Τι είναι και τι θέλουν τα Κοάν…


Στις 23 Απριλίου του 2010, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Γιώργος Ανδρέα Παπανδρέου ανακοίνωσε, από το μεθοριακό Καστελλόριζο, την προσφυγή της Ελλάδας στον «μηχανισμό στήριξης» του ΔΝΤ, μετά την αποτυχία δύο προηγούμενων πακέτων μέτρων να περιορίσουν το δημοσιοοικονομικό έλειμμα της χώρας σε βαθμό που να επιτρέπουν τον δανεισμό της από τις αγορές. Ήταν η αρχή της κορύφωσης μιας μακροπρόθεσμης στην πραγματικότητα πολιτικής λιτότητας που για χρόνια αντιστάθμιζε την συγκριτικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας με την κάθετη συμπίεση των μισθών και των παροχών στους εργαζόμενους.
 
Το Μνημόνιο βρήκε τους περισσότερους Έλληνες εντελώς απροετοίμαστους: το ταξικό εργατικό κίνημα φυτοζωούσε, μετά από δεκαετίες διάβρωσης από τον εργοδοτικό συνδικαλισμό, εργατοπατερισμού, και διαφθοράς· η ταξική συνείδηση βρισκόταν σε ένα παρατεταμένο ναδίρ, θαμένη κάτω από τόνους κουπονιών εφημερίδων, φυλλαδίων προσφορών από κινητάδικα, και ιδιωτικών καταναλωτικών δανείων· ο Έλληνας και η Ελληνίδα που είχαν κάποια ιστορική και οικογενειακή σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες είχαν ξεχάσει τι θα πει αγώνας, και μαζί, τους λόγους για τους οποίους κάποιοι παλαβοί έφαγαν τη ζωή τους σε κρατητήρια, ξερονήσια και εξορίες. Και καθώς η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει με ραγδαίους ρυθμούς, η ελληνική κοινωνία μπήκε ενώπιον της κατάστασης στην οποία περιέρχεται ένας χοντρομπαλάς που έχει να κουνήσει χέρια και πόδια απ’ την ώρα της γυμναστικής στο στρατό και καλείται ξαφνικά να τρέξει μαραθώνιο. Ο συνδυασμός της πίεσης της ανάγκης και της σχεδόν απόλυτης έλλειψης κατάλληλης ιδεολογικής προεργασίας και οργανωτικής προετοιμασίας οδήγησε, πολύ φυσιολογικά, σε μια σειρά από ιλαροτραγικές εκδοχές «αυθόρμητων» αιτημάτων: ρήξη χωρίς ρήξη· ανατροπή χωρίς ανατροπή· επανάσταση χωρίς επανάσταση· να αλλάξουν όλα ώστε να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν· να φύγουν όλοι αλλά να μείνουν όλα στη θέση τους· και τα λοιπά.
Τα Κοάν γεννήθηκαν σ’ αυτή την κατάσταση γενικευμένου αμπλαούμπλα που δημιούργησε η αιφνίδια καρπαζά στο σβέρκο του οικονομικού κορμού της χώρας, των μικροαστών: είναι η μικρογραφία της μετατροπής της περίφημης «λαϊκής σοφίας» στη λογοδιάρροια κομπογιαννιτών και τσαρλατάνων που προσπαθούν να πείσουν ότι μπορούν να «λύσουν το πρόβλημα» με το ελάχιστο δυνατό κοινωνικό κόστος: βρίσκοντας μετοχές που αξίζουν όσο πέντε φορές το εθνικό χρέος στο μπαούλο του προπάππου τους για παράδειγμα, ή προτείνοντας παλαβά σχέδια για επιστροφή στη δραχμή συνδυασμένη με εξωφρενική ανατίμηση της δραχμής έναντι του ευρώ ώστε να πληρωθεί το χρέος με δίφραγκα και να περισσέψουν και ψιλά, επινοώντας ψευδοκινήματα, γράφοντας ψευδομανιφέστα όπου λύνουν παγκόσμια ζητήματα σε 300 λέξεις, ή θέτοντας υποψηφιότητα να ηγηθούν μιας επανάστασης με σουρεαλιστικό στόχο την Παλινόρθωση.
Η αντικειμενική γελοιότητα της κατάστασης δεν άργησε να βρει τον υποκειμενικό εκφραστή της, που ήταν τέλεια εξοπλισμένος για να την εκφράσει και να την μετατρέψει σε γλώσσα: έναν θίασο όπου ενορχηστρώθηκαν αρμονικά literatti με ψεύτικα μούσια από ελληνικές κωμωδίες του εξήντα με έμπειρους πολιτικάντηδες, ταξικά ναυάγια και επαγγελματίες της δημαγωγικής απάτης, ξεθωριασμένοι φοιτητοπατέρες και τροφαντοί συνδικαλιστές, ρήτορες του αμφιθεάτρου και αριστεροί των φιλολογικών γκαλά, συσκοτισμένοι εκπαιδευτικοί που κάνουν επαναστάσεις μετά την τέταρτη μπύρα (και ιδιαίτερα για να πληρώσουν τις μπύρες), computer nerds, δημοσιολόγοι, μεταπτυχιακοί συνεργάτες, σεβάσμιοι καθηγητές και τσακάλια του Σημιτικού πλουτισμού. Με λίγα λόγια, ανασυγκροτήθηκε σε νέο συνασπισμό δυνάμεων η συνολική φαρσοκωμωδία που άρχισε να στήνει μια κοινωνία απ’ την αρχή της μεταπολίτευσης, όταν η άρχουσα τάξη αποφάσισε ότι η φαρσοκωμωδία ήταν ένα καλύτερο για την οικονομική ανάπτυξη αφηγηματικό είδος από την παρατεταμένη τραγωδία των στημένων δικών, των εκτελέσεων, των δολοφονιών του παρακράτους και του κοινωνικά ευεργετικού έργου των χαφιέδων και των ασφαλιτών.
Τα Κοάν χρονικογραφούν τον εκφυλισμό των εκφραστικών μέσων αυτής της κοινωνίας-οπερέτας, τον ακήρυκτο πόλεμο που μαίνεται ενάντια στην ικανότητα της γλώσσας να εκφράσει ξεκάθαρες ιδέες και να καταγράψει με θάρρος την βιωμένη πραγματικότητα. Χρονικογραφούν την επινόηση μιας άλλης, τεχνητής γλώσσας, τέτοιας που να μην ενοχλεί μια συνείδηση που είναι αναγκασμένη να τρέφεται απ’ τη σύγχυση, την αντίφαση, την παραδοξολογία και την κενολογία γιατί δεν έχει πουθενά αλλού πια να βασιστεί. Στα Κοάν, η ελληνική γίνεται μια ξένη γλώσσα, μια γλώσσα που μιλά με ακατάληπτα non sequitur, οξύμωρα σχήματα, παραδοξολογίες, πομφόλυγες, σολοικισμούς· μια γλώσσα χωρίς περιεχόμενο, μια γλώσσα που απεικονίζει με πιστότητα και ακρίβεια το στραμπούληγμα της συνείδησης καθώς προσπαθεί να πετύχει το ακατόρθωτο: να πατάει σε δυο βάρκες ταυτόχρονα σε συνθήκες τρικυμίας, να κρατάει και την πίττα του καπιταλιστικού καθεστωτισμού ολόκληρη και το σκυλί της διαμαρτυρίας για την έκπτωση της κοινωνικής θέσης χορτάτο.
Τα Κοάν θέλουν να δείξουν στην υφιστάμενη ελληνική κοινωνία ότι υπάρχουν συνθήκες και περιστάσεις όπου η «μέση λύση», η προσπάθεια να συμφιλιωθούν τα ασυμφιλίωτα, οδηγεί απλώς στον παραλογισμό και την νοητική μαλάκυνση· ότι οι κατακτήσεις της έναντι των προηγούμενων γενιών είναι πολύ αμφίβολης αξίας απ’ τη σκοπιά της ιστορικής εξέλιξης και προόδου· ότι η «μόρφωσή» της δεν είναι παρά η πιστοποίηση της αυθορμησίας με την οποία αποδέχεται το αναπόδραστο της κυριαρχίας των συμφερόντων της ιδιοκτησίας· και ότι δεν πρόκειται να αφήσει πίσω της, όταν εξαφανιστεί με την τωρινή της μορφή, τίποτε περισσότερο από ανέκδοτα, παρά το γεγονός ότι παίρνει τον εαυτό της και τις ενασχολήσεις της τόσο αφόρητα σοβαρά.
Τα Κοάν εκφράζουν την περιφρόνηση του χρονικογράφου τους για την κοινωνική ιδεολογία που τον εξέθρεψε και την μηδενιστική του απαξίωση για τα επιτεύγματά της, που του φαίνονται όλο και περισσότερο σαν επιτεύγματα μαϊμούδων στον τομέα διεύθυνσης συμφωνικής ορχήστρας. Είναι επιστολές μίσους και μαύρες πέτρες που πετάει πίσω του, στο δικό του παρελθόν. Και εκκλήσεις για μια νέα λαϊκή κουλτούρα, που θα θάψει τελεσίδικα το ψωραλέο πτώμα της άχρηστης και επιζήμιας σοβαροφάνειας ενός αστισμού που θεωρεί ότι επειδή ξεπάστρεψε με συστηματική λύσσα ό,τι τον ξεπερνούσε σε ευγένεια, θάρρος και φρόνημα, δικαιούται αυτοδικαίως και την αθανασία στο «μεταμοντέρνο» διηνεκές.
Κακό του ψόφο, εύχομαι.
Πηγή. leninreloaded.blogspot.gr/2014/01/blog-post

One comment on “Τι είναι και τι θέλουν τα Κοάν…

  1. Ο/Η Λεωνίδας λέει:

    ΟΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΕΧΕΙ ΓΡΑΦΤΕΙ τα 4 τελευταια χρονια για το πως μπερδευουν ,χειραγωγουν ,μπουρδουκλωνουν την σκεψη του λαου ….με επιμελη και μελετημενο καλα τροπο …!!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s