love letter to Philip Seymour Hoffman…


ένα γράμμα αγάπης από τον old boy στον πολιούχο άγιο των απανταχού uncool Philip Seymour Hoffman.

Ο Old Boy είναι blogger, έχουν κυκλοφορήσει δύο βιβλία του ( Old boy: πλέι μολέξεις και Η πεζή αλφαβήτα ) από τις εκδόσεις Bibliotheque , γράφει ακόμη στο The Greek Cloud και για σινεμά στο elculture.

PrintFriendly and PDFεκτυπώστε ή κατεβάστε σε PDF, το άρθρο


Από:http://thecricket.gr/2017/07/love-letter-philip-seymour-hoffman/

Tι έχουμε κάνει ο ένας στον άλλο;


Έτσι πρέπει να ξεκινούν οι ταινίες: «Όταν σκέφτομαι τη γυναίκα μου, σκέφτομαι πάντα το κεφάλι της. Με φαντάζομαι να σπάω το υπέροχο κρανίο της, να ξεκουβαριάζω τον εγκέφαλό της και να προσπαθώ να βρω απαντήσεις· στις πρωταρχικές ερωτήσεις κάθε γάμου: Τι σκέφτεσαι; Πώς αισθάνεσαι; Τι έχουμε κάνει ο ένας στον άλλο;». Καθώς ακούμε τον Μπεν Άφλεκ να μας τα εξομολογείται αυτά με φωνή υπνωτισμένη και καθώς βλέπουμε την κατάξανθη κώμη που καλύπτει το υπέροχο κρανίο της Ρόζαμουντ Πάικ να στρέφει προς την κάμερα και την ίδια να μας κοιτά αινιγματικά, «To Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» μας βάζει εξ αρχής στο κλίμα του. Και αμέσως μετά το διαπροσωπικό πλαίσιο, πέφτουν οι τίτλοι και βλέπουμε το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το διαπροσωπικό, καθώς εναλλάσσονται εικόνες από ερειπωμένα μαγαζιά, κλειστά εργοστάσια, άδειους δρόμους, μια μικρή πόλη στο Μιζούρι: η Αμερική στα χρόνια της ύφεσης.

Συνέχεια

Με ποιά πλευρά είσαι;


222Είμαι τον τελευταίο καιρό σε φάση ντοκιμαντέρ, κατεβάζω διάφορα, και ξεκίνησα χθες να βλέπω το «Harlan County, USA», που αφορά μια απεργία ανθρακωρύχων το 1973. Κάπου προς την μέση εμφανίζεται να μιλά σε μια συγκέντρωση μια γριούλα.
«Όπως ξέρετε, δεν είμαι ανθρακωρύχος, αλλά είμαι όσο πιο κοντά σε ανθρακωρύχο θα μπορούσε να είναι κανείς. Ο πατέρας μου ήταν ανθρακωρύχος που σκοτώθηκε στα ορυχεία και ο άντρας μου αργοπεθαίνει από «μαύρα πνευμόνια» (τη «νόσο των ανθρακωρύχων»). Ο άντρας μου κι εγώ ήμασταν και στην απεργία της δεκαετίας του 30 στο ματωμένο -και το εννοώ πως ήταν ματωμένο- Χάρλαν Κάουντι. Και αυτοί εδώ οι ανθρακωρύχοι μου λένε πως θα επιμείνουμε ώσπου να παγώσει η κόλαση, μέχρι η εταιρία να υπογράψει συμβόλαιο μαζί μας. Και οι άντρες ξέρουν ότι δεν έχουν να χάσουν τίποτα παρά τις αλυσίδες τους, ενώ έχουν να κερδίσουν το σωματείο τους. Οπότε λέω, κρατείστε.».
Ως εδώ καλά. Αλλά έχει και συνέχεια: «Αυτό το τραγούδι το έγραψα στη δεκαετία του 30 και ξέρετε πως είμαι μεγάλη πια -πάνε σαράντα χρόνια από τότε- και δεν μπορώ να τραγουδήσω πολύ καλά».

Πιθανότατα η ιστορία του τραγουδιού να είναι ευρέως γνωστή, εγώ όμως ομολογώ δεν την ήξερα, οπότε η όλη φάση ήταν απροσδόκητη αφενός και συγκινητική αφετέρου. Ηθικό δίδαγμα δεν ξέρω αν έχω. Με συμφέρει να ανεβάσω ένα τραγούδι που μιλάει για απεργοσπάστες; Δεν θα βγουν να με χλευάσουν σε ντε τέ; Από την άλλη όταν φτάνουμε στο σημείο να μου τη λένε στα σχόλια επειδή τα έβαλα με τα βασανιστήρια απερίφραστα και χωρίς να προσθέσω έναν αστερίσκο για την αναγκαιότητά τους στον σκατόκοσμο που ζούμε, τι έχω τελικά να φοβηθώ; Οπότε φεύγοντας από την πάρτη μου, ας πάμε στο γενικότερο συμπέρασμα.
Νομίζω πως βρισκόμαστε στη φάση που σαν κοινωνία πρέπει να απαντήσουμε στο αν όλα (από την ωφελιμότητα των βασανιστηρίων ως την ωφελιμότητα του πολιτεύματος δημοκρατία, από την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σήμερα ως την παιδική εργασία αύριο και την παιδική πορνεία μεθαύριο, από τις μεμονωμένες δολοφονίες μεταναστών σήμερα ως κάποιο κοσμοϊστορικό πογκρόμ αύριο) μπορούν να ξαναμπούν στο τραπέζι και να τα συζητήσουμε απροκατάληπτα, επειδή η Ιστορία είναι δυναμικό πράγμα κι όπως κάποτε πήγαινε προς μια κατεύθυνση τώρα μπορεί κάλλιστα να πάει προς την ανάποδη,
ή αν απλά μερικές συζητήσεις πρέπει να κόβονται μαχαίρι και κανείς να αποφασίζει με ποιά πλευρά είναι.

Πηγή. http://old-boy.blogspot.gr/