Alain Badiou-Για τον Gilles Deleuze…


 

Πώς γίνεται να είναι ακόμα περισσότερο σύγχρονός μας από ό,τι ήταν δέκα χρόνια πριν; Και πώς γίνεται να είναι ακόμα παράκαιρος, τόσο παράκαιρος ώστε να αποτελεί αυτό το σπάνιο πράγμα, έναν μελλοντικό σύγχρονο; Σίγουρα δεν είναι “σύγχρονος” στα μάτια των ακαδημαϊκών που γράφουν τον ισολογισμό του 20ου αιώνα ωσάν το πνεύμα του να ζούσε πάντοτε στην συζήτηση, που πλέον θριαμβεύει στις τάξεις μας, ανάμεσα σε ευσεβείς φαινομενολόγους και δημοκρατικούς μελετητές της γραμματικής. Μιλώντας για φαινομενολογία, ο Eric Alliez έχει πολύ δίκαιο όταν λέει ότι το πιο συνεπές —και πιο δύσκολο— εγχείρημα του Deleuze αφορούσε το πώς θα δραπετεύσουμε από αυτή. Και αυτό έπρεπε να γίνει γιατί η φαινομενολογία είχε, όπως ο ίδιος το έθεσε, “ευλογήσει υπερβολικά πολλά πράγματα.” Όσο για την αναλυτική φιλοσοφία και την “γλωσσική στροφή”, τις μισούσε θανάσιμα, και είχε την άποψη ότι ένα είδους βιενέζου κομμάντο είχε, τουλάχιστον στα Τμήματα φιλοσοφίας των πανεπιστημίων, μετατρέψει την πλούσια αμερικανική σκέψη των Έμερσον, των Θορώ και των Τζέιμς σε έρημη χώρα. Όσο για τη δημοκρατία —δεν μπορούμε να το λέμε υπερβολικά συχνά δεδομένου του ότι παραμένει θαρραλέα και σωστή διακήρυξη— ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της φιλοσοφίας σύμφωνα με τον Deleuze ήταν ότι απεχθάνεται εμφατικά την ίδια την έννοια του “διαλόγου-αναμέτρηση” (debate).

Συνέχεια

Gilles Deleuze, Τί είναι το ένστικτο του θανάτου; …



Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Gilles Deleuze, Présentation de Sacher-Masoch, μεταφρασμένο από τον Χάρη Ράπτη για λογαριασμό του περιοδικού »Αλήθεια», τεύχος 8, σ. 116 και επ. Ευχαριστούμε τον Π.Α για τη δακτυλογράφηση και την αποστολή του κειμένου. 

Στο κείμενο αυτό ο Deleuze προσδιορίζει τις φροϋδικές έννοιες »Έρωτα» και »Θάνατο», όχι ως »ορμές» αλλά ως a priori υπερβατολογικές αρχές σύνθεσης των επιμέρους ενορμήσεων: ο Έρωτας ενώνει, συνδέει, ο Θάνατος χωρίζει, αποσυνδέει. Αυτές οι »υπερβατολογικές συνθέσεις» είναι μια μετατόπιση της προβληματικής του Kant από το υπερβατολογικό υποκείμενο-συνείδηση, σε μια υπερβατολογική αισθητική της επιθυμίας, ο δρόμος για την οποία, σύμφωνα με τον Gilles Deleuze, ανοίγεται ήδη από τη »Κριτική της Κριτικής Δύναμης» και τη καντιανή αντίληψη του »Χρόνου» ως προσυνειδησιακής εσωτερικής προς το υποκείμενο μορφής της εποπτείας, που παρέχει το πλαίσιο δυνατότητας της ίδιας της αισθητής εμπειρίας. Ο Deleuze, με μοναδικό στη φιλοσοφία του 20ου αιώνα τρόπο, αναπτύσσει συστηματικά, ιδίως στο »Διαφορά και Επανάληψη», τις »συνθέσεις του Χρόνου» (παρόν, παρελθόν, μέλλον), σε σχέση με τις »συνθέσεις της επιθυμίας». Κόντρα σε ερμηνείες που βλέπουν στη συνεργασία του Deleuze με τον Guattari στο δίτομο »Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια» μια ριζική τομή, ο »Αντι-Οιδίποδας» και τα »Χίλια Πλατώ», δεν είναι παρά η πολιτική και »σχιζοαναλυτική», μέσω του Guattari, συγκεκριμενοποίηση της κριτικής, συστηματικής ντελεζιανής φιλοσοφίας.

Απ’ όλα τα κείμενα του Φρόυντ το αριστούργημα «Πέραν της Αρχής της Ευχαρίστησης» είναι αναμφίβολα αυτό στο οποίο ο Φρόυντ διεισδύει αμεσότερα – και με τι ιδιοφυΐα- σ’ έναν στοχασμό αμιγώς φιλοσοφικό.

Συνέχεια

Πῶς μπορεῖ ἡ θεωρία νά συναντήσει τήν πραγματικότητα ὅταν ἡ πραγματικότητα ἔχει ἤδη συναντήσει τήν θεωρία;…


Τοῦ Ἰάσονα Κουτούφαρη-Μαλανδρίνου
_____________________________________________________________
Σχόλιο στήν ἑλληνική μετάφραση
Ἐπειδή τό ζήτησαν ἀρκετοί μή γαλλομαθεῖς φίλοι καί σύντροφοι, μεταφράζω παρακάτω τήν πρόσφατη εἰσήγησή μου στό Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαίν. Μερικά μόνο μεταφραστικά σχόλια.
1. Ὅσον ἀφορᾶ τήν ὁρολογία τῆς Hannah Arendt, ἀκολούθησα κατά βάσιν τήν μετάφραση τῆς Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου (Περί βίας). Ἡ μετάφραση τοῦ Τίτου Πατρίκιου γιά τό Τί εἶναι ἡ αὐθεντία; τῆς ἰδίας, προσαρμόστηκε ἀναλόγως, μέ μνεία πάντως τῶν προτιμήσεων τοῦ μεταφραστῆ.
2. Τό κείμενο τοῦ Gilles Deleuze Post-scriptum sur les sociétés de contrôle, εἶναι γνωστό στό ἑλληνικό κοινό ἀπό δύο μεταφράσεις: τοῦ Παναγιώτη Καλαμαρᾶ καί τοῦ Ἀνδρέα Ντούνη.a Χωρίς νά ὑποτιμῶ τήν δυσκολία τοῦ μεταφραστικοῦ ἔργου (ἐγώ ὁ ἴδιος δυσκολεύτηκα νά μεταφράσω τό δικό μου κείμενο!), δέν μπορῶ νά μήν ἐπισημάνω τήν προχειρότητα τῶν μεταφραστῶν σέ ἀρκετά σημεῖα. Ἀκολούθησα γενικά τήν μετάφραση τοῦ Καλαμαρᾶ, διορθώνοντάς την ὅπου τό ἔκρινα ἀναγκαῖο.
3. Οἱ μεταφραστικές παρατηρήσεις καί διορθώσεις μποροῦν νά ἀνευρεθοῦν στίς ὑποσημειώσεις ὅπου ὁ ἀριθμός συνοδεύεται ἀπό γράμματα τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου.
4. Στόν πίνακα πού ἀκολουθεῖ, καταγράφονται ὅλες οἱ μεταφραστικές ἰσοτιμίες τοῦ κειμένου.

Συνέχεια

Ζιλ Ντελέζ-Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια,η αποκωδίκωση των ροών (ελληνική μετάφραση)


Cours Vincennes – 16/11/1971 (πηγή:webdeleuze.com)

Τι είναι αυτό που κινείται επάνω στο σώμα μιας κοινωνίας; Είναι πάντοτε ροές,και ένα άτομο είναι πάντοτε η παρακράτηση μιας ροής. Ένα άτομο είναι πάντοτε το σημείο εκκίνησης για την παραγωγή μιας ροής,ένα σημείο προορισμού για την υποδοχή μιας ροής,μιας ροής οποιουδήποτε είδους· ή,ακόμη καλύτερα,μια αναχαίτιση πολλών ροών.

 

Αν ένα άτομο έχει μαλλιά,τα μαλλιά αυτά μπορεί να κινηθούν μέσα από πολλά στάδια: το χτένισμα ενός νεαρού κοριτσιού δεν είναι το ίδιο με αυτό μιας παντρεμένης γυναίκας,δεν είναι το ίδιο με αυτό μιας χήρας: υπάρχει ένας ολόκληρος κώδικας χτενίσματος. Ένα άτομο,στο βαθμό που δίνει στυλ στα μαλλιά του,τυπικά παρουσιάζεται σαν αυτό που αναχαιτίζει σε σχέση με τις ροές των μαλλιών που το υπερβαίνουν και υπερβαίνουν την περίπτωσή του,και αυτές οι ροές των μαλλιών είναι οι ίδιες κωδικωμένες [*] σύμφωνα με πολύ διαφορετικούς κώδικες: ο κώδικας της χήρας,ο κώδικας του νεαρού κοριτσιού,ο κώδικας της παντρεμένης γυναίκας,κλπ. Αυτό είναι τελικά το ουσιαστικό πρόβλημα της κωδίκωσης και της εδαφικοποίησης η οποία πάντοτε κωδικώνει τις ροές με αυτό,σαν ένα θεμελιώδες μέσο λειτουργίας: σημαδεύοντας [marking] άτομα (διότι τα άτομα τοποθετούνται στη διακοπή και στην παρακράτηση των ροών,υπάρχουν στα σημεία όπου οι ροές παρακρατούνται).

Συνέχεια

Gilles Deleuze/Felix Guattari-Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία…


Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία,εκδόσεις ελευθεριακή κουλτούρα (σελ. 5-25)

[Η συνέντευξη αυτή δόθηκε στο Actuel,μα εκδόθηκε τελικά για πρώτη φορά το 1973 στην συλλογή C’ est Demain la veille υπό την επιμέλεια του Michel-Antoine Burnier. O Pierre Victor στον οποίο αναφέρεται ο Γκουατταρί αποτελεί ψευδώνυμο μαοϊκού ηγέτη της Προλεταριακής Αριστεράς ο οποίος ζούσε τότε στην παρανομία,η συζήτηση με τον Φουκώ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Ερατώ με τίτλο Για την Λαϊκή Δικαιοσύνη και τα Δικαστήριa. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα ελληνικά σε μετάφραση από το περιοδικό Flesh Machine στην έκδοση «Deleuze & Guattari: τρεις συνεντεύξεις για τον καπιταλισμό και τις επιθυμητικές μηχανές» με τίτλο «Καπιταλισμός: Ένα Πολύ Ιδιαίτερο Ντελίριο»].

Actuel: Όταν περιγράφετε τον καπιταλισμό λέτε: «Δεν υπάρχει καμία επιχείρηση,κανένας βιομηχανικός ή χρηματιστικός μηχανισμός που να μην αποκαλύπτει την τρέλα της καπιταλιστικής μηχανής και τον παθολογικό χαρακτήρα της ορθολογικότητάς της (δεν πρόκειται για μια λαθεμένη ορθολογικότητα,αλλά για την πραγματική ορθολογικότητα αυτής της παθολογίας,αυτής της τρέλας,αφού η μηχανή λειτουργεί,να είστε σίγουροι για αυτό). Δεν υπάρχει κίνδυνος αυτή η μηχανή να τρελαθεί,είναι τέτοια από την αρχή της και είναι σε αυτήν την τρέλα που βρίσκει την ορθολογικότητά της». Αυτό σημαίνει ότι μετά από αυτή την «ανώμαλη» κοινωνία ή,πέρα από αυτή,μπορεί να υπάρχει μια κοινωνία «φυσιολογική»;

 Gilles Deleuze: Εμείς δεν χρησιμοποιούμε τους όρους «φυσιολογικό» και «ανώμαλο». Όλες οι κοινωνίες είναι ταυτοχρόνως λογικές και παράλογες. Είναι αναγκαστικά λογικές όσον αφορά τους μηχανισμούς,τα γρανάζια,τα συστήματα διασύνδεσής τους,όπως και για τη θέση που επιφυλάσσουν στο παράλογο. Όμως όλα αυτά προϋποθέτουν κώδικες ή αξιώματα που δεν είναι τυχαία αποτελέσματα,αλλά ούτε εμμενώς λογικά. Είναι όπως στη θεολογία: τα πάντα είναι απολύτως λογικά αν αποδεχτείς το προπατορικό αμάρτημα,την άμωμο σύλληψη,τη μετενσάρκωση. Το λογικό είναι πάντοτε ένας χώρος αποκομμένος από το παράλογο,ουδέποτε προστατεύεται σαφώς από το παράλογο,αλλά διαπερνάται από αυτό και ορίζεται μόνο μέσω συγκεκριμένων σχέσεων και συντελεστών. Κάτω από κάθε τι λογικό επωάζεται το ντελίριο,και είναι από αυτό που πηγάζει. Τα πάντα είναι λογικά στον καπιταλισμό,εκτός από το κεφάλαιο ή τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ένας χρηματιστικός μηχανισμός είναι απόλυτος,μπορούμε να τον κατανοήσουμε,να τον μελετήσουμε,οι καπιταλιστές ξέρουν σε τι χρησιμεύει,ωστόσο είναι εντελώς παραληρηματικός,τρελός. Είναι με αυτή την έννοια που λέμε: το λογικό είναι πάντοτε η ορθολογικότητα ενός παράλογου. Υπάρχει κάτι που δεν έχει επισημανθεί επαρκώς στο Κεφάλαιο του Μαρξ,δηλαδή σε ποιο σημείο είχε αυτός γοητευτεί από τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς,ακριβώς επειδή είναι παράφρονες αλλά ταυτοχρόνως λειτουργούν άριστα. Λοιπόν,τι είναι λογικό σε μια κοινωνία; Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα επιδιώκουν και προσπαθούν να υλοποιήσουν τα συμφέροντά τους,όντας αυτά τα συμφέροντα καθορισμένα στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας. Όμως από κάτω υπάρχουν επιθυμίες,επενδύσεις επιθυμιών,που δεν ταυτίζονται με τις επενδύσεις του συμφέροντος και ωστόσο είναι από αυτές που εξαρτώνται τα συμφέροντα ως προς τον καθορισμό και την κατανομή τους: μια τεράστια ροή,κάθε είδος λιμπιντικής-ασυνείδητης ροής που συνιστά το παραλήρημα αυτής της κοινωνίας. Η πραγματική ιστορία είναι η ιστορία της επιθυμίας. Ένας καπιταλιστής ή ένας μοντέρνος τεχνοκράτης δεν επιθυμεί με τον ίδιο τρόπο που επιθυμεί ένας δουλέμπορος ή ένας αξιωματούχος της αρχίας κινζεικής αυτοκρατορίας. Ότι τα άτομα σε μια κοινωνία επιθυμούν την καταπίεση για άλλους όπως και γι’ αυτά τα ίδια,ότι υπάρχουν πάντοτε άτομα που θέλουν να σπάσουν τα πλευρά κάποιων άλλων και έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν,το «δικαίωμα» να το κάνουν,είναι αυτό που φέρνει στο ως το πρόβλημα ενός εις βάθος δεσμού μεταξύ της λιμπιντικής επιθυμίας και της κοινωνικής σφαίρας. Ένας «ανιδιοτελής» έρωτας για την καταπιεστική μηχανή: ο Νίτσε είχε πει πανέμορφα πράγματα για αυτόν τον διαρκή θρίαμβο των σκλάβων,για το πώς οι βασανισμένοι,οι ταπεινωμένοι και οι αδύναμοι επιβάλουν τον τρόπο ζωής τους σε όλους εμάς.

Συνέχεια

Ζιλ Ντελέζ-Επιθυμία και ηδονή…


Α. Μία από τις θεμελιώδεις θέσεις του Επιτήρηση και Τιμωρία αφορούσε τα συστήματα εξουσίας. Μου φαινόταν θεμελιώδης για τρεις λόγους:
1. Καθαυτή και σε σχέση με τον «αριστερισμό»: αυτή η αντίληψη για την εξουσία ενέχει μια βαθιά πολιτική καινοτομία,σε αντίθεση με την κάθε θεωρία για το κράτος.
2. Σε σχέση με τον Μισέλ: του επέτρεπε να υπερβεί τη δυαδικότητα μεταξύ των σχηματισμών του λόγου και των πέραν του λόγου σχηματισμών,η οποία διατηρείτο στην Αρχαιολογία της γνώσης,και να διασαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι δύο τύποι σχηματισμών κατανέμονται και συναρθρώνονται τμήμα-τμήμα (δίχως να ανάγεται ο ένας στον άλλο,να προσομοιάζουν κ.λπ.). Το ζήτημα δεν ήταν να καταργηθεί η διάκρισή τους αλλά να εξηγηθούν κάπως οι μεταξύ τους σχέσεις.
3. Για μια συγκεκριμένη συνέπεια: η λειτουργία των συστημάτων εξουσίας δεν περιγραφόταν στο βιβλίο ούτε με όρους καταστολής ούτε με όρους ιδεολογίας. Συνεπώς,υπήρξε ρήξη με ένα διαζευτικό δίπολο που -λίγο ή πολύ- όλος ο κόσμος αποδεχόταν. Το Επιτήρηση και Τιμωρία απέρριπτε το δίπολο «καταστολή ή ιδεολογία»,σχηματίζοντας μια έννοια κανονικοποίησης και πειθαρχιών.

Β. Θεωρούσα ότι αυτή η θέση για τα συστήματα εξουσίας είχε δύο κατευθύνσεις,κάθε άλλο παρά αντιφατικές,αν και διακριτές. Ούτως ή άλλως δεν υπήρχε θέμα αναγωγής των συστημάτων εξουσίας σε έναν κρατικό μηχανισμό. Αλλά με βάση τη μία κατεύθυνση,αυτά τα συστήματα αποτελούσαν μια διάχυτη και ετερογενή πολλαπλότητα,και εν ολίγοις μικροσυστήματα. Με βάση μία άλλη κατεύθυνση,παρέπεμπαν σε ένα διάγραμμα,σε ένα είδος αφηρημένης μηχανής,εμμενούς σ’ ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο (όπως ο πανοπτισμός,η γενική λειτουργία του οποίου ορίζεται από τη δυνατότητα που έχει κάποιος να βλέπει όντας αθέατος,και μπορεί ως τέτοια να εφαρμοσθεί σε οποιαδήποτε πολλαπλότητα). Επρόκειτο για δύο κατευθύνσεις μικροανάλυσης που ήταν εξίσου σημαντικές,αφού η δεύτερη απεδείκνυε ότι ο Μισέλ δεν αρκείτο σε μια «διασπορά».

Συνέχεια