Το μαξιλάρι της εξόδου…


Έμειναν κάπου εβδομήντα ημέρες για να φτάσουμε στο τέλος τής τελευταίας δανειακής σύμβασης, που υπογράψαμε ως χώρα το καλοκαίρι τού 2015. Πολλοί μιλάνε ήδη για «οριστική έξοδο από τα μνημόνια» και ακόμη περισσότεροι αναμένεται να κάνουν το ίδιο τις επόμενες ημέρες, όμως το ιστολόγιο έχει τονίσει κατ’ επανάληψη ότι τα μνημόνια θα συνεχίσουν να υφίστανται επί πολλά χρόνια ακόμη. Εκείνο που θα τελειώσει, είναι αυτό που είπαμε στην αρχή: η παρούσα δανειακή σύμβαση. Η διαφορά είναι τεράστια και όσοι δεν την αντιλαμβάνονται πλήρως ας συνεχίσουν την ανάγνωση με προσοχή.

Το 2010, η τότε κυβέρνηση της χώρας διαπίστωσε ότι τα ελλείμματα και τα χρέη μας ήσαν τόσο μεγάλα ώστε σύντομα θα αντιμετωπίζαμε σοβαρώτατο πρόβλημα στην χρηματοδότησή μας, είτε επειδή οι αγορές θα ήσαν απρόθυμες να δανείσουν μια τόσο ελλειμματική οικονομία είτε επειδή τα επιτόκια που θα μας ζητούσαν θα ήσαν υπέρογκα, λόγω του υψηλού κινδύνου. Έτσι, αποφάσισε να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή, όπως συνηθίσαμε να λέμε, στην τρόικα και στους θεσμούς. Εκείνοι μας έδωσαν δανεικά με ικανοποιητικό εν πολλοίς (υψηλό μεν αλλά χαμηλότερο από τους άλλους) επιτόκιο αλλά για να εξασφαλιστούν, μας ζήτησαν να υπογράψουμε τα περίφημα μνημόνια. Αυτή είναι η ιστορία, μμέσα σε λίγες αράδες.

[Γράφημα: εφημ. Καθημερινή, 21/5/2018]

Τί θα γίνει από Σεπτέμβριο; Από την μια, τα μέτρα που επιβλήθηκαν λόγω μνημονίων, όχι μόνο θα εξακολουθήσουν να ισχύουν αλλά ήδη έχει νομοθετηθεί η επαύξησή τους μέσω του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, το οποίο ψηφίστηκε προ ημερών στην βουλή. Από την άλλη, όποτε θα χρειαζόμαστε δανεικά, θα πρέπει να προσφεύγουμε στις αγορές, έξω από την -υποτιθέμενη- σιγουριά των θεσμών. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η οικονομία μας έχει δυναμώσει τόσο πολύ (μάλιστα δε, θα δυναμώσει ακόμη περισσότερο), ώστε δεν θα υπάρξει πλέον πρόβλημα με τις χρηματοδοτήσεις μας, ούτε από απόψεως προθυμίας των αγορών ούτε από απόψεως ύψους επιτοκίου.

Για να καλοπιάσει αυτές τις αγορές, η κυβέρνηση έχει σχεδιάσει εδώ και δυο χρόνια ένα «μαξιλάρι». Στα πλαίσια των μνημονίων, οι θεσμοί απαιτούσαν να παρουσιάζουμε κάθε χρόνο ένα πρωτογενές πλεόνασμα. Η κυβέρνησή μας επαίρεται ότι κατάφερε να βγάλει πρωτογενή πλεονάσματα πολύ υψηλότερα εκείνων που απαιτούσαν οι δανειστές μας. Μάλιστα δε, έχει υποσχεθεί ότι κατά τα επόμενα χρόνια θα παρουσιάζει ακόμη υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, που θα φτάνουν το 3,5% του ΑΕΠ. Η ιδέα είναι να χρησιμοποιηθεί αυτό το «μαξιλάρι» ως εγγύηση για τους δανειστές μας, σε στυλ «βλέπετε ότι λεφτά υπάρχουν, οπότε μη φοβάστε».

Κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Το εν λόγω «μαξιλάρι» δημιουργείται μέσω περικοπών τής δημόσιας δαπάνης (μισθοί, συντάξεις, υγεία, παιδεία κλπ), καθυστερήσεων στις πληρωμές των προμηθευτών του δημοσίου και συλλογής των διαθεσίμων των διαφόρων φορέων, κάτι για το οποίο μιλήσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας. Αυτό σημαίνει ότι το μισό «μαξιλάρι» έχει γεμίσει με αίμα των λαϊκών τάξεων και το άλλο μισό με  βραχυπρόθεσμα δανεικά. Υπ’ αυτή την έννοια, η δυναμική του τίθεται εν αμφιβόλω: ούτε οι λαϊκές τάξεις μπορούν να δίνουν αίμα στο διηνεκές ούτε τα βραχυπρόθεσμα δανεικά μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε μακροπρόθεσμα αφού κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να πληρωθούν.

Από Σεπτέμβρη, λοιπόν, θα ξαναβγούμε για δανεικά στις αγορές. Μάλιστα. Όταν παίρνεις δανεικά για να κάνεις μια δουλειά, πρέπει από την δουλειά αυτή να βγάλεις τουλάχιστον όσα θα πληρώσεις σε τόκους και κάτι παραπάνω ως κέρδος. Εμείς θα ζητήσουμε δανεικά για να χρηματοδοτήσουμε μια οικονομία, η οποία αναμένεται να κινηθεί με ρυθμούς ανάπτυξης που δεν θα ξεπεράσουν το 2% ετησίως κατά μέσον όρο την επόμενη τετραετία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρούμε δανεικά με 2%, άντε 2,5% το πολύ, αν υποθέσουμε ότι θα υπάρξει και μισή μονάδα αύξηση του πληθωρισμού. Δυστυχώς, τέτοια επιτόκια για την Ελλάδα δεν υπάρχουν ούτε στα παραμύθια. Στην πραγματικότητα, αν βρούμε χρήμα με κόστος κάτω από 4,5% θα είμαστε τυχεροί ενώ κάτι φτηνότερο από 4% θα συνιστά εξαιρετικά ονειρική εξέλιξη. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι θα δανειζόμαστε ακριβά για να ανακυκλώνουμε τα φτηνότερα δάνεια της μνημονιακής εποχής.

Μπορεί σε ορισμένους να ακούγομαι απαισιόδοξος αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω ότι το 2010 μπήκαμε στα μνημόνια με χρέος κάπου στο 130% του ΑΕΠ ενώ τώρα το χρέος μας έχει ξεπεράσει το 193%.
Σε απόλυτα ποσά, τότε χρωστούσαμε κάπου 300 δισ. ενώ σήμερα, μετά από σφίξιμο και στύψιμο οκτώ χρόνων, χρωστάμε πάνω από 340. Βάλτε τον εαυτό σας στην θέση ενός δανειστή και πείτε μου πόσο πρόθυμοι θα ήσασταν να δανείσετε μια τέτοια οικονομία και με ποιους όρους θα το κάνατε.

Το πρόβλημα της χώρας μας γίνεται ακόμη δυσκολώτερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας την πολύ κακή διεθνή κατάσταση. Μέσα στην Ευρώπη, η Ιταλία κρατιέται με νύχια και με δόντια για να μη χρεωκοπήσει και επίσημα (ανεπίσημα έχει χρεωκοπήσει ήδη), η Γαλλία έφτασε να χρωστάει πάνω από δύο τρισ. ευρώ (ένα ολόκληρο ΑΕΠ), η Ισπανία διασώζεται τεχνητά (χάρη στις συμψηφιστικές ενέσεις που της κάνει η ΕΚΤ μέσω του Target2) και η Γερμανία βρίσκεται μπροστά στον τεράστιο κίνδυνο συρρίκνωσης της αυτοκινητοβιομηχανίας της λόγω των δασμών που ετοιμάζεται να επιβάλει η Ουάσιγκτον. Εκτός Ευρώπης, η Βραζιλία αγκομαχάει, η Αργεντινή προσέφυγε και πάλι στο ΔΝΤ, η Ρψσσία ψάχνεται, το Μεξικό βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, η Τουρκία καταρρέει ώρα με την ώρα, η Ινδία έχει ήδη βάλει όπισθεν και η Νότια Αφρική θυμίζει ηφαίστειο λίγο πριν την έκρηξη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η έξοδός μας στις αγορές πρέπει να θεωρείται ακανθώδης από χέρι και κανένα «μαξιλάρι» δεν δείχνει ικανό να την κάνει πιο εύκολη.

Κάπου εδώ θα σταματήσω γιατί είμαι σίγουρος ότι ήδη χάλασα την διάθεση αρκετών. Προσωπικά, δεν βρίσκομαι ανάμεσα σ’ αυτούς που πανηγυρίζουν για το «τέλος των μνημονίων». Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Σύμφωνοι. Αρκεί να μην έρθει κάποιο μεγαλύτερο κακό αργότερα, όταν ξαναμπεί σε λειτουργία το μαγγανοπήγαδο και προσφύγουμε στις αγορές για πρώτη φορά στην μετά τα μνημόνια εποχή…

Advertisements

Για την «Πολιτική φαντασία του Μπέκετ» της Έμιλι Μορίν…


Για την «Πολιτική φαντασία του Μπέκετ» της Έμιλι Μορίν

Πρόσφατα στην έγκριτη επιθεώρηση Νew York Review of Books παρουσιάστηκε, με πολύ κολακευτικά χρώματα, ένα βιβλίο με τίτλο Η πολιτική φαντασία του Μπέκετ, γραμμένο από την Έμιλι Μορίν, καθηγήτρια αγγλικής και ιρλανδικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ. Σύμφωνα με τον Φίνταν Ο’Τουλ, συντάκτη του άρθρου, το βιβλίο αυτό, που το χαρακτηρίζει «πρωτοποριακό» και «βαθιά τεκμηριωμένο», ανατρέπει την κυρίαρχη αντίληψη ότι ο Μπέκετ ήταν ένας απολιτικός ή και αντι-πολιτικός συγγραφέας, μια αντίληψη που έχει εδραιωθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες.

 

Π.χ. ένας σπουδαίος, σύμφωνα με τη Μορίν, λόγιος, ο Σταν Γκοντάρσκι γράφει: «Η εστία της αδικίας στον Μπέκετ δεν είναι ποτέ τοπική, πολιτειακή ή κοινωνική, αλλά συμπαντική: πρόκειται για την ίδια την αδικία του να έχεις γεννηθεί». Μια σπουδαία βιογράφος του Μπέκετ γράφει ότι «για τον Μπέκετ η πολιτική ήταν ανάθεμα» και ότι «ο ίδιος έφευγε μακριά κάθε φορά που μια συζήτηση στρεφόταν στην πολιτική».

 

Την ίδια αντίληψη είχαν και αριστεροί Βρετανοί θεατρικοί συγγραφείς του ’60, που υποστήριξαν ότι ο Μπέκετ ήταν ένας απόμακρος πεσιμιστής που η μόνη συνεισφορά του στην πολιτική αναζήτηση ήταν η αφοπλιστική απελπισία.

 

Η συγγραφέας στηρίζει τα επιχειρήματά της τόσο στο ίδιο το έργο του Μπέκετ, όσο και στον δημόσιο λόγο του, σε επιστολές, μαρτυρίες, κείμενα υπογραφών και άλλες πηγές. Παρόμοια ήταν η άποψη του Αντόρνο: «θα ήταν […] ανόητο το να τον χαρακτηρίσουμε πολιτικό μάρτυρα-κλειδί».

 

Ζήτω η [Ισπανική] Δημοκρατία!

 

Πρώτη φορά, πριν από πολλά χρόνια, ήρθα τυχαία σε επαφή με ένα δείγμα της πολιτικοποίησης του Μπέκετ σε ένα κείμενο για το πώς είδαν οι Βρετανοί συγγραφείς τον Ισπανικό Εμφύλιο. Το 1937, με πρωτοβουλία των Αραγκόν, Χάινριχ Μαν, Πάμπλο Νερούδα, Όντεν και Σπέντερ, δημοσιεύτηκε μια ανοιχτή επιστολή προς τους πεζογράφους και ποιητές «της Αγγλίας, Σκοτίας, Ουαλίας και Ιρλανδίας». Μετά από μια σύντομη εισαγωγή, η επιστολή ζητούσε από τους συγγραφείς να απαντήσουν σε δύο ερωτήσεις:

 

«Είστε υπέρ ή κατά της νόμιμης κυβέρνησης και του λαού της Ισπανίας;

 Είστε υπέρ ή κατά του Φράνκο και του φασισμού;»

 

Οι απαντήσεις –ή μάλλον οι περισσότερες από αυτές– δημοσιεύτηκαν σε ένα φυλλάδιο του περιοδικού Left ReviewYπέρ της Δημοκρατικής Κυβέρνησης τάχθηκαν, με κείμενά τους, 127 συγγραφείς, 16 χαρακτηρίστηκαν «ουδέτεροι» (ανάμεσά τους ο Τ.Σ. Έλιοτ, και 5 φιλο-φασίστες. Ας μη σταθούμε σε λεπτομέρεις, παρόλο που είναι ενδιαφέρουσες (ίσως παρουσιάσουμε κάποιες μια άλλη φορά). Απ’ όλες τις απαντήσεις, ξεχωρίζει αυτή του Μπέκετ για τη λακωνικότητά της: «¡Up the Republic!» Ζήτω η Δημοκρατία!, έγραψε χρησιμοποιώντας το χαρακτηριστικό ισπανικό ανάποδο θαυμαστικό (¡) στην αρχή της πρότασης.

 

Το 1969 ο Observer περιέγραψε τον Μπέκετ σαν τον άνθρωπο που μόνο μία φορά είχε υπογράψει ένα συλλογικό κείμενο διαμαρτυρίας (για τους ελλιπείς κανονισμούς στα γαλλικά σφαγεία). Όμως στην πραγματικότητα ο Ιρλανδός συγγραφέας είχε προσθέσει την υπογραφή του σε δεκάδες συλλογικά κείμενα, αρχής γενομένης το 1931 όταν, σε ηλικία 25 ετών εξέφρασε με αυτό τον τρόπο την αλληλεγγύη τους στους οκτώ μαύρους έφηβους από το Σκότσμπορο της Αλαμπάμα που είχαν άδικα κατηγορηθεί για βιασμούς λευκών γυναικών.

 

Τον ενδιέφερε η πολιτική του καιρού του

 

Ο Μπέκετ διάβαζε συστηματικά αριστερές και κεντροαριστερές εφημερίδες, ανάμεσά τους τις Le Monde, Humanité, Libération. Η Μορίν αναφέρεται σε ένα πλήθος περιπτώσεων που δείχνουν ότι ο Μπέκετ έπαιρνε θέση από δημοκρατική, προοδευτική σκοπιά… αν όχι από επαναστατική με τα δικά μας κριτήρια.

 

Δεν ήταν μόνο οι υπογραφές. Τον ενδιέφερε η πολιτική του καιρού του, όχι μόνο η αιώνια ανθρώπινη κατάσταση. Εξάλλου, ρίσκαρε τη ζωή του με τη συμμετοχή του στη γαλλική Αντίσταση και ας ήταν πολίτης μιας ουδέτερης χώρας, της Ιρλανδίας, ενώ στα νεανικά του χρόνια είχε σχέση με αριστερούς, κομμουνιστικούς φιλολογικούς κύκλους. Τα μεγάλα του έργα που άνοιξαν επαναστατικούς δρόμους στο θέατρο και τη λογοτεχνία, παρατηρεί η Μορίν, γράφτηκαν αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. «Τα βασανιστήρια, η υποδούλωση, η πείνα, η εκτόπιση, η φυλάκιση, η υποταγή στην αυθαιρεσία της εξουσίας είναι κοινά θέματα της μοίρας των περισσότερων προσώπων στα έργα του Μπέκετ».

 

Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει η Βρετανίδα πανεπιστημιακός, είναι το ακόλουθο: «Πώς γίνεται, με δεδομένο το ζωηρό του ενδιαφέρον για την καταπίεση, την προπαγάνδα, τον απολυταρχισμό, την αποικιοκρατία και το ρατσισμό, όλα αυτά να μην εμφανίζονται με σαφήνεια στο καλλιτεχνικό έργο του; Γιατί κάποιος που νοιάζεται τόσο πολύ για την ιστορία και την πολιτική, τις προσεγγίζει τόσο πλάγια και υπαινικτικά;»

 

Η Μορίν δίνει κάποιες απαντήσεις. Πρώτον, ότι ο Μπέκετ ήταν πάντα ένας εκτοπισμένος: προτεστάντης σε ένα ποτισμένο από τον καθολικισμό ιρλανδικό κράτος ενώ αργότερα ήταν ξένος στη Γαλλία. Δεύτερον, ότι ο Μπέκετ ήταν πάνω απ’ όλα «μάρτυρας» σε ό,τι ο ίδιος δεν ήταν: δεν ήταν Εβραίος, δεν βασανίστηκε, δεν στάλθηκε σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γλίτωσε από το χειρότερο, αλλά ποτέ δεν το ξεπέρασε. Η ερώτηση του Βλαντιμίρ στο Περιμένοντας τον Γκοντό «Μήπως κοιμόμουνα όταν οι άλλοι υπέφεραν; Κοιμάμαι τώρα;» στοίχειωνε τον ίδιο τον Μπέκετ.

 

Και η Μορίν προσθέτει: «Η θέση του Μπέκετ ήταν παράξενη: ήταν πολύ κοντά στον τρόμο ώστε να μη γράψει γι’ αυτόν, αλλά αρκετά μακριά ώστε να γράψει σαν να ‘ταν κάτι που το ΄χε ζήσει ο ίδιος». Πολλοί στενοί του φίλοι είχαν κατά καιρούς συκοφαντηθεί, συλληφθεί, εκτοπιστεί, εξοριστεί, όχι ο ίδιος: Όλα αυτά τα είχε βιώσει έμμεσα.

 

Περί τα τέλη του ’40 ο Μπέκετ είχε μιλήσει για την ανάγκη ενός νέους είδους τέχνης «που θα το χαρακτηρίζει η έκφραση ότι δεν υπάρχει τίποτα για να εκφράσει κανείς, κανένα μέσο για να το εκφράσει, καμία δύναμη να το εκφράσει – και όλα αυτά με την υποχρέωση να το εκφράσει».

 

Και η Μορίν καταλήγει: «Η τέχνη του προήλθε από την αδυναμία και την έλλειψη της επιθυμίας να γίνει μάρτυρας, από την έλλειψη του κύρους του μάρτυρα –μαζί με την απόλυτη υποχρέωση να γίνει μάρτυρας». (Μάρτυρας με την έννοια αυτού που καταθέτει μια προσωπική μαρτυρία, όχι αυτού που υποφέρει σαν μάρτυρας.) Όπως γράφει η Μορίν:

 

«Το πιο πολιτικό στοιχείο στο έργο του Μπέκετ είναι ότι καθώς ο χρόνος και ο τόπος δεν είναι αυστηρά καθορισμένοι, δεν υπάρχουν βολικά σύνορα…. Στον Μπέκετ ο τρόμος δεν ανήκει στο παρελθόν. Στον Μπέκετ υπάρχει μόνο ένας χρόνος: το παρόν. Υπάρχει μόνο η φωνή που μιλά αδιάκοπα μες στο σκοτάδι, που μας μιλά τώρα. Δεν μπορούμε να θυμόμαστε τους νεκρούς γιατί αυτοί δεν είναι καν νεκροί».

 

Το μακροσκελές άρθρο της Μορίν για τον Μπέκετ βρίσκεται στην ακόλουθη διεύθυνση:  http://www.nybooks.com/articles/2018/06/07/samuelbeckettwherelostbodiesroam/ Το παρόν κείμενο είναι μια από τρίτο χέρι μεταφορά μιας ενδιαφέρουσας προσέγγισης που, αν μη τι άλλο, επιχειρεί να ανατρέψει βεβαιότητες αρκετών δεκαετιών.

 

Περίληψη και επιμέλεια της Μαριάννας Τζιαντζή

_____________________________________________________________

Aπό:https://www.kommon.gr/politismos/item/2042-gia-tin-politiki-fantasia-tou-beket-tis-emili-morin

Τρόμοι και βιαιότητες…


Ξεχασμένη σε ένα «συρτάρι» για 8 χρόνια, ιδού λοιπόν η μετάφραση στα ελληνικά ενός σημαντικού κειμένου του Ντανιέλ Μπενσαΐντ, που ίσως είναι σήμερα ακόμα πιο επίκαιρο από τότε που γράφτηκε, το 2008. Απόλαυση η ανάγνωσή του,έστω και αν η μετάφραση δεν μπορεί να αποδώσει την μαεστρία του συγγραφέα ως σπάνιου δεξιοτέχνη της γαλλικής γλώσσας. Αλλά μεγάλη και η χρησιμότητά του καθώς ο Μπενσαΐντ μάς παίρνει από το χέρι για να ξετυλίξει μαζί μας το κουβάρι του μίτου της Αριάδνης στο λαβύρινθο όλων των τρόμων και όλων των βιαιοτήτων της βάρβαρης εποχής μας… 

Γιώργος Μητραλιάς


του Ντανιέλ Μπενσαΐντ

2018 06 09 01 bensaid 01 04(Αυτό το κείμενο δημοσιεύτηκε ως πρόλογος στη συλλογή άρθρων του Μάικ Ντέιβις, οι Ήρωες της Κόλασης, που εκδόθηκε τον Ιανουάριο 2007 από τις εκδόσεις Textuel)

«Αλχημιστές της επανάστασης, μοιράζονται με τους παλιούς αλχημιστές τη σύγχυση των ιδεών και τη ξεροκεφαλιά που είναι γεμάτη από έμμονες ιδέες. Ορμάνε πάνω σε εφευρέσεις που υποτίθεται πως κάνουν επαναστατικά θαύματα: εμπρηστικές βόμβες, διαβολικές μηχανές που κάνουν μαγικά πράγματα, ταραχές που, ελπίζουν, θα είναι τόσο περισσότερο θαυματουργές και εκπληκτικές όσο θα έχουν λιγότερο ορθολογικά θεμέλια».

Καρλ Μαρξ «Βιβλιοπαρουσίαση των Συνωμοτών του Α. Chenu», Πολιτικά Έργα τόμος 1, Παρίσι, Pleiade Gallimard, σελ. 361.

Πολύ πριν από τις απόπειρες της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ενάντια στους πύργους του World Trade Centre, οι γόνιμοι εγκέφαλοι της κυβέρνησης των ΗΠΑ εργάζονταν ήδη για να επινοήσουν μια «αντι-τρομοκρατική» ρητορική προσαρμοσμένη στη μεταψυχροπολεμική εποχή. Έχοντας χάσει, με τη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την αποσύνθεση του υποτιθέμενου σοσιαλιστικού στρατοπέδου, τον καλύτερο εχθρό και άλλοθί τους, χρειάζονταν για την Αυτοκρατορία τους του Καλού, ένα νέο διπλό μπαμπούλα, μια εκσυγχρονισμένη ενσάρκωση του απόλυτου Κακού, που θα δικαιολογούσε την αναζωπύρωση της κούρσας των εξοπλισμών και τις σταυροφορίες της νέας αυτοκρατορικής τάξης πραγμάτων. Η κυμαινόμενη έννοια της τρομοκρατίας ήταν εντελώς κατάλληλη για να προσφέρει την ιδεολογική κάλυψη που απαιτούν οι σωφρονιστικές εκστρατείες, οι νεοαποικιακές εισβολές και οι λοιποί «προληπτικοί πόλεμοι». Προοριζόταν να εξορκίσει το φάσμα ενός πανταχού παρόντος κινδύνου και ενός απροσδιόριστου εχθρού (1).

Στο πλαίσιο του στρατηγικού αναπροσανατολισμού (η «επανάσταση» των στρατιωτικών υποθέσεων) που ξεκίνησε την επαύριον της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου και την παραμονή του πρώτου Πολέμου του Κόλπου, τα εγχειρίδια του Πενταγώνου όριζαν τη τρομοκρατία ως «τη σταθμισμένη χρήση της βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και τον καταναγκασμό ώστε να επιτευχθούν θρησκευτικοί, πολιτικοί, ιδεολογικοί και άλλοι στόχοι». Ένας τόσο ελαστικός ορισμός μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί στους αποικιακούς πολέμους, στις αυτοκρατορικές κατακτήσεις, στη ποινικοποίηση των κοινωνικών κινημάτων και σε όλες τις μορφές κρατικής τρομοκρατίας (μεταξύ των οποίων και εκείνης του Ισραήλ στα κατεχόμενα εδάφη) που χρησιμοποιούν τη βία για να πετύχουν, με «τον εκφοβισμό και τον καταναγκασμό» στόχους που είναι συνάμα πολιτικοί, ιδεολογικοί και θρησκευτικοί.

Συνέχεια

O Aριστοτέλης και το Κοινωνικό Κράτος για την αποτροπή του εμφυλίου πολέμου…


Είχαμε γράψει για το κράτος πρόνοιας, ή κοινωνικό κράτος, ως μορφή κοινωνικού πολέμουhttps://bestimmung.blogspot.com/2018/01/blog-post_17.html . Στην ανάρτηση εκείνη, τα τρία κύματα του κράτους πρόνοιας εξηγήθηκαν με βάση τις ισάριθμες απαντήσεις στην απειλή του κοινωνικού, εμφύλιου πολέμου.
Η γονιμότητα και η διαχρονικότητα αυτής της διαπίστωσης επιβεβαιώνεται και στο αρχαίο αριστοτελικό πολιτικό κείμενο. Για τον Αριστοτέλη, η (ιδανική) πολιτεία είναι ανύπαρκτη, όμως με αυτήν ως γνώμονα ο Σταγειρίτης φιλόσοφος προτείνει ως αντίδοτο στις ιστορικές πολιτείες, στις «στάσεις» (εμφύλιες πολιτικές ανταρσίες) και τις κοινωνικο-ταξικές αντιθέσεις τους μια »μικτή πολιτεία». Τόσο η ολιγαρχία όσο και η δημοκρατία μπορούν να γίνουν ανεκτές ή και να οδηγήσουν στη διάλυση της πολιτείας, ανάλογα με το αν υπηρετούν τη »βέλτιστη τάξη». Το καλύτερο δυνατό πολίτευμα περιέχει τα λιγότερα δυνατά ακραία στοιχεία, τους λιγότερους δυνατούς πλούσιους ή φτωχούς.
Πιο συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλης προτείνει:
α) «να ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεων και τα πολιτικά αξιώμαα στα χέρια αντιμαχόμεων κοινωνικών στρωμάτων» (Πολιτ. 1308b).
β) Τη «μεσότητα» έναντι της απλής «ισότητας». Η μεσότητα εγγυάται την ισότητα σύμφωνα με την αξία (αρχή διανεμητικής δικαιοσύνης) και μία δίκαιη ικανοποίηση επιμέρους επιθυμιών. Πώς είναι όμως εφικτό αυτό;
Είτε επιχειρώντας «μια ανάμιξη της τάξης των φτωχών με την τάξη των πλουσίων», είτε αυξάνοντας τη μεσαία τάξη», προς αποτροπή των »στάσεων» (Πολιτ. 1308b, 28-30).
Στο πρωτότυπο
»πειρᾶσθαι ἢ συμμειγνύναι τὸ τῶν ἀπόρων πλῆθος καὶ τὸ τῶν εὐπόρων ἢ τὸ. μέσον αὔξειν (τοῦτο γὰρ διαλύει τὰς διὰ τὴν ἀνισότητα στάσεις)»
Έτσι ο Αριστοτέλης πραγματοποιεί διπλή κριτική τόσο σε ένα «φιλελεύθερο» ιδεώδες παντοδυναμίας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, όσο και στην πλατωνική κοινοκτημοσύνη . Γράφει ο Αριστοτέλης:
«Το υπάρχον ιδιοκτησιακό καθεστώς αν συμπληρωθεί με εύκοσμα έθιμα και ένα σύστημα ορθών νόμων θα βελτιωθεί σημαντικά. Διότι θα αποκτήσει ό,τι καλό έχουν και τα δύο συστήματα: εννοώ τα συστήματα της κοινοκτημοσύνης και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Πράγματι, η ιδιοκτησία πρέπει να είναι ως ένα ορισμένο σημείο κοινή, κατά βάση όμως να παραμένει ιδιωτική […] Χάρη στην αρετή, η χρήση των προιόντων της ιδιοκτησίας θα ρυθμιστεί σύμφωνα με το ρητό: «τα αγαθά των φίλων είναι κοινά αγαθά» […] Καθένας από τους πολίτες, έχοντας δική του ιδιοκτησία, διαθέτει στους φίλους του ορισμένα αγαθά και χρησιμοποιεί άλλα ως κοινά αγαθά […] Είναι προφανές λοιπόν ότι η ιδιοκτησία είναι προτιμότερο να παραμείνει ατομική αλλά η χρήση της να γίνει κοινή» (Πολιτ. 1263a, 22-40, μτφ. Γ.Κοντογιώργης, Η Θεωρία των Επαναστάσεων του Αριστοτέλη, εκδ. Λιβάνης). 

 

Tέλος, ο Αριστοτέλης προτείνει ένα εκπαιδευτικό σύστημα ικανό να διαμορφώνει νομιμόφρονες και διακατεχόμενους από το πνεύμα της πολιτείας πολίτες.
Συμπεραίνουμε πως το ζήτημα του εμφύλιου πολέμου, η πραγματικότητα ή η απειλή του, είναι εκείνο που απομυθοποιεί κάθε κρατική μορφή, ως πραγμάτωση της κυρίαρχης θέλησης ως κυρίαρχης εξουσίας.
____________________________________________________________

Εικόνες ενός κόσμου που αποσυντίθεται…


“Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν” της Τζανίν Ντι Τζιοβάνι

Γράφει ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος 

O υπότιτλος διευκρινίζει για “ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία” και αμέσως προετοιμάζεσαι για είσοδο στο χάος. Έτσι απλά, δίχως δραματοποιημένο, πομπώδες, ύφος, δίχως δέος και φόβο. Ο πόλεμος είναι η καθημερινότητα αλλιώς, απλά έχει πολύ μαύρο, πολύ μέταλλο, πολύ αίμα, πολύ θόρυβο, πολλή σκόνη και ελάχιστη ελπίδα. Α, και καθόλου αλήθεια. Ως γνωστό, στον πόλεμο αυτή είναι το πρώτο θύμα. Εκεί, λοιπόν, που “σκοτώνεται” η αντικειμενικότητα και καθετί που θεωρείται δεδομένο, εκεί δημιουργούνται οι ανταποκρίσεις, οι νέες εικόνες ενός κόσμου που αποσυντίθεται για να μην επιστρέψει ποτέ. Ο αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας στον καταραμένο τόπο χάνει την ιδιότητα του ταξιδιώτη και γίνεται περαστικός από ένα τοπίο που τον έλκει για να τον “καταπιεί” και να του πάρει ό,τι ανθρώπινο έχει μέσα του. Τέτοιος περαστικός είναι ο πολεμικός ανταποκριτής, ο ξένος που θέλει να δει το σαρκοβόρο ψέμα από κοντά, να το δει να απλώνεται και να σκεπάζει τα πάντα, να απομυζά κάθε ίχνος ζωής.

Η Τζανίν Ντι Τζιοβάνι είναι μία απ’ αυτούς που είδαν την αποκτήνωση, το κενό στους ανθρώπους που δημιούργησε το ψέμα, ο πόλεμος ο ηλίθιος, ο πόλεμος που συνεχίζει την απάνθρωπη πολιτική των ιμπεριαλιστών, ο πόλεμος που θρέφει τους δικτάτορες, ο πόλεμος που επιβάλλουν οι νοσηρές διαστρεβλώσεις των θρησκειών, ο πόλεμος που ξεκινά ως αντίδραση απέναντι σε αυτούς που διεκδικούν ελευθερία και δημοκρατία. Η Τζανίν Ντι Τζιοβάνι είδε από κοντά μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει η τύφλωση, η πολιτική-θρησκευτική-κοινωνική. Το να ψάχνεις απαντήσεις σε μια μόνιμη κόλαση είναι μάταιο αλλά και αυτό που πρέπει να κάνει κάποιος που βρίσκεται σε αυτήν!  Οι απαντήσεις μόνο εύκολες δεν είναι, ούτε να τις βρεις, ούτε να τις ακούσεις, ούτε να τις γράψεις. Η Ντι Τζιοβάνι όμως ξέρει ότι δεν υπάρχει εύκολος δρόμος σε τέτοιες περιπτώσεις και πως μόνο η άμεση επαφή με θύτες και θύματα μπορεί να πιάσει τον σφυγμό της αλήθειας που ψυχορραγεί. Η εμπειρία της σε διάφορα πολεμικά μέτωπα -Βοσνία, Ρουάντα, Ιράκ, κ.α.- την οδηγεί σωστά και παρά το γεγονός ότι ο δρόμος είναι επικίνδυνος, αυτή τον περπατά.

Η συγγραφέας συλλέγει σπαρακτικές ανθρώπινες ιστορίες και τις συλλέγει μέσα στα άγνωστα μονοπάτια του εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Δεν υπάρχουν σύνορα και όρια, γι’ αυτό μιλά με στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού, με ανθρώπους που υποστηρίζουν τον Άσαντ, με μαχητές του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, με Σύρους που θέλουν να απαλλαγούν από την τυραννία. Μιλά με βασανισμένους, μιλά με βασανιστές, περιγράφει το πριν και το μετά πόλεων που εν μία νυκτί ισοπεδώθηκαν, περιγράφει την αδυναμία και την ατολμία των διεθνών οργανισμών να επέμβουν και να σώσουν ό,τι κι αν σώζεται. Η πολεμική ανταποκρίτρια εντοπίζει την ανθρωπιά που κρύβεται  αλλά δεν λιποτακτεί απέναντι στη βαρβαρότητα. Ο λόγος της όμως δεν είναι μελοδραματικός (θα μπορούσε) αλλά στέκει ψύχραιμος έναντι των όσων απάνθρωπων βλέπει και βιώνει. Τα επεισόδια που αφηγείται δίνουν μια μικρή εικόνα για το γεωπολιτικό χάος που επικρατεί στην περιοχή και την επίδραση στους ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν σε αυτό. Ο αναγνώστης μπορεί να κατανοήσει έτσι απλά, δίχως πολύπλοκες πολιτικό-κοινωνικές αναλύσεις, τι συμβαίνει σε αυτή την περιοχή του πλανήτη. “Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν”  κυριολεκτεί γιατί σε αυτή την όμορφη χώρα, τη Συρία, ένα πρωί ο πόλεμος πήρε τα πάντα. Η καλή μετάφραση ανήκει στη Μαριάννα Ρουμελιώτη και οι εκδόσεις “Δώμα” μας προσφέρουν άλλο ένα αξιόλογο βιβλίο.

—————————————————————————————————–

Το φορτωμένο γαϊδούρι …


Την περασμένη εβδομάδα, κάπου ανάμεσα σε Βόρεια Μακεδονία, Αγρίνιο και Ρωσσία, χάσαμε την μπάλλα και φάγαμε γκολ. Δίχως να το καταλάβουμε, πέρασε από την βουλή (δημοσιεύθηκε ήδη στο ΦΕΚ) ένα νομοσχέδιο-τέρας: εκατόν τριάντα ένα άρθρα σε ογδόντα επτά σελίδες (τελικό κείμενο), μαζί με μια εισηγητική έκθεση άλλων πεντακοσίων σελίδων, που έπρεπε να διαβαστούν, να μελετηθούν και να συζητηθούν στο άψε-σβήσε, καθ’ όσον όλα έγιναν με την -αντιδημοκρατική- διαδικασία τού κατεπείγοντος.

Σε πρόσφατα κείμενά μας, χαρακτηρίσαμε αυτό το νομοσχέδιο ως «μεταμνημονιακό μνημόνιο» και, ίσως, σε κάποιους να φανήκαμε υπερβολικοί. Όμως, ο τίτλος του νομοσχεδίου μάλλον συμφωνεί με τον χαρακτηρισμό μας: «Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων – Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 και λοιπές διατάξεις«. Αναρωτιέμαι, αν δεν χαρακτηρίσεις ως μνημόνιο μια «ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων», ως τι μπορείς να την χαρακτηρίσεις.

Γελοιγραφία του 1883: Ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης κρατάει τον γάιδαρο-λαό
ενώ ο υπουργός οικονομικών Παύλος Καλλιγάς φορτώνει φόρους

Εν πάση περιπτώσει, παρ’ ότι αυτές οι μέρες είναι εξαιρετικά φορτωμένες με επαγγελματικές υποχρεώσεις, αναδίφησα στο ψηφισμένο κείμενο και σημείωσα μερικές εξαιρετικού ενδιαφέροντος διατάξεις. Λέω, λοιπόν, να μοιραστώ σήμερα αυτές τις σημειώσεις μου με τους αναγνώστες:

(Α) Αν έχετε υπομονή και διαβάσετε το άρθρο 109, θα ανατριχιάσετε. Μ’ αυτό το άρθρο κυρώνεται η «Σύμβαση προσχώρησης και τροποποίησης της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης», δηλαδή γίνεται και επίσημα η παραδοχή ότι παρατείνεται το μνημόνιο που ξέρουμε, έστω και τροποποιούμενο. Πού βρίσκεται η ανατριχίλα; Προσέξτε: «Η ΕΕΣΥΠ [σ.σ.: το υπερταμείο, που ενσωμάτωσε το ΤΑΙΠΕΔ]υπόσχεται στον ΕΜΣ [σ.σ.: Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης] ότι κάθε φορά που το δικαιούχο κράτος μέλος [σ.σ.: η Ελλάδα] δεν καταβάλλει ποσό οφειλόμενο βάσει ή σε σχέση με τη Σύμβαση, η ΕΕΣΥΠ μετά από αίτημα θα φέρει την ευθύνη καταβολής αυτού του ποσού σαν να ήταν ο κύριος οφειλέτης, εφόσον τα συνολικά καταβλητέα ποσά βάσει αυτής της εγγύησης δεν θα υπερβαίνουν συνολικά τα 25.000.000.000 ευρώ».

Σε απλά ελληνικά: αν η χώρα, για οποιονδήποτε λόγο, καθυστερήσει την πληρωμή κάποιας δόσης των δανείων της, οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν τα καθυστερούμενα ποσά από την ΕΕΣΥΠ, η οποία υπόσχεται να τα καταβάλει. Σε ακόμη πιο απλά ελληνικά: εφ’ όσον όλα τα περιουσιακά στοιχεία τού δημοσίου έχουν μεταβιβαστεί στην ΕΕΣΥΠ, όποτε δεν πληρώσουμε έγκαιρα κάποια δόση, οι δανειστές θα μπορούν να βγάζουν στο σφυρί ένα τμήμα της δημόσιας περιουσίας, χωρίς να μπορεί το ελληνικό κράτος να αντιδράσει! Αυτή είναι μια πρόβλεψη που δεν περιλαμβανόταν σε κανένα μνημόνιο . Ευτυχώς, φρόντισε η «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνησή μας να διορθώσει αυτή την απαράδεκτη παράλειψη λίγο πριν εκπνεύσουν τα μνημόνια.

(Β) Στο Β’ Κεφάλαιο (άρθρα 56 κ.ε.) τροποποιείται απί το δυσμενέστερο για τους οφειλέτες ο Ν. 3869/2010, πιο γνωστός ως νόμος Κατσέλη. Ειδικά με το άρθρο 59 καταλύεται πλήρως η προστασία του κράτους, εάν οι καθυστερημένες πληρωμές υπερβούν το ποσό τριών δόσεων. Σ’ αυτή την περίπτωση, η τράπεζα στέλνει στον οφειλέτη ένα εξώδικο, τον καλεί να τακτοποιήσει τις οφειλές του μέσα σε τριάντα ημέρες και μετά, αν αυτή προθεσμία περάσει άπρακτη, του βγάζει το δάνειο στο σφυρί. Τέτοια fast track διαδικασία ούτε να την ονειρευτούν δεν μπορούσαν οι τραπεζίτες.

(Γ) Με τις διατάξεις τού άρθρου 80, δημιουργείται ένας «Ενιαίος Λογαριασμός Θησαυροφυλακίου», ο οποίος μαζεύει όλα τα λεφτά των φορέων κεντρικής διοίκησης. Με απλά λόγια: πανεπιστήμια, νοσοκομεία, επιμελητήρια, περιφέρειες κλπ κλπ παύουν να διατηρούν διαθέσιμα χρήματα σε δικούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς και υποχρεούνται να τα παραδώσουν στον υπουργό οικονομικών (εκτός από τα ποσά τα οποία απαιτούνται για να καλύψουν ανάγκες ενός δεκαπενθημέρου). Με αυτόν τον τρόπο υπολογίζεται ότι στον Ενιαίο Λογαριασμό θα μαζευτούν κάπου έξι δισ. ευρώ.

Να θυμηθούμε εδώ ότι το 2015 η -νεοεκλεγείσα τότε- κυβέρνηση είχε ζητήσει από τους φορείς της να καταθέσουν τα διαθέσιμά της σε έναν λογαριασμό τής Τραπέζης της Ελλάδος, προκειμένου να πληρώσει μια δόση των δανείων. Πολλοί φορείς έσπευσαν να συμμορφωθούν ενώ άλλοι (όπως ο Δήμος Πατρέων) αρνήθηκαν να υπακούσουν και αργότερα κλήθηκαν σε απολογία. Υπολογίζεται ότι τα κεφάλαια που έχουν ήδη μεταφερθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος φτάνουν τα 22 δισ. ευρώ. Όλα αυτά τα χρήματα θα χρησιμοποιηθούν για να δημιουργηθεί το περίφημο «μαξιλάρι ασφαλείας», το οποίο θα μας επιτρέψει τον Αύγουστο «να βγούμε από τα μνημόνια» (για την ακρίβεια: να μην καταφύγουμε σε νέα δανειακή σύμβαση ή σε προληπτική γραμμή στήριξης). Όμως, μ’ αυτόν τον τρόπο, όλοι οι φορείς «στεγνώνουν» και το έργο τους θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα.

(Δ) Επισημοποιούνται οι παρεμβάσεις στις συντάξεις, στις εισφορές ασφάλισης και στην φορολογία. Μέχρι το 2022 θα εξοικονομηθούν (α) από την περικοπή των συντάξεων 11,882 δισ., (β) από την αύξηση εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών 623 εκατ. και (γ) από την προβλεπόμενη για το 2020 μείωση του αφορολόγητου άλλα 6,036 δισ. ευρώ. Αθροιστικά, δηλαδή, μέχρι τέλους του 2022, οι πολίτες αυτής της χώρας θα χάσουν από την τσέπη τους πάνω από 18,5 δισ ευρώ, εκτός εκείνων που έχουν χάσει μέχρι σήμερα.

Αυτές -και άλλες- διατάξεις έρχονται να προστεθούν σ’ εκείνες του προηγούμενου νομοσχεδίου-τέρατος των τετρακοσίων είκοσι άρθρων που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο (αλλαγή τού τρόπου προκήρυξης απεργιών, αποψίλωση της προστασίας των οφειλετών από τον νόμο Κατσέλη κλπ) και, βεβαίως, σε όλες τις προηγούμενες, των αμέτρητων αντιλαϊκών νομοθετημάτων τής τελευταίας οκταετίας.

Επειδή ο Αύγουστος είναι πολύ κοντά και κάποιοι ετοιμάζονται από τώρα για πανηγυρισμούς, ας μη ξεχνάμε ότι μπορεί να πλησιάζουμε στην λήξη τής δανειακής σύμβασης αλλά ο Σεπτέμβρης θα βρει τον καθένα μας με όλο αυτό το δυσβάσταχτο φορτίο στις πλάτες του, σωστό γαϊδούρι. Ένα φορτίο πού όχι μόνο προβλέπεται να μείνει ακλόνητο στην θέση του για πολλά-πολλά χρόνια ακόμη αλλά που σίγουρα θα αβγαταίνει όσο περνάει ο καιρός.

Εκτός αν κάποια στιγμή το γαϊδούρι δικαιώσει τον Κώστα Βάρναλη κι αποφασίσει να ξυπνήσει και να αποτινάξει το φορτίο, φέρνοντας μονομιάς ανάποδα τον ντουνιά…

_____________________________________________________________

Η Γιαννούλα Καραχάλιου και η Μακεδονία…


Η καθημερινότητά μας περνά μέσα από τον εθνικιστικό πυρετό της Μακεδονίας. Τα συλλαλητήρια και τις δηλώσεις, τη φτηνή περηφάνια και το ακριβό όνομα, την Ιστορία ως καρικατούρα της πραγματικότητας και ως δεκανίκι έωλων επιχειρημάτων. Το σύμπλεγμα ανωτερότητας των αφιονισμένων. Ως ένα μονοθεματικό παρόν με πολύ φανατισμό και ακόμη περισσότερο αδιέξοδο.
Μέσα από τον θόρυβο των κραυγών, συχνά μια είδηση ανοίγει μια ρωγμή και φτάνει ώς εμάς. Στην Αμφισσα την περασμένη Δευτέρα ένα κορίτσι 13 ετών, η Γιαννούλα Καραχάλιου, έπεσε νεκρή από τα πυρά ενός άνδρα.
Το παιδί ήταν Ελληνίδα Ρομά. Παρ’ όλο που τα στοιχεία δεν είναι ακόμη ξεκάθαρα, ένας 35χρονος διαπληκτίστηκε με Ρομά όταν αυτοί του είπαν να μην περνάει τρέχοντας με το αυτοκίνητο έξω από τον καταυλισμό γιατί παίζουν παιδιά.
Ο 35χρονος γύρισε 2 ώρες μετά και άρχισε να πυροβολεί. Τραυμάτισε στο πόδι τον άντρα Ρομά με τον οποίο είχε διαπληκτιστεί λίγη ώρα πριν και σκότωσε το μικρό κορίτσι.
Στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή. Τα ΜΜΕ έκαναν λόγο για «κακιά στιγμή», για «φόβους βεντέτας από ομοεθνείς», «οι Ρομά απειλούν να κάψουν την πόλη».
Στη μετάδοση των δελτίων χρειάστηκαν τρεις μέρες για να αποκτήσει όνομα το κορίτσι. Μέχρι τότε ήταν απλώς η 13χρονη Ρομά.
Και ενώ το θύμα εντός αυτού του κεκαλυμμένα ρατσιστικού λόγου υποβαθμίζεται, με τον ίδιο τρόπο ο 35χρονος από δολοφόνος αναβαθμίζεται σε «40χρονος επιχειρηματίας» (είναι, βλέπετε, και η «κακιά στιγμή»).
Υπάρχει κάτι βαθιά υβριστικό στην όλη κάλυψη του γεγονότος. Και παρά τη χρήση των στερεοτυπικά ακροδεξιών δημοσιογραφικών φράσεων, νιώθω πως το μεγαλύτερο ποσοστό της Υβρεως συγκεντρώνεται στην επιμονή για ανωνυμία του κοριτσιού, η στέρηση ενός δολοφονημένου κοριτσιού από την ταυτότητά του.
Μέσα στην επιβεβλημένη ασάφεια, η νεκρή κοπέλα δεν έχει όνομα, δεν έχει πρόσωπο.
Εχει μόνο ιδιότητες. Και μέσα από τον ρατσιστικό λόγο των ΜΜΕ οι ίδιες αυτές οι ιδιότητες ορίζουν την ανωνυμία της. Το γεγονός πως ήταν Ρομά υπερισχύει του γεγονότος πως λεγόταν Γιαννούλα Καραχάλιου.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια άρνηση ταφής στο επίπεδο της γλώσσας, σε μια Αντιγόνη όπου ο Κρέοντας είναι ένας ρατσιστής που διατάζει στην πραγματικότητα ελέγχοντας και δίνοντας σχήμα στην πληροφορία.
Ονομάζοντας τα πράγματα και τους ανθρώπους τα αφήνουμε να υπάρχουν, ενώ αντίθετα όταν τα περιγράφουμε τα αποσπούμε από το συγκεκριμένο και τα εντάσσουμε σε μια θολή γενικότητα, αποδεχόμαστε την ύπαρξή τους αλλά ταυτόχρονα την αναιρούμε. Επιτρέπουμε μια ασάφεια στο περίγραμμα ανατρέποντας το κάθε σχήμα. Και τελικά εισερχόμαστε στο απάνθρωπο πεδίο της στατιστικής. Εκεί που ο ρατσισμός των ΜΜΕ είναι αποδεκτός –αν όχι θεμιτός– ακόμα και απέναντι στους νεκρούς.
Η ονοματοδοσία γίνεται άσκηση απόλυτης ισχύος, η χρήση του ονόματος μετρονόμος της εξουσίας. Και ίσως να ακούγεται υπερβολικό, αλλά οι όροι με τους οποίους τα ΜΜΕ έγδυσαν ένα νεκρό κορίτσι από το όνομά του είναι παρόμοιοι με τους όρους με τους οποίους στήνονται τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό.
Οχι με τα επιχειρήματα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, αλλά με αυτή την ιερή επιμονή στην απόλυτη ορθότητα των δικών μας βεβαιοτήτων και στερεοτύπων. Το αποκλειστικό δικαίωμα στην ονοματοδοσία ως επιβεβαίωση ισχύος.
Γιατί τα ονόματα ανήκουν σε εμάς. Σε εμάς τους ανώνυμους ορθούς. Σε εμάς που ορθωνόμαστε πάνω από την ανωνυμία μας ποδοπατώντας τα δακτυλικά αποτυπώματα των άλλων.
Διατηρώντας την ανωνυμία των άλλων κάνουμε πιο συγκεκριμένο το δικό μας όνομα.
Η ανώνυμη μάζα του φανατισμού και τις μισαλλοδοξίας, της μίας και μόνης αλήθειας που στηρίζεται σε υπερβατικές έννοιες όπως η φυλή, η ράτσα, ή το επικό παρελθόν της ανωτερότητας στη θέση της Ιστορίας, θρέφει μέσα της αυτόκλητους τιμωρούς 35χρονους που τις «κακές στιγμές» τις γεννούν οι ίδιοι.
Και τελικά αφού στις μέρες μας όλοι τοποθετούμαστε για τα ονόματα να ξεκαθαρίσω πως προσωπικά το όνομα της κάθε Μακεδονίας με ενδιαφέρει πολύ λιγότερο από το όνομα της μικρής Ρομά, της Γιαννούλας Καραχάλιου.(στην Εφημερίδα των Συντακτών)