόμων, ομάδων, κρατών, εθνών, συνασπισμών. Ο μόνος ανταγωνισμός που αποκλείστηκε είναι ο ανταγωνισμός των τάξεων. Απαγορευμένος ή περιορισμένος. Ακόμη και διά νόμου.

 

Αυτό το τελευταίο είναι και το θεμελιώδες «κενό» στο ιδεολόγημα του γενικευμένου ανταγωνισμού, που προσπάθησε να βρει επιστημονικό καταφύγιο στη φύση και στον ανταγωνισμό των ειδών, ερήμην του Δαρβίνου, φυσικά. Για να είναι παραγωγικός ο ανταγωνισμός, πρέπει να αποβάλει το ιστορικά διαρκέστερο στοιχείο του. Τον ανταγωνισμό των τάξεων για την κατανομή του πλούτου και της ισχύος. Αυτό κυρίως υπονοούσε η Θάτσερ λέγοντας ότι «δεν υπάρχει κοινωνία». Ότι δεν υπάρχουν τάξεις. Για την ακρίβεια ότι δεν πρέπει να υπάρχουν τάξεις. Ή, κι αν υπάρχουν, τους απαγορεύεται να συμπεριφέρονται ως τέτοιες. Κι αυτό αφορούσε κυρίως την εργατική τάξη, που, στα πρόσωπα των απεργών ανθρακωρύχων, υπέστη προ τριακονταετίας το πρώτο ισχυρό πλήγμα στη συλλογική της έκφραση, με το ξήλωμα της εργατικής νομοθεσίας στη Βρετανία. Οι μισθωτοί, στο εξής, όφειλαν να ανταγωνίζονται απλώς ο ένας τον άλλο για τη διατήρηση της θέσης εργασίας τους, γεγονός ευεργετικό για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, και ταυτόχρονα να δρουν συλλογικά μόνο στο πλαίσιο της συνεργασίας των «κοινωνικών εταίρων».

 

Ο ηχηρός απόηχος αυτής της κραυγαλέας απόκλισης από το ιδεολόγημα του ανταγωνισμού φτάνει ως τις μέρες μας και ως τα μέρη μας. Η μνημονιακή Ελλάδα αποτελεί κατεξοχήν πεδίο του πιο ακραίου πειράματος της α λα καρτ απελευθέρωσης του ανταγωνισμού. Η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης, που αποτελεί πεμπτουσία του προγράμματος προσαρμογής, δεν είναι παρά η επιβολή ενός ακραίου ανταγωνισμού εντός κάθε υποτελούς τάξης, με κύριο πεδίο τη μισθωτή εργασία, στην οποία ο αρνητικός ανταγωνισμός των μισθών απελευθερώνεται από κάθε κατώτατο όριο. Αυτό είναι το τίμημα της διατήρησης μιας θέσης εργασίας με τη θηριώδη ανεργία 30%, το ίδιο ορίζεται και ως τίμημα για την ανάπτυξη. Αλλά, την ίδια ακριβώς στιγμή, αποκλείεται το δικαίωμα συλλογικού ανταγωνισμού των τάξεων, η συλλογική διαπραγμάτευση για τον μισθό και τους όρους εργασίας, και σ’ αυτό κατατείνει τώρα και η συζήτηση για τη «μεταρρύθμιση» της συνδικαλιστικής νομοθεσίας. Στη θέση του ανταγωνισμού κεφαλαίου και εργασίας που, κουτσά στραβά, επιβίωσε στον 20ό αιώνα αποτελώντας έναν από τους παράγοντες διαμόρφωσης εισοδημάτων και ζήτησης, αναπτύσσεται μια ιδιότυπη, καταναγκαστική «αλληλεγγύη» των τάξεων, στο όνομα της εθνικής ή πανευρωπαϊκής επιβίωσης. Ο ατομικισμός, που αποτελεί ιδεολογικό πυρήνα του φιλελευθερισμού και θεωρείται προωθητικό καύσιμο του πλούτου, όταν μιλούμε για μισθούς και εισοδήματα μεταμορφώνεται σε κάτι δυσοίωνο, αντικοινωνικό και αντιπαραγωγικό, που λειτουργεί εις βάρος των ανέργων, των φτωχότερων, των μελλουσών γενεών. Γι’ αυτό αποκλείεται κατά περίπτωση. Τελικώς, ο ατομικισμός και ο ανταγωνισμός είναι προνόμια των πατρικίων. Για τους πληβείους επιβάλλεται καταναγκαστική «αλληλεγγύη».

 

Κατά κάποιο τρόπο, αυτή είναι και μια χρήσιμη ομολογία. Ακόμη και για τους φανατικά φιλελεύθερους που φιλοτεχνούν τα προγράμματα προσαρμογής, φαίνεται ότι ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός έχουν εξαντλήσει την προωθητική τους δύναμη στη δημιουργία πλούτου και προόδου. Στο ελληνικό μνημονιακό εργαστήριο μπορεί να «απελευθερώνονται» από κάθε φραγμό η επιχειρηματικότητα και οι επενδύσεις, αλλά για να πέσει έστω κι ένα ευρώ επένδυσης θα πρέπει το Μέγαρο Μαξίμου να μετατραπεί σε data room, όπου η κυβέρνηση εκθέτει την πραμάτεια της και προσπαθεί να πείσει τους επενδυτές να ρισκάρουν τα λεφτά τους. Μπορεί τα θεσμικά τείχη που υποτίθεται ότι εμπόδιζαν τις επενδύσεις να κατεδαφίζονται, αλλά οι ξένοι «πολιορκητές» κάθονται απρόθυμοι μπροστά στη θέα των ερειπίων. Μπορεί η τρόικα να έχει επιβάλει ένα ανταγωνιστικό διαγωνιστικό πλαίσιο στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, αλλά χρειάζεται να επιστρατευτούν πρόεδροι και πρωθυπουργοί κρατών, σαν τον Ολάντ και τη Μέρκελ, για να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον των εθνικών τους πρωταθλητών για την ελληνική πραμάτεια. Αυτό δεν μου μοιάζει με ανταγωνισμό, αλλά με εμποροπανήγυρη του 19ου αιώνα.

 

Τα πράγματα για τον ανταγωνισμό γίνονται ακόμη πιο σκούρα σε γεωπολιτική κλίμακα. Ο «πόλεμος όλων εναντίον» όλων στην παγκόσμια οικονομία δεν είναι τόσο πλουτοπαραγωγικός όσο υπόσχονταν οι οραματιστές του. Έπειτα από δεκαετίες διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση κάθε αγοράς, οι G20 τρέμουν στην ιδέα ενός νέου γύρου νομισματικών ή εμπορικών πολέμων και αναζητούν μορφές συλλογικής, «αντι-ανταγωνιστικής» διαχείρισης. ΗΠΑ και Ε.Ε., έπειτα από δεκαετίες δασμολογικών ανταγωνισμών, συζητούν τη δημιουργία ελεύθερης ζώνης συναλλαγών, που πρακτικά δεν είναι άλλο από ένας ευρωατλαντικός προστατευτισμός έναντι των ανταγωνιστών της Ασίας. Και το ίδιο κάνουν οι Λατινοαμερικανοί, οι Ασιάτες, οι BRICS.

 

Η ίδια η Ε.Ε. -και η Ευρωζώνη- ενσωματώνει με ακραίο τρόπο την αντίφαση. Ενώ επαίρεται ότι είναι η πιο ανταγωνιστική αγορά στον κόσμο, με ακραίες ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών της, την ίδια στιγμή εξελίσσεται σε πολιτική, δημοσιονομική και τραπεζική ένωση που αποκλείει ποικίλες μορφές φορολογικού, δασμολογικού, επενδυτικού  ανταγωνισμού. Πού σταματάει ο ανταγωνισμός και πού αρχίζει η αλληλεγγύη των ανταγωνιστών; Το δυσδιάκριτο σύνορο είναι ένα λεπτό σκοινί πάνω στο οποίο ακροβατεί επικίνδυνα η ευρωκρατία. Η Ε.Ε., η ένωση των ανελέητων ανταγωνιστών, ή θα εξελιχθεί σε λεόντειο εταιρεία, μια γερμανική ή το πολύ βορειοευρωπαϊκή αυτοκρατορία, ή απλώς θα διαλυθεί. Η κουλτούρα του ανταγωνισμού χρειάζεται επειγόντως λίθιο…

 

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

 

Η γενναιόδωρη αμοιβή της εργασίας, όπως είναι το αποτέλεσμα της αύξησης του πλούτου, έτσι είναι και η αιτία αύξησης του πληθυσμού. Το να παραπονιέται κανείς γι’ αυτό σημαίνει ότι θρηνεί για το αναγκαίο αποτέλεσμα και την αιτία της μεγαλύτερης δημόσιας ευημερίας.

 

Αξίζει ίσως να αναφερθεί ότι η κατάσταση των εργαζόμενων φτωχών, της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού, φαίνεται να είναι η ευτυχέστερη και η πλέον άνετη κατά τη φάση της μεγέθυνσης, καθώς η κοινωνία προχωρεί προς περαιτέρω κατακτήσεις, κι όχι όταν η κοινωνία έχει κατακτήσει την πλήρη ανάπτυξη του πλούτου της. Η κατάστασή τους είναι σκληρή κατά τη στάσιμη φάση και δυστυχής κατά τη φάση της παρακμής. Η φάση της μεγέθυνσης είναι, στην πραγματικότητα, η φάση της ευθυμίας και της εγκαρδιότητας για όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Η στασιμότητα είναι ανιαρή και η παρακμή μελαγχολική.

 

Άνταμ Σμιθ, «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών»

(Επενδυτής, 23-2-2013)   http://kibi-blog.blogspot.gr/

ΤΙ ΚΑΝΕΙ Η ΠΟΡΝΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ!


ΘΑΝΑΣΗΣ_ΚΑΡΤΕΡΟΣΤου Θ.ΚΑΡΤΕΡΟΥ*

Ποιος να το έλεγε! Ο μέτοικος Παπανδρέου να δίνει διαλέξεις με οδηγίες για την αντιμετώπιση της κρίσης, ο βαρύς Άκης να είναι στον Κορυδαλλό, ο ελαφρός Παπακωνσταντίνου να τρέμει τον Κορυδαλλό, ο πεφωτισμένος Καραμανλής να απολαμβάνει το ημίφως της Ραφήνας, η έγχρωμη Ντόρα να έχει χάσει το χρώμα της μέσα στο γκρίζο της σημερινής ΝΔ, ο εκσυγχρονιστής Σημίτης να αρνείται τη συμμετοχή του στο εκσυγχρονιστικό συνέδριο του ΠΑΣΟΚ –για να μη μιλήσουμε για τα τασάκια στην Ιπποκράτους και τα μαχαίρια στη Συγγρού.

Τόσες και τόσες σταθερές αξίες του πολιτικού συστήματος να έχουν με δυο λόγια καταντήσει κουρελαρία, στόχος για βελάκια, κατάρες και ανέκδοτα. Και ποιος παρακαλώ όχι μόνο να επιβιώνει, αλλά και να ανυμνείται από όλα σχεδόν τα μεγάλα ΜΜΕ ως ηγέτης, συνεπής, σταθερός, αξιόπιστος; Ο Σαμαράς, αν έχετε το Θεό σας. Ο Αντώνης Σαμαράς, αυτοπροσώπως. Παρέα με την κλειστή ομάδα, που βεβαιώνει το ύψος της πολιτικής του ευφυΐας και το βάθος του πολιτικού του ήθους: Τον Κεδίκογλου, τον Φαήλο, τον Λαζαρίδη, τον Μουρούτη, τον Μιχελάκη, την truth team. Και τον Στουρνάρα βεβαίως.

Το γεγονός είναι ασφαλώς μια ευκαιρία για πολιτικές σκέψεις και φιλοσοφικούς διαλογισμούς. Διότι μπορεί να μιλάμε συνεχώς για το ρόλο της προσωπικότητας στη δημιουργία της ιστορίας –και καλά κάνουμε. Αλλά η περίπτωση Σαμαρά μας σπρώχνει να μιλήσουμε για το ρόλο της ιστορίας στη δημιουργία της προσωπικότητας –και στην κατασκευή της θα λέγαμε. Διότι ποιος είναι ο Σαμαράς; Μια μετριότητα, ένας παιδιόθεν γέρος πολιτικός, χωρίς ούτε μια φρέσκια πολιτική σκέψη σε όλη τη διαδρομή του –όποιος βρει μια πρωτότυπη, ή έστω έξυπνη πολιτική σκέψη του όλα αυτά τα χρόνια κερδίζει μια θέση στο βιβλίο Γκίνες. Και χωρίς ίχνος έργου επίσης –εκτός αν του πιστώσουμε ως έργο την ατέλειωτη σειρά από ρουσφέτια, τα κατορθώματα στο υπουργείο εξωτερικών, τη διάσπαση της ΝΔ και την ανατροπή της δεξιάς κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε. Ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε να επιδείξει, έστω και ως στενόμυαλος δεξιός –τίποτε. Εκτός από υπερμεγέθεις και εντελώς ανακόλουθες με τις δυνατότητές του, ορατές διά γυμνού οφθαλμού φιλοδοξίες.

Και όμως αυτός ο συνδυασμός από τίποτε και φιλοδοξίες, που άλλους τους γκρεμίζει στα τάρταρα, τον Σαμαρά τον ανέβασε στο Έβερεστ της εξουσίας, της εκτίμησης των δανειστών και της αγάπης των νοικοκυραίων –των πολύ νοικοκυραίων όμως. Η πόρνη η ιστορία, που λέγαμε. Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη εποχή για το κατάλληλο σύστημα εξουσίας. Τώρα δεν τους χρειάζεται ούτε το πολιτικό μυαλό, ούτε οι ευρύτητες για την κεντροδεξιά και το μεσαίο χώρο –τους χρειάζεται η πειθαρχία των μνημονίων. Δεν τους χρειάζεται η φιλολογία της δημοκρατίας –τους χρειάζεται η μηδενική ανοχή. Δεν τους χρειάζονται οι συνδικαλιστές της ΔΑΚΕ –τους χρειάζονται τα ΜΑΤ. Δεν τους χρειάζεται η λατρεία της πατρίδας –τους χρειάζεται η εκποίησή της. Συμπέρασμα: Τώρα τους χρειάζεται ο Σαμαράς. Με μηδενικές δυνατότητες, αλλά με μεγάλες φιλοδοξίες, μεγαλύτερη προθυμία και μεγίστη ετοιμότητα για στροφές.

Του λείπουν βέβαια μερικά πράγματα, αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Η κατασκευή του ηγέτη, του ικανού, του εργατικού, του συνεπούς συντελείται συστηματικά και σχεδόν προκλητικά μπροστά στα μάτια μας. Οι δυο χλωμοί κομπάρσοι –Κουβέλης και Βενιζέλος– και ο λαμπρός ένοικος του Μαξίμου. Ο Σαμαράς κατανοεί τα προβλήματα. Ο Σαμαράς ξέρει πού μας πάει. Ο Σαμαράς ελέγχει με σιδερένιο χέρι τους υπουργούς. Ο Σαμαράς αποκαθιστά την αξιοπιστία της χώρας. Ο Σαμαράς εγγυάται τις επενδύσεις, την απαρέγκλιτη εφαρμογή των μνημονίων, τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη, τον κατώτατο μισθό, το μέλλον μας. Ο Σαμαράς, ο Σαμαράς, ο Σαμαράς… Το γεγονός ότι ο Σαμαράς έχει αλλάξει τόσες φορές θέσεις, πολιτικές, κόμματα , απόψεις, αποσιωπάται, θάβεται επιμελώς, εξαφανίζεται. Μαζί με την πολιτική του φτώχεια, την συντηρητική του αγκύλωση, το μηδέν του έργου του. Με αποτέλεσμα όλη αυτή η θηριώδης προσπάθεια κατασκευής ενός απόλυτου ψεύδους από το απόλυτο τίποτε να αποκτά κάπως εφιαλτικά χαρακτηριστικά.

Ο Σαμαράς είναι συνεπώς σίγουρα ο ηγέτης που τους βολεύει. Περιμένει απάντηση το ερώτημα αν είναι ο ηγέτης που μας αξίζει

Δημοσιεύθηκε στην «Αυγή» την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Πηγή. http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=11108:karteros-samaras-voliki-igesia&catid=71:dr-kinitopoiisis&Itemid=278

Δαβίδ εναντίον Γολιάθ


1Του Μπάμπη Μιχάλη

Τον δικό του πόλεμο εναντίον του κολοσσού αγροχημικών προϊόντων Monsato ξεκίνησε ένας 75χρονος αγρότης από την Ιντιάνα αναζητώντας δικαίωση και μαζί απάντηση σε μερικά από τα πιο καυτά ερωτήματα της σύγχρονης γεωργίας: Εχει το δικαίωμα μια εταιρεία να «πατεντάρει» τη φύση; Ποιος ελέγχει τα δικαιώματα των σπόρων; Είναι η σύγχρονη γεωργία όμηρος μιας χούφτας επιχειρήσεων;

Ο λόγος για τον καλλιεργητή σόγιας Βέρνον Χιου Μπόουμαν, που είδε την υπόθεσή του εναντίον του υπεραιωνόβιου επιχειρηματικού κολοσσού να εκδικάζεται την περασμένη Τρίτη από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.

Αιτία της δικαστικής διαμάχης είναι η παραβίαση των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας με τα οποία η Monsato προστατεύει τους ανθεκτικούς στα ζιζανιοκτόνα γενετικά τροποποιημένους σπόρους σόγιας Roundup Ready που παράγει. Βάσει αυτής της πατέντας, η Monsato επιβάλλει στους αγρότες να χρησιμοποιούν τους μεταλλαγμένους σπόρους της μόνο για μια καλλιέργεια. Οι αγρότες δεν μπορούν να αποθηκεύσουν μέρος της παραγωγής τους και να το χρησιμοποιήσουν σε μιαν άλλη μεταγενέστερη σπορά, όπως έκαναν επί χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί τους. Οφείλουν να προβαίνουν σε νέα δαπάνη κάθε άνοιξη προκειμένου να προμηθευτούν τους καινούργιους και πανάκριβους σπόρους της Μonsato. Οι σπόροι αυτοί χρησιμοποιούνται σήμερα στο 90% των καλλιεργούμενων εκτάσεων σόγιας στις ΗΠΑ.

Ο Μπόουμαν δεν παραβίασε άμεσα την πατέντα της Μonsato, αφού δεν χρησιμοποίησε ξανά κάποιους από τους σπόρους που είχε αγοράσει από αυτήν. Θέλοντας όμως να έχει μια δεύτερη -και υψηλότερου ρίσκου- σοδειά στην ίδια χρονιά αποφάσισε να αγοράσει το 2007 πιο φτηνούς σπόρους από μια σιταποθήκη. Μεταξύ αυτών των σπόρων υπήρχε και μεγάλη ποσότητα σπόρων δεύτερης γενιάς της Monsato.

Oταν η Monsato πληροφορήθηκε το γεγονός, προχώρησε αμέσως σε αγωγή κατά του Μπόουμαν. Ισχυρίστηκε ότι ο καλλιεργητής σόγιας χρησιμοποίησε σπόρο δεύτερης γενιάς παραβιάζοντας την πατέντα, παραμερίζοντας βέβαια το γεγονός ότι αυτός είχε πωληθεί από τρίτο μέρος και ότι δεν ήταν ο αυθεντικός. Κέρδισε πρωτόδικα την υπόθεση και στον Μπόουμαν επιδικάστηκε πρόστιμο 84.500 δολαρίων.

Από το 2010 η Monsato έχει καταθέσει 136 ανάλογες αγωγές εναντίον 400 αγροτών και 53 μικρών επιχειρήσεων. Κέρδισε και τις 11 που εκδικάστηκαν. Τα συνολικά της κέρδη από τους μικρούς καλλιεργητές τα τελευταία χρόνια ανέρχονται στα 23 εκατ. δολάρια.

Παρ’ όλα αυτά, ο 76χρονος καλλιεργητής σόγιας δεν απελπίστηκε και έφτασε ώς το Ανώτατο Δικαστήριο. Απ’ ό,τι φάνηκε όμως την περασμένη Τρίτη δύσκολα θα κερδίσει την υπόθεση.

Και πώς να την κερδίσει άλλωστε όταν ένας εκ των δικαστών, ο Κλάρενς Τόμας, ήταν δικηγόρος της Monsato στη δεκαετία του ’70; Πώς να την κερδίσει όταν η κυβέρνηση Ομπάμα τάχθηκε μέσω του υπουργείου Δικαιοσύνης αμέσως υπέρ του κολοσσού; Οταν οκτώ μέλη του αμερικανικού Κοινοβουλίου –και από τα δύο κόμματα- έχουν μετοχές της.

Η Μonsato συνεισέφερε περισσότερα από 500.000 δολάρια στους υποψηφίους των τελευταίων εκλογών, κυρίως σε Ρεπουμπλικάνους, ενώ συνολικά πέρυσι ξόδεψε για λόμπι περί τα 6 εκατ. δολάρια. Ανθρωποί της εδώ και χρόνια εναλλάσσονται σε καίριες κυβερνητικές θέσεις προωθώντας τα συμφέροντά της.

Μαζί της την περασμένη Τρίτη είχε εκτός απ’ όλους τους παραπάνω και κολοσσούς του software, όπως η Microsoft και η Apple, κορυφαίες εταιρείες βιοτεχνολογίας και νανοτεχνολογίας, εταιρείες ερευνών και πλειάδα επιχειρηματικών συνδέσμων, που γνωρίζουν ότι αν κάτι πάει στραβά σε αυτή τη δίκη τα κέρδη που διασφαλίζουν με τις αμφιλεγόμενες πατέντες τους θα κινδυνεύσουν. Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται τον Ιούνιο.

24/02/2013

Πηγή. http://www.efsyn.gr/?p=25991

Σ.απ.γαλ. προφανώς δεν είναι Monsato αλλά Μonsanto…