Θάλασσα, πικροθάλασσα…(1)…


Στο προηγούμενο σημείωμα απολαύσαμε τον πρόεδρο των εφοπλιστών Θόδωρο Βενιάμη να πλέκει το εγκώμιο του κλάδου του και να μας τραβάει το αφτί για τα «ανεδαφικά συνδικαλιστικά προσκόμματά» μας που δεν επιτρέπουν στους πατριώτες εφοπλιστές να βοηθήσουν την χώρα δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Τις προάλλες βγήκε στην τηλεόραση αυτό το απολειφάδι τής πολιτικής σκηνής, το οποίο ακούει στο όνομα Θόδωρος Πάγκαλος, για να επιμείνει με περίσσιο θράσος ότι «μαζί τα φάγαμε» και ότι ο κύριος υπεύθυνος για την καταστροφή τής χώρας είναι ο τυροπιτάς που δεν κόβει απόδειξη.

Προφανώς, η σύγχρονη Ελλάδα προσπαθεί να βρει τον δρόμο της ανάμεσα σε καλούς εφοπλιστές και κακούς τυροπιτάδες. Ίσως έτσι να εξηγείται ο διαχρονικός καημός τής ελληνικής πολιτείας να στηρίξει όσο μπορεί περισσότερο την χειμαζομένη τάξη των εφοπλιστών, είτε νομοθετώντας ευνοϊκά υπέρ τους είτε παραβλέποντας μερικές «ανωμαλίες» που σκάνε από καιρού εις καιρόν (όπως, λόγου χάρη, την ιστορία με κάτι πρόστιμα για φοροδιαφυγή δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ που καταλόγισε ο ΣΔΟΕ πριν λίγα χρόνια εις βάρος τού γνωστού εφοπλιστού κ. Βίκτωρος Ρέστη, περί της οποίας ουδείς εκ των δύο προαναφερθέντων Θοδωρήδων έχει αρθρώσει ποτέ την παραμικρή λέξη).

Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια… (εφημ. Ναυτεμπορική, 19/11/1959)

Συνέχεια ανάγνωσης

Εργοδοτικός φασισμός και φασιστοειδή…


Της   Ε.Χ.

Νεαρά παιδιά, κορίτσια και αγόρια με έναν καφέ στο χέρι περιμένουν με τις ώρες αν θα τους πάρει κάποιο από τα μαγαζιά των εμπορικών κέντρων και ειδικά του Τhe Μall Athens για μια δύο ώρες, ανάλογα με τις ώρες αιχμής, για δουλειά.
Τόσο πολύ έχει ξεφτιλιστεί η εργατική δύναμη που πλέον ο κάθε εργοδότης έχει την δυνατότητα να επιβάλλει ότι όρους θέλει ανάλογα με την πρωινή στυτική του διάθεση στον άνθρωπο που πουλάει ή μάλλον τις περισσότερες φορές χαρίζει την εργατική του δύναμη.

Κατά τ’ άλλα για το κακό μας το χάλι μας φταίνε τα προσφυγοπούλα που θα έρθουν στα σχολειά μας και θα κολλήσουν αρρώστιες τα παιδιά μας, θα λοβιάσουν τον πολιτισμό μας και θα μαγαρίσουν την πίστη μας.
Αυτά φώναζαν σήμερα τα φασιστοειδή που μαζεύτηκαν έξω από το 1ο Δημοτικό στο Ωραιόκαστρο με σκοπό να διώξουν 9 παιδάκια ηλικίας 7-10 χρόνων. Αυτά ούρλιαζαν και πριν από δύο μέρες όταν ίδια φασιστοειδή αλυσοδέθηκαν έξω από το σχολείο για να αποτρέψουν την είσοδο προσφύγων.

Η μαγκιά είναι πολύ εύκολο να πουληθεί στα 7χρονα απ’ ότι να πουληθεί στον κάθε καριόλη που εκμεταλλεύεται ή πρόκειται να εκμεταλλευτεί τον κόπο των παιδιών μας. Γι’ αυτό τέτοιου είδους ανθρωπάρια θα μείνουν χωμένα στις τρύπες τους βγαίνοντας μόνο για να δείξουν το βρωμερό τους πρόσωπο εκεί που τους παίρνει. Είναι αυτοί, στον αντίποδα αυτού που είπε στους δικαστές του ο Λουντέμης, που θα κάνουν τα δύο πόδια τέσσερα γυρνώντας τον άνθρωπο εκατομμύρια χρόνια πίσω.


Aπό:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/02/blog-post_0.html

ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΜΕΡΙΚΗ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, 1900-1950…


από Κωστής Καρπόζηλος

191-960x763.jpg

Έχουμε τη μεγάλη χαρά να προδημοσιεύουμε σήμερα σε αποκλειστικότητα, μια μέρα πριν την επίσημη κυκλοφορία του, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κωστή Καρπόζηλου, Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου, 1900-1950, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017. Το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-198. Ευχαριστούμε θερμά τον συγγραφέα Κωστή Καρπόζηλο, καθώς και τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, για την παραχώρηση του συγκεκριμένου υποκεφαλαίου, και αναμένουμε με ανυπομονησία την κυκλοφορία της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής δουλειάς, που θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία αύριο Τρίτη 21 Φεβρουαρίου.

Σημειώνουμε εδώ ότι η «Κόκκινη Αμερική. Ελληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου 1900-1950» είναι καρπός μιας δεκάχρονης ενδελεχούς έρευνας που ήδη γέννησε μια διδακτορική διατριβή και το σενάριο του περίφημου ντοκιμαντέρ «Ταξισυνειδησία: η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού» (σε σκηνοθεσία του Κώστα Βάκκα). Το μυστικό του βιβλίου είναι το τεράστιο εύρος των πηγών του, η σύνθεσή τους και η απίστευτη ζωντάνια των περιγραφών που φωτίζουν την αλληλοδιαπλοκή της μεγάλης με τη μικρή Ιστορία στις παραμικρότερες λεπτομέρειές της. Εστιάζοντας το ενδιαφέρον του στην ιστορία της αμερικανικής Αριστεράς, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως και τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, το βιβλίο αναδεικνύει τα πολλαπλά νήματα που συνέ­δεαν τις ιδέες της ριζικής κοινωνικής μεταβολής με τους μετασχηματισμούς της καθημερινότητας των μεταναστευτικών πληθυσμών. Η ιστορία της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς φωτίζει την πολλαπλότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας και υπογραμμίζει τα όρια των στερεοτύπων γύρω από τους Έλληνες μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ακολουθεί το απόσπασμα από το βιβλίο:

Νηστικοί και επαναστάτες: τα συμβούλια των ανέργων

Το βράδυ της 16ης Ιανουαρίου του 1930 ο Στέφανος Κατόβης έφυγε από το διαμέρισμά του στο ανατολικό Μπρονξ, επίκεντρο του μεσοπολεμικού ριζοσπαστισμού της Νέας Υόρκης, και κατευθύνθηκε προς το γειτονικό εστιατόριο Miller’s Market. Εκεί τον περίμεναν τριάντα σύντροφοί του, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την απόλυση κάποιων εργατών. Η ζωή του «Κόκκινου Στηβ» ήταν συνυφασμένη με τους εργατικούς αγώνες: ενταγμένος στο κομμουνιστικό κίνημα από το 1921, είχε διακριθεί στην οργάνωση των αυτοκινητιστών στη Δυτική Ακτή προτού εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη, όπου δραστηριοποιούνταν στα συνδικάτα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η συγκέντρωση έξω από το Miller’s Market θα περνούσε απαρατήρητη, παραμένοντας ένα γεγονός τοπικής εμβέλειας, αν ο αστυνομικός Harry Kiritz δεν πυροβολούσε, τραυματίζοντας σοβαρά τον Στέφανο Κατόβη. Ο γεννημένος το 1890 στον Τύρναβο μετανάστης πέθανε μια βδομάδα αργότερα, στις 24 Ιανουαρίου, σε μια περίοδο που καθημερινά εντεινόταν η αίσθηση, καθώς και τα σχετικά σχόλια στον τύπο, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταβαίνουν σε μια εποχή αστάθειας και κοινωνικής έντασης.

«Βυθιζόμαστε σε μια κρίση, το βάθος της οποίας δεν είναι ακόμα χαρτογραφημένο», παρατηρούσε το προλογικό σημείωμα του Com­munist, του θεωρητικού περιοδικού του αμερικανικού κομμουνισμού, τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου του 1930 σ.1. Η διαπίστωση ήταν ακριβής. Οι ημέρες πριν και μετά την κηδεία του Κατόβη είχαν σημαδευτεί από διαδοχικές συγκρούσεις της Αστυνομίας με εξαγριωμένους εργάτες και άνεργους γύρω από τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Γιούνιον Σκουέρ. Εκεί είχε εκτεθεί για τέσσερις μέρες η σορός του Κατόβη, κατάφορτη με κόκκινα λουλούδια, υπό το βλέμμα ενός τεράστιου πορτρέτου του Λένιν, ενώ εκατοντάδες εναλλάσσονταν στην τιμητική φρουρά γύρω από το φέρετρο σ.2. Η σκηνογραφία της τελετής υπογράμμιζε τη μαρτυρική διάσταση την οποία προσέλαβε η μορφή του Κατόβη. «Στο αίμα του ορκίζεται η σκιά της τρομερής παγκό­σμιας προλεταριακής επανάστασης», ήταν η κατακλείδα της «προλεταριακής βιογραφίας» του που κυκλοφόρησε στα αγγλικά, με τίτλο Steve Katovis: Life and Death of a Worker σ.3.

Γραμμένο από δύο δημοσιογράφους της Daily Worker με μεταναστευτική καταγωγή, το προπαγανδιστικό σχεδίασμα διαπερνάται από το τελεολογικό μοτίβο του θανάτου και της ανάστασης, καθώς ο μάρτυρας της εργατικής τάξης προσφέρει τη ζωή του στην υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης. Η διδακτική διάσταση της δολοφονίας του Στέφανου Κατόβη ξεπέρασε τα αμερικανικά σύνορα, καθώς η βιογραφία του εκδόθηκε στη Σοβιετική Ένωση, το 1931, ως «ντοκουμέντο του καθημερινού αγώνα […] των ανθρώπων και των οργανώσεων που έχουν την πείρα της χτεσινής ήττας, με σκοπό να οδηγήσουν τις μάζες στη νίκη». Το παράδειγμα του Κατόβη γινόταν έτσι μάθημα για την ίδια την επαναστατική διαδικασία – και μάθημα αγγλικών ταυτόχρονα, καθώς το κείμενο συνόδευε αναλυτικός κατάλογος λέξεων και εκφράσεων με τη ρωσική τους μετάφραση.

Συμπτωματικά, την ημέρα της αιματηρής συμπλοκής έξω από το Miller’s Market η Εκτελεστική Γραμματεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα ανακοίνωνε την κήρυξη μιας παγκόσμιας ημέρας δράσης εναντίον της ανεργίας, προκειμένου οι εργάτες του κόσμου να εκφράσουν την αντίθεσή τους «στην προσπάθεια της μπουρζουα­ζίας να φορτώσει τις συνέπειες της υπό ωρίμανση οικονομικής κρίσης στους ώμους τους» σ.4. Η συμμετοχή στις διαδηλώσεις της 6ης Μαρ­τίου του 1930 στις Ηνωμένες Πολιτείες εξέπληξε πρωτίστως τους ίδιους τους οργανωτές τους. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, «κάνοντας τους κομμουνιστές να πιστέψουν για λίγο ότι είχαν μεταμορφωθεί από μια μικρή σέχτα σε μαζικό πολιτικό κόμμα» σ.5. Η χρονική εγγύτητα των μαζικών διαδηλώσεων –φαινόμενο πρωτοφανές, με δεδομένη την ύφεση της κοινωνικής διαμαρτυρίας τη δεκαετία του 1920– και της δολοφονίας του Κατόβη ενίσχυε τη μαρτυρική διάσταση του θανάτου του. Το εξώφυλλο του τεύχους του Μαρτίου του Labor Defender, του περιοδικού της Διεθνούς Εργατικής Βοή­θειας, έδειχνε έναν δρόμο της Νέας Υόρκης με εκατοντάδες συγκεντρωμένους στα πεζοδρόμια και έναν αστυνομικό να στέκεται μόνος ανάμεσα στο πλήθος κάτω από τον τίτλο: «Αγωνίσου ή Θα πεινάσεις!». Στις εσωτερικές σελίδες, ένα εξαιρετικής αισθητικής φωτογραφικό κολάζ συνέδεε τις σκηνές από την κηδεία του Κατόβη με τις μεγάλες συγκεντρώσεις εναντίον της ανεργίας σ.6.

Την επομένη των διαδηλώσεων της 6ης Μαρτίου, ο αριθμός των ανέργων, δηλαδή όσων «βρίσκονταν εκτός εργασίας, ήταν ικανοί προς εργασία και αναζητούσαν δουλειά», πλησίαζε τα δυόμισι εκατομμύρια· έως το τέλος του χρόνου είχε διπλασιαστεί, φτάνοντας τα πέντε εκατομμύρια σ.7. Το 1933, στην κορύφωση της Μεγάλης Ύφεσης, ένας στους τέσσερις οικονομικά ενεργούς Αμερικανούς ήταν άνεργος. Καθώς έως τότε το πρόβλημα της ανεργίας ήταν δευτερεύον στην αμερικανική κοινωνία, η εξέλιξη αυτή σήμαινε την είσοδο σε μια νέα εποχή. Η ραγδαία αύξηση της ανεργίας τροποποιούσε την κοινωνική γεωγραφία της χώρας, μετατρέποντας τα βιομηχανικά κέντρα της σε έρημα τοπία. Μέχρι το τέλος του έτους στο Τολέντο, το Μάντσεστερ, το Μπέρμινγχαμ, το Κλίβελαντ όσοι είχαν σταθερή εργασία ήταν λιγότεροι από τους άνεργους και τους περιστασιακά εργαζόμενους σ.8. Από το σημείο αυτό έως και το 1933, δηλαδή τα επόμενα τρία χρόνια, δεν υπήρξε κάποια στιγμή κατά την οποία να αναστραφεί η γενική τάση της αύξησης των δεικτών της ανεργίας και της υποαπασχόλησης. Το 1931, στο Σικάγο, η ανεργία των ανειδίκευτων εργατών είχε φτάσει το 57% και των ειδικευμένων το 40%, ενώ το 1933 τα ημερομίσθια όσων τυχερών δεν είχαν απολυθεί είχαν συρρικνωθεί στο ένα τέταρτο σε σχέση με τις αρχές του 1929 σ.9. Οι στατιστικοί πίνακες και οι καταγραφές συγκλίνουν στη γενική εικόνα της διαρκούς επιδείνωσης, αλλά αποκαλύπτουν και την άνιση κατανομή των επιπτώσεων της κρίσης, καθώς στο επίκεντρό της βρέθηκαν κατεξοχήν οι κάτοικοι των μικρών βιομηχανικών πόλεων, οι ανειδίκευτοι εργάτες και οι νέοι μεταναστευτικής καταγωγής.

Αν σε κάθε άνεργο κάτω των 25 ετών στην πόλη της Νέας Υόρκης αναλογούσε ένα δευτερόλεπτο σε μια κινηματογραφική οθόνη, τότε θα χρειάζονταν τέσσερα εικοσιτετράωρα αδιάκοπης διαδοχής προσώπων, σημείωνε μια μελέτη της εποχής σ.10. Σε κάθε δευτερόλεπτο των 350.000 ανέργων αναλογούσε μια ιστορία εξαθλίωσης, οικογενειακών εντάσεων, εξώσεων και χρεών, αναζήτησης δουλειάς ή και φαγητού στους δρόμους της πόλης. «Ήταν απάνθρωπο», κατέληγε ο Nick (Mike) Pappas, μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας, περιγράφοντας το ψάξιμο για την εύρεση εργασίας ως την αγωνιώδη περιπλάνηση σε έναν λαβύρινθο χωρίς ορατή διέξοδο σ.11. Το μοτίβο της πείνας, είτε ως σύμβολο της έσχατης ένδειας είτε ως επώδυνη πραγματικότητα, έκανε την εμφάνισή του στις σελίδες του μεταναστευτικού τύπου, σε επιστολές αναγνωστών που τόνιζαν ότι αναζητούσαν δουλειά, προκειμένου να θεωρηθούν άξιοι προσοχής. Έγραφε, λ.χ., ο Π.Π. στις αρχές του 1931, περιγράφοντας την αναζήτηση εργασίας:

Είμεθα αρκετοί Έλληνες και μάλιστα μερικοί αρκετά μορφωμένοι, από διμήνου όλοι χωρίς εργασίαν και τα λεπτά μας πλησιάζουν να τελειώσουν. […] Ζητούμεν εργασίαν σ’ ανατολή και δύσι. Γυρίζομεν νύκτα και μέρα και δεν καταφθάνουμε να εξοικονομήσουμε ούτε το ξερό ψωμί κάθε ημέρα σ.12.

Δεν επρόκειτο για υπερβολές. Για εκατομμύρια ανθρώπους τα πρώτα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης σημαδεύτηκαν από συνθήκες απότομης φτωχοποίησης και περιθωριοποίησης. Οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων που αναφύονταν στις παρυφές των εργατικών συνοικισμών, οι χιλιάδες πλάνητες σε αναζήτηση εργασίας, όπως οι ήρωες του Στάιν­μπεκ στα Σταφύλια της οργής, οι άστεγοι στις εντυπωσιακές εικόνες των συσσιτίων καθιστούσαν τον άνεργο σύμβολο της νέας εποχής.

Για το κομμουνιστικό κίνημα οι άνεργοι αποτελούσαν την ορατή απόδειξη των αντιφάσεων και του ιστορικού αδιεξόδου του καπιταλιστικού κόσμου, και προσωποποιούσαν τα υποκείμενα εκείνα που πλέον δεν είχαν να χάσουν τίποτα «εκτός από τις αλυσίδες τους». Έτσι, οι Αμερικανοί κομμουνιστές στράφηκαν στην οργάνωση των ανέργων, συνδέοντας τη διεκδίκηση «άμεσων μέτρων ανακούφισης» με την προετοιμασία «για τις μεγαλύτερες μάχες και, τελικά, την ανατροπή του καπιταλισμού» σ.13. Πολλά κομματικά μέλη δεν χρειάζονταν ιδιαίτερη παρότρυνση, καθώς ήταν και οι ίδιοι άνεργοι και πρωταγωνιστούσαν στις αυθόρμητες και μαχητικές καθημερινές διεκδικήσεις των ανέργων για «ψωμί και δουλειά», όπως έγραφαν οι πηχυαίοι τίτλοι του Εμπρός. Προσφέροντας την τεχνογνωσία της οργάνωσης και το αναμφισβήτητο πάθος τους, οι Αμερικανοί κομμουνιστές πρωταγωνίστησαν στην ανάδυση ενός πολύπλευρου κινήματος στο οποίο κυριαρχούσε ο αυθορμητισμός, η οργή και οι πρακτικές άμεσης δράσης.

«Σπάσετε την πόρτα και βάλτε μέσα τα έπιπλα», προέτρεπε τους συγκεντρωμένους ο «ατρόμητος» Γεώργιος Κέλλης, προκειμένου να εμποδίσει την έξωση μιας άνεργης οικογένειας σ.14. Η επανακατάληψη των σπιτιών υπήρξε μια δημοφιλής πρακτική του κινήματος των ανέργων. Όταν εμφανιζόταν ο δικαστικός επιμελητής, οι γείτονες συγκεντρώνονταν έξω από το προς έξωση οίκημα, περιμένοντας την αναχώρησή του. Τότε άνοιγαν τη σφραγισμένη πόρτα και μετέφεραν ξανά τα, λιγοστά συνήθως, έπιπλα στο εσωτερικό της οικίας, ενώ όσοι βρίσκονταν απέξω εμπόδιζαν την πρόσβαση στους, συχνά απρόθυμους να δράσουν, αστυνομικούς.

«Μόλις θα ’λθει [ο ιδιοκτήτης] βάλετε τα πεδιά και τις γυναίκες να καθήσουν χάμω στο πάτωμα που να μην μπορούν ούτε οι αστυνομικοί ούτε ο νοικοκύρης να μπουν μέσα», συνέχιζε ο έμπειρος Κέλλης, τον οποίο «όλοι στην γειτονιάν και προπάντων τα παιδιά τον αγαπούσαν και τον ελάτρευαν» σ.15. Τα καθημερινά αυτά περιστατικά συχνά εξελίσσονταν σε διαμαρτυρίες με απρόβλεπτη εξέλιξη, καθώς εκατοντάδες εύκαιροι άνεργοι πύκνωναν τις γραμμές όσων κινητοποιούνταν αρχικά, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για μια έξωση ή την εξαίρεση μιας οικογένειας από τους μηχανισμούς της κοινωνικής πρόνοιας. Δεν επρόκειτο για ένα κεντρικά οργανωμένο σχέδιο, αλλά για τη σύμπτωση εκείνη που περιγράφει ο Ε.Π. Τόμσον «μεταξύ των προβλημάτων της πλειοψηφίας και των επιδιώξεων της πολιτικά συνειδητής μειοψηφίας», που δημιουργεί συνθήκες επαναστατικής κρίσης σ.16.

Τα συμβούλια των ανέργων αποτέλεσαν το σημείο συνάντησης των κομμουνιστών και των πεινασμένων στα πρώτα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης. Οι δραστηριότητές τους εκτείνονταν από την κατάληψη δημοσίων κτιρίων και τη διεκδίκηση συσσιτίων έως την αποκατάσταση αδικιών στις υπηρεσίες αρωγής και την υπεράσπιση οικογενειών που κινδύνευαν από τις πολλαπλασιαζόμενες εξώσεις. Το μεγάλο πλεονέκτημα των κομμουνιστών ήταν η ικανότητά τους να μετασχηματίζουν το αίσθημα ντροπής, που κατέτρυχε όσους αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, σε αίτημα συλλογικής διεκδίκησης με απτούς στόχους: την ακύρωση της έξωσης, το πάγωμα των ενοικίων, τη διασφάλιση κατοικίας για κάθε εργατική οικογένεια. Στο πλαίσιο αυτό, ένα μεμονωμένο γεγονός, όπως η εμφάνιση δύο αστυνομικών σε μια λαϊκή συνοικία με σκοπό την έξωση κάποιας οικογένειας, μπορούσε να μετατραπεί σε διαδήλωση διαμαρτυρίας προς το τοπικό δημαρχιακό μέγαρο, με τους κομμουνιστές επικεφαλής σ.17. Ο μαχητικός τους λόγος απέδιδε την ευθύνη για την εξαθλίωση στις ενδογενείς παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος και ταυτόχρονα μετέφερε τα προβλήματα των χειμαζόμενων εργατικών στρωμάτων στο επίκεντρο της αμερικανικής ζωής. Έτσι, τα συμβούλια των ανέργων διεκδικούσαν τη θέσπιση ταμείων ανεργίας και την παροχή επιδομάτων, σε αντίθεση με μια μακρά παράδοση του αμερικανικού εργατικού κινήματος που αντιμετώπιζε την κρατική ή πολιτειακή πρόνοια με καχυποψία.

Όταν οι Έλληνες κομμουνιστές, ακολουθώντας τις γενικές κομματικές κατευθύνσεις, πρότειναν την επώνυμη καταγραφή των ανέργων, δεν αναπλήρωναν απλώς την απουσία των θεσμικών παραγόντων της ελληνοαμερικανικής ζωής· επιπλέον, αμφισβητούσαν το αίσθημα της ενοχής που έκανε πολλούς επιστολογράφους του Εθνικού Κήρυκα να προσθέτουν στερεότυπα στο τέλος της εξιστόρησης των ­δυσκολιών της καθημερινότητας την παράκληση: «Δημοσιεύσατε, παρακαλώ την επιστολήν μου άνευ ονόματος και χωρίου». «Εντρεπόμεθα, αλλά τι να κάνουμε», έγραφε ο Π. Π. από τη Νέα Υόρκη, περιγράφοντας την έσχατη ένδεια που τον ανάγκαζε να καταφύγει στα συσσίτια. Αν συνομιλούσε με τους κομμουνιστές, η απάντησή τους θα ήταν απλή: «Οργανώσου και μην ντρέπεσαι!». Η γλώσσα του κομμουνιστικού κινήματος μετέτρεπε τη συνθήκη της ανεργίας από ιδιωτική ευθύνη σε δημόσια δήλωση καταδίκης του καπιταλιστικού συστήματος.

____________________________________________________________

Aπό:https://k-lab.zone/kokkini-ameriki-ellines-metanastes-ke-orama-enos-neou-kosmou-1900-1950/

Ένας Έλληνας στους γκρεμούς της Ιρλανδίας…


Στη δυτική άκρη της Ιρλανδίας υπάρχει ένας γκρεμός που λίγοι υψοφοβικοί τολμούν να πουν τ’ όνομα του. Κι ακόμα λιγότεροι, μπορεί και κανένας, τολμούν να πλησιάσουν στην άκρη για να κοιτάξουν τον Ατλαντικό.

Ο Τόλκιν σίγουρα τέτοια τοπία είχε στο μυαλό του, παρά εκείνα της Νέας Ζηλανδίας, όταν έγραφε για τη Μέση Γη. Στα γαελικά λέγεται Aillte an Mhothair. Τόλμησα και το είπα, όπως -κάποτε- τόλμησα και να κοιτάξω.

Για να μη φανεί ότι παριστάνω τον Άραγκορν, ενώ στην πραγματικότητα είμαι πιο πολύ χόμπιτ, θα παραδεχτώ ότι πλησίασα στην άκρη του γκρεμού πεσμένος στα τέσσερα. Σαν ζώο τετράποδο, παρά σαν ζώο δίποδο άπτερο κι αχάριστο.

Ακόμα κι έτσι μου ‘ρθε ίλιγγος. Ήταν τόσο ψηλά που αν είχα αυτοκτονικές τάσεις και πηδούσα θα προλάβαινα να μετανιώσω πολύ πριν φτάσω στη θάλασσα.

Όπως σε ταινία, όπου ο αυτόχειρας πρωταγωνιστής κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν του καθώς πέφτει, έτσι κι εγώ -είμαι σίγουρος- θα θυμόμουν τι ωραία που είναι να ζεις-να τρως-να κοιμάσαι-να ερωτεύεσαι-να κάνεις σεξ-να παίζεις μουσική-να γράφεις-ακόμα και να δουλεύεις, και θα ‘λεγα λίγο πριν γίνω ένα με τη θάλασσα και το μηδέν τα τελευταία μου λόγια.

Αλλά, αφού δεν θα υπήρχε κανείς να μ’ ακούσει να τα λέω, δεν θα ‘ταν τα τελευταία μου.

(Τα τελευταία μου λόγια θα ήταν: “My goodness my guinness”. Και τα είχα πει λίγες ώρες πριν, έξω απ’ τη παμπ, διαβάζοντας φωναχτά μια διαφημιστική αφίσα της Guinness, όπου ένας μουστακαλής τρέχει για να σώσει τη γκίνες του από ένα λιοντάρι. Με είχε ακούσει κάποιος γέρος με πρησμένη μύτη κι είχε υψώσει το ποτήρι του.

Για να ‘ναι τα τελευταία σου λόγια πρέπει κάποιος να σ’ ακούσει, αλλιώς το δέντρο πέφτει χωρίς να κάνει θόρυβο.)

~~

Δεν πήδηξα. Είχα καλύτερα πράγματα να κάνω, ακόμα κι αν μετάνιωνα γι’ αυτά. Οπισθοχώρησα (στα τέσσερα πάντα) στην ασφάλεια του εδάφους χωρίς γκρεμούς, πήρα το σακίδιο μου και τα μουσικά μου όργανα και ξεκίνησα για το χωριό, όπου νοίκιαζα το κρεβάτι μου.

Στη διαδρομή έβγαλα τo feadog (ή αλλιώς penny whistler) για να παίξω. Είναι μια χάλκινη φλογέρα, της οποίας ο ήχος ταιριάζει τόσο στα λιβάδια της Ιρλανδίας. Στα πρόβατα δεν κάνει καμία εντύπωση, αλλά οι αγελάδες μαγεύονταν όταν με άκουγαν.

Κάπως έτσι, στα είκοσι πέντε μου χρόνια, χωρίς τελευταία λόγια, με το feadog και μερικές αγελάδες να με ακολουθούν, έφτασα στο μικρό χωριό, που μάλλον δεν ήταν τίποτα άλλο από οικισμός.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; (Μέρος Α΄)…


pasted-image-0

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; Μέχρι και τον 18ο αιώνα, (επισήμως) καμία. Από τον 19ο άρχισαν δειλά-δειλά να ασχολούνται δημοσίως, αλλά συναντούσαν μεγάλη αντίσταση μέσα στους ανδροκρατούμενους τομείς της γνώσης. Οι άντρες (γονείς, εκπαιδευτικοί, προϊστάμενοι) δεν έδειχναν καθόλου διατεθειμένοι να τους κάνουν χώρο· μάλλον το αντίθετο: τις απέτρεπαν, τις εμπόδιζαν, τις απέκλειαν· έκλεβαν τις ιδέες τους, τις ταπείνωναν με υποδεέστερες δουλειές, τις αγνοούσαν. Μια γυναίκα έπρεπε πρώτα να ξεπεράσει τον σκόπελο του (συνήθως αντιδραστικού) πατέρα-αφέντη. Στη συνέχεια, να σπουδάσει – περίπου στα κρυφά. Και στο τέλος να βρει μια ταπεινή δουλειά, σαν να της έκαναν και χάρη από πάνω που την εκμεταλλεύονταν.

Η κατάσταση έχει αλλάξει σήμερα, στον 21ο αιώνα; Ναι, αναμφισβήτητα. Τώρα είναι καλύτερα τα πράγματα για τις γυναίκες στις επιστήμες, αλλά και γενικότερα στη δημόσια σφαίρα. (Μιλάμε πάντα για τον δυτικό κόσμο.) Είναι καλύτερα, αλλά όχι καλά. Μπορεί η κατάσταση να βελτιώνεται διαρκώς, αλλά όχι με τον ρυθμό που θα έπρεπε. Οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι ποσοστιαία ελάχιστες σε σύγκριση με τους άντρες σε όλους τους τομείς των θετικών επιστημών (αλλά και των ανθρωπιστικών, όπως και της φιλοσοφίας, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία). Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί η προκατάληψη –βαθιά ριζωμένη στις πατριαρχικές κοινωνίες διαχρονικά– ότι οι γυναίκες δεν έχουν καμία δουλειά στις επιστήμες εξακολουθεί να υπάρχει. Πώς το έλεγε ο John Lennon το 1972; «Woman is the nigger of the world» – ακόμα. Στο σπίτι, οι γονείς δίνουν για παιχνίδια στα κοριτσάκια κούκλες και σερβίτσια τσαγιού – ακόμα. (Τα προετοιμάζουν εξ απαλών ονύχων για έναν ρόλο επικουρικό: «πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα κρύβεται μια δυναμική γυναίκα», λένε για να χρυσώσουν το χάπι. Ο μηχανισμός διαιώνισης των ανισοτήτων ξοδεύει πολλή χρυσόσκονη για τα χάπια της.) Στο σχολείο, οι δάσκαλοι «κατανοούν» την απέχθεια των κοριτσιών για την αριθμητική, λες και αυτή οφείλεται σε κάποιον εγγενή (γενετικό) παράγοντα, και έτσι δεν τα ζορίζουν. Αργότερα, όσες έχουν καταφέρει, παρ’ όλα τα εμπόδια, να σπουδάσουν (και όχι μόνο θετικές επιστήμες), στους χώρους εργασίας (είτε στην ακαδημαϊκή ζωή είτε στην ελεύθερη αγορά) πέφτουν κατά κανόνα θύματα σεξισμού, υποτίμησης, απόρριψης. Συχνά δεν εξελίσσονται με την ταχύτητα που εξελίσσονται άντρες με τα ίδια προσόντα· καμιά φορά δεν αμείβονται καν ισότιμα με αυτούς· συνήθως τις υποτιμούν και ταυτόχρονα τις εκμεταλλεύονται. Και εκείνες, εκτός λαμπρών εξαιρέσεων, δέχονται τη μοίρα τους γιατί «έτσι έχουν τα πράγματα». Μόνο που δεν θα έπρεπε να έχουν έτσι. Καθόλου όμως.

Συνέχεια ανάγνωσης

Καπιταλιστικά και Αντικαπιταλιστικά Κοινά…


Γιώργος Λιερός

“Χωρίς τα κοινά δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αστικό κράτος ούτε αγώνας για την ανατροπή του”.

Έχουμε ορίσει τα κοινά ως “πρακτικές αυτοοργανωμένων κοινωνικών ομάδων οι οποίες έχουν σαν βάση την απο κοινού χρήση (ή αξιώσεις χρήσης) τμημάτων του περιβάλλοντός τους στα οποία αποδίδουν συγκεκριμένες μορφές σεβασμού”. Στα κοινά ανήκουν συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια, κοινωνικά κέντρα, οργανώσεις αλληλεγγύης, η κοινωνική οικονομία, κινήσεις πολιτών που διεκδικούν ή υπερασπίζονται τα δημόσια αγαθά, αθλητικοί σύλλογοι, θρησκευτικές οργανώσεις, πολιτιστικοί σύλλογοι, θεωρητικοί όμιλοι, εκδοτικές ομάδες κλπ.

Με δυό λόγια, στα κοινά περιλαμβάνεται όλη η δημόσια και συλλογική ζωή, σε διάκριση από την πολιτική εξουσία και την αγορά. Δεν πρόκειται μόνο -η Έλινορ Όστρομ είναι πολύ σαφής επ’ αυτού- για τους “πόρους κοινής δεξαμενής” και την σχετική μ’ αυτούς οργάνωση της παραγωγής και της διανομής. Τα κοινά είναι όλος ο κοινωνικός ιστός ο οποίος, ξεκινώντας από τα κατώφλια των σπιτιών συνδέει ιδιωτικούς και πολιτειακούς θεσμούς, τους κάνει λειτουργικούς και δένει την κοινωνία σ’ένα όλο, ένα όλο που σπαράσσεται από ασυμφιλίωτες αντιθέσεις. Ο κόσμος των κοινών δεν είναι καθόλου ενιαίος.

Μια κοινωνία που χάνει τα κοινά της διολισθαίνει στην ανομική κατάρρευση, στον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Η αστική κοινωνία, η ηγεμονία της αστικής τάξης, για όσο υφίσταται, διατηρεί τα δικά της κοινά, τη δική της αντίληψη για το κοινό αγαθό. Οι αστοί έχουν τα κοινωνικά τους δίκτυα που οργανώνονται γύρω από τα καλά σχολεία, φιλανθρωπικά, καλλιτεχνικά και πολιτιστικά ιδρύματα, κοινωνικές εκδηλώσεις, λέσχες κι εξοχικά και, φυσικά, μέσα από την επιχειρηματική ζωή -χάρη σε αυτά τα δίκτυα, από πολλές μικρές συζητήσεις, διαμορφώνεται πολύ γρήγορα η συλλογική θέληση της αστικής τάξης. Προπάντων όμως τα κοινά της αστικής τάξης είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός που διαποτίζει όλη την κοινωνία, ένας πλούτος μη αγοραίων και μη κυβερνητικών δραστηριοτήτων τις οποίες αναλαμβάνουν πολύ ευρύτερες μερίδες του πληθυσμού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η αντι-βιβλιοθήκη του Ουμπέρτο Έκο…


από 

Στο σπίτι του Έκο

Η Ιαπωνική λέξη τσουντόκου περιγράφει την πράξη του να αφήνεις κάποιο βιβλίο αδιάβαστο αφού το έχεις αγοράσει, συνήθως τοποθετώντας το σε στοίβες μαζί με άλλα αδιάβαστα βιβλία. Τα σαράντα χιλιάδες βιβλία του Ουμπέρτο Έκο δικαιολογούν την ύπαρξη της λέξης, κι ας λείπει από τις περισσότερες γλώσσες. Και στο βιβλίο «Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως», ο Έκο δικαιολογεί την ύπαρξη μιας ιδιωτικής βιβλιοθήκης.

Όταν κάποιος επισκέπτης στο σπίτι του, βλέποντας το πλήθος των βιβλίων στα ράφια που κάλυπταν σχεδόν κάθε δωμάτιο του σπιτιού του, αναφωνούσε «Τι πολλά βιβλία! Τα έχεις διαβάσει όλα;», ο Έκο δυσφορούσε, θεωρώντας πως η βιβλιοθήκη του έδινε την εντύπωση στον επισκέπτη πως ήθελε να κάνει επίδειξη. Λόγω των επαναληπτικών επεισοδίων σαν το παραπάνω, ο Έκο βάλθηκε να βρει την κατάλληλη απάντηση στο ερώτημα. Η απάντηση, όμως, «Δεν έχω διαβάσει κανένα, αλλιώς γιατί να τα κρατάω εδώ;» προκαλεί την επόμενη ενοχλητική ερώτηση «Και πού τα βάζεις όταν τα διαβάσεις;»· ενώ η απάντηση «Και πολλά ακόμα, αγαπητέ, πολλά ακόμα», αν και κάνει τον επισκέπτη να το βουλώσει με μια αίσθηση δέους και θαυμασμού, είναι μάλλον πολύ ανελέητη και αγχωτική. Ο Έκο κατέληξε στην απόκριση «Όχι, αυτά είναι όσα πρέπει να διαβάσω μέχρι το τέλος του μήνα. Τα υπόλοιπα τα έχω στο γραφείο», η οποία κάνει τον περίεργο επισκέπτη να βιαστεί να αποχωρήσει.

Για τον Έκο, η βιβλιοθήκη ήταν ένα εργαλείο δουλειάς, όχι μια αποθήκη ή ένα μέρος για να επιδείξει κανείς «πέντε αστυνομικά και μια παιδική εγκυκλοπαίδεια σε τόμους». Ο συγγραφέας Nassim Taleb αποκαλεί μια τέτοια βιβλιοθήκη ως «αντι-βιβλιοθήκη», η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τις γνώσεις του κατόχου της αλλά και όσα δεν γνωρίζει ακόμα. Το ποσοστό όμως των αδιάβαστων βιβλίων σε σχέση με τα διαβασμένα δεν πρόκειται να πέσει για όσους διατηρούν αντι-βιβλιοθήκες· όσο διαβάζουν, τόσο διευρύνουν τα πεδία γνώσης τους και ανακαλύπτουν πόσα πράγματα ακόμα δεν γνωρίζουν.

Μπορεί κανείς να ρίξει μια ματιά στη βιβλιοθήκη του σπιτιού του Έκο, που περισσότερο μοιάζει με βιβλιοπωλείο, στο παρακάτω βίντεο:

Συνέχεια ανάγνωσης