Alain Badiou-Για τον Gilles Deleuze…


 

Πώς γίνεται να είναι ακόμα περισσότερο σύγχρονός μας από ό,τι ήταν δέκα χρόνια πριν; Και πώς γίνεται να είναι ακόμα παράκαιρος, τόσο παράκαιρος ώστε να αποτελεί αυτό το σπάνιο πράγμα, έναν μελλοντικό σύγχρονο; Σίγουρα δεν είναι “σύγχρονος” στα μάτια των ακαδημαϊκών που γράφουν τον ισολογισμό του 20ου αιώνα ωσάν το πνεύμα του να ζούσε πάντοτε στην συζήτηση, που πλέον θριαμβεύει στις τάξεις μας, ανάμεσα σε ευσεβείς φαινομενολόγους και δημοκρατικούς μελετητές της γραμματικής. Μιλώντας για φαινομενολογία, ο Eric Alliez έχει πολύ δίκαιο όταν λέει ότι το πιο συνεπές —και πιο δύσκολο— εγχείρημα του Deleuze αφορούσε το πώς θα δραπετεύσουμε από αυτή. Και αυτό έπρεπε να γίνει γιατί η φαινομενολογία είχε, όπως ο ίδιος το έθεσε, “ευλογήσει υπερβολικά πολλά πράγματα.” Όσο για την αναλυτική φιλοσοφία και την “γλωσσική στροφή”, τις μισούσε θανάσιμα, και είχε την άποψη ότι ένα είδους βιενέζου κομμάντο είχε, τουλάχιστον στα Τμήματα φιλοσοφίας των πανεπιστημίων, μετατρέψει την πλούσια αμερικανική σκέψη των Έμερσον, των Θορώ και των Τζέιμς σε έρημη χώρα. Όσο για τη δημοκρατία —δεν μπορούμε να το λέμε υπερβολικά συχνά δεδομένου του ότι παραμένει θαρραλέα και σωστή διακήρυξη— ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της φιλοσοφίας σύμφωνα με τον Deleuze ήταν ότι απεχθάνεται εμφατικά την ίδια την έννοια του “διαλόγου-αναμέτρηση” (debate).

Συνέχεια

Alain Badiou… Τίνος πραγματικού το θέαμα είναι αυτή η κρίση;* …


Η πλανητική οικονομική κρίση, όπως μας την παρουσιάζουν, μοιάζει με μια απ’ εκείνες τις κακές ταινίες, τις οποίες τις σκαρφίζεται η βιομηχανία των προσυσκευασμένων επιτυχιών του μεγάλου θεάματος, που σήμερα ονομάζεται “κινηματογράφος.” Τίποτε δεν λείπει: το θέαμα μιας σταδιακής καταστροφής, το σασπένς των μεγάλων κόλπων, ο εξωτισμός του πανομοιότυπου – το χρηματιστήριο της Τζακάρτα ζυγίζεται με τα ίδια μέτρα και σταθμά του θεάματος όπως και της Νέας Υόρκης, η διαγώνια γραμμή από τη Μόσχα στο Σάο Πάουλο, παντού η ίδια φωτιά που καιει τις ίδιες τράπεζες – οι τρομακτικές νέες εξελίξεις: αλίμονο, ακόμη και τα πιο μελετημένα “σχέδια” δεν μπορούν να αποτρέψουν τη Μαύρη Παρασκευή, όταν όλα καταρρέουν ή όλα θα καταρρεύσουν.. Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία: μπροστά στη σκηνή, βλέπουμε βλοσυρούς και σκεφτικούς, όπως στα κινηματογραφικά έργα της καταστροφής, τα μέλη της μικρής παρέας των ισχυρών, τους πυροσβέστες της νομισματικής πυρκαγιάς – Σαρκοζύ, Πώλσον, Μέρκελ, Μπράουν, Τρισέ κ.λπ. – να ρίχνουν μέσα στην κεντρική Τρύπα χιλιάδες δισεκατομμύριων. Θα αναρωτηθούμε αργότερα (στα προσεχή επεισόδια του σήριαλ) από πού προέρχονται όλα αυτά τα δισεκατομμύρια, γιατί απέναντι και στην παραμικρή απαίτηση των φτωχών, για χρόνια ως τώρα, όλοι αυτοί απαντούσαν γυρνώντας τις τσέπες τους μέσα-έξω, για να πουν ότι δεν είχαν ούτε μια τσακιστή.

Συνέχεια