Η φιλία κατά τον Αριστοτέλη: Τρία τα είδη της, μόνο το ένα αξίζει πραγματικά…


Σε ηλικία 17 ετών, ο Αριστοτέλης γράφτηκε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην οποία θα έμενε για 20 χρόνια. Ο νεαρός Αριστοτέλης θα γινόταν ο καλύτερος μαθητής της Ακαδημίας που ιδρύθηκε από τον άνθρωπο που έμεινε στην ιστορία ως ο πατέρας της φιλοσοφίας. Είχε, βλέπετε, την τάση να κάνει πολλές ερωτήσεις και να απαντά σε ακόμα περισσότερες.

Η ακριβής χρονολογία της αναχώρησής του από την Ακαδημία είναι αμφιλεγόμενη, αλλά εικάζεται πως έφυγε λίγο μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, καθώς δεν του άρεσε η νέα τάξη των πραγμάτων στη σχολή, μετά τη «φυγή» του δασκάλου του. Ωστόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν, θα διαφωνούσε με πολλές από τις βασικές ιδέες του.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσα ακριβώς έγραψε ο Αριστοτέλης, αλλά ακόμα και από αυτό το μέρος της δουλειάς του που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, είναι ασφαλές να συμπεράνουμε πως το εύρος των θεμάτων που ασχολήθηκε, είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Όλα τα πεδία, επιστημονικά και μη, από την αστρονομία και τη φυσική, μέχρι την ηθική και τα οικονομικά, έχουν επηρεαστεί από τον Αριστοτέλη. Για παραπάνω από 2.000 χρόνια μετά τον θάνατό του, έχει κατορθώσει να παραμείνει ένας από τους πιο γνωστούς στοχαστές της ιστορίας.

Ενώ, λοιπόν, η επιρροή του είναι φανερή σε πολλά θέματα της σημερινής εποχής, κάποιες από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις του σχετίζονται με τη φιλία. Έβλεπε τη φιλία ως μία από τις πραγματικές χαρές της ζωής και θεωρούσε πως για να ζήσει κάποιος μια ευτυχισμένη ζωή, χρειάζεται μια πραγματική φιλία. Με δικά του λόγια:

«Η φιλία είναι ένα είδος αρετής ή τουλάχιστον συνυφασμένη με την αρετή. Εκτός όμως απ΄ αυτό, η φιλία είναι και πράγμα πάρα πολύ αναγκαίο στη ζωή του ανθρώπου, γιατί κανείς δεν θα προτιμούσε να ζει χωρίς φίλους, έστω κι αν έχει στην κατοχή του όλα τα άλλα αγαθά. Γι΄αυτό ακόμα και οι πλούσιοι και εκείνοι που κατέχουν αξιώματα και πολιτική εξουσία, πιστεύουν ότι η παρουσία φίλων είναι πολύ μεγάλη ανάγκη. Εξάλλου οι άνθρωποι στη φτώχεια και στις άλλες δυστυχίες τους, πιστεύουν ότι το μόνο καταφύγιο είναι οι φίλοι. Επιπλέον, οι φίλοι συνδράμουν τους νέους, ώστε να τους αποτρέψουν από τα λάθη, και, προκειμένου, για τους μεγάλους στην ηλικία, τους φροντίζουν και αναπληρώνουν τις δυνάμεις που τους λείπουν. Δύο πηγαίνουν μαζί, διότι και οι δυο είναι πιο ικανοί να κατανοήσουν από κοινού και να ενεργήσουν».

2 φίλες Gerard Sekoto 1941

Οι συμπτωματικές φιλίες

Ο Αριστοτέλης υπογράμμισε δύο συνηθισμένα είδη φιλίας που βασίζονται περισσότερο στη σύμπτωση, παρά στην πρόθεση.

1) Φιλία ωφελιμότητας

Η πρώτη είναι η φιλία που βασίζεται στην ωφελιμότητα. Σε αυτό το είδος φιλίας, τα δύο μέρη δεν τρέφουν αληθινά φιλικά συναισθήματα, αλλά διατηρούν τη σχέση τους γιατί αποκομίζουν οφέλη.

Αυτή η φιλία, δεν είναι μόνιμη. Όταν τελειώνουν τα οφέλη, συνήθως τελειώνει και η φιλία. Ο Αριστοτέλης παρατήρησε πως αυτή η σχέση είναι πιο συνηθισμένα ανάμεσα σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

Ένα σωστό παράδειγμα τέτοιας φιλίας, είναι οι σχέσεις που φτιάχνουμε με συνάδελφους στη δουλειά. Μπορεί όντως να περνάμε καλά μαζί, αλλά μόλις η κατάσταση αλλάξει, συνήθως αλλάζει και η φύση της σχέσης μας.

2) Φιλία απόλαυσης

Αντίστοιχα, το δεύτερο είδος συμπτωματικής φιλίας βασίζεται στην απόλαυση. Αυτό, όμως, είναι πιο συνηθισμένο σε νεαρούς ανθρώπους. Είναι το είδος φιλίας που παρατηρείται ανάμεσα σε συμμαθητές, συμφοιτητές και άτομα που ανήκουν στην ίδια αθλητική ομάδα.

Η πηγή της φιλίας είναι πιο συναισθηματική, αλλά ταυτόχρονα, είναι το είδος της φιλίας που συνήθως κρατάει λιγότερο. Μόλις τα ενδιαφέροντα των φίλων πάψουν να είναι κοινά, σταματάει και η απόλαυση και κατά επέκταση, η φιλία. Συνήθως, αυτό συμβαίνει, επειδή μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε και αλλάζουμε.

Οι περισσότερες φιλίες, ανήκουν σε αυτές τις δύο κατηγορίες και ενώ ο Αριστοτέλης ποτέ δεν τις χαρακτήρισε με αρνητικό τρόπο, πίστευε πως το μικρό βάθος τους περιόριζε την ποιότητά τους.

Είναι καλό, για την ακρίβεια, είναι απαραίτητο, να έχουμε συμπτωματικές φιλίες, αλλά μπορούμε να τα πάμε ακόμα καλύτερα.

Η φιλία της αρετής και του αγαθού

Η τελευταία μορφή φιλίας που κατέγραψε ο Αριστοτέλης είναι η καλύτερη από όλες. Αντί να βασίζεται στο συμφέρον ή στην απόλαυση, το τρίτο είδος φιλίας βασίζεται στην κοινή εκτίμηση των αρετών και των ιδανικών, ανάμεσα στα δύο μέρη. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και οι αξίες, τις οποίες αντιπροσωπεύουν που αποτελούν το κίνητρο διατήρησης των φιλικών δεσμών.

Συνήθως, αυτή η φιλία κρατάει μέχρι τέλους, αλλά για τη δημιουργία της απαιτείται η ύπαρξη ενός βασικού επίπεδου καλοσύνης στο καθένα από τα δύο άτομα. Σαν να μην έφτανε αυτό, απαιτούν χρόνο και εμπιστοσύνη για να σφυρηλατηθούν σωστά.

Οι άνθρωποι που δεν έχουν ενσυναίσθηση και δεν νοιάζονται για τον συνάνθρωπό τους συχνά αποτυγχάνουν να αναπτύξουν τέτοιες σχέσεις και καταλήγουν στα πρώτα δύο είδη φιλιών. Ο κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πιθανότητες να πετύχει αυτό το επίπεδο φιλίας με κάποιον που ξέρει πολύ καλά, τον έχει δει στη χειρότερη φάση της ζωής του και έπειτα τον είδε να την ξεπερνάει. Το ίδιο πράγμα ισχύει και για φίλους που αντιμετώπισαν και ξεπέρασαν μαζί τις ίδιες δυσκολίες.

Πέρα από το βάθος και την οικειότητα που προκύπτει σε αυτές τις σχέσεις, η ομορφιά τους κρύβεται και στο γεγονός πως συμπεριλαμβάνουν τα πλεονεκτήματα και από τα δύο προηγούμενα είδη φιλίας. Είναι ωφέλιμες και απολαυστικές.

Όταν σέβεσαι τον άλλον και νοιάζεσαι για το καλό του, χαίρεσαι και μόνο που είσαι μαζί του, μπορείτε να βρείτε πράγματα που θα διασκεδάσουν και τους δύο σας, αλλά και να βοηθήσετε ο ένας τον άλλον.

Αυτές οι σχέσεις απαιτούν χρόνο και προσπάθεια, αλλά όταν ανθίσουν, οι καρποί τους είναι η εμπιστοσύνη, ο θαυμασμός και το δέος, δηλαδή οι πιο γλυκοί καρποί που έχει να μας προσφέρει η ζωή.

Δείξε μου τον φίλο σου…

Αν σε διαβάζουν για πάνω από 2.000 χρόνια, τότε κάτι πρέπει να έχεις κάνει σωστά.

Ο Αριστοτέλης μάς έμαθε να εξετάζουμε τον κόσμο εμπειρικά και ενέπνευσε γενιές στοχαστών και φιλοσόφων να αναθεωρήσουν τον ρόλο και την αξία της ηθικής στην καθημερινότητά μας.

Για τον μέσο άνθρωπο, όμως, τα πιο χρήσιμα διδάγματα του Αριστοτελή, με αξία και στη σημερινή εποχή, είναι αυτά που σχετίζονται με τις καλές σχέσεις. Ο Αριστοτέλης είδε την αξία των συμπτωματικών φιλιών, αλλά η προσωρινή τους φύση, τον έσπρωξε να να τις απορρίψει. Στα μάτια του, δεν είχαν γερά θεμέλια.

Για αυτό τον λόγο, επιχειρηματολόγησε υπέρ της καλλιέργειας ενάρετων σχέσεων, οικοδομημένες σε καλές προθέσεις, προσπάθεια και αμοιβαία εκτίμηση του χαρακτήρα και της καλοσύνης που έχει η κάθε πλευρά. Ήξερε πως το πέρασμα του χρόνου δεν θα μπορούσε να φθείρει μια τέτοια φιλία. Αντίθετα, πιθανώς θα την ενίσχυε. Για τον Αριστοτέλη, λίγα πράγματα πλησίαζαν την αξία μιας τέτοιας φιλίας.

Και η σκέψη του έχει βάση. Σε τελική ανάλυση, οι δεσμοί που δημιουργούμε με τους άλλους, διαμορφώνουν την ποιότητα ζωής μας. Είμαστε και γινόμαστε, τα άτομα με τα οποία συναναστρεφόμαστε.

***

Πηγή: Quartz, Επιμέλεια Κειμένου: Χρήστος Κανελλόπουλος


Από:http://antikleidi.com/2018/02/11/aristotelis_filia-2/

Advertisements

Ο Αισχύλος διεθνιστής …


μια συνέντευξη του Ζαν-Λυκ Μπανσάρ

Την Κυριακή 7 Ιουλίου 2017, στη Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ, η οποία παραμένει ένα έδαφος προς υπεράσπιση[1], παιζόταν η αρχαιότερη από τις τραγωδίες του Αισχύλου, οι Ικέτιδες. Γυναίκες που ήρθαν από την Αίγυπτο καταφεύγουν στο Άργος και ικετεύουν τον Ηγεμόνα να τους χορηγήσει άσυλο: δεν θέλουν να υποχρεωθούν να παντρευτούν τους εξαδέλφους τους που τις καταδιώκουν. Ο Ηγεμόνας ταλαντεύεται, ζητά συμβουλές, ανθίσταται σε μια απειλή πολέμου … Οι ηθοποιοί δεν είναι επαγγελματίες, αλλά στηρίζουν με ιδιαίτερη πεποίθηση το επιχείρημα του ποιήματος, τόσο μάλλον που έτσι υπερασπίζονται τη δική τους μοίρα. Ο Jean-Luc Bansard, o σκηνοθέτης, μας εξηγεί.

 

– Μου έκανε εντύπωση αυτή η παράσταση των Ικέτιδων. Καθώς βγαίναμε, άκουγα πολλά άτομα να λένε ότι θα ήθελαν να φέρουν το θίασο να παίξει και στην περιοχή τους. Είχατε τέτοιες προτάσεις;

Ζ.Λ.Μ. Κάθε φορά που παίζουμε, οι αντιδράσεις είναι πολυάριθμες: δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στο κείμενο του Αισχύλου, στην καλλιτεχνική μορφή, ή στην παρουσία των ανθρώπων αυτών που διέσχισαν τη Μεσόγειο υπό τρομερές συνθήκες και που διηγούνται αυτή την ιστορία. Αλλά είναι αλήθεια ότι στη Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ το συναίσθημα μεταδόθηκε. Δεχθήκαμε τρεις προσκλήσεις για παραστάσεις από τότε: αυτό δείχνει μια έντονη ταύτιση.

 

– Το κείμενο συνδυάζει μια επινοημένη γλώσσα με την αρχαιοελληνική ποίηση. Πρόκειται για κάποια προσαρμογή που γράψατε ειδικά γι’ αυτούς τους ηθοποιούς;

Κάθε άλλο! Είναι απλώς η μετάφραση του σκηνοθέτη και ποιητή Ολιβιέ Πυ, που δέχθηκε να μου την παραχωρήσει. Το μόνο στοιχείο που αφαίρεσα ήταν η αφήγηση της ιστορίας τής Ιώς που μεταφέρεται από την Ελλάδα διαμέσου της Μεσογείου, η οποία ακούγεται τρεις φορές στο πρωτότυπο.

Αυτό που εμείς προσθέσαμε στο αρχικό κείμενο, είναι κάποιοι ύμνοι τους οποίους ψάλλουμε σε μία φανταστική γλώσσα. Τους ύμνους αυτούς επινόησε ο Ολιβιέ Μεσσαζέ, ο συνθέτης με τον οποίο δουλεύω εδώ και είκοσι χρόνια· ο Ολιβιέ γράφει συχνά σε γλώσσες τις οποίες φαντάζεται. Του παρήγγειλα να μου γράψει ύμνους που να συνδυάζουν τις συνολικά δώδεκα ή δεκατέσσερις γλώσσες που μιλούν, όλοι και όλες μαζί, οι ηθοποιοί του έργου[2]. Επινοήσαμε αυτή την δέκατη πέμπτη γλώσσα, που δεν είναι ούτε τα ελληνικά, ούτε η γλώσσα κάποιας συγκεκριμένης χώρας. Μας άρεσε αυτή η ιδέα: οι ηθοποιοί να τραγουδούν μαζί σε μια γλώσσα που δεν ανήκει σε κανέναν, στη γλώσσα του κόσμου. Το διασκεδαστικό είναι ότι οι θεατές νομίζουν ότι αναγνωρίζουν μια γλώσσα που ήδη ξέρουν: άλλοι ακούν ελληνικά, άλλοι ρωσικά· ενώ είναι απλώς ονοματοποιίες, που αποκτούν νόημα διά της ερμηνείας.

 

– Πώς σας ήρθε η επιθυμία για αυτή τη συγκεκριμένη παράσταση;

Δούλευα ακόμα πάνω στους Μονολόγους της Γάζας, ένα κείμενο που αγάπησα πολύ, εν μέρει διότι πηγαίνω συχνά στην Παλαιστίνη για να δουλέψω με τους φίλους μου του θεάτρου Ashtar. Ήμουν βυθισμένος στη δουλειά εκείνη όταν άκουσα, σε έναν δρόμο της Λαβάλ, δυο νέους ανθρώπους να μιλάνε μια γλώσσα που δεν αναγνώριζα. Τους πλησίασα με περιέργεια, και μου είπαν ότι μιλούσαν κουρδικά. Ήταν οι γιοι της πρώτης συριακής οικογένειας που έφτασε στη Λαβάλ. Τους πρότεινα να έρθουν να παίξουν μαζί μας στους Μονολόγους της Γάζας, όπως και έκαναν. Έπειτα, ήρθε η δική τους σειρά να μου ζητήσουν κάτι: «Πρέπει να μιλήσετε και για μας, τους Κούρδους της Συρίας, γιατί κανείς άλλος δεν το κάνει». Τις μέρες εκείνες ο Ολιβιέ Πυ παρουσίαζε τη μετάφρασή του. Από τη στιγμή που άκουσα αποσπάσματα να μεταδίδονται από το ραδιόφωνο, αποφάσισα ότι οι Ικέτιδες θα ήταν το επόμενό μου εργαστήρι πολιτειότητας. Αγόρασα το βιβλίο, επικοινώνησα με τον Ολιβιέ Πυ, εξασφάλισα τη συνεργασία του και ένα χρόνο μετά το πράγμα είχε πάρει το δρόμο του.

Συνέχεια

Όταν μισείς για να υπάρχεις…


Γιώργος X. Παπασωτηρίου


Βλέπω τον 19χρονο από τη Φλόριντα και την 17χρονη από την Παλαιστίνη. Ο πρώτος σκορπίζει το θάνατο και η δεύτερη φυλακίζεται επειδή θέλει μια ελεύθερη ζωή για την ίδια και τους δικούς της. Τι όπλισε το χέρι του νεαρού Αμερικανού; Τι υψώνει ένα μικρό κορίτσι και το καθιστά σύμβολο της ελπίδας για έναν καλύτερο άνθρωπο κι έναν καλύτερο κόσμο; Η απάντηση προκύπτει εύκολα: Οι αξίες. Εδώ ο άγριος ατομικισμός και «ο θάνατός σου η ζωή μου». Εκεί ο αγώνας για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Και στις δύο περιπτώσεις το βλέμμα των άλλων, η ορατότητα καθορίζει το κάθε Πρόσωπο και τη ζωή του. Στις ΗΠΑ η ορατότητα αποκτάται με το χρήμα –με τη βία της συσσώρευσης-, στην Παλαιστίνη με τον αγώνα για τη λευτεριά και την αγάπη των συντρόφων, των ομοεθνών. Εκεί στην Αμερική –κι από εκεί σε όλο τον κόσμο- ζουν στην εποχή του homo mente captus, του παράφρονος ανθρώπου, αυτού που συσσωρεύει πλούτο χωρίς όρια και εισάγει την ακραία αρνητικότητα, σύμφωνα με την οποία τα αινίγματα επιλύονται με βομβαρδισμούς ή με πυροβολισμούς.

Υπάρχεις κι ύστερα –όταν δεν έχεις- δεν υπάρχεις. Αποβάλλεσαι από το σχολείο, αλλά κυρίως από το βλέμμα των άλλων. Και τότε δεν έχεις άλλο δρόμο. Ο τρόπος επίλυσης του προβλήματος βρίσκετε στο ίδιο το σπίτι, και σ’ έναν κόσμο, που διέπεται από μία παροξυσμική αδιαφορία για τον άλλον. Η λύση βρίσκεται στο οπλοπωλείο της γειτονιάς. Και τότε ο θάνατος στο μυαλό του νεαρού δολοφόνου αίρει τη δομική ανισότητα προσδοκιών και ευκαιριών.

Γι’ αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα των νέων της Δύσης, σήμερα, είναι ότι καλούνται να αποδεχτούν μία α-νόητη ζωή, μιαν ερήμωση και το «κάψιμο» της προσωπικότητας την ώρα που πάει ν’ ανθίσει. Και ενώ οι μεσήλικες δεν έχουν άλλη ευκαιρία και αυτοκτονούν, ο νέος είτε στρέφεται στη βία είτε τρελαίνεται(ή ενδοβάλει τη βία με το χημικό ζουρλομανδύα και τα ναρκωτικά). Η τρέλα επισυμβαίνει όταν δεν έχεις κανένα να δεις το πρόσωπό σου, όταν κανείς δεν σε αναγνωρίζει.

Αποτέλεσμα εικόνας για 17χρονη στην Παλαιστίνη

Η 17χρονη στην Παλαιστίνη έχει απέναντί της τον εχθρό, βλέπει αυτόν που ακυρώνει τη λευτεριά τη δική της και της πατρίδας της. Και ο αγώνας την κάνει ηρωίδα και σύμβολο. Αυτό της επιστρέφεται και την κάνει να αντέχει τη φυλακή και όλες τις φυλακές του κόσμου. Όμως, στην Αμερική και στη Δύση γενικά, ο εχθρός είναι αόρατος, είναι παντού και πουθενά. Γι’ αυτό καταλήγει να γίνεται εχθρός, τελικά, ο διπλανός σου, ο όμοιός σου, ο αδερφός σου. Γιατί ο αποξενωμένος εαυτός αφού δεν μπορεί να υπάρξει με αγάπη και να βρει νόημα και αναγνώριση μέσα απ’ αυτή, θα επιδιώξει να υπάρξει μέσω του μίσους. Θα μισεί για να υπάρχει. Και τότε ο φόνος θα γίνει η αιχμή του μίσους…

Γι’ αυτό χρειάζονται συνδικάτα πέρα από τους θεσμούς που συντηρούν το σύγχρονο κοινωνικό και εργασιακό μεσαίωνα. Χρειάζονται νέοι κοινωνικοί φορείς που θα υποδέχονται την οδύνη των αποκλεισμένων, των αόρατων και όσων έχουν αποβληθεί από τη ζωή και θα την καθιστούν πολιτική ενέργεια αλληλεγγύης και ανατροπής της σημερινής απάνθρωπης κατάστασης. Και αυτή η πολιτική ενέργεια θα αποκαθιστά από μόνη της το θρυμματισμένο πρόσωπο των αδικημένων και των απόκληρων με τρόπο αγαπητικό και όχι μισερό…

http://www.artinews.gr/%CE%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%82.html

____________________________________________________________

Από:https://aenaikinisi.wordpress.com/2018/02/16/%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%82/

Ζακ Ρανσιέρ: Το Ζήτημα Είναι να Ξεπερνάς τα Όρια του Αδύνατου …


Συνέντευξη του Jacques Rancière, στον Lawrence Liang

Ας ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα, το οποίο θα μας βοηθήσει να οδηγήσουμε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το έργο σας, στον πυρήνα του βιβλίου σας «Η Νύχτα των προλετάριων»*. Γιατί ένας εργάτης που συνθέτει στίχους είναι πιο επικίνδυνος από έναν που τραγουδά επαναστατικά τραγούδια;

J.R.: Δεν λέω ακριβώς ότι ο ένας είναι πιο επικίνδυνος από τον άλλο. Πρέπει να το δείτε ιστορικά. Είναι γεγονός ότι στη Γαλλία του 1830 υπήρχαν πολλοί εργάτες που έγραφαν στίχους, λογοτεχνία και πιστεύω ότι η αστική τάξη αισθανόταν πως υπήρχε κίνδυνος κάθε φορά που ο εργάτης εισερχόταν στον κόσμο της διανόησης και του πολιτισμού. Όταν οι εργάτες αγωνίζονται μόνο, υποτίθεται ότι βρίσκονται στον δικό τους κόσμο και στη θέση τους. Οι εργάτες υποτίθεται πως θα έπρεπε να δουλεύουν, να δυσανασχετούν με τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας τους ενώ συνεχίζουν να δουλεύουν πάλι και να αγωνίζονται εκ νέου ξανά και ξανά.

Αλλά όταν οι εργάτες δοκιμάζουν να γράψουν στίχους και προσπαθούν να γίνουν συγγραφείς και φιλόσοφοι αυτό σημαίνει μία μετατόπιση από την ταυτότητά τους ως εργάτες. Το σημαντικό είναι ακριβώς αυτή η μετατόπιση ή η αλλαγή ταυτότητας. Αυτό που προσπαθούσα να δείξω είναι ότι δεν υπήρχε πραγματική αντίθεση. Δεν εννοώ ότι όλοι οι εργάτες που προσπαθούσαν να γράψουν στίχους είχαν ενταχθεί στην επανάσταση ή ό,τι άλλο, αλλά ότι αυτό αποτελούσε ένα είδος γενικής κίνησης των ανθρώπων να ξεφύγουν από την κατάστασή τους.

Ένα κοινό αίσθημα που μοιράζονται όλοι όσοι συμμετέχουν σε πολιτικές χειραφέτησης είναι ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Λέτε ότι αυτοί οι εργάτες-συγγραφείς συμμετείχαν ήδη στο αδύνατο αμφισβητώντας τα όρια. Πώς εννοείτε τη σχέση ανάμεσα στη χειραφέτηση και στις πολιτικές του αδύνατου;

J.R.: Εξαρτάται από το πώς αντιλαμβανόμαστε το αδύνατο. Δεν ήταν ότι αναζητούσα μόνο κάτι που ήταν τελείως αδύνατο αλλά αναζητούσα διάφορες καταστάσεις σε σχέση με την κατανομή θέσεων. Αυτό σημαίνει οτιδήποτε μπορεί να ειδωθεί, ειπωθεί και σκεφτεί κανείς ως δυνατό. Μια κατάσταση καθορίζει ένα σύνολο δυνατοτήτων και το αδύνατο είναι το όριο. Αναζητούσα την ιδέα του χειραφετημένου εργάτη, όπου το ζήτημα πάντα είναι να ξεπερνάς τα όρια του αδύνατου. Διότι αυτό που υποτίθεται πως ήταν εφικτό ήταν η βελτίωση της εργασίας και των μισθών, αλλά δεν ήταν αρκετό.

Συνέχεια

WOLF ALICE IS COOL …


Εδώ και περίπου δυο χρόνια (ίσως και κάτι λιγότερο) ακούω έναν συγκεκριμένο δίσκο σχεδόν σε repeat, on and off, τον οποίο είχα επιλέξει να μην τον μοιραστώ με κανέναν. Ήταν κάτι δικό μου, που ξεκίνησε με μια τυχαία ανακάλυψη ενός και μόνο τραγουδιού που με ώθησε να ψάξω κι άλλο για την προέλευσή του. Στη συνέχεια, βρήκα όλο το άλμπουμ και λίγο αργότερα είχα ερωτευθεί με τον ήχο των δημιουργών του. Ήθελα τόσο να μιλήσω για αυτό το συγκρότημα, όμως ήξερα πως ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος για αυτούς ακόμα. Αλλά τώρα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, και δε θα μπορούσε να γίνει αυτή η ανάρτηση σε καλύτερη χρονική στιγμή.

wolf-alice-portrait-1-1

Ο λόγος για μια νέα, άκρως αναζωογονητική μπάντα που ακούει στο όνομα Wolf Alice. Σε μερικούς παρατηρητικούς, το όνομα, και κυρίως ο ήχος, μπορεί να θυμίζει κάτι, αλλά να μην ξέρουν τι ακριβώς. Μην ανησυχείτε όμως, για αυτό είμαστε εδώ.

Οι Wolf Alice λοιπόν, είναι συγκρότημα από το Λονδίνο, που ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα το 2010 (πρώτα ως ντουέτο και ύστερα ως κουαρτέτο από το 2012 μέχρι σήμερα) και μέχρι στιγμής έχει αποκτήσει πλειάδες θαυμαστών σε όλο τον κόσμο. Τα μέλη του αποτελούν οι Ellie Rowsell (τραγούδι, κιθάρα, πλήκτρα που και που), Joff Oddie (κιθάρα, που και που βιολί και λίγο πλήκτρα και φωνή), Theo Ellis (μπάσο και λίγο πλήκτρα/φωνή) και Joel Amey (ντραμς και λίγο πλήκτρα/φωνή). Το όνομά τους προέρχεται από την ομώνυμη ιστορία της Angela Carter, στο βιβλίο της The Bloody Chamber. Στο δυναμικό τους έχουν δύο στούντιο άλμπουμ, My Love Is Cool (2015) και Visions Of A Life (2017), καθώς επίσης και 2 EPs και 13 singles.

Ο ήχος τους χαρακτηρίζεται ως alternative rock, με στοιχεία indie, shoegaze και grunge, ενώ η επιρροή του παλιού, καλού και κλασικού 90΄s rock αναδίδει ένα αίσθημα νοσταλγίας στον ακροατή, αφού είναι σπάνιο να βρει κανείς ένα τόσο πετυχημένο κράμα μεταξύ της δοκιμασμένης από πολλούς πια ροκ συνταγής και της φρεσκάδας που προέρχεται από την ανατροπή των κανόνων που προσδιορίζουν το «πιασάρικο».

Και τώρα που τους γνωρίσαμε, ας επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα: Τι μας θυμίζουν? Η απάντηση απλή. Μεταξύ της μουσικής τους παρουσίας σε επεισόδια διαφόρων τηλεοπτικών σειρών, αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη έκθεσή τους ήρθε με το T2: Trainspotting, όπου το τραγούδι τους Silk συμπεριλαμβανόταν στο τρέιλερ της ταινίας, καθώς και στο τέλος της. Αν έχετε δει, λοιπόν την ταινία, από εκεί μάλλον τους ξέρετε. Αν δεν έχετε δει την ταινία, κακώς, να πάτε γρήγορα να την δείτε. Μετά να αγοράσετε το My Love Is Cool από το Itunes, Spotify, Google Play ή όπου αλλού το βρείτε, είτε σε ψηφιακή μορφή είτε σε CD, και αν σας αρέσει (που μάλλον θα σας αρέσει), αγοράστε και το νέο τους άλμπουμ Visions Of A Life, και φροντίστε μέχρι το καλοκαίρι να έχετε μάθει όσα πιο πολλά τραγούδια μπορείτε, διότι….

ΕΡΧΟΝΤΑΙ!!! Στο Eject Festival φέτος 23 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού! Μαζί τους θα είναι και άλλα θρυλικά ονόματα όπως Nick Cave And The Bad Seeds, Editors και άλλοι! Θα είναι σίγουρα μία αξέχαστη εμπειρία!

_____________________________________________________________

Ο… φόβος κάνει τον εθνικόφρονα…Βασίλης Ραφαηλίδης…


Βολανάκης Κωνσταντίνος (Ηράκλειο Κρήτης 1837-Πειραιάς 1907), Ναυμαχία Ναβαρίνου 1827,d’ après Carnerαy. Ελαιογραφία. 110x150 εκ.,

Βολανάκης Κωνσταντίνος
(Ηράκλειο Κρήτης 1837-Πειραιάς 1907),
Ναυμαχία Ναβαρίνου 1827,d’ après Carnerαy.
Ελαιογραφία. 110×150 εκ.,

Κείμενο: Βασίλης Ραφαηλίδης*

ΣΤΗΝ προσπάθεια του να δημιουργήσει το νεοελλη­νικά κράτος εθνική συνείδηση εκ του μη όντος, άσκη­σε μια τόσο βάναυση τρομοκρατία επί των υπηκόων του, που κατάφερε στο τέλος να φτιάξει από τους αλ­λοεθνείς τους πιο φανατικούς και μαζί τους πιο αστεί­ους «εθνικόφρονες». Προκειμένου να κρύψουν, δια τον φόβον των Ιουδαίων, την πραγματική εθνική τους ταυτότητα οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και κυρίως οι Σλάβοιυπερέβαλαν σε τεχνητό εθνικισμό και τους επαγγελμα­τίες «εθνικόφρονες».

Από την άλλη μεριά, οι εκχριστιανισθέντες Εβραίοι, που είναι πάρα πολλοί σε τούτον τον τόπο και οι Αρμέ­νιοι, που κατά μάζες εξελλήνισαν τα ονόματά τους, μπήκαν άτσαλα στο χορό της εθνικής πλειοδοσίας από το φόβο μη χαρακτηριστούν «εθνικοί μειοδότες».

ΤΑ ΠΙΟ αστεία πράγματα για το «μεγαλείο της φυ­λής» και τα ηχηρά παρόμοια ακούστηκαν από ανθρώ­πους που αποδειγμένα ανήκαν σε άλλη φυλή.

Λοιπόν, ο φόβος κάνει τον «εθνικόφρονα». Και η «εθνικοφροσύνη» δεν είναι παρά η εκδήλωση του απέ­ραντου φόβου των δύσμοιρων κατοίκων αυτού του τό­που, που -θέλουν σώνει και καλά να είναι ‘Ελληνες, για­τί ξέρουν πως το τεχνητό ελληνικό κράτος αμείβει καλύ­τερα τους τεχνητά σκεπτόμενους και τεχνηέντως φερό­μενους.

Κι έτσι, η ελληνική επικράτεια γέμισε από κρυψίνοες και καιροσκόπους, από δόλιους και απατεωνίσκους, από κοψομεσιασμένους και κωλοσφογγάριους. Η ανα­ξιοπρέπεια που κυριαρχεί απ’ άκρου εις άκρον σε τού­το τον τόπο έχει τη ρίζα της στο τεχνητό ένδυμα της ελληνικότητας, που το φόρεσαν σε όλους μας με τη βία και επί ποινή αποκλεισμού από τα αγαθά του κρατικού κορβανά.

Μ’ αυτά, και μ’ άλλα πολλά, το ίδιο κατάπτυστα, σχεδόν όλοι ψάχνουν για «ρίζες» σ’ ένα χώμα ακατάλ­ληλο πια για πολιτιστική καλλιέργεια. Πώς να πιάσουν ρίζες σ’ έναν τόπο άνθρωποι που δεν τολμούν να κά­νουν φανερή την πραγματική τους ρίζα, με αποτέλεσμα γνήσιο Βλάχο να σπέρνεις και «γνήσιος» Έλληνας να σου φυτρώνει στα καλά καθούμενα; Μέχρι το τέλος του βίου του ο Τσιτσάνης ντρεπόταν να πει πως είναι Βλάχος. Ήταν, βλέπεις, ο «λαϊκός βάρδος όλων των Ελλήνων» κι αυτό τον εμπόδιζε να καταλάβει πως ‘ Ελ­ληνες είναι και οι Βλάχοι. Καθώς κι όλοι όσοι κατοι­κούν σε τούτο τον τόπο, άσχετα από τη φυλετική τους καταγωγή, που στο κάτω κάτω δε σημαίνει απολύτως τίποτα και από θεωρητική και από πρακτική άποψη. Σήμερα, μάλιστα, με την ανάπτυξη των επικοινωνιών, αλλά και το συνεχές μπέρδεμα των αλλοεθνών πληθυ­σμών, φαντάζει γελοίο το να μιλάει κανείς για «φυλετι­κή καθαρότητα». Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι κι όσοι πέρασαν απ’ αυτόν τον τόπο ως κατακτητές, ως προσκυνητές και ως τουρίστες μαζί με το σπέρμα τους άφησαν και τον πολιτισμό τους.

ΣΤΙΣ παραπάνω τυχαίες επιμειξίες πρέπει να προ­σθέσουμε και τους γάμους μεταξύ αλλοεθνών, που ολοένα και περισσότερο πολλαπλασιάζονται, καθώς και τους βιασμούς, που δεν τους συνηθίζουν μόνο οι Τούρκοι, όπως θέλουν να λένε. Αλίμονο στους λαούς αν δεν ανανεώνονται συνεχώς και φυλετικά και πολιτιστι­κά. Σε τούτο τον κόσμο, καθαρή ράτσα μπορεί να βρει κανείς μόνο στον… ιππόδρομο, χωρίς να αποκλείονται και κει οι επιμειξιακές λαθροχειρίες. ‘Υστερα από όλα αυτά, μόνο εμείς ξέρουμε γιατί συνεχίζουμε να «νιώ­θουμε υπερήφανοι» που είμαστε Έλληνες, τη στιγμή μάλιστα που μετέχουμε ολοένα και λιγότερο στην ελλη­νική παιδεία.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο σπουδαίο βιβλίο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) που θα μας απασχολήσει και σήμερα για έβδομη κατά σειρά Κυριακή (θα υπάρξουν κι άλλες κακλαμάνειες Κυριακές, γιατί πιστεύουμε πως αν δεν ταρακουνηθούν το συντομότερο κάποιοι ελληνοσκληρυμένοι εγκέφαλοι, η νέα Ελλάδα σε λίγα χρόνια θα εί­ναι ένα σχήμα λόγου, εντελώς ανάξιο λόγου σε διεθνές επίπεδο), ο Κακλαμάνης, λοιπόν, πιστεύει βάσιμα πως το κριτήριο της εθνικοφροσύνης αποσκοπεί στο να επανδρωθεί ο κρατικός μηχανισμός με απολιτικούς. Γιατί μόνο «χυτοί θα μπορούσαν να κινήσουν όπως-όπως τα γρανάζια μιας κρατικής μηχανής που προσπα­θεί να κρύψει το σήμα του εργοστασίου της κατασκευ­ής της.

Η ελληνική κρατική μηχανή έχει τα χάλια που έχει γιατί δεν είναι ούτε ελληνική ούτε μηχανή. Είναι, απλού­στατα, ένας καταπιεστικός μηχανισμός που τον κατα­σκεύασαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» γύρω στα 1840 και τον έβαλαν σε λειτουργία με την ελπίδα πως κάποιο κράτος θα ξεπεταχτεί μέσα από τα γρανάζια της. Προς το παρόν όμως κράτος δεν μπόρεσε να κατασκευάσει η κρατική μηχανή. Γιατί τα κράτη δεν τα φτιάχνουν οι κρατικές μηχανές, αλλά οι εθνότητες. Και ενώ οι πολ­λές εθνότητες που κατοικούσαν και συνεχίζουν να κα­τοικούν εδώ θα μπορούσαν να φτιάξουν όλες μαζί ένα αξιοπρεπές καπιταλιστικό κράτος, η μία και μόνη εθνό­τητα που επιλέχθηκε, οι Έλληνες, όντας ανύπαρκτοι ουσιαστικά, έφτιαξε τελικά ένα ανύπαρκτο κράτος, δύσμορφο, ανίκανο, αναξιόπιστο, τραμπούκικο, χωροφυλακίστικο, ασφαλίτικο, μαυραγορίτικο, ρουσφετοκρατούμενο, καχύποπτο, μίζερο, ελεεινό και τρισάθλιο, που κανείς, ούτε ντόπιος ούτε ξένος, δε λέει να το πά­ρει στα σοβαρά.

Η περίφημη «εθνική υπερηφάνεια» δεν είναι παρά μια δημαγωγική «διακήρυξη». Ποιος τίμιος και ευαί­σθητος άνθρωπος που κατοικεί σε τούτο τον τόπο θα μπορούσε να είναι υπερήφανος, όταν ξέρει πως ο ένας στους δύο δημόσιους υπάλληλους κλέβει το κράτος, δηλαδή όλους μας; Πώς να νιώθεις καλά ως ‘Ελλην όταν η Ελλάδα κατέχει παγκόσμιο ρεκόρ στις ακάλυ­πτες επιταγές; Πώς να κυκλοφορήσεις στους δρόμους της πρωτεύουσας όταν πρέπει συνεχώς να έχεις, με βροχή και με ήλιο, ανοιγμένη την ομπρέλα για να προ­φυλαχτείς από τα μικροβιοφόρα σάλια των νεοβαρβάρων, οι ελληνικότατες ροχάλες των οποίων πυκνώνουν όσο προχωρείς από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια;

Και αυτό διότι στο Σύνταγμα υπάρχουν περισσότεροι τουρίστες, πράγμα που καθιστά τούτη την πλατεία την πιο υγιεινή γωνιά ολόκληρης της Ελλάδας.

Δε ζητάμε λοιπόν από την Ελλάδα να εφαρμόσει το σοσιαλισμό. Ζητάμε προς το παρόν να κάνει σωστό καπιταλισμό. Γιατί, αν νομίζετε πως η Ελλάδα είναι κα­πιταλιστικό κράτος, μάλλον κάνετε λάθος. Είναι, απλώς, ένα κράτος «δύσμορφου καπιταλισμού» (πρό­κειται για όρο της Πολιτικής Οικονομίας). Κι αυτό ση­μαίνει πως ο ‘Ελληνας καπιταλιστής συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι του χωρίς κανόνες. Είναι απροσχημάτιστα ένα αρπαχτικό, όχι μόνο ως προς τους εργαζόμενους, αλλά και ως προς τους συνέλληνες συνκαπιταλιστές. Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να είσαι ακόμη και καπιτα­λιστής. Πόσο μάλλον σοσιαλιστής.

ΑΣ δούμε σύντομα πόθεν κατάγεται ..τούτη η δυ­σπλασία του νεοελληνικού κράτους.

Ο Κακλαμάνης λέει πως η Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων είναι η τυπική περίπτωση χώ­ρας, όπου το Δίκαιο δε συνιστά Κράτος. Γιατί το κατ’ ουσία Δίκαιο των Ελλήνων ήταν και παραμένει το εθι­μικό. Οι ‘Ελληνες καταφεύγουν πάρα πολύ συχνά στη Δικαιοσύνη γιατί το Δίκαιο το αντιλαμβάνονται ως υποκατάστατο του αυθόρμητου και άγραφου Εθιμικού Δικαίου. Και επειδή το Εθιμικό Δίκαιο εδώ δεν μπορεί να είναι ενιαίο, εξαιτίας της πολυεθνικής σύστασης του ελληνικού λαού, ο καθένας αντιλαμβάνεται το Δίκαιο κατά το δοκούν.

Ακόμα και οι δικαστές, που υποτίθεται πως ξέφυγαν από τον αυθορμητισμό του Εθιμικού Δικαίου.

Δεν μπορούν να υπάρξουν Κανόνες Δικαίου σ’ έναν τόπο όπου ο καθένας κουβαλάει μνήμες από το κλει­στό Εθιμικό Δίκαιο της φυλής του. ‘Αλλωστε, το Εθιμι­κό Δίκαιο (δηλαδή το έθιμο που λειτουργεί ως νόμος), ελάχιστα απέχει από την αυτοδικία. Η μορφή Δικαίου που ταιριάζει περισσότερο στους χαοτικούς Έλληνες είναι λοιπόν η χαοτική αυτοδικία, που στην ηπιότερη μορφή της εκδηλώνεται ως νταηλίκι.

Οι ‘Ελληνες, όπως και όλοι οι ημιβάρβαροι, παραμέ­νουν νταήδες γιατί κουβαλούν αταβιστικά στη μνήμη τους το γεγονός πως κάποτε οι άνθρωποι έλυναν όλες τις διαφορές τους με τις γροθιές. Λοιπόν, τι «άλλην χρείαν δια τον βαρβαρισμόν μας έχομεν», αφού υπάρ­χει και λειτουργεί το νταηλίκι, που μάλιστα κάποιοι εν­τελώς κρετίνοι το έκαναν συνώνυμο της λεβεντιάς;

Η βεντέτα και το έθιμο της αδελφοποίησης είναι κα­τάλοιπα του πρωτόγονου Εθιμικού Δικαίου. Όπως λέ­ει παραστατικά ο Κακλαμάνης, αποτελούν τα υπολείμ­ματα σχέσεων μεταξύ αλλοφύλων, δηλαδή κανόνες «Διεθνούς Δικαίου» υπό στοιχειώδη μορφή για τη δυνατό­τητα επικοινωνίας των χωριών μεταξύ τους!!! Είναι εντελώς εκπληκτική, και νομίζουμε εντελώς καινούρια, η άποψη πως η βεντέτα και η αδελφοποίηση είναι πρωτόγονες μορφές Διεθνούς Δικαίου. Ιδού, λοιπόν, πεδίο έρευνας λαμπρό για τους διεθνολόγους: Η Ελλά­δα της σήμερον, της οποίας το εσωτερικό δίκαιο είναι… διεθνές, εξαιτίας της συνεχιζόμενης εχθρότητας ανάμεσα στους αλλοφύλους!

Η Ελλάδα, λοιπόν, των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων βρέθηκε προ ολικής αδυναμίας εξευρέσεως κοινού Δικαίου. Να μερικές αποδείξεις: Στην περίφημη «Διάταξη των Σαλώνων» κάθε επαρχία χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής επικράτεια, με δικούς της νόμους. Σε μια επανάσταση που ξεκίνησε μωαμεθανική (με τον Αλή Πασά) και τέλειωσε χριστιανική, ήταν φυσικό να μπερ­δευτούν το οθωμανικό με το εγχώριο εθιμικό δίκαιο.

Και πώς να σκαρφιστεί ευρωπαϊκούς κανόνες δικαί­ου ένας νομοθέτης που δεν είχε ευρωπαϊκή νομική παιδεία, και που το μόνο δίκαιο που γνώρισε ήταν αφενός το εθιμικό και αφετέρου το μωαμεθανικό;

Ο δύστυχος αγωνιστής – νομοθέτης, στην αγωνία του να σκαρώσει όπως όπως κανόνες δικαίου για το νεοσύ­στατο και σαστισμένο κράτος, έφτιαξε έναν αχταρμά από τσόντες Δικαίου που τις πήρε από δω κι από κει. Πάντως, ο νομοθέτης εκείνης της πανέντιμης «Διάτα­ξης των Σαλώνων», της πρώτης μορφής ελληνικού Επαναστατικού Δικαίου, σκέφτηκε πολύ νηφάλια και χτύπησε το στόχο στο κέντρο: Αποφάνθηκε πως η κά­θε επαρχία πρέπει να έχει το δικό της δίκαιο, πράγμα που σημαίνει πως είχε στο νου του την ομοσπονδιακή μορφή κράτους. Όμως, έπεσε έξω. Διότι, άλλα μεν οι ‘ Ελληνες κελεύουν, άλλα δε οι ξένοι προστάζουν.

Αλλά ούτε οι συνταγματολόγοι της εποχής τα κατά­φεραν καλύτερα. Στο άρθρο 4 του Συντάγματος της Τροιζήνας επισημαίνουμε έναν περίεργο συνταγματικό ορισμό του Έλληνα: «Έλληνες είναι όσοι έλαβαν και όσοι θα λάβουσιν τα όπλα». Το «όσοι έλαβαν» είναι απολύτως νοητό: Το Σύνταγμα χαρακτηρίζει, ορθότατα ως ‘Ελληνες μόνο τους μαχητές. Σαν να λέμε, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο να χάνουν την ελληνική υπηκοότητα τόσο οι δοσίλογοι της εποχής (οι συνεργά­τες των Τούρκων) όσο και οι δειλοί και άκαπνοι. (Αν υπήρχε τούτο το άρθρο και στο σημερινό Σύνταγμα όλα θα πήγαιναν καλύτερα σ’ αυτόν τον έρμο τόπο).

Όμως ο συνταγματολόγος της εποχής σπεύδει αμέ­σως να ανοίξει ένα πονηρότατο παραθυράκι: Τι σημαί­νει εκείνο το «και όσοι θα λάβουσιν»; Πότε θα τα λάβουοιν; Τι νόημα θα είχε να τα λάβουσιν μετά το πέρας του αγώνα; Και εναντίον ποίου θα τα στρέψουσιν αφού τα λάβουσιν; Εναντίον των Τούρκων σε άλλες περιοχές, ώστε να μεγαλώσει το Κράτος; Αλλά κάτι τέτοιο φαινό­ταν εντελώς απίθανο τότε. Και μεγαλοϊδεάτης τότε ήταν μόνο ο δολιότατος Κωλέττης.

(Τον όρο Μεγάλη Ιδέα τον οφείλουμε σ’ αυτόν τον τρομερό δημαγωγό).

Το πιο πιθανό, λοιπόν, είναι εκείνο το «λάβουσιν τα όπλα» σε χρόνο μέλλοντα να αναφέρεται στους διαφαι­νόμενους εμφυλίους πολέμους. Ήξεραν λοιπόν οι αγωνιστές πως το τεχνητό Κράτος που δημιούργησαν οι μεγάλες δυνάμεις, από τη στιγμή που δεν πήρε τη μορφή της ομοσπονδίας, όπως αρχικά προτάθηκε, θα αντιμετώπιζε εξεγέρσεις παρακινημένες από κάποια εθνότητα ενάντια σε κάποια άλλη. Μ’ άλλα λόγια, οι αλλεπάλληλοι εμφύλιοι πόλεμοι που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια της Επανάστασης, εξαιτίας και της πολυφυλε­τικής συγκρότησης των εξεγερμένων, τώρα κατοχυρώ­νονταν και συνταγματικά!!

ΣΤΗΝ πραγματικότητα, ο υπερταξικός εμφύλιος πό­λεμος στην Ελλάδα δεν τελείωσε ποτέ’. Και οι κυρίως ειπείν εμφύλιοι πόλεμοι δεν είναι παρά οι κορυφές του παγόβουνου. Στην πραγματικότητα, ο εμφύλιος πόλε­μος στην Ελλάδα είναι μια κατάσταση καθημερινή, δια­βρωτική, καταστροφική. Ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του Έλληνα παραμένει ο παραδίπλα Έλληνας. Κι αν δε μας πετούσαν κάθε τόσο φανταστικούς και μισο- φανταστικούς εχθρούς για να εκτονωνόμαστε και να αποκτούμε τεχνητά «ομοψυχία», με τις γνωστές στην ψυχολογία της μάζας μεθόδους, τότε οι Πελοποννήσιοι θα εκστράτευαν κατά των υπολοίπων Ελλήνων κάθε τρεις και πέντε και ο αρχαίος Πελοποννησιακός πόλε­μος δε θα είχε τελειώσει ακόμα.

Κι όλα αυτά γιατί απορρίφθηκε η λύση του Ομο­σπονδιακού Κράτους. Και αντ’ αυτού προκρίθηκε η λύ­ση του «ομοιογενούς» Εθνικού Κράτους. Για τις μεγά­λες δυνάμεις της εποχής, ήταν πιο βολικό να ελέγχουν ένα μικρό κράτος παρά δέκα μικροσκοπικά κρατίδια. Και με τα χρόνια και με το πες πες, μας έπεισαν τελικά πως είμαστε όλοι καθαρόαιμοι ‘Ελληνες. Και μας έκα­ναν να μην τολμούμε να ξεχωρίζουμε την εθνικότητά μας από τη θρησκεία μας. ‘Ετσι, ο καθένας που βαφτί­ζεται χριστιανός ορθόδοξος, μαζί με τη «θεία χάρη» παίρνει εντός της κολυμβήθρας και το «χάρισμα» του να νιώθει ‘Ελληνας κι ας μην έχει ιδέα τι σημαίνει το να είσαι Έλληνας. Μ’ αυτές και μ’ άλλες πολλές λαθρο­χειρίες καλοί Έλληνες θεωρούνται πλέον οι καλοί χρι­στιανοί. Καιρός να σταματήσει αυτή η βρωμερή απάτη.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (29.3.87). O πίνακας του Βολονάκη είναι από εδώ: http://www.hmmuseum.gr/portal/page?_pageid=33,108754&_dad=portal&_schema=PORTAL

 ____________________________________________________________

Από:http://eranistis.net/wordpress/2014/05/11/%CE%BF-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1/

Τα παντζούρια της Βουλής…


«Να και πάλι ένα παράθυρο, πού και πάλι δεν κοιμούνται.
Ισως – πίνουνε κρασί, ίσως – έτσι κάθονται.
Ή απλώς – τα χέρια τους δεν μπορούν οι δυο να χωρίσουν.
Σε κάθε σπίτι, φίλε, υπάρχει ένα τέτοιο παράθυρο.
Είσαι η κραυγή των αποχωρισμών και των συναντήσεων –
εσύ, παράθυρο στη νύχτα…
Προσευχήσου, φιλαράκο, για το άυπνο το σπίτι,
για το παράθυρο με το φως!» 

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Το παράθυρο» 

Η Βουλή των Ελλήνων είναι το κατεξοχήν παράδειγμα. Είναι το κτίριο που έχεις αντικρίσει άπειρες φορές και όσες φορές κι αν περάσεις μπροστά του δεν θα σε ξαφνιάσει, δεν θα σου προσφέρει ποτέ κάτι καινούργιο, δεν θα σου επιβληθεί καν με το μέγεθός της ή την υπερυψωμένη στάση της. Ισως γι’ αυτό δεν μπορείς εύκολα να ανακαλέσεις λεπτομέρειές της, να εστιάσεις στη μνήμη σε ξεχωριστά κομμάτια της, να την περιγράψεις πέρα από ένα περίγραμμα όμοιο με λογότυπο.
Ετυχε να περνάω βράδυ από μπροστά της μαζί με έναν φίλο Ιταλό που ερχόταν πρώτη φορά στην Αθήνα. Κάναμε μια στάση να κοιτάξει το κτίριο.
Το κοίταξα κι εγώ. Αλλά με τρόπο πιο κοντά στον δικό του, παρά με εκείνο το καθημερινό βλέμμα της επανάληψης και της ρουτίνας.
Τα παράθυρα, άλλα ανοιχτά και άλλα κλειστά, σαν κουφάλες δοντιών γεωμετρικά συντεταγμένες. «Κοίτα πώς είναι τα παντζούρια στα παράθυρα» του είπα, σαν να τα παρατηρούσα κι εγώ πρώτη φορά.
Μίζερα, φθαρμένα, με σχεδιασμό μιας ακατανόητης περιόδου, μονοκόμματα, με τον νυχτερινό φωτισμό να υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο τη μιζέρια τους. Κάθετα και συρτά τόσο που το σχήμα γίνεται κίνηση στο μάτι.
Παντζούρια δημόσιας υπηρεσίας, εικόνα που από κάπου στάζει σαν air condition σε τυχαίους σβέρκους περαστικών.
Αισθητική φτηνού παραθερισμού κάπου στα Μεσόγεια για κουρασμένους συνταξιούχους και έξαλλους βιοπαλαιστές.
Βλέφαρα μεταχειρισμένα μιας μυωπικής θέασης των πραγμάτων. Περιφρουρημένα σαν μάτια μπροστά στην οξυγονοκόλληση, μάτια βασιλιάδων και μάτια πρωθυπουργών, μάτια κλητήρων.
Παντζούρια που έχουν ανοιγοκλείσει μπροστά στην ιστορία δύο αιώνων.
Πόσο άγχος όταν τα σηκώνουν το πρωί. Ποιος ξέρει ποια ιστορική αλλαγή μπορεί να αντικρίσουν
Τι να βλέπουν άραγε τα παράθυρα αυτά; Ποια είναι η πραγματική υπερυψωμένη θέαΜήπως είναι οι άνθρωποι κάτω χαμηλά; Η ΑκρόποληΤα πέρα κτίρια; Και τι βλέπουμε εμείς μέσα από αυτά;
Ακόμα και ανοιχτά, τα παράθυρα της Βουλής δεν σου δίνουν καμία πρόσβαση στο εσωτερικό. Σε ξεγελούν με την οικειότητα της ανοιχτής θύρας και σου την παίρνουν πίσω με την παρεμπόδιση πρόσβασης του βλέμματος.
Νομίζω τα παράθυρα αυτά είναι τα μόνα με θέα το εσωτερικό του κτιρίου απ’ όπου κι αν κάθεσαι. Κοιτώντας έξω κοιτάς πίσω από την πλάτη σου, αφού δεν υπάρχει εξωτερικό.
Κάποιοι θα τα ονόμαζαν καθρέφτες. Γι’ αυτό και τα τόσο άσχημα παντζούρια. Για να μην υπάρξουν παρανοήσεις. Τα παντζούρια φρουρούν το βλέμμα. Τόσο από την είσοδό του όσο και από την έξοδό του.
Η ασχήμια πάντοτε σε αποκαρδιώνει. Και τα παράθυρα της Βουλής καδράρουν το κενό.
Ολα αυτά περιγράφουν τα αμοιβαία βλέμματα μιας σχέσης που έχει διαρραγεί. Τη στιγμή αμηχανίας που δυο βλέμματα συναντιούνται χωρίς να το θέλουν και ύστερα βιαστικά στρέφονται και τα δύο σε άσχετες κατευθύνσεις.
Οικεία λοιπόν και ταυτόχρονα απρόσιτα, όπως η σχέση μας με το πολιτικό. Κομμάτι από την κοινή μας μιζέρια αλλά υπερυψωμένα σε μια πόζα σημασίας και ανωτερότητας.
Εκεί ψηλά ενώ τα φώτα σβήνουν, τα παντζούρια χύνονται μέσα στη νύχτα. Σαν βλέφαρα που φτερουγίζουν προς μια νέα όραση με λιγότερη ερημιά. Μια όραση φυτεμένη στο δικό μας πουθενά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


Aπό:http://tsalapatis.blogspot.gr/2018/02/blog-post_14.html