Το γιορτινό μαγκάλι, ή πως τα παχιά λόγια ξεφουσκώνουν μπρος στην αδυσώπητη πραγματικότητα


magali

Η Σάρα μάς ευαισθητοποίησε προσωρινά. Οσοι, όμως, συνεχίζουν να κάνουν κουμάντο σ’ αυτή τη χώρα συνεχίζουν να καρβουνιάζουν τη ζωή μας.

Το ‘χει ο χειμώνας, φαίνεται. Είναι ο μήνας που εκθέτει την υποκρισία της κρατικής μέριμνας. Τα παχιά λόγια ξεφουσκώνουν μπρος στην αδυσώπητη πραγματικότητα. Το κρύο ανυπόφορο και η σάρκα αδύναμη να το διαχειριστεί. Οι φτωχοί αναζητούν απεγνωσμένα έναν αχερώνα, που να θερμαίνεται έστω και από τις ανάσες των ζώων. Πού να βρεθούν, όμως, στις σύγχρονες πόλεις, στην εποχή οι σωτήριες φάτνες; Μόνο οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες περισσεύουν για να θερμάνουν τις ελπίδες των αποσυνάγωγων της οικονομικής κρίσης και της εύκολης ρητορείας για την ανάγκη για κοινωνική πολιτική υπέρ των αδύναμων.

Δεν είναι τωρινό το πρόβλημα. Η φτώχεια έχει περάσει σε πολλές αφηγήσεις, λαϊκές και μη. Ιδίως οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες με θέμα τους φτωχούς αποτελούν αγαπημένο ανάγνωσμα αυτές τις ημέρες. Συνήθως, ξεχνιούνται και ξαναμπαίνουν στα ράφια των βιβλιοθηκών για να ξεσκονιστούν την επόμενη χρονιά. Ετσι συμβαίνει πάντα με τα επετειακά γεγονότα. Υπάρχουν σαν μια ανάγκη ψυχικής εκτόνωσης και εμβάπτισης στην κολυμβήθρα μιας λεκτικής και επετειακής ευαισθησίας και φιλανθρωπίας, η οποία, κατά κανόνα, φυλλορροεί τον υπόλοιπο χρόνο. Μοιάζει με την απέλπιδα προσπάθεια των καλικάντζαρων, που πασχίζουν να κόψουν το δέντρο της ζωής επιβάλλοντας τη δική τους αντίληψη για τον χρόνο. Η γιορτινή ατμόσφαιρα τους ξεγελάει, ανεβαίνουν στη γη και μπλέκουν στο γιορτινό γαϊτανάκι και τις παγίδες που τους στήνουν οι άνθρωποι.

Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, είναι συνυφασμένα με την αυξανόμενη ευαισθησία. Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, έχει μεταπλάσει την ευαισθησία σε λογοτεχνική συγκίνηση. Κορυφαία έκφραση αυτού του συναισθήματος είναι το παιδικό ανάγνωσμα του Δανού παραμυθά, του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν, ο οποίος έχει σκιαγραφήσει λογοτεχνικά την ένοχη συνείδηση των ανθρώπων μπρος στα δοκιμαζόμενα από την ανέχεια παιδιά. Είναι τα διαχρονικά θύματα της βαρβαρότητας του ανθρώπινου πολιτισμού, που έχει επινοήσει τις επετειακές, τηλεοπτικές και μη, φιλανθρωπίες, για να ελαφρύνει το βάρος της ενοχής που φαίνεται να έρχεται στην επιφάνεια αυτές τις ημέρες.

Τα τελευταία χρόνια θεωρήσαμε πως η «πολιτισμένη» Δύση είχε εξαφανίσει τέτοιες εικόνες από τη μνήμη. Πιστέψαμε ότι αυτές υπήρχαν μόνο στη λογοτεχνία, ή στις εικόνες των τηλεοπτικών ρεπορτάζ, που έτσι κι αλλιώς είναι σύντομα και η συνήθης «καθημερινότητα» αποκαθίσταται σε λίγα δευτερόλεπτα. Να όμως που η κρίση μάς τροφοδοτεί ξανά με τέτοιες ιστορίες. Είναι η μικρή Σάρα, που πέθανε από αναθυμιάσεις στο φτωχικό της σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Είναι η ιστορία μιας νεαρής, που θα μπορούσε να εμπνεύσει έναν σύγχρονο Αντερσεν. Η Σάρα δεν πουλούσε σπίρτα, όπως η ηρωίδα του Αντερσεν. Ενιωθε όμως τα ίδια συναισθήματα. Ενιωθε το κρύο να την περονιάζει. Και οι δύο, κατέφευγαν στα όνειρα για να ξεχάσουν το κρύο και τη σκληρότητα της κοινωνικής αδικίας. Τα θερμαντικά μέσα έχουν γίνει είδος πολυτελείας και για τους απορριγμένους στην ανεργία και στο κοινωνικό περιθώριο μένει ως παρηγοριά μόνο το επικίνδυνο κάρβουνο.

Επικίνδυνο είπαν, μερικοί. Φταίνε οι γονείς, που δεν μαθαίνουν τους παλιούς τρόπους στα παιδιά τους. Ενοχοι, λοιπόν, οι φτωχοδιάβολοι. Οι άστεγοι. Οι απελπισμένοι. Αυτοί που ξέχασαν την παλιά εμπειρία. Που δεν μεταδίδουν στα παιδιά τους παλιούς τρόπους.

Ωστόσο, ξεχνάμε πως οι αφηγηματικές ιστορίες αρέσκονται στην ανατροπή και οι ήρωες πιάνονται συνήθως απροετοίμαστοι γι’ αυτή την εξέλιξη. Η χώρα γύρισε μισόν αιώνα πίσω, τότε που η τεχνολογία της θέρμανσης βασιζόταν στο μαγκάλι. Πρόκειται για μια ανατροπή που οφείλεται στη διάλυση της οικονομίας, στην απόλυση χιλιάδων οικογενειαρχών, στο διαγούμισμα των ονείρων, στην κλοπή της ελπίδας για το μέλλον. Σ’ αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι ένιωσαν να βυθίζονται στη μηχανή του χρόνου και να γυρίζουν σε προγενέστερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Αποδιοργανώθηκε η ζωή τους. Σ’ αυτές τις συνθήκες είναι εύκολο να ενοχοποιήσουμε τη μάνα της Σάρας και τους άλλους που παραδόθηκαν στο φονικό αγκάλιασμα του μονοξειδίου του άνθρακα. Απουσιάζουν, όμως, από το κάδρο αυτοί που ευθύνονται για την επιστροφή του κάρβουνου στη ζωή μας.

Η Σάρα μάς ευαισθητοποίησε προσωρινά. Οσοι, όμως, συνεχίζουν να κάνουν κουμάντο σ’ αυτή τη χώρα συνεχίζουν να καρβουνιάζουν τη ζωή μας. Εχουν ανοίξει τη βαλβίδα του μονοξειδίου του άνθρακα, που θα δώσει κι άλλα θύματα. Εκτός και αν η ευαισθησία για τέτοιες ιστορίες μάς κάνει πιο δραστήριους και ενάντιους στο καρβούνιασμα της ζωής της νέας γενιάς.

Tου Ευάγγελου Αυδίκου καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  στην Εφημερίδα των Συντακτών

Αναδημοσίευση από roides.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s