Gig economy …


Αποτέλεσμα εικόνας για uber

Έχει υμνηθεί – σε βαθμό οργανωμένης προπαγανδιστικής εκστρατείας. Η «οικονομία της πρόσβασης» έχει ήδη διαμάντια στο στέμμα της, σύμφωνα τουλάχιστον με τους υποστηρικτές τους. Αλλά όπως έχει ξαναγίνει στο παρελθόν (και θα ξαναγίνει στο μέλλον) οι υπερβολικοί έπαινοι στους πρωτοπόρους κρύβουν τα προβλήματά τους, δημιουργώντας μια ψεύτικη πραγματικότητα (καθόλου αταίριαστο με τους καιρούς).

Η uber έχει γίνει θρυλική: σχεδόν το «μοντέλο». Είναι πράγματι πρωτοπόρα, αλλά ακριβώς γι’ αυτό όχι χωρίς σοβαρά προβλήματα. Που απειλούν να την γονατίσουν.

Ποιο είναι το σοβαρότερο πρόβλημα της uber; Όχι οι παραδοσιακοί επιχειρηματίες (εταιρείες ή «μικροϊδιοκτήτες» α λα ελληνικά) των urban μεταφορών… όχι. Το πρόβλημα βρίσκεται στην καρδιά του project: οι γιωταχήδες που «προσφέρονται» σαν υπεργολάβοι της πλατφόρμας, πρόθυμοι να παράσχουν μεταφορικό έργο (ανθρώπων ή/και πραγμάτων) πληρωνόμενοι «με το κομμάτι», είναι de facto ένα ασταθές εργολαβικό / εργασιακό υποκείμενο. Το οποίο η επιθετική στάση της uber έκανε ακόμα πιο ασταθές: χιλιάδες εμφανίζονται διατεθειμένοι να μπλέξουν σε κάτι που γενικά αγνοούν, αλλά χιλιάδες επίσης αποχωρούν απ’ τις λίστες της uber, θυμωμένοι για τις τακτικές (και την εντατικοποίηση). Στην πραγματικότητα θα μπορούσαν όμορφα κι ωραία να είναι «ευκαιριακοί» – δεν απαιτήθηκε ποτέ κάτι άλλο… Όταν, όμως, το φάσμα των κατηγόρων της uber εμπλουτίζεται από πρώην «συνεργάτες» της, δημιουργείται θέμα.

Το οποίο παίρνει την μορφή … κατρακύλας της μετοχής της. Όπως έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με την “dot.com economy” έτσι και με την “gig economy” οι θερμές συνηγορίες συνέκλιναν σε κερδοφορίες που εν μέρει μόνο (ή και καθόλου) οφείλονταν στην «πραγματική οικονομία». Κυρίως έβγαιναν απ’ την δημοσιογραφική και χρηματιστηριακή σπέκουλα.

Αρκούν όμως λίγα περιστατικά (του είδους σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος πελάτη από οδηγό / εργολάβο της εταιρείας, ή καταγγελίες για εργασιακή εκμετάλλευση από άλλους) για να πάρει η σπέκουλα την αντίθετη φορά. Στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς είναι το λογικό να συμβαίνει όταν αγοράζεται και πουλιέται «αέρας». Κι αν η εταιρεία (όπως έγινε…) προσέφερε στους πιο «πιστούς συνεργάτες» τους την δυνατότητα να γίνουν μικρομέτοχοι, η απειλή της «εξαέρωσης» μπορεί να γίνει θαυμάσια μια αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία.

Η gig economy βρίσκεται μπροστά στις «παιδικές αρρώστιες» της: τα μαγαζιά της πρέπει να αποδείξουν ότι είναι κάτι περισσότερο από τζογαδόρικες «καλές ιδέες». Αυτό συνεπάγεται ένα είδος «προσγείωσης» στις ταλαντώσεις της (εν τέλει) εργασιακής πραγματικότητας με την οποία τα gig αφεντικά νόμιζαν ότι έχουν ξεμπερδέψει.

Θα χαρούμε ιδιαίτερα όταν η σύγχρονη εργατική τάξη αρχίσει να εννοεί αυτά τα ζητήματα όχι σαν «κλαδικα ζόρια» αλλά σαν την καπιταλιστικη Αλλαγή Παραδείγματος μέσα στην οποία πρέπει, με ποινή εξαθλίωσης όσο καθυστερεί, να σηκώσει γρήγορα το μπόι της.

Γενικά, συνολικά – και αδιαπραγμάτευτα.

__________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/gig-economy/

America First …


κείμενο: Jo Morales | εικόνες: φø | μετάφραση: το βυτίο

 

[ με αφορμή μεταξύ άλλων μια ομιλία του George Caffentzis στη Νομική, η ερώτηση στη Jo είχε να κάνει με την αίσθηση που έχει, επιστρέφοντας σε μία Αμερική στην οποία πλέον πρόεδρος είναι ο Τραμπ. Αν υπάρχει κάποια εμφανής αλλαγή στην ατμόσφαιρα ή αν τα πράγματα συνεχίζουν ως είχαν. Ακολουθεί η απάντηση. ]

Χμ.

Είναι λίγο δύσκολο να το εξηγήσω. Η Αμερική είναι μια πολύ περίεργη χώρα. Πρώτα απ’ όλα, είναι πάρα πολύ απλωμένη και όλοι είναι καρφωμένοι στα αυτοκίνητά τους. Δεν τα αποχωρίζονται ούτε για να πάρουν καφέ πια. Γι’ αυτό υπάρχουν τα drive-thru. Μπορώ να μπω στο αμάξι μου, να πάρω ένα venti caramel latte στα Starbucks, να πάρω κάτι να φάω από το El Pollo Loco ή το Arby’s, να πάρω τα φάρμακα για τη χοληστερίνη και το διαβήτη στο Walgreen’s και όλα αυτά χωρίς να χρειαστεί να παρκάρω ή να πατήσω το πόδι μου έξω απ’ το αυτοκίνητο.

Αυτήν την περίοδο έχω έρθει σε μια φίλη, στα βόρεια του Λος Άντζελες (μόνο και μόνο για να ξεφύγω λίγο απ’ την οικογένειά μου) και τις προάλλες περπάτησα μία ώρα για να βρω ένα χυμό πορτοκάλι και τοCheesecake Factory. Πραγματικά πιστεύω ότι αυτή η απομόνωση είναι ένας βασικός λόγος που οι Αμερικανοί δεν οργανώνονται, όπως σε άλλες χώρες και άλλες κουλτούρες. Κατά κάποιο τρόπο, όλα είναι φτιαγμένα για να ανταποκρίνονται στο μέγεθος του αυτοκινήτου και όχι στο ανθρώπινο μέτρο. Υπάρχουν πολύ λίγα μέρη στις ΗΠΑ, που μπορείς να περπατήσεις. Ένα απ’ αυτά τα μέρη είναι η Νέα Υόρκη, όπου αυτή την εποχή μπορείς να νοικιάσεις ένα δωμάτιο για 1000$.

Σχετικά με τον Caffentzis* και τους παραλληλισμούς μεταξύ Ομπάμα και Τραμπ,  αλλά και τις συνέχειες στις πολιτικές τους, μπορώ να πω ότι είναι ταυτόχρονα αλήθεια και όχι και τόσο αλήθεια. Στην πραγματικότητα είναι μια διαλεκτική. Ο Ομπάμα, οι Κλίντον, η μαλακισμένη Μαντλίν Ολμπράιτ που είχε μάλιστα το θράσος να γράψει ένα post (που έγινε viral) ενάντια στο Muslim Βan του Τραμπ, οι Μπους, όλοι έβαλαν το χεράκι τους ώστε να φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση. Ο Ομπάμα απέλασε περισσότερους ανθρώπους από τις τρεις (ή τέσσερις, δεν είμαι σίγουρη) τελευταίες κυβερνήσεις μαζί. (Οι υποστηρικτές του θα σου πουν «μα ήταν βίαιοι εγκληματίες», αλλά αυτό είναι απλά προπαγάνδα και υπάρχουν τα αντίστοιχα στοιχεία αν κανείς ενδιαφέρεται. Για παράδειγμα, ένα απ’ αυτά τα εγκλήματα που επικαλούνται  είναι η παράνομη είσοδος στη χώρα ή η παραμονή στη χώρα μετά τη λήξη της βίζα.)

Οι Αμερικανοί σε γενικές γραμμές δεν ξέρουν τίποτα για τον πόλεμο στην Υεμένη, τον οποίο οι ΗΠΑ ουσιαστικά έχουν στηρίξει, και σίγουρα ξέρουν από λίγα έως τίποτα για τις κρίσεις στον υπόλοιπο κόσμο. Υπάρχει ένα μιντιακό μπλακάουτ σε πολλά απ’ αυτά τα ζητήματα, ειδικά αν καταναλώνεις μόνο MSNBC ή παρακολουθείς μόνο τα notifications στο iphone σου, και γι’ αυτό πιστεύω ότι οι λίγοι προοδευτικοί άνθρωποι στις ΗΠΑ δεν είναι τόσο αριστεροί ή αντι – αυταρχικοί ή σοσιαλιστές, όσο κυρίως αντι – Αμερικανοί και οπαδοί θεωριών συνωμοσίας. Απ’ την άλλη μεριά, η μικρή «αριστερά» στις ΗΠΑ καταναλώνει μια σταθερή δίαιτα από Τσόμσκι και RT και ίσως Democracy Now (το οποίο παρεμπιπτόντως μ’ αρέσει) και δεν εμπιστεύεται τα mainstream media, την αμερικανική κυβέρνηση ή τις τυπικές αφηγήσεις, που σε κάνουν να είσαι ανοιχτός στις υπεραπλουστεύσεις. Πολλοί απ’ αυτούς έχουν λίγο χρόνο να παρακολουθήσουν τα γεγονότα, έτσι κι αλλιώς, αφού είμαστε εξουθενωμένοι απ’ την εντατικοποιημένη εργασία. Επιπλέον, δεν υπάρχει καθόλου ταξική ανάλυση στις ΗΠΑ. Θα παρατηρήσεις ότι ακόμη και ο Bernie Sanders, που αυτοαποκαλείται σοσιαλιστής, δεν χρησιμοποίησε στην καμπάνια του τον όρο «εργατική τάξη», αλλά κυρίως μιλούσε για «μεσαία τάξη» ή «οικογένειες». (Ακόμη και η υποψήφια του Πράσινου Κόμματος Jill Stein αναφέρεται σε «εργαζόμενες οικογένειες»). Αυτό συμβαίνει, γιατί όλοι στην Αμερική θεωρούν τους εαυτούς τους μεσαία τάξη. Είσαι ή πλούσιος ή άστεγος ή μεσαία τάξη. Αυτές είναι οι τρεις κατηγορίες στις οποίες μπορείς να ανήκεις.

Συνέχεια

Simplicité …


Αυτοί οι δύο γκανέζοι ράπερ, ο M3nsa και ο Wanlov the Kubolor, μαζί με τον κιθαρίστα Alex Hunter, μπορεί να μην είναι κάτι σπουδαίο. Απ’ την άλλη μεριά δείχνουν (λέμε) κάτι σημαντικό και παλιό:την φωνή (την ανθρώπινη φωνή) στην εκφραστικότητά της· έτσι ώστε με ελάχιστα επιπλέον όργανα να στήνει την μουσική στα πόδια της. Μακριά από υψηλές τεχνολογικές απαιτήσεις και τα παρόμοια.

“Anaa” λοιπόν. Σε μια περφόμανς που θα στεκόταν σε οποιαδήποτε κορυφογραμμή ή πλατεία του κόσμου.

Καθώς θα ζείτε τον 21ο αιώνα θυμηθείτε: η ανθρώπινη φωνή…

 

Κι αν χρειάζεται κι άλλη υπενθύμιση, να μία: ο Roger Ridley, στο πεζοδρόμιο, στο μπλουζ Tears on my pillow, κάπου στην California, κάποτε…

(Special αφιερωμένο σ’ όλα τα αλάνια, όλων των δρόμων, παντού και οποτεδήποτε…)

 

_________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/simplicite/

Ντροπή στον εργάτη, στον σκλάβο ντροπή στο αίμα αν δεν πνίξει μια τέτοια ζωή …


Το τελευταίο διάστημα φαίνεται πως μια εταιρεία παραγωγής γάλακτος έχει προβλήματα με μμε σε τοπικό επίπεδο. Είναι το γνωστό μοτίβο μεταξύ αφεντικών και δημοσιογράφων (και άλλων μηχανισμών στην κυριαρχία κράτους και κεφαλαίου) που τα χαλάνε και τα βρίσκουν ανά περίσταση όποτε η σύγκρουση ή η συμφωνία συμφερόντων τους ορίζει. Κάτι που σίγουρα δεν απασχολεί καμιά άνεργη και κανένα ανασφάλιστο. Μας απασχολεί να ζήσουμε τις ζωές μας με αξιοπρέπεια και όχι οι κόντρες των αφεντικών.

Δουλεύοντας σε part time, είτε δίσκο, είτε voucher, είτε φυλλάδια, είτε delivery, είτε σε οποιαδήποτε “δουλειά του ποδαριού” που λένε, τα εργασιακά βιώματα μεταξύ των καταπιεσμένων επικοινωνούνται. Οι μαύρες σερβιτόρες και οι ντελιβεράδες, τα παιδιά που ψήνονται ή παγώνουν με τα φυλλάδια στο χέρι, οι voucherαδες, που ξέρουν ασχέτως πολιτικοποίησης πως δεν υπάρχουν πολλές προοπτικές διαφυγής τους από τις δεδομένες εργασιακές συνθήκες, όταν αντιληφθούν πως δίπλα τους στέκεται κάποιο άτομο που βιώνει ακριβώς τα ίδια και δεν είναι ο ρουφιάνος του αφεντικού, τότε μιλάνε. Ή αλλιώς γνωρίζουμε πως ζούμε ως σκλάβοι των αφεντικών, του φόβου της ανεργίας, της ανασφάλειας, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως λείπει από μέσα μας το ταξικό μίσος για τις πολλαπλές και καθημερινές καταπιέσεις που κυκλώνουν την επιβίωσή μας.

Η συγκεκριμένη εταιρεία γάλακτος – όπως πολλές άλλες – έχει ένα αριθμό μόνιμου προσωπικού ενώ παράλληλα κάθε χρόνο σε συνεννόηση με κάθε φορέα υλοποίησης προγραμμάτων “επαγγελματικής κατάρτισης” τύπου voucher, φροντίζει να παίρνει αρκετό αριθμό voucherάδων. Εργαζομένων δηλαδή που δεν κοστίζουν τίποτα στην εταιρεία σε μισθό και ασφάλεια. Τζάμπα δούλους με άλλα λόγια. Τυχαίνει λοιπόν να έχουν περάσει πολλά άτομα από την συγκεκριμένη εταιρεία και τυχαίνει να έχουν όλα την ίδια αφήγηση σε σχέση με τις εργασιακές συνθήκες που επικρατούν πίσω από τα μπουκάλια γάλα και το τυρί φέτα.

Οι μόνιμοι φροντίζουν να “τρέχουν” τους voucherάδες με αγγαρείες και καψόνια, όπως οι καραβανάδες τους φαντάρους. Οι “βρώμικες” ή οι “βαριές” δουλειές περιμένουν voucherαδες για να ολοκληρωθούν. Μέσα σε ένα 8ωρο κάθε voucherας και voucherού στύβονται κυριολεκτικά στην δουλειά υπό την επίβλεψη των μόνιμων.

Εκεί το εργατικό ατύχημα δεν περνάει, ένσημα δεν υπάρχουν, μόνο μπορείς να περιμένεις να τελειώσει το πρόγραμμα κι ύστερα για μήνες να ελπίζεις πως κάποια στιγμή θα πληρωθείς. Στο μεταξύ δουλεύεις σαν δούλος σε ένα εργασιακό κάτεργο. Κανείς και καμιά δεν μπορεί να ελπίζει στην πιθανότητα σύμβασης με την εταιρεία μετά το πέρας του προγράμματος, όπως συνηθίζουν οι εκπαιδευτές των voucher να αφήνουν να αιωρείται ως πιθανό σενάριο. Γιατί ακριβώς προϋπόθεση σε κάτι τέτοιο είναι να μείνει ικανοποιημένη η εταιρεία μαζί σου. Δηλαδή να αντέχεις τόσο κι άλλο τόσο την εξάντληση χωρίς να μειώνεται η παραγωγικότητά σου, να είσαι ο ρουφιάνος του προϊστάμενου, να υπομένεις με σκυφτό κεφάλι τις προσβολές και τα πάντα. Αν είσαι γυναίκα φρόντισε να πηγαίνεις σα λέτσο για δουλειά, διαφορετικά “προκαλείς” και θα έχεις να αντιμετωπίσεις την ματσίλα τόσο συναδέλφων όσο και προϊστάμενων και διευθυντών, κι αν αντιδράσεις στο πέσιμο; Τότε δεν εκτιμάς την ευκαιρεία που σου δίνεται να εργαστείς μέσα σε μια ζοφερή κατάσταση που “βλέπεις τι γίνεται γύρω. Μην μιλάς και δούλευε, αλλιώς ξέρεις που είναι η πόρτα”…

Οι μόνιμοι λοιπόν της εταιρείας αυτής αποφάσισαν να πάρουν θέση για την “στοχοποίηση” του αφεντικού τους από τις “κακές γλώσσες” με την εξής ανακοίνωση σε τοπικά μμε: “Εργαζόμενοι ΕΑΣ Βόλου: Ανεγκέφαλοι και μακρυχέρηδες οι ελάχιστοι που επιδίδονται σε ψευδείς καταγγελίες: Θέλουμε να τους γνωρίσουμε ότι για μας τους εργαζόμενους η ΕΒΟΛ είναι το σπίτι μας. Είναι η συνεταιριστική οργάνωση που δίνει ψωμί σε (130) οικογένειες εργαζομένων, που εξασφαλίζει τις καλλίτερες τιμές στα προϊόντα χιλιάδων παραγωγών, γεωργών και κτηνοτρόφων και που με τη μεγάλη της κοινωνική ευθύνη στηρίζει και υπηρετεί την κοινωνία του Βόλου και της περιοχής του. Στηρίζουμε τον Πρόεδρο και το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης και τιμούμε την σκληρή προσπάθεια που κάνουν να αναδείξουν την ΕΒΟΛ ως την καλλίτερη Συνεταιριστική Οργάνωση της Ελλάδας. Τους προειδοποιούμε: «κάτω τα χέρια από την ΕΒΟΛ». Ακολουθούν 110 υπογραφές εργαζομένων της ΕΑΣ ΒΟΛΟΥ-ΕΒΟΛ.

Ο Βόλος παλεύει να πρωτοστατεί στον τοπικισμό με κάθε τρόπο. Ναι η Εβόλ είναι παλιά εταιρεία και ναι πολλές άλλες επιχειρήσεις προτιμούν τα γάλατά της, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως είναι ακόμη ένα κάτεργο που περιμένει να στύψει άνεργα άτομα που μόνη τους διέξοδος πια είναι η συμμετοχή σε voucher.  Αν μιλούσαν άραγε όσες και όσοι έχουν περάσει με προγράμματα από την ΕΒΟΛ στη θέση των ανταγωνιστών της, τι θα λέγανε οι προλετάριοι που σπίτι τους είναι η ΕΒΟΛ;

Είναι ντροπή εργαζόμενοι να αναλαμβάνουν την υπεράσπιση των αφεντικών. Είναι ντροπή και ταυτόχρονα η επιβεβαίωση πως το προλεταριάτο που αγιοποιήθηκε ρομαντικά και φλογερά δεν είναι τίποτε το ενιαίο και τίποτε το αδιαίρετο. Και αν σε αυτό το σημείο η απάντηση είναι πως ο καπιταλισμός διαιρεί το προλεταριάτο, τότε μάλλον θεωρούμε τους προλετάριους άβουλα όντα που στερούνται αντίληψης και νοημοσύνης ώστε να γνωρίζουν τι κάνουν και που χρειάζονται μια φωτεινή καθοδήγηση, ένα πάτρονα που θα τους εξηγήσει τι πρέπει να κάνουν.  Και όμως οι συγκεκριμένοι για παράδειγμα γνωρίζουν πολύ καλά και έχουν επιλέξει το στρατόπεδο των αφεντικών. Γιατί η ταξική τους συνείδηση δεν υπάρχει, γιατί επιθυμούν να γίνουν αφεντικά οι ίδιοι κάποτε και να εξουσιάζουν ίδια και χειρότερα. Το δίλημμα πως θα χάσουν την δουλειά τους αν δεν υπερασπιστούν τα αφεντικά είναι επίπλαστο εξ αρχής και σκοπό μόνο έχει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Τα αφεντικά προσλαμβάνουν και απολύουν ανάλογα τα συμφέροντα της τσέπης τους και ναι αν είσαι προδότης τη τάξης σου, ρουφιάνος δηλαδή, ίσως επιμηκύνεις την παραμονή σου στην μισθωτή σκλαβιά. Είναι ντροπή να προσκυνά κανείς τα δεσμά του.

Και είναι εξοργιστικό για όλες και όλους εμάς που κάθε μέρα μας πατάει το σβέρκο μας η ανεργία, η επισφάλεια, η απλήρωτη εργασία. Που τζογάρουμε κάθε φορά δουλεύοντας χωρίς να ξέρουμε αν θα πληρωθούμε και πότε. Που ακόμη αφήνουμε κάρτες για ιδιαίτερα μπας και αποφύγουμε ακόμη ένα voucher, που τα σερβιτοριλίκια τα πληρώνουμε με τσακισμένη μέση, χέρια και πόδια, που τα φυλλάδια μας κοστίζουν άγχος από το ρουφιάνο που παρακολουθεί πόσο “παράγουμε’ εργασία στον ήλιο και στο κρύο και τον καύσωνα, που οι σεζόν για μας σημαίνουν μήνες ατελείωτης κούρασης για να τη βγάλουμε οριακά το χειμώνα. Που μπαίνουμε στην μηχανή του κιμά μπας και την βγάλουμε…

Ντροπή στον εργάτη, στον σκλάβο ντροπή στο αίμα αν δεν πνίξει μια τέτοια ζωή.

Στον κόσμο των αφεντικών είμαστε όλοι ξένοι.

Vectrum

AirBnb: ο διαμοιρασμός και η διάβρωση…


«Πολλοί από τους φίλους μου νοικιάζουν το σπίτι τους μέσω AirBnb για ένα μήνα και το μήνα εκείνο φιλοξενούνται σε φίλους ή συγγενείς τους. Είναι ένας τρόπος για ένα επιπλέον εισόδημα». Αυτό μου έλεγε φίλη από το Παρίσι περιγράφοντας ένα νέο χαρακτηριστικό μιας αιώνιας πόλης. Προφανώς η ενοικίαση μέσω AirBnb δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που αφορά αποκλειστικά το Παρίσι, αλλά ουσιαστικά κάθε δυτική πόλη (ή τόπο διακοπών). Πολλοί από μας είδαν αυτές τις ενοικιάσεις ως έναν νέο εύκολο τρόπο, ώστε να αποφύγεις τις υπέρογκες τιμές των ξενοδοχείων, να βιώσεις μια πόλη με τρόπο πιο αληθινό, μακριά από την αποστείρωση της ρεσεψιόν ή το άβολο των Hostels. Κάποιοι άλλοι ως τρόπο για κάποια έξτρα χρήματα, σε μια περίοδο που δεν αφήνει διεξόδους. Και όπως κάθε καινοτομία, υποδεχτήκαμε την AirBnb σαν ένα νέο μαγικό εργαλείο που μας απελευθερώνει από δυσκολίες, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την τεχνική μας εξοικείωση με τον υπέροχο νέο κόσμο. Και μέσα στη βιασύνη και τον ενθουσιασμό ξεχάσαμε να σκεφτούμε πως κάθε τι έρχεται συνήθως και με τις αρνητικές του επιπτώσεις.

H AirBnb (Airbedandbreakfast) είναι ιστοσελίδα καταχώρησης, εύρεσης και ενοικίασης καταλυμάτων. Η πλατφόρμα φέρνει σε επικοινωνία τον οικοδεσπότη με τον πελάτη, ενώ είναι ταυτόχρονα υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας της κράτησης. Ο καθένας είναι ελεύθερος να νοικιάσει το σπίτι του για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παρουσιάζοντάς το σε ένα κοινό εκατομμυρίων χρηστών.
Η AirBnb εντάσσεται στην καινοτομία της οικονομίας του διαμοιρασμού. Μέσω του διαδικτύου και αποφεύγοντας τη γραφειοκρατία, τους φόρους κτλ κάποιος μπορεί νοικιάσει παροχές, υπηρεσίες και αντικείμενα σε προσιτές τιμές κάτω από συγκεκριμένους όρους. Καταλύματα στην AirBnb, ερασιτέχνες ταξιτζήδες στην Uber, ποδήλατα στη Liquid, φαγητό από ερασιτέχνες μάγειρες στη Cookisto και πάει λέγοντας. Η οικονομία του διαμοιρασμού είναι ένας νέος κόσμος ορισμένος με βάση τις ανάγκες και τις δεξιότητες μιας νέας εποχής. Οι δυνατότητες της νέας τάσης μοιάζουν να μην εξαντλούνται και τα οφέλη είναι άλλωστε πολλά. Κοινωνικά, οικονομικά ακόμη και οικολογικά. Όπως όμως είπαμε κάθε τι έχει και τις επιπτώσεις του.

«Η Λισαβόνα ήταν το κοινό μυστικό της Ευρώπης. Μια πανέμορφη πόλη που μπορεί να μην ήταν τουριστικός προορισμός, όπως η Βαρκελώνη ή το Βερολίνο, αλλά μια πόλη που ήξερε να μαγεύει με τους όρους που η ίδια έθετε. Με τις γειτονιές, τους δρόμους και τα σπίτια της. Σήμερα η Λισαβόνα μοιάζει με διάδρομο χρηστών AirBnb. Πριν μερικούς μήνες παραπάνω από τα μισά διαμερίσματα της πολυκατοικίας στην οποία μένω, ενοικιάστηκαν. Για ένα μήνα δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε από τα καθημερινά πάρτι. Είναι μέρες που η πόλη μοιάζει ξένη. Πρώτη φορά σκέφτομαι να μετακομίσω στην επαρχία». Αυτό μου έλεγε ένας πορτογάλος φίλος πριν μερικούς μήνες και το πρώτο που σκέφτηκα είναι πως υπερβάλει. Τι έκταση, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει το φαινόμενο;
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, μόνο στο κέντρο της Αθήνας ο αριθμός των προς εκμίσθωση ακινήτων μέσω AirBnb ανέρχεται πλέον σε 5.127, πριν από 9 μήνες το μέγεθος ήταν κάπου στις 2.500 κατοικίες. Με λίγα λόγια το φαινόμενο αφορά και την Ελλάδα και μάλιστα με όρους κλιμάκωσης.
Δεν μου αρέσει να μεμψιμοιρώ (τουλάχιστον στα άρθρα μου), δεν είμαι τεχνοφοβικός, έχω χρησιμοποιήσει AirBnb και είμαι σίγουρος πως θα ξαναχρησιμοποιήσω χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό που θέλω να καταθέσω είναι ένας προβληματισμός σε σχέση με την διάβρωση που μπορεί να επιφέρει σε ένα κοινωνικό ιστό μια τέτοια διαδικασία. Μια διαδικασία κατά την οποία τα σπίτια είναι δυνάμει ξενώνες, το ιδιωτικό εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε ενοικιαζόμενο και ο μόνιμος κάτοικος σε ιδιοκτήτη-ενοικιαστή. Πώς αντιλαμβάνεσαι μια πόλη ή μια γειτονιά όταν απλά περνάς από αυτήν, όντας ένας αποσπασματικός κάτοικος; Τι θα σήμαινε για μια γειτονιά η πλειοψηφία των σπιτιών της να μετατρέπονταν σε πρόχειρα ξενοδοχεία; Γιατί αν για τις υπόλοιπες πλευρές της κριτικής που μπορεί να δέχεται η AirBnb (οικονομική, θεσμική, όροι ασφάλειας) μια σχετική ρύθμιση από την πλευρά του κράτους μοιάζει ικανή να απαντήσει, δεν έχω δει πουθενά έναν προβληματισμό που θα έρχεται ταυτόχρονα με τις ευκολίες, τον κοσμοπολιτισμό και τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει η AirBnb.
Οι πόλεις αλλάζουν με πολλαπλούς τρόπους και μεις καλούμαστε να απαντούμε στα ερωτήματα την ώρα που φυτρώνουν.

(Στην εφημερίδα Εποχή)


Από:http://tsalapatis.blogspot.gr/2017/06/airbnb.html

Ο asset 1 …


Αποτέλεσμα εικόνας για μαρινακης γελοιογραφια

Δεν ήταν άραγε αυτός που για χάρη του υποψήφιου που προωθούσε (πιο σωστά: που προωθούσαν οι πίσω του) για την δημαρχία του Πειραιά, το 2014, η Κουμουνδούρου «έπνιξε» τον δικό της υποψήφιο; Ο Μώραλης εκλέχτηκε και κρύφτηκε όσο πιο καλά γινόταν για την όποια σχέση του με την «ποδοσφαιρική εγκληματική οργάνωση». Και ο κυρ Δρίτσας, που πήγε να βάλει τις φωνές για το deal και την μεταχείριση του κόμματος απέναντί του, ανταμοίφθηκε στη συνέχεια με υπουργική καρέκλα. Σωστά;

Δεν ήταν αυτός που έδωσε το χρίσμα (και τα κουκιά) στην υποψήφια της Κουμουνδούρου για την περιφέρεια Αττικής, σε ανταπόδοση για τις δημοτικές εκλογές στον Πειραιά; Αυτός ήταν· ή αυτός ήταν ο «μπροστινός»…

Δεν ήταν αυτός που έκανε επισκέψεις στο παλάτι και «επαφές» με τον αντ’ αυτού, τον ίδιο καιρό που ερευνούνταν η συμμετοχή του στην «ποδοσφαιρική εγκληματική οργάνωση»; Αυτός ήταν. Και δεν ήταν αυτός που τα «έχωσε» για μια τηλεοπτική άδεια, όταν ο αντ’ αυτού οργάνωνε την εκστρατεία του κατά της διαπλοκής και την μαγκιά «τους τα πήραμε»; Αυτός ακριβώς ήταν.

Ας μην μιλήσουμε για άλλα. Ίσως αυτές οι αγάπες πάλιωσαν. Φάνηκε ότι κάτι στράβωσε μετά την κατάρρευση του τηλεοπτικού διαγωνισμού. Ελάχιστα βγήκαν δημόσια. Ίσως ένα άρωμα του είδους «με κοροϊδεύετε;» απ’ την μεριά του asset 1. Κι ύστερα ο ψεκασμένος, απ’ τις αρχές του 2017, άρχισε να τον βρίζει· και ένα μήντιο του asset τον υπ.αμ. Ή, μπορεί, η αλληλουχία να ήταν η ανάποδη…

Και υπάρχει, βέβαια, το παπόρι απ’ την περσία. Με τους 2,1 (ή 3;) τόνους πρέζα. Όμως τι σόι «διαχείριση» είναι αυτή που στο κέντρο της βρίσκεται ένας ισοβίτης και το τι είναι ή δεν είναι διατεθειμένος να «καταθέσει»; Ποιος διαπραγματεύεται με ποιον; – για να το πούμε απλά.

Κάτι τελευταίο. Ο ψεκασμένος, στα νειάτα του, έγινε γνωστός σαν «κύριος Πάνος». Που, γιατί, σε ποια αποστολή (και για λογαριασμό ποιων); Όποιος δεν ξέρει ή δεν θυμάται ας το ψάξει… Δεν έχει περάσει, σα, και κανάς αιώνας!!!

__________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/o-asset-1/

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ, ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΖΙ…


19427684_831143323702575_126284445_n.png

-για τον Τάσο Θεοφίλου και την Ηριάννα Β.Λ.-

Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ’ αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. «Ίσως», λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι». Μα η πύλη είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα από την πύλη. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελάει και λέει: «Αν τόσο σε σκανδαλίζει η πύλη, δοκίμασε να μπεις, μ’ όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο έσχατος απ’ όλους τους θυρωρούς. Από αίθουσα σε αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου ούτ’ εγώ καλά-καλά μπορώ να την αντέξω». Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να ‘ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέφτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προσεχτικά τον θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, με τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, με τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει πως είναι καλύτερα να περιμένει μέχρι να πάρει την άδεια να μπει. Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πύλη. Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει και κουράζει τον θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός τού κάνει συχνά μικρές ερωτήσεις, τον ρωτάει για τον τόπο του και για πολλά άλλα. Μα οι ερωτήσεις του είναι αδιάφορες, όπως αυτές που κάνουν οι μεγαλοκύριοι και στο τέλος του λέει πάντα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, τα ξοδεύει όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε, για να εξαγοράσει τον θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται βέβαια όλα κι έπειτα λέει: «Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παράλειψες τίποτα». Όλα αυτά τα πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό αδιάκοπα. Απολησμονάει τους άλλους θυρωρούς κι αυτός ο πρώτος τού φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή του τύχη. Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρατημό και δυνατά, αργότερα, όσο γερνάει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να ξεμωραίνεται και, μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν’ αλλάξουν τη γνώμη του θυρωρού. Τέλος, εξασθενίζει το φως του και δεν ξέρει αν γύρω του στ’ αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μοναχά τα μάτια του τον απατούν. Ωστόσο, τώρα διακρίνει μέσα στο σκοτάδι μια λάμψη, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα από του νόμου την πύλη. Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θάνατό του σμίγουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ερώτημα, που ποτέ ως τα τώρα δεν είχε βάλει στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν’ ανασηκώσει το ξυλιασμένο κορμί του. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί ο άνθρωπος έχει πολύ μαζέψει. «Τι θες ακόμα να μάθεις;» ρωτάει ο θυρωρός, «είσαι αχόρταγος…». «Όλοι αγωνίζονται για το νόμο», λέει ο άνθρωπος, «πώς γίνεται να μην έχει ζητήσει όλα αυτά τα χρόνια κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;» Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος είναι πια στο τέλος του κι επειδή χάνεται η ακοή του, φωνάζει στ’ αυτί του μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του για να τον ακούσει: «Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω.»

Μπροστά στο Νόμο

Franz Kafka, 1925

Συνέχεια