Tο ροκ αρνείται να βγει στην εφεδρεία!


 Πολλοί σημαντικοί τραγουδοποιοί, αν και εβδομηντάρισαν, συνεχίζουν, ευτυχείς που δεν έγιναν μύθοι της φλεγόμενης νιότης

Του Φωτη Απεργη

Ηταν το 1956 όταν ο Ελβις Πρίσλεϊ πρωτοτραγούδησε το «Tutti frutti» του Λιτλ Ρίτσαρντ: «A-wop-bop-a-loo-bop-a-lop-bam-boom!» Ποτέ πριν μια ανοησία δεν είχε τόσο νόημα. Ξάφνου, στα μέσα ενός αιώνα που είχε αρχίσει με δύο παγκόσμιους πολέμους, οι νέοι ένιωθαν ότι ο καθωσπρεπισμός δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να ζήσουν τη ζωή τους. Επιπλέον, καθώς οι πληροφορίες είχαν αρχίσει, όπως όλα, να τρέχουν γρηγορότερα, μια 18χρονη Λονδρέζα διαπίστωνε ότι μπορούσε να επικοινωνεί καλύτερα με μια 18χρονη Βερολινέζα απ’ ό,τι με τους ίδιους τους γονείς της. Οταν, μάλιστα, είδαν και οι δύο τον Ελβις να χορεύει, ανακάλυψαν σε ποια γλώσσα θα μπορούσαν να συνεννοηθούν: Την έλεγαν ροκ εντ ρολ και την καταλάβαιναν μόνον εκείνες. Γιατί ήταν νέες και γιατί το λεξικό της ήταν το πρώτο που γράφτηκε για τη νεότητα.

Πολύ σύντομα, κάποιοι υπογράμμισαν αυτή του τη μοναδικότητα. Εικοσάρης, το 1965, ο Πιτ Τάουνσεντ έσπαγε την ηλεκτρική του κιθάρα στη σκηνή, καθώς ο Ρότζερ Ντάλτρεϊ τραγουδούσε: «Ελπίζω να πεθάνω πριν γεράσω». Στα 67 του σήμερα, ο συνθέτης των Χου είναι πια παχύς, φαλακρός και έχει πρόβλημα ακοής, αλλά πρέπει να νιώθει ανακουφισμένος που η νεανική ελπίδα τους δεν εκπληρώθηκε. Καταχειροκροτήθηκε στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, προετοιμάζοντας το παγκόσμιο τηλεοπτικό κοινό και για την επόμενη περιοδεία του συγκροτήματός του…

Συναυλίες στα εβδομήντα

Γιατί όχι; Τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Τάουνσεντ, ο συμπατριώτης του Πολ Μακάρτνεϊ, ο οποίος επευφημήθηκε στην τελετή έναρξης, δίνει συνέχεια συναυλίες σε όλο τον κόσμο. Ενώ ο επίσης 70χρονος Μπράιαν Ουίλσον κουράστηκε να επικοινωνεί με τους άλλους Μπιτς Μπόις μέσω άπληστων δικηγόρων. Εβγαλαν από την αποθήκη τα ληγμένα αντηλιακά και τραγουδούν στον καινούργιο τους δίσκο: «Είμαστε πάλι μαζί, εύκολα λεφτά». Για την ακρίβεια, 70 εκατ. δολάρια από εισιτήρια για τη νέα τους περιοδεία.

Συναυλίες ανά την Ευρώπη συνεχίζει και ο 67χρονος Μπράιαν Φέρι, καθώς και ο συνομήλικός του Βαν Μόρισον, ο οποίος σύντομα βγάζει και νέο δίσκο. Ηδη πολλοί παινεύουν το ολοκαίνουργο άλμπουμ τού 71χρονου Μπομπ Ντίλαν. Τους τελευταίους μήνες κυκλοφόρησαν επίσης με επιτυχία τα δικά τους ο 63χρονος Μπρους Σπρίνγκστιν, η 65χρονη Πάτι Σμιθ, ο 67χρονος Νιλ Γιανγκ και ο 78χρονος Λέοναρντ Κοέν. Ασφαλώς ο Μικ Τζάγκερ και ο Κιθ Ρίτσαρντς συζητούν στα 69 τους για νέες συναυλίες, ενώ μόνον ο 65χρονος Ντέιβιντ Μπόουι σταμάτησε τα λάιβ και έχει εννιά χρόνια να κυκλοφορήσει δίσκο. Θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι βγήκε σιωπηλά σε σύνταξη, αν αυτή η λέξη δεν ήταν απαγορευμένη μεταξύ των ρόκερ που έχουν γίνει πια εξπέρ στα χρωμοσαμπουάν.

«Εγώ θα βγω στη σύνταξη μόνον όταν πεθάνω», απαντά ο Κιθ Ρίτσαρντς, με το θάρρος μιας κόμης που νομίζεις ότι παραμένει φυσική. «Πολλοί μάς επικρίνουν και λένε ότι έχουμε γεράσει πια. Η αλήθεια όμως είναι πως, αν ήμαστε μαύροι και το όνομά μας ήταν Κάουντ Μπέιζι ή Ντιουκ Ελινγκτον, όλοι θα μας έβλεπαν να παίζουμε και θα ζητωκραύγαζαν».

Στην πραγματικότητα, πάντως, σε καμία λαϊκή μουσική δεν είναι σημαντική η ηλικία. Κανείς δεν παραξενεύεται αν χορέψεις ταγκό, ζεϊμπέκικο ή μερένγκε στα εβδομήντα. Ισως γιατί οι παραδοσιακές μουσικές αποζητούν να επιβεβαιώνουν τον δεσμό των γενεών και τη συνέχεια μιας κοινότητας. Αντίθετα, το ροκ εντ ρολ υπήρξε το πρώτο παγκοσμιοποιημένο σάουντρακ της ρήξης. Και όλες οι αιχμές του, η ένταση, η κίνηση, η σεξουαλικότητα μοιάζουν να γελοιοποιούν καθέναν που δεν απολαμβάνει την πιο τραγανή τους ηλικία. Ή μήπως αυτό δεν είναι παρά μια προκατάληψη σαν εκείνες που το ίδιο το ροκ στα μικράτα του είχε καταρρίψει;

Στις συναυλίες των Ρόλινγκ Στόουνς μπορείς, πράγματι, να δεις πιστούς που φορούν T-shirt από προηγούμενες περιοδείες του συγκροτήματος. Δηλώνουν έτσι όχι μόνον ότι είναι παρόντες, αλλά ότι είναι παρόντες από τότε. Είναι αλήθεια ότι αρκετοί καλλιτέχνες εκμεταλλεύονται αδίστακτα τη νοσταλγία. Αλλοι, όμως, όχι. Και σε αυτή την εποχή, που ανανέωση σημαίνει πλέον phοtoshop, που όλα αλλάζουν γρήγορα και εύκολα, εκτιμάς όλο και περισσότερο κάτι που αντέχει, που διαρκεί. Και μάλιστα, όχι δίχως εμπόδια…

Αποκαθήλωση εκ των έσω

Η αποκαθήλωση άρχισε νωρίς – και εκ των έσω! «Ο αδελφός μου είναι σπίτι με τους Μπιτλς και τους Στόουνς του – τι ανιαρό», τραγουδούσε ο Μπόουι το 1972 στο «All the young dudes». «Οχι Ελβις ούτε Μπιτλς ή Ρόλινγκ Στόουνς το 1977!», προειδοποιούσαν λίγο αργότερα οι Κλας. Αφού για χρόνια σφύριζε αδιάφορα, το 1985 ο Τάουνσεντ ισχυρίστηκε πως, όταν παλιότερα έλεγε «ελπίζω να πεθάνω πριν γεράσω», εννοούσε «πριν γίνω πολύ πλούσιος».

Σθεναρότερα υποστήριξε έναν δικό του διάσημο στίχο ο Νιλ Γιανγκ: «Καλύτερα να καείς παρά να ξεθωριάσεις», τραγουδούσε το 1979 στο «Hey hey, my my (Into the black)». Δεν συμφωνούσαν όλοι: «Σιχαίνομαι αυτόν τον στίχο», ανακοίνωσε ο Τζον Λένον, μόλις ένα χρόνο μετά, στο Playboy. «Καλύτερα να ξεθωριάσεις σαν παλιός στρατιώτης, παρά να καείς. Δεν θέλω ο γιος μου ο Σιν να θαυμάζει τον Τζον Γουέιν, τον Τζόνι Ρότεν ή τον Σιντ Βίσιους. Τι σου διδάσκουν; Τίποτα. Θάνατο. Γιατί πέθανε ο Σιντ Βίσιους; Για να ροκάρουμε; Αυτά είναι σαχλαμάρες. Προτιμώ τους ζωντανούς και τους υγιείς».

«Ασφαλώς, οι ρόκερ πρέπει να επιβιώνουν», απάντησε ο Γιανγκ. «Αλλά το νόημα αυτής της μουσικής για εμένα είναι πως καλύτερα να καίγεσαι με λαμπρότητα παρά να φθείρεσαι επ’ άπειρον».

Οταν, όμως, το 1994, ο Κερτ Κομπέιν αξιοποίησε τον επίμαχο στίχο του στο σημείωμα που άφησε πριν αυτοκτονήσει, ο Καναδός τροβαδούρος συγκλονίστηκε. Και έκτοτε, στις συναυλίες του, τονίζει άλλον στίχο του ίδιου τραγουδιού: «Οταν χαθείς, δεν μπορείς να επιστρέψεις».

«Δεν απαγορεύεται να μεγαλώνουμε»

Αλις Κούπερ

«Οταν έγινε η βρετανική εισβολή με τους Μπιτλς, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τους αγάπησαν ήταν είκοσι χρόνων. Θα ‘πρεπε δηλαδή τώρα να εξαφανιστούν; Εγώ δεν πιστεύω ότι το ροκ γέρασε. Απλώς ενηλικιώθηκε».

Ντέιβιντ Μπερν

«Η μυθολογία του ροκ με περιορίζει. Γίνεται συντηρητική: σταματά τη δημιουργικότητα. Είναι σαν την άλλη προκατάληψη, ότι πρέπει να ‘σαι νέος για να παίξεις αυτήν τη μουσική».

Μπράιαν Φέρι

«Παλιά με άγχωνε το ότι το ροκ έχει ταξινομηθεί ως η μουσική της νιότης. Αλλά κάποτε συνειδητοποίησα πως, όταν ήμουν κι εγώ 10-15 χρόνων, γοητευόμουν από τη μουσική που έπαιζαν ηλικιωμένοι μπλούζμεν. Και στις συναυλίες μου πολλοί θεατές είναι νεότατοι. Υπάρχει, λοιπόν, ακόμη ελπίδα»!

Μάριαν Φέιθφουλ

«Το στερεότυπο της νεανικότητας στο ροκ οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί από τούς ανθρώπους που το ξεκίνησαν ήταν τότε νέοι και είναι σήμερα νεκροί και, επομένως, δεν τους βλέπουμε να μεγαλώνουν! Αλλά κανένας νόμος δεν μας απαγορεύει να κάνουμε ροκ μεγαλώνοντας. Αυτό θα ήταν… μαρξιστικό. Φαντάσου: «Αν συνεχίσετε, θα σας πάρουμε πίσω στην αυλή και θα σας ρίξουμε μία σφαίρα στο κεφάλι»»!

Η Τζόπλιν, ο Χέντριξ, ο Μόρισον και η μάχη με τους δαίμονες

Ο Κομπέιν χάθηκε στα 27 του, όπως η Τζάνις Τζόπλιν. Ο Τζίμι Χέντριξ και ο Τζιμ Μόρισον πέθαναν στα 28 τους. Και όταν, πέρυσι, «έφυγε» στην ίδια ηλικία και η Εϊμι Γουάινχαουζ, οι πιστοί της συνωμοτικής αριθμολογίας περί τους «φλεγόμενους» ρόκερ ανατρίχιασαν, ανανεώνοντας τις σχετικές ιστοσελίδες με τίτλους όπως «Νέοι για πάντα» και «27 για πάντα». Στην πραγματικότητα, μόνο τα τραγούδια του Χέντριξ και της Τζόπλιν θα έχουν για πάντα την ηλικία της νιότης τους.

Οι ίδιοι δεν έμαθαν ποτέ πόσες γενιές αγάπησαν τις σπαρακτικές ερμηνείες τους ούτε και πόσοι επιχειρηματίες επωφελήθηκαν από τον θάνατό τους.

«Δεν υπάρχει τίποτα γοητευτικό στο να είσαι αυτοκαταστροφικός», λέει στην Telegraph η Πάτι Σμιθ, η οποία πρόσφατα έγραψε ένα τραγούδι για τη Γουάινχαουζ. «Ως άνθρωπος και ως μητέρα, είχα την έγνοια της. Αισθανόμουν ότι ο τρόπος της ζωής της θα κατέστρεφε τη φωνή της, που ήταν τέτοιο δώρο. Μπορείς να νιώθεις οργή ή πόνο για κάποιον που είναι αυτοκαταστροφικός. Αλλά όχι και να τον θαυμάζεις».

Είναι αλήθεια ότι το ρίγος πολλών τραγουδιών, η ένταση πολλών ποιημάτων, καθρεφτίζουν ταραγμένες ψυχές που μάχονται χορεύοντας με τους δαίμονές τους. Μερικές φορές χάνουν. Ομως, υπάρχουν και εκείνοι που επιβιώνουν, που ωριμάζουν αντέχοντας σε νέες ήττες και γιορτάζοντας νέες νίκες. Μερικοί από αυτούς, μάλιστα, έχουν κατορθώσει να μπουν στη θέση εκείνων που σάρκαζαν, και μάλιστα από νωρίς: Στο «When I’m sixty four», ο Μακάρτνεϊ

έρχεται στη θέση ενός ηλικιωμένου που ρωτάει την αγαπημένη του: «Οταν γεράσω και χάσω τα μαλλιά μου / σε πολλά χρόνια από σήμερα / θα με χρειάζεσαι ακόμα, θα με ταΐζεις ακόμα / όταν θα είμαι 64;».

Το ενδιαφέρον είναι ότι το κομμάτι αυτό το είχε γράψει μόλις στα 16 του.

Οι δε Μπιτλς το τραγουδούσαν από τα πρώτα βήματά τους, γιατί το ύφος του επέτρεπε να παιχθεί χωρίς ενισχυτές, αν το ρεύμα κάποτε κοβόταν. Γιατί κάποτε, το ρεύμα για όλους θα κοπεί…

Πηγή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s