Η Ναόμι Κλάιν, η περίπτωση της Ρωσίας και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός της προσοδοθηρίας …


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Το Δόγμα του Σοκ» κάνει εκτενή αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στην πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και τη μετατροπή της σε παράδεισο του νεοφιλελευθερισμού: «Όταν ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ πήγε τον Ιούλιο του 1991 στο Λονδίνο για να πάρει μέρος στη σύνοδο κορυφής G7, είχε κάθε λόγο να περιμένει ότι θα τον υποδεχόταν ως ήρωα, καθώς τα προηγούμενα τρία χρόνια δε βρισκόταν απλώς στο παγκόσμιο προσκήνιο αλλά κυριαρχούσε σε αυτό, γοητεύοντας τα μέσα ενημέρωσης, υπογράφοντας συνθήκες αφοπλισμού και τιμώμενος με βραβεία ειρήνης, συμπεριλαμβανομένου του Νόμπελ το 1990». (σελ. 296).

Η δημοτικότητα του Γκορμπατσόφ στο δυτικό κόσμο κρίνεται αδιαπραγμάτευτη: «Είχε, μάλιστα, καταφέρει να επιτύχει κάτι που ως τότε φάνταζε αδιανόητο: να κατακτήσει την αμερικανική κοινή γνώμη. … ο Τύπος των ΗΠΑ είχε αρχίσει να αναφέρεται σε αυτόν με το τρυφερό παρατσούκλι “Γκόρμπι”, ενώ το 1987 το περιοδικό Time πήρε την τολμηρή απόφαση να επιλέξει το Σοβιετικό Πρόεδρο ως “Άνθρωπο της Χρονιάς”. […] Η επιτροπή για το βραβείο Νόμπελ είχε δηλώσει ότι, χάρη στο έργο του, “ελπίζουμε πως γιορτάζουμε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου”». (σελ. 297).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γκορμπατσόφ έκανε σημαντικά βήματα για τον εκδημοκρατισμό της Σοβιετικής Ένωσης: «Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις δίδυμες πολιτικές της γκλάσνοστ (διαφάνειας) και τηςπερεστρόικα (ανοικοδόμησης), ο Γκορμπατσόφ οδήγησε τη Σοβιετική Ένωση σε μια αξιοσημείωτη διαδικασία εκδημοκρατισμού: Αποκαταστάθηκε η ελευθερία του Τύπου, έγιναν εκλογές για το κοινοβούλιο, τα τοπικά συμβούλια, τον αντιπρόεδρο και τον πρόεδρο της κυβέρνησης, το δε Συνταγματικό Δικαστήριο απέκτησε την ανεξαρτησία του». (σελ. 297).

Εξώφυλλο του PLAYBOY με θέμα την περεστρόικα
Εξώφυλλο του PLAYBOY με θέμα την περεστρόικα, 1989

Στον τομέα της οικονομίας, όμως, οι μεταρρυθμίσεις που σχεδίαζε ο Γκορμπατσόφ δεν είχαν καμία σχέση με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που έδειχνε πλέον ξεκάθαρα τις διαθέσεις του με τις κυβερνήσεις της Θάτσερ και του Ρέιγκαν: «Όσο για την οικονομία, ο Γκορμπατσόφ κινούνταν προς ένα συνδυασμό ελεύθερης αγοράς και ισχυρού κοινωνικού δικτύου προστασίας, με τις κομβικές βιομηχανίες να παραμένουν υπό κρατικό έλεγχο – μια διαδικασία που, όπως προέβλεπε ο ίδιος, θα χρειαζόταν δέκα με δεκαπέντε έτη για να ολοκληρωθεί. Ο τελικός σκοπός του ήταν να οικοδομήσει ένα σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς βασισμένο στο σκανδιναβικό μοντέλο, “ένα σοσιαλιστικό φάρο για ολόκληρη την ανθρωπότητα”». (σελ. 297).

Συνέχεια

γιώργος χρονάς – μια στιγμή πιέρ πάολο παζολίνι …


«Καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…»

Συγγραφέας, ποιητής, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, με μια διαγραφή από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πολίτης με τριάντα τρεις δικαστικές διώξεις, ο Παζολίνι υπήρξε ένας πολλαπλώς αιρετικός δημιουργός και μια ασυμβίβαστη, θυελλώδης προσωπικότητα· ένας τραγικός που, αιώνες μετά τους αρχαίους τραγικούς, ετοιμαζόταν να γυρίσει την Ορέστεια στην Αφρική με χορό τους γηγενείς της. Η έκδοση περιέχει πολλά είδη κειμένων – πεζά και ποιήματα του Γιώργου Χρονά, σύντομα γραπτά άλλων πάνω στον Παζολίνι και σύντομες λογοτεχνικές και δοκιμιακές καταθέσεις του ίδιου του Παζολίνι.

Ο Παζολίνι δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κινηματογραφική γλώσσα. Τα παγκόσμια θύματα της βιαστικής αισθητικής δεν μπορούν εδώ να πάρουν την δόση τους, γράφει ο Χρονάς. Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρυ, οι Χίλιες και μια Νύχτες, το Δεκαήμερο, η Μήδεια ήταν «όστιες τέχνης» για όλους έτσι ώστε το Σαλό ή Οι 120 μέρες των Σοδόμων να είναι το οριστικό τέλος του ονείρου. Το φθινόπωρο του 1975 τελείωσε το γύρισμα και άρχισαν οι απαγορεύσεις της προβολής, λίγο πριν την άγρια δολοφονία του στο λιμάνι της Όστιας, σ’ ένα τοπίο όπως στις ταινίες του· «ένα βιαστικό σκηνικό του τέλους». Κανείς δεν πίστευε πως πραγματικά δολοφονήθηκε από έναν δεκαεφτάχρονο νεαρό. Οι κυριακάτικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπωθεί, κι έτσι η είδηση περίμενε τον τύπο της Δευτέρας. Ο επίσημος δολοφόνος του είπε πως έσωσε την Ρώμη από ένα περίεργο και χυδαίο υποκείμενο· ο χωροφύλακας που σκότωσε τον Λόρκα στα χωράφια της Γρανάδας λέγεται πως είπεσκότωσα τον ομοφυλόφιλο ποιητή· το ίδιο και οι δολοφόνοι του αρχαίου ποιητή Ίβυκου στην Κόρινθο, το ίδιο και το γκαρσόνι που σκότωσε τον αρχαιολόγο Βίνκελμαν.

Ο Χρονάς επιστρέφει στο Ακατόνε – πρώτη του ταινία αλλά και συνοικία όπου έζησε, καθώς η μουσική του Μπαχ σκεπάζει τα πλινθοκεραμένια σπίτια. Βλέπει τριγύρω παντού μικρά παιδιά, ενώ στις αρχαίες τραγωδίες μόνο στον Ευρυπίδη ο μικρός Αστυάναξ στις Τρωάδες και τα παιδιά της Μήδειας εμφανίζονται στην σκηνή. Εδώ κυριαρχούν παντού. Ο Ακατόνε ιερουργεί μέσα στην καταστροφή του χαμόσπιτου. Όταν ο Παζολίνι έφτιαξε την ταινία ήταν ήδη ένας συγγραφέας πολλών ποιητικών συλλογών και ενός πεζού. Κι αν η Μάμα Ρόμα είναι η Μεγάλη Παρασκευή, ο Ακατόνε είναι η Μεγάλη Πέμπτη του.

Και πώς βρέθηκε ο Παζολίνι στην Θεσσαλονίκη; Σε ένα όνειρο του Χρονά, την εποχή του μεγάλου σεισμού, έμειναν μόνοι να ανεβαίνουν στα κάστρα κι εκείνος του είπε καλύτερα να ήμουνα δάσκαλος σε κάποιο άγνωστο χωριό, στα περίχωρα της Πεσκάρας. Μόνος, σ’ ένα γυμνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο με Πλάτωνα κι Αριστοτέλη στο κομοδίνο και Δάντη στο πάτωμα.Όταν έφτασαν στον Όσιο Δαυίδ του εξομολογήθηκε ότι πολλοί τον αγάπησαν αλλά κανείς δεν τον κατάλαβε. Του είπε κι άλλα και στο τέλος του ζήτησε έναν «ειδικό» κινηματογράφο· άλλωστε οι πεθαμένοι δεν θέλουν πολυτέλειες.

Σε άλλο κεφάλαιο επανέρχεται στον θάνατό του, μια υψηλής ποιότητας ταινία φρίκης. Από μια άποψη, έπεσε θύμα ενός από τους χαρακτήρες που δραματοποίησε στις ταινίες του, είπε ο Αντονιόνι, για την «τέλεια τραγωδία». Για τον Ίταλο Καλβίνο η δολοφονία ήταν η επιβεβαίωση της νέας και χωρίς οίκτο βίας που ο Παζολίνι έβλεπε στα μάτια της νέας γενιάς.  Λίγο αργότερα ανοίγουμε τις μεγάλες σελίδες της μιας Παέζε Σέρα του 1962. Ο Παζολίνι συνομιλεί με την Άννα Μανιάνι· για τα πλάνα που την δυσκόλεψαν, για την πλάσιμό της στα χέρια του σκηνοθέτη· του εξομολογείται ότι στο Μάμα Ρόμα ένιωσε σαν μια καινούργια ηθοποιός που όμως έχασε την ισορροπία της. Εκείνος επιμένει για μια σκηνή: δεν ήθελα να υπάρχει, πριν εκραγεί η τραγωδία σου, η παραμικρή θλίψη ή μελαγχολία στο γέλιο σου.

«Η ιδεολογική διαθήκη» του Παζολίνι είναι η ομιλία που θα έκανε στο Συνέδριο του ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στην Φλωρεντία, ένα κείμενο που έγραψε στην γραφομηχανή του λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, μια συνοπτική παρουσίαση όλων των θαρραλέων μαχών που έδωσε από πολλές διαφορετικές επάλξεις – και από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Περιλαμβάνονται ακόμα άλλα δυο κείμενά του (Ναρκωτικά και κουλτούρα, Μια κραυγή που θα διαταράξει και θα ερεθίσει). Η Sandra Petrignani γράφει για το Petrolio, το τελευταίο μυθιστόρημα του Pier Paolo Pazolini, ένα μεγαλειώδες σχέδιο δύο χιλιάδων σελίδων όπου άφηνε ξέχειλη την οργή του για τις παρεκκλίσεις της εξουσίας και τα καταστρεπτικά λάθη μιας εκφυλισμένης χώρας. Η αποφυγή της μεταθανάτιας έκδοσης κρίθηκε ότι θα συγκέντρωνε όλη την προσοχή κι αφήνει ακόμα ανοιχτό ερώτημα τι θα μπορούσε να ήταν στα χρόνια του ’70 αυτό το βιβλίο. Και ο Σέρτζιο Τσίτι δακτυλογραφεί για την «ευρηματικότητα του Παζολίνι, που κάποτε είπε «καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…».

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο [Π. Π. Παζολίνι: Η Πολιτική (θεωρία) της Αίρεσης] ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος εστιάζει στο επεισόδιο της επίσκεψής του Παζολίνι στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (1974), το οποίο ενσάρκωνε τις αξίες του Μάη του 1968. Εκεί ο συγγραφέας αντιμετώπισε την αισχρή συμπεριφορά των μαοϊκών, όταν τόλμησε να υπενθυμίσει ότι ο φασισμός υπάρχουν παντού, υπάρχει ακόμα, υπάρχει σε όλους. Εκείνο που ενοχλούσε γενικότερα ήταν η απόλυτη «αιρετικότητά» του. Στο πρόσωπό του συνυπήρχαν τέσσερις αιρέσεις: η αποκάλυψη των φασισμού και νεοφασισμού του τότε παρόντος, η καταδίκη της εθνικιστικής καταδίκης των τοπικών ιταλικών διαλέκτων προς όφελος μιας «εθνικής» τηλεοπτικής γλώσσας, η θρησκευτική του ελευθερία, ο κομμουνισμός του που διαλογιζόταν μόνο με την σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι.

Από άλλη σκοπιά, ο  ψυχαναλυτής Ροζέ Νταντούν ξεχώρισε τρεις χώρους αίρεσης στην ζωή και το έργο του Παζολίνι: την πολιτική (πρώτα την εγγραφή του στο κόμμα, ύστερα την κριτική του στάση και το πλησίασμα του αναρχισμού κ.ά.), την σεξουαλική (η σεξουαλικότητα είναι αφ’ εαυτής αίρεση, πόσο μάλλον η ομοφυλοφιλία) και την καλλιτεχνική αίρεση (η ίδια η τέχνη του, με την εκρηκτική παρουσία του σώματος, τις τοπικές διαλέκτους, την κουλτούρα των ορίων και του ερωτισμού). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οτιδήποτε νέο και διαφοροποιό φέρει αναγκαστικά την σφραγίδα της αίρεσης

Ο Παζολίνι δεν έπαυε να ενοχλεί και τότε και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας Φιλίπ Σολλέρς θεωρεί ότι η ιταλική κοινωνία ήταν συνυπεύθυνη για το μεταθανάτιο λιντσάρισμα του Παζολίνι: το εξογκωμένο πτώμα του χρησιμοποιήθηκε στα μέσα ενημέρωσης. Όταν μια κοινωνία δίνει στον εαυτό της την αναπαράσταση ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σαν υπερεκτεθειμένο πτώμα, υποστηρίζει, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πάνω στην συμβολική εκδίκηση που αυτό αντιπροσωπεύει….Τριάντα έτη μετά την δολοφονία του ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε ξανά. Η περίπτωσή του παρουσιάστηκε επισήμως ως «υπόθεσις ηθών» αλλά δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο πολιτικού εγκλήματος: λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί είχε δεχτεί απειλές από την άκρα Δεξιά για τον Σαλό, όπου κατήγγειλε με σφοδρότητα τον ιταλικό φασισμό στην τελευταία φάση του (1943 – 45)

Ο Χρονάς είναι από τους ελάχιστους που «δικαιούται» να μιλά και να γράφει για τον Αφρικανό και ανατολίτη Ιταλό, όπως ονομάζει τον Παζολίνι· και το κάνει με τον απόλυτα δικό του αισθαντικό και απροκάλυπτο τρόπο, με την τρυφερότητα ενός φίλου, την γραφή ενός ποιητή και την σκληρότητα ενός φίλου, την άγρια κατανόηση ενός μακρινού συγγενή. Γράφει πεζά σαν ποίηση και αφήγηση σαν ρεπορτάζ. Άλλωστε από τις δικές του εκδόσεις τον πρωτοδιαβάσαμε, δεκαετίες πριν. Τώρα τον αποχαιρετά για άλλη μια φορά με ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα (Ο Παζολίνι στη Ραφήνα), αφού νωρίτερα πεζογράφησε την αγαπημένη του Μαρία Κάλλας στη Ραφήνα και τους Πεταλιούς. Το βιβλίο κλείνει με το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Εκδ. Οδός Πανός, 2016, B΄ έκδ.  με προσθήκες, αλλαγές, διορθώσεις [Α΄ έκδ. Μπιλιέτο, 2004].

Στις εικόνες: με την Άννα Μανιάνι στα γυρίσματα του Mamma Roma το 1962, με την μητέρα του Susanna Colussi το 1963, με την Μαρία Κάλλας το 1970.


Από:https://pandoxeio.com/2017/04/26/chronas/

Μόνο εγκάθετοι…


Τα κλωτσομπουνίδια σε κοινοβούλιο θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενδειξη εκρηκτικού ταπεραμέντου. Στην περίπτωση, όμως, της “κρίσης” που εδώ και μήνες παράγει η δεξιά / ακροδεξιά του Γκρουέφσκι στο πολιτικό σύστημα του κράτους της μακεδονίας, το πράγμα είναι επικίνδυνα σοβαρότερο.

Ο καθεστωτικός Γκρουέφσκι, βουτηγμένος ως τις ρίζες των μαλλιών του σ’ αυτό που λέγεται “βαλκανική διαφθορά”, έχει χάσει μεν την εξουσία, αλλά κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει εμφύλιος. Απέχοντας απ’ την βουλή προσπαθεί να εμποδίσει την έναρξη της λειτουργίας της υπό την πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών και του αλβανικού BDI (και δύο μικρότερων κομμάτων). Έχει σύμμαχο τον εκλεγμένο απ’ τον ίδιο πρόεδρο.

Στις εκλογές του περασμένου Δεκέμβρη, ναι μεν το κόμμα / συνασπισμός του Γκρουέφσκι ήρθε πρώτο κερδίζοντας 51 έδρες (σε σύνολο 120) αλλά απέτυχε να κάνει συμμαχία με το αλβανικό BDI· κάτι που πέτυχε το δεύτερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα / συνασπισμός του Zoran Zaev (49 έδρες). Αλλά ο Γκρουέφσκι και το κύκλωμά του δεν θέλουν να αφήσουν τα αξιώματα· φοβούνται ότι θα καταλήξουν φυλακή. Κάτι αρκετά πιθανό.

Το χθεσινό ντου οργανώθηκε από οπαδούς του Γκρουέφσκι, όταν οι 67 βουλευτές της πλειοψηφίας εξέλεξαν πρόεδρο της βουλής· για πρώτη φορά αλβανικής καταγωγής. Η “εθνικιστική οργή για την προδοσία” είναι, όμως, μόνο ο φερετζές.

Για να τα κάνει αυτά ο Γκρουέφσκι έχει πλάτες. Όχι στην ε.ε., σίγουρα όχι στην τωρινή ε.ε. Στην Ουάσιγκτον ίσως; Στην “ευρύτερη αγγλόσφαιρα”; Επίσημα το ψοφιοκουναβιστάν “καταδικάζει”. Αλλά ανεπίσημα μάλλον ενδιαφέρεται για μερικούς ακόμα μπελάδες σε βάρος αυτού του καταραμένου Βερολίνου.

Και τα δυτικά βαλκάνια προσφέρονται…

(κάτω φωτογραφία: ο Zaev με φανερή καρεκλιά στο κεφάλι…)

_________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/04/mono-egkatheti/

Για τις επαναστάσεις: Μια ιστορία του κράτους…


Konstantin Yuon, ‘A New Planet,’ 1921. Tempera on cardboard,

δύσκολο κι επικίνδυνο είναι το να θέλεις να κάμεις λεύτερο έναν λαό που θέλει να ζει δούλος

Μακιαβέλι, Διατριβές, βιβλίο III, κεφ. VIII.

Με αφορμή το Για την επανάσταση  και τη διάκριση που κάνει η Arendt μεταξύ της αμερικάνικης και γαλλικής κοινωνίας, αναρωτιόμαστε ποιές παρατηρήσεις θα μπορούσε να είχε προσθέσει, εάν γνώριζε την πραγματικότητα της ελλαδικής κοινωνίας την περίοδο της οθωμανικής ομηρίας πριν την επανάσταση.

— Η επανάσταση του 1789 —

Η Arendt επισημαίνε πως η μεγάλη διαφορά των επαναστάσεων – ορόσημα της αστικής εποχής – βρίσκεται στο γεγονός πως το γαλλικό έθνος, και γενικότερα η κεντρική Ευρώπη, αποτελούνταν από κοινωνίες που είχαν διαμορφωθεί στην σκιά του φεουδαλισμού, και έβγαιναν, μόλις την εποχή εκείνη, από το καθεστώς δουλοπαροικίας (στην Γαλλία το 1776 υπολογίζεται πως υπήρχαν ακόμα 140.000 δουλοπάροικοι). Ενώ η αμερικάνικη κοινωνία ήταν περισσότερο μια χώρα ένωσης ανεξάρτητων κομητειών και ατόμων παρά ένα κοινωνικό άθροισμα. Στην Γαλλία μία επί της ουσίας νεκρή αριστοκρατική τάξη, χωρίς η ίδια να παράγει πλούτο ή να προσφέρει στο σύνολο, νέμονταν απόλυτα την εξουσία. Στην Αμερική αντίθετα τα μέλη των κομητειών ασκούσαν ήδη μέσα στις δημοτικές τους συνελεύσεις αυτοκυβέρνηση 1. Η κοινωνική συνθήκη της Γαλλίας έθετε στο περιθώριο όλους όσους στερούνταν τίτλους ευγένειας, από τους χωρικούς έως τους πιο εύπορους αστούς, και τους ενέτασσε όλους σε έναν κοινό χυλό που ιστορικά έμεινε γνωστός ως η «τρίτη τάξη» – κατά την περίφημη ρήση του αβά Emmanuel-Joseph Sieyès: «Ένα τίποτα». Η επανάσταση του 1789, μέχρι τουλάχιστον και την καρατόμηση του Loui Capet στις 21 Ιανουαρίου 1793, είχε ως κατεξοχήν στόχο της τήν συγκατοίκηση τής τρίτης τάξης με την μοναρχία. Η πτώση τού παλαιού καθεστώτος σήμαινε όχι την δημιουργία ενός νέου πολιτικού μορφώματος, αλλά κατά την φράση του Marcel Gauchet, «την εξάρθρωση της παλιάς κοινωνίας» και την δημιουργία  νέας. Το απολυταρχικό κράτος των Βουρβόνων διατηρήθηκε ανέπαφο, αυτό που άλλαξε το 1789 ήταν ο διαχειριστής του. Θα έλεγε κανείς πως αντί για την «επανάσταση» που θα έθετε νέα μορφή εξουσίας, περισσότερο συντελούνταν μία «αποκατάσταση» των αποκλεισμένων στην ήδη υπάρχουσα. Στην διαπίστωση αυτή είχε καταλήξει από νωρίς ο Tocqueville: «Θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι ο σκοπός της επερχόμενης επανάστασης δεν ήταν η ανατροπή του παλαιού καθεστώς αλλά η αποκατάσταση του»2. Το ίδιο και η διακήρυξη του 1789, δεν διεκδικούσε τόσο να θεμελιώσει ένα νέο πολίτευμα αλλά να άρει τον κοινωνικό αποκλεισμό που στερούσε στους γάλλους την νομή της εξουσίας. Το νέο κριτήριο μεταφέρθηκε από τους τίτλους στην ιδιοκτησία. Η ελευθερία, η οποία τόσο εξυμνήθηκε, δεν ήταν η πολιτική ελευθερία αλλά η ελευθερία της ιδιοκτησίας (άρθρο 2 και 17). Πουθενά στο κείμενο της διακήρυξης του ’89 δεν γίνεται η ελάχιστη αναφορά για την θεμελίωση και την άσκηση τής λαικής κυριαρχίας, παρά, μόνο στο όνομα αυτής, θεμελιώνεται το άνοιγμα των θυρών του ενυπάρχοντος καθεστώτος στις νέες κοινωνικές δυναμικές. Ακόμα και η καθοριστική παρέμβαση των Ορεινών στην εξέλιξη της επανάστασης αποσκοπούσε περισσότερο στην δημιουργία μιας κοινωνίας τής Αρετής παρά την μετάβαση τής εξουσίας από το βουρβονικό κράτος σε άλλη πολιτειακή ένωση. Διαβάζοντας τη διακήρυξη του 1793, διαπιστώνει κανείς πως τα μισά άρθρα αναφέρονται στην ιδιοκτησία και τα υπόλοιπα μισά στον νόμο. Η περιβόητη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου κατοχυρώνει περισσότερο τα δικαιώματα του κράτους παρά του πολίτη. Πουθενά δεν γίνεται λόγος για τον τρόπο που οφείλει να εφαρμόζεται και να διαφυλάσσεται η αδιαίρετη, απαράγραπτη κι αναπαλλοτρίωτη κυριαρχία του λαού (άρθρο 25), ενώ οι «εντολοδόχοι και οι εκπρόσωποι» τού κυρίαρχου λαού (άρθρο 29) εμφανίζονται στην κυριολεξία ad hoc από εκείνους που συνέταξαν την διακήρυξη. Η έννοια του «Κυρίαρχου» σε αυτά τα άρθρα δεν έχει την κυριολεκτική σημασία που τις έδινε ο Ρουσσώ όταν την υπέβαλε κάτω από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις. Στις διακηρύξεις του ’89 και του ’93 η «Κυριαρχία» από επίθετο γίνεται ουσιαστικό και μεταμορφώνεται σε αυθύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Ο «Κυρίαρχος» είτε λαός, έθνος, κράτος δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε ένα μόνο είδος «αρχής» και να ασκείται στον λαό εξ αποστάσεως. Ο Sieyès, εμπνευστής του παράδοξου όρου «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», δεν δίστασε να υπερβεί με απροκάλυπτη κυνικότητα την αντίφαση να στερείται η κυριαρχία από τον κυρίαρχο λαό. Υποστήριξε την θέση, που ασπάστηκε έκτοτε όλη η νεωτερικότητα, πως «είναι στην φύση του λαού να μην υπάρχει ως οντότητα και ως βούληση παρά μόνο μέσα από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του». Για τον Sieyès ο λαός δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένας βουβός κυρίαρχος, «που δεν μπορεί να μιλήσει, δεν μπορεί να δράσει παρά μόνο μέσω των αντιπροσώπων του3». Το πραγματικά σπουδαίο επίτευγμα της γαλλικής επανάστασης είναι ότι μετέτρεψε την μονοπρόσωπη κυριαρχία του βασιλέως στην απρόσωπη δεσποτεία του κράτους.

Συνέχεια

Προσοχή, κίνδυνος θάνατος: Όχι, το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λε Πεν δεν είναι “ένα κόμμα σαν όλα τα άλλα”! …


Του Γιώργου Μητραλιά

2107 04 26 02 france02

Το δημοσιευμένο στις 11 του περασμένου Μάρτη άρθρο μας για τις επερχόμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές είχε τον εύγλωττο και συνάμα πολύ επίκαιρο τίτλο “Από την παρούσα αποσύνθεση του παλιού στην αυριανή ιστορική θεσμική και πολιτική κρίση”. (1) Αν ήταν να σχολιάζαμε τώρα τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου αυτών των προεδρικών εκλογών αλλά και τις βαθύτερες εξελίξεις που αυτά πυροδοτούν, δεν θα αλλάζαμε ούτε τον τίτλο, ούτε μια λέξη από το περιεχόμενο εκείνου του άρθρου. Κατά συνέπεια, τουλάχιστον προς το παρόν δεν θα είχαμε να προσθέσουμε κάτι το ουσιαστικό…

Αν όμως νοιώθουμε σήμερα την επιτακτική ανάγκη να επανέλθουμε στις γαλλικές εκλογές αυτό οφείλεται όχι μόνο στο γεγονός ότι μεσολάβησε μια “απρόβλεπτη” σημαντική εξέλιξη αλλά και ότι αυτή η εξέλιξη έχει άμεσες συνέπειες τεράστιας σημασίας σε όλη την Ευρώπη και ίσως ακόμα περισσότερο… στη δική μας χώρα. Αναφερόμαστε -προφανώς- στα προβλήματα που δημιούργησε η στάση του Ζαν Λυκ Μελανσόν -αλλά και των δυο “μικρότερων” υποψηφίων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς- στο ζήτημα της ψήφου των αριστερών στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, με δεδομένη την παρουσία σε αυτόν της Μαρίν Λε Πεν του ρατσιστικού, ακροδεξιού και άκρως επικίνδυνου Εθνικού Μετώπου.

Με λίγα λόγια, η “σημαντική εξέλιξη” στην οποία αναφερόμαστε συνίσταται στην εγκατάλειψη της πάγιας θέσης των αριστερών ηγεσιών να καλούν στην υπερψήφιση του όποιου αντιπάλου της ακροδεξιάς, σε περιπτώσεις σαν κι αυτή του προσεχούς δεύτερου γύρου των γαλλικών προεδρικών εκλογών από τον οποίο απουσιάζει -δυστυχώς- η αριστερά. Συγκεκριμένα, αυτή τη φορά ο Ζ.Λ. Μελανσόν δεν κάνει ό,τι είχε κάνει π.χ. το βράδυ του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών του 2002, που είχε σημαδευτεί από την έκπληξη της πρόκρισης στο δεύτερο γύρο του πατέρα της Μαρίν Λε Πεν και ιδρυτή του Εθνικού Μετώπου. Ενώ τότε ο κ. Μελανσόν είχε σπεύσει να ταχθεί υπέρ της υπερψήφισης του τότε ηγέτη της γαλλικής δεξιάς Ζακ Σιράκ, τώρα αποφεύγει πεισματικά να καλέσει να ψηφιστεί ο -εξίσου δεξιότατος και νεοφιλελεύθερος- Ε. Μακρόν. Το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής στάσης έχει εξάλλου ήδη πολύ χειροπιαστές και διόλου ανώδυνες συνέπειες: ο κατά την εκτίμησή μας εκλογικός θρίαμβος του κ. Μελανσόν μετατράπηκε σε χρόνο ρεκόρ σε ψυχόδραμα που διχάζει τους αριστερούς, δίνει οξυγόνο και παράταση ζωής στη ψυχοραγούσα νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία και φτερά στη θριαμβολογούσα Μαρίν Λε Πεν που κάνει ολομέτωπη επίθεση γοητείας στους ψηφοφόρους του κ. Μελανσόν. Κυρίως όμως, υπονομεύει την (υπαρκτότατη σύμφωνα με τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών) προοπτική δημιουργίας μιας μαζικής γαλλικής ριζοσπαστικής αριστεράς που θα ανέτρεπε τους συσχετισμούς δυνάμεων μέσα στην ευρύτερη γαλλική αριστερά και θα εγκαινίαζε την ανάκαμψη των ταξικών αγώνων μέσα στη γαλλική κοινωνία μετά από 30 χρόνια ηττών και υποχωρήσεων. Με ό,τι αυτό θα συνεπαγόταν, φυσικά, για όλη την Ευρώπη της αριστεράς, της εργασίας και των “από κάτω”…

Συνέχεια

Ένας βρόμικος πόλεμος – 1. Η γέννηση της Ινδοκίνας …


Τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 42 χρόνια από την ημέρα που τελείωσε οριστικά ένας από τους πιο βρόμικους πολέμους της Ιστορίας. Ήταν η 30η Απριλίου 1975 όταν από την Σαϊγκόν αποχωρούσε και ο τελευταίος πολιτειακός στρατιώτης, δίνοντας τέλος στον περίφημο πόλεμο του Βιετνάμ, έναν πόλεμο που έληξε με την ολοκληρωτική ήττα των ΗΠΑ, δίχως να υπογραφεί οποιαδήποτε συμφωνία.

Είναι αλήθεια πως γι’ αυτόν τον πόλεμο λίγα πράγματα είναι γνωστά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για την ντροπιαστικώτερη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, οπότε είναι λογικό άλλα πράγματα να παραβλέπονται, άλλα να αποκρύπτονται, άλλα να υποτιμώνται και άλλα να παραποιούνται. Όμως, έχω την πεποίθηση ότι η ιστορία εκείνης της γωνιάς τού πλανήτη έχει πολλά να μας διδάξει. Έτσι, παίρνοντας αφορμή από την μεθαυριανή επέτειο, λέω να βάλω μπρος άλλη μια αφήγηση. Δεν έχω ιδέα πόσο χρόνο θα μου πάρει να την ολοκληρώσω αλλά θα την πιάσω από παλιά, από πολύ παλιά. Συνεπώς, προσδεθείτε και επιστρατεύστε την υπομονή σας.

Καμπόιτζη: Ο ναός του Άνγκορ Βατ σε φωτογραφία του 1931

Η ιστορία μας ξεκινάει κάπου στα τέλη του 18ου αιώνα. Νότια της Κίνας και προς την πλευρά τής ομώνυμης θαλασσας εκτείνεται το Βασίλειο του Βιετνάμ, όπου κάνει κουμάντο επί δυόμισυ σχεδόν αιώνες η δυναστεία των Τριν. Δίπλα του, προς το εσωτερικό, βρίσκεται η Αυτοκρατορία των Χμερ και νοτιώτερα, στην χερσόνησο Κοχινκίνα, το Βασίλειο των Κάμπα, το οποίο διαφεντεύουν οι άρχοντες Νγκουγιέν. Δεν είναι δύσκολο σ’ όποιον έχει ιστορική παιδεία να υποψιαστεί ότι το μικρό Βασίλειο των Κάμπα μπήκε στο μάτι των ισχυρότερων γειτόνων του. Έτσι, άρχισαν οι κόντρες ανάμεσα στους Τριν και τους Χμερ για το ποιος θα θέσει τους Νγκουγιέν υπό τον έλεγχό του. Τελικά, τα κατάφεραν οι πρώτοι και το μεγαλύτερο μέρος τής Κοχινκίνας ενώθηκε με το Βιετνάμ.

Συνέχεια

Survivor: Η πεμπτουσία του φασισμού καλά κρυμμένη σε ένα «παιχνίδι»…


Της  Ε.Χ

Survivor είναι το παιχνίδι που καλείται να παίξει ο καθένας την τελευταία επταετία. Η επιβίωση που για τους «μοδάτους» της TV είναι απλά ένα παιχνίδι που χτυπάει ταβάνι, για τον κοσμάκη είναι ο καθημερινός του αγώνας. Δεν είναι αλητεία και ξεφτίλα η επιβίωση να γίνεται παιχνίδι;

Δεν είναι χαστούκι στα μούτρα του κάθε άνεργου, χρόνια απολυμένου, υποαπασχολούμενου που ζει καθημερινά την αγωνία του survive; Η σύλληψη της ιδέας του παιχνιδιού δεν είναι καθόλου τυχαία. Αγωνίσου για την επιβίωση. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα, ο σπόρος που φυτεύεται στο υποσυνείδητο του κάθε θεατή. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο και σίγουρο.
Μάθε να ζεις στην επισφάλεια. Έτσι είναι η ζωή. Διαρκής αγώνας επιβίωσης και φυσικά ο ισχυρότερος νικάει. Ο ισχυρότερος σωματικά και μυϊκά, σαν τα ζώα. Αυτός νικάει και όχι ο καλλιεργημένος, ο άνθρωπος που αγωνιά για τη γνώση, την τέχνη τις επιστήμες. Η πεμπτουσία του φασισμού καλά κρυμμένη σε ένα «παιχνίδι». Παιχνίδι επιβίωσης.

Από κάτω βέβαια το πόπολο ζητωκραυγάζει τον ρωμαλέο, τον δυνατό σαν ένα άλλο τηλεοπτικό Κολοσσιαίο που ταΐζει σάρκα και ιδρώτα τον όχλο. Το «ave Cesar οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν « αναβιώνει με τη μελλοθάνατη Ελλάδα να προσπαθεί να επιβιώσει τρώγοντας της σάρκες της και τα υπολείμματα του πολιτισμού της.


Aπό:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/04/survivor.html