Μάνος Χατζιδάκις: Ο νεοναζισμός είναι η εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας…


Ο Μάνος Χατζιδάκις (Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα 15 Ιουνίου 1994)

Ο Μάνος Χατζιδάκις (Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα 15 Ιουνίου 1994)

Τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, ο Χατζιδάκις δημοσίευσε στην Ελευθεροτυπία ένα προφητικό κείμενο με τίτλο «Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι» όπου με μοναδική διαύγεια προέβλεψε την έλευση του νεοναζισμού και της Χρυσής Αυγής και τους λόγους που θα μας οδηγούσαν αργά ή γρήγορα εκεί. Το κείμενο διανεμήθηκε στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτοκ.*

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξάκυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.»


Από:http://eranistis.net/wordpress/2013/09/20/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CF%82-%CE%BF-%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9/

Ο Ευάγγελος Λεμπέσης και η βλακεία ως κοινωνικό φαινόμενο…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές           

Στο δοκίμιο του Λεμπέση «Η τεράστια σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» τα πράγματα τίθενται απολύτως ξεκάθαρα. Ο θεμελιώδης κρίκος κάθε κοινωνίας είναι η διαφορετικότητα (κοινωνία χωρίς τη σύνθεση των διαφορετικών δεν υφίσταται) και κατά συνέπεια κάθε απόπειρα ομοιοποίησης των ανθρώπων κρίνεται ισοπεδωτική κι επιζήμια. Εξάλλου, όλες οι έννοιες νοηματοδοτούνται μόνο με την ύπαρξη του αντιθέτου, ως αντίβαρο που με κάποιο τρόπο πρέπει να οριστεί. Υπό αυτές τις συνθήκες αν εξαλειφθεί η βλακεία, αυτομάτως θα τεθεί πρόβλημα και στην έννοια της ευφυΐας, καθώς: «θα ήσαν όλοι ευφυείς, όπερ από της απόψεως του διαφορισμού το αυτό: ως να ήσαν όλοι βλάκες. Διότι ο διαφορισμός απαιτεί ρητώς και ευφυείς και βλάκας, περικοπτωμένου δε οιουδήποτε εκ των δύο τούτων σκελών του, αίρεται ολόκληρος» (σελ. 18).  Από τη στιγμή που η βλακεία αναγνωρίζεται ως πολύτιμη ανθρώπινη ιδιότητα στο πλαίσιο της εξασφάλισης της διαφορετικότητας, και με δεδομένο ότι η διαφορετικότητα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της κοινωνίας, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να παραδεχτούμε την τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών, που είναι αντίστοιχη (κι εξίσου πολύτιμη) μ’ εκείνη των ευφυών. Σε τελική ανάλυση, κι αν ακόμη δεχτούμε τη βλακεία ως νοητική αδυναμία, ποιος είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι τέτοιου είδος άτομα δεν είναι χρήσιμα για την κοινωνία; Αν κάποιος, για παράδειγμα, αδυνατεί να συλλάβει εύκολα αφηρημένες έννοιες ή να προβεί σε συλλογισμούς που δεν περιορίζονται στην αντιληπτική δυνατότητα των αισθήσεων απαιτώντας διάνοια, αυτομάτως οφείλει να ματαιωθεί εξολοκλήρου, ως κοινωνικά άχρηστος; Αυτό δε θα ήταν μόνο ρατσιστικό, αλλά και βλακώδες. Κανείς δεν περισσεύει σ’ ένα υγιές κοινωνικό σύνολο.

Το ζήτημα λοιπόν της βλακείας δεν αφορά την αποδοχή των βλακών στο κοινωνικό σύνολο, καθώς αυτή κρίνεται δεδομένη, τουλάχιστον από τους ανθρώπους που δεν είναι βλάκες. Το ζήτημα αφορά τη συμπεριφορά και τη δράση των βλακών μέσα στην κοινωνία, τη συστηματική δηλαδή μελέτη του βλάκα, ως κοινωνικό υποκείμενο, ώστε να καταστεί σαφές μέχρι ποιο σημείο ο βλάκας, ως έννοια συλλογική, μπορεί να διαμορφώσει το επικρατές πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων. Γιατί, αυτό που ονομάζουμε κοινωνία δεν είναι ούτε κάτι ασαφές ούτε κάτι ουρανοκατέβατο. Είναι οι σχέσεις και οι δομές που διαμορφώνονται μέσα από τις κυρίαρχες ανθρώπινες αντιλήψεις. Αν δηλαδή οι βλάκες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία – κι αυτό είναι αναντίρρητη αλήθεια – κατά πόσο είναι σε θέση να συνασπιστούν, να οργανωθούν και κατ’ επέκταση να επικρατήσουν επιβάλλοντας κοινωνικά θεσμοθετημένες δομές κομμένες και ραμμένες στα μέτρα τους; «Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατόν περισσοτέρας πάσης φύσεως οργανώσεις, εξηγείται πρώτον μεν εκ της ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ην μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ου και το μίσος του κατά του ατόμου και του ατομικισμού), δεύτερον δε εκ του ατομικού ζωώδους πανικού, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, εκ του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθει εις το παντός είδους προλεταριάτον. Αποτελεί δε η τάσις αύτη αμάχητον σχεδόν τεκμήριον περί του βαθμού της πνευματικής του αναπηρίας». (σελ. 21). Φυσικά, το ότι οι βλάκες έχουν την ακατανίκητη τάση να εντάσσονται σε ομάδες κι οργανώσεις δε σημαίνει ότι όποιος έχει αυτή την επιθυμία είναι βλάκας. Με άλλα λόγια ο κανόνας δεν ισχύει αντίστροφα, αφού, όταν λέμε ότι οι βλάκες έχουν έντονη την ανάγκη του εντάσσεσθαι σε κάτι μεγάλο, δεν εννοούμε ότι μόνο οι βλάκες έχουν την ανάγκη αυτή. Αυτό όμως που συμβαίνει τις περισσότερες φορές είναι ότι η συρροή των βλακών είναι τόσο μεγάλη, που τελικά η μειοψηφία των ευφυών αναγκάζεται να αποχωρήσει: «Τοιουτοτρόπως δημιουργείται αυτομάτως συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι “πνευματικαί” περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν». (σελ. 21 – 22).

Και βέβαια, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι οι βλάκες δεν είναι δυνατό να παρεισφρήσουν σε μηχανισμούς, που εν τέλει αποτελούν το βασικό διαμορφωτικό κορμό της διαχείρισης της εξουσίας. Ποιος μπορεί να εμποδίσει τους βλάκες να γίνουν κομματικά μέλη σε οποιοδήποτε κόμμα; Εξάλλου, είναι δεδομένο ότι όλοι οι βλάκες ενδιαφέρονται πρωτίστως να διακριθούν σε οτιδήποτε προσφέρει κοινωνικό κύρος, σε οτιδήποτε δηλαδή χαίρει ευρείας αποδοχής: «Η ακατανίκητος επίσης τάσις των βλακών προς τας πάσης φύσεως αγελαίας εμφανίσεις (κοσμικαί συγκεντρώσεις και causerie (κουτσομπολιό) τρεφομένη εκ των περιεχομένων των εφημερίδων και των ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) και διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα, παράσημα) είναι κατόπιν των ανωτέρω αυτονόητος». (σελ 23). Αυτή η αυτονόητη τάση του βλάκα να αποκτήσει διπλώματα και παράσημα δεν είναι τίποτε άλλο από την αδιαπραγμάτευτη δίψα της επικράτησης, που σηματοδοτεί την εξωτερίκευση του πανικού της αποτυχίας: «Ούτω λ.χ. πολλοί εξ αυτών κατέλαβον διαδοχικώς πλείστα αξιώματα της κοινωνίας και της πολιτείας, από του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι του “Προέδρου του Συλλόγου Προστασίας Εγγύων Μυιών”, του “Γενικού Γραμματέως της Γενικής Συνομοσπονδίας Πωλητών Ποντικοπαγίδων” κ.ο.κ., αξιώματα βεβαίως τα οποία ουδέποτε θα επιδιώξει σοβαρώς απασχολούμενος άνθρωπος». (σελ. 29).

Η ανάγκη της κοινωνικής επιτυχίας είναι τόσο ισχυρή για το βλάκα, που θα χρησιμοποιήσει όλα του τα όπλα. Και το πρώτο βέβαια που διαθέτει είναι η καχυποψία: «Ο βλαξ, ως πλησιέστερος προς το ζωικόν βασίλειον, έχει την ένστικτον καχυποψίαν ούτω ανεπτυγμένην, ώστε ν’ αδυνατή να διαγνώση ή να εννοήση συλλογισμούς και λογικούς υπολογισμούς του ευφυούς, βασιζομένους όχι εις το ένστικτον αλλά εις την διάνοιαν. Άοπλος και ανυπεράσπιστος έναντι των ψυχρών υπολογισμών της ξένης διανοίας, ης ο μηχανισμός τυγχάνει εις αυτόν νοητικώς απροσπέλαστος, μίαν μόνην άμυναν διαθέτει, ακριβώς όπως το ζώον και ο πρωτόγονος άνθρωπος: την ένστικτον καχυποψίαν». (σελ. 34). Κι αν η καχυποψία είναι μηχανισμός άμυνας παθητικής φύσεως, η πονηριά, ως άμεσος ακόλουθος, είναι άμυνα απολύτου ενεργητικής φύσεως: «Πονηρία είναι η ενεργητική όψις της καχυποψίας και το δεύτερον στάδιον αυτής, ήτοι η δράσις αυτής, δράσις όμως ζωικώς αμυντικής φύσεως, διότι προϋποθέτει την “πνευματικήν” κατωτερότητα και την “πνευματικήν” αμηχανίαν του βλακός, ως ζώου ενστικτώδους και “πνευματικώς” πανικοβλήτου». (σελ. 36). Και βέβαια όλα αυτά δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο τρίτο και πλέον ισχυρό χαρακτηριστικό του βλάκα, την επιτηδειότητα: «Η χρησιμοποίησις ήδη των βλακωδών τούτων συλλογισμών και συμπερασμάτων, με μίαν λέξιν της πονηρίας, χρησιμοποίησις όμως γενικώτερον ψυχολογικώς επιδρώσα επί του άλλου ατόμου, ήτοι χρησιμοποίησις αυτής εν συνδυασμώ με στοιχεία κατωτάτης πνευματικής υποστάθμης (κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, “συμπαθής” μορφή του βλακός ακόμη, επίκλησις της πολυτεκνίας του, προσφορά ανηθίκων και ευκόλων υπηρεσιών εις το κολακευόμενον πρόσωπον, “χαφιεδισμός”, “ξεσκονίσματα”, το “ποιείν τον καραγκιόζην” ή τον gigolo (αγαπητικός), χειροφιλήματα προς τον “Εθνικόν Κυβερνήτην”, εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων, μεταφορά λαχανικών κλπ. κλπ.), τοιαύτη, λέγομεν, χρησιμοποίησις της πονηρίας, κατάστασις θετική, ενεργός και προσοδοφόρος, καλείται επιτηδιότης». (σελ. 37). Με άλλα λόγια, τα όπλα του βλάκα είναι ακαταμάχητα: «Κι εδώ συμβαίνει κοσμοϊστορικόν γεγονός: ότι η δύναμις των μέσων τούτων επικρατήσεως των βλακών είναι τοιαύτη – λόγω της ευτελείας και της διανοητικής κατωτερότητας των κολακευομένων προσώπων – ώστε ο βλαξ, κατά παράβασιν – φαινομενικώς – της βλακείας του, να φθάνη εις τον σκοπόν του και να προωθείται ή να επικρατεί!». (σελ. 37).

Κι αυτός ακριβώς είναι ο μηχανισμός της τελικής επικράτησης του βλάκα. Ο πραγματικά ευφυής δεν έχει καμία τύχη όταν τον ανταγωνίζεται, για τον απλούστατο λόγο ότι τα όπλα του βλάκα είναι ανίκητα. Ο ευφυής, ακόμη κι αν παραστήσει το βλάκα δε θα πετύχει τίποτε. Γιατί ο βλάκας, εξασκημένος να λειτουργεί με το ένστικτο, αντιλαμβάνεται αμέσως την ανωτερότητα του άλλου. Το πλέγμα των ηλιθίων είναι αδιαπέραστο. Τελικά ο βλάκας είναι ο κόλακας ή ο κολακευόμενος που προωθεί τον κόλακα; «Κατά την αυτήν συνάρτησιν το φαινόμενον συνεχίζεται: “ενός βλακός προκειμένου μύριοι έπονται” – ο δε ούτω ανελθών βλαξ θα προωθήσει ο ίδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα εαυτού……» (σελ. 27). Το σίγουρο είναι ότι μόνο ένας βλάκας μπορεί να πείσει έναν άλλο βλάκα: «Διότι – αλλοίμονον! – ουδείς ευφυής μέχρι τούδε κατώρθωσε να πείση βλάκα, και ουδεμία συνεννόησις επετεύχθη ποτέ μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων». (σελ. 39).

Όμως ο βλάκας που πετυχαίνει και αναρριχάται στα πιο ψηλά σκαλοπάτια της κοινωνικής ιεραρχίας θεωρείται έξυπνος: «Δεν γνωρίζομεν όμως τη αληθεία ποία κατηγορία βλακών είναι ενταύθα η πλέον επικίνδυνος και ψυχολογικώς η πλέον αποσυνθετική διά την κοινωνίαν: εκείνη ήτις διαπράττει τ’ ανωτέρω, ή εκείνη – διότι δημιουργείται και δευτέρα – ήτις θεωρεί ως ευφυείς τους ως άνω βλάκας!» (σελ. 37 – 38). Η ανάδειξη του βλάκα σε κοινωνικό πρότυπο δεν είναι παρά η θεοποίηση της απάτης που μετατρέπεται σε εθνικό σπορ: «Αν ο βλαξ καταφεύγει εις την επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων, εκ της αυτής ελλείψεως ανωτέρων πνευματικών μέσων ωθείται και προς την απάτην. Απάτη είναι ως γνωστόν η αποσιώπησις της αληθείας ή η παράστασις ψευδών πραγμάτων ως αληθών. Εξ αυτού τούτου του ορισμού αυτής συνάγεται ότι η απάτη δεν ανάγεται εις την ευφυΐαν του απατεώνος – διότι πας άνθρωπος δύναται να παραστήσει ψευδώς πράγματα ως αληθή, και αυτός ούτος ο βλαξ – αλλ’ εις την ευπιστίαν του θύματος». (σελ. 41). Η αντιστροφή των εννοιών που μετατρέπει τον απατεώνα σε έξυπνο και το εύπιστο θύμα σε βλάκα κάνει το Λεμπέση να γίνεται έξαλλος: «Ότι όμως η ευπιστία του θύματος αποτελεί βλακείαν, τούτο είναι αληθές μνημείον βλακικής “διανοίας” και πολιτιστικής υποστάθμης. Διότι η ευπιστία ενός ατόμου, ως προϋποθέτουσα τα άλλα άτομα ως έντιμα (και συνεπώς ως ευφυά), είναι ασφαλώς το μέγιστον των τεκμηρίων της πνευματικής του αναπτύξεως και του πολιτισμού του» (σελ. 42). Και συμπληρώνει: «Ο τελευταίος των βλακών θα ηδύνατο να εξαπατήση ένα Καντ ή ένα Μπετόβεν…….» (σελ. 42 – 43).

Υπό αυτές τις συνθήκες η βλακεία αναδεικνύεται σε κοινωνικό φαινόμενο πρώτου μεγέθους, αφού, διαστρεβλώνοντας όλες τις έννοιες, αποκτά διαστάσεις ντόμινο οδηγώντας την κοινωνία σε αποσύνθεση. Η κατάληψη των θέσεων κλειδιά από ανάξιους ανθρώπους με συγκεκριμένες αναξιοκρατικές μεθοδεύσεις αποτελεί την απόλυτη ισοπέδωση καθιστώντας την αδικία φυσιολογική συνθήκη. Μιλάμε για το καθεστώς της ρουσφετολογίας, της δωροδοκίας, της διαφθοράς, του ψεύδους, της κομπίνας, του δοσιλογισμού, της πνευματικής φτώχειας, της μετάθεσης ευθυνών, της έλλειψης δικαιοσύνης, της καταπάτησης κάθε έννοιας κοινωνικού συμφέροντος. Η κοινωνία που λειτουργεί υπό αυτούς τους όρους δεν μπορεί να έχει κανένα μέλλον, αφού κανείς πραγματικά ικανός δε θα μπορέσει να προοδεύσει. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν άλλη επιλογή από το να σηκωθούν και να φύγουν. Ο Ραφαηλίδης στο βιβλίο του «Καπιταλισμός, η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» είναι ξεκάθαρος: «Όταν, λοιπόν, μιλάμε για “αξιοκρατία” εννοούμε μια οργάνωση της κοινωνίας τέτοια, που οι θεσμοί της, αφενός να προστατεύουν τους ικανούς από τους ανίκανους, και αφετέρου να δίνουν στους θεωρούμενους ανίκανους όλες τις ευκαιρίες για να δείξουν πως είναι αδικημένοι κι όχι ανίκανοι. Οπότε, θα υποχρεωθούν να περιοριστούν αναγκαστικά στα όρια που καθορίζονται από τις ικανότητές τους». (σελ. 32). Όταν όμως η αναξιοκρατία αποτελεί καθεστώς η οργάνωση και οι θεσμοί που ονειρεύεται ο Ραφαηλίδης θα μείνουν όνειρα θερινής νυκτός. Γιατί οι ανάξιοι – βλάκες είναι αρκετά πονηροί για να χάσουν τα ινία. Η βλακοκρατία είναι κοινωνική νόσος χωρίς προηγούμενο.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Λεμπέσης επιμένει στον αυστηρό καθορισμό της βλακείας από την επιστήμη της κοινωνιολογίας. Γιατί η νομική επιστήμη δεν ενδιαφέρεται για τον λεπτομερή καθορισμό της έννοιας του βλάκα. Η νομική επιστήμη αποδίδει την έννοια χοντροκομμένα, έχοντας ως μοναδικό κριτήριο το αν κάποιος είναι σε θέση να διαχειριστεί τις υποθέσεις του ή όχι. Ο Λεμπέσης παραθέτει την άποψη του Κικέρωνα, που, εν πολλοίς, από νομική άποψη, ισχύει ως σήμερα: «“Για τους δικαστές δεν τίθεται θέμα να ερευνήσουν, λίγο πολύ επιστημονικά, την επίδραση της μιας ή της άλλης εγκεφαλικής βλάβης στις ικανότητες του ανθρώπου εν γένει, αλλά να γνωρίζουν όντως εάν το πρόσωπο, για το οποίο ζητείται η απαγόρευση, είναι ακόμη σε θέση να αντιλαμβάνεται τις καθημερινές υποθέσεις της αστικής ζωής, αν δηλαδή είναι σε θέση να διαχειριστεί μια όποια περιουσία” (Κικέρων, Tuscul. III, 5, σ. 295)». (σελ. 67). Όμως, αν για τις ανάγκες τις νομικής επιστήμης το κριτήριο της βλακείας είναι η διαχείριση της περιουσίας χωρίς να ορίζεται καμία άλλη διαβάθμιση, αυτό δε σημαίνει ότι η βλακεία δεν είναι έννοια διαβαθμίσεων. Ο Λεμπέσης καταφεύγει στον Ηλιόπουλο: «ως ρητώς λέγει ο ερμηνευτής του άρθρου 50 του ημετέρου Ποινικού Νόμου Τ. Ηλιόπουλος: “Αλλά πλην της πλήρους διανοητικής ανικανότητος υπάρχουσι και πλείστοι άλλοι βαθμοί, καθ’ ους σχετική τις διανοητική ανάπτυξις δεν ελλείπει, αλλ’ υπολείπεται του κανονικού μέτρου. Διό και από των κυρίως βλακών (idiots) διακρίνουσιν οι φρενολόγοι τους ασθενείς τον νουν (imbeciles, Schwachsinnige), εν τη τελευταία ταύτη κατηγορία κατατάσσοντες πάντας τους παρουσιάζοντας διάνοιαν ουχί μεν τελείως ελλιπή, αλλά κατωτέραν του κανονικού μέτρου. Πρόδηλον όμως είναι ότι εν τη κατηγορία ταύτη μεγάλη περιέχεται ποικιλία βαθμών, και λίαν δυσχερής αποβαίνει η διάκρισις των ορίων της παθολογικής καταστάσεως από της απλής μωρίας”». (σελ. 69 – 70). Κι εδώ κάνει την εμφάνισή της και η ψυχιατρική επιστήμη: «… ο βλαξ, και κατά την πρώτην και κατά την δευτέραν εκδοχήν, είναι βαθμική έννοια (Gradbegriff), και συνεπώς ούτος δε χρειάζεται ούτε να εγκλεισθή εις ψυχιατρείον, ούτε να τεθή υπό αντίληψιν ή απαγόρευσιν, ούτε να στερηθή του καταλογισμού, διά να είναι βλαξ. Τους βλάκας, κατά ταύτα, οι οποίοι εμπίπτουν εις την ψυχιατρικήν κλίμακα και εις την περιοχήν του αστικού και του ποινικού νόμου, ονομάζομεν  “κατωτέρους βλάκας”, τους δε άλλους “ανωτέρους βλάκας” (debiles)». (σελ. 70). Κι αυτοί ακριβώς οι «ανώτεροι βλάκες» που διαφεύγουν και της νομικής και της ψυχιατρικής διερεύνησης, αποτελούν, κατά το Λεμπέση, τον ορισμό του κοινωνικού βλάκα, που οφείλει να γίνει αντικείμενο μελέτης της κοινωνιολογίας. Η σχολή Freud – Adler είναι πολύ περισσότερο διαφωτιστική πάνω στο θέμα του «ανώτερου βλάκα»: «….η νεωτέρα ψυχολογία των ενστίκτων (Leonhard Nelson, Mac Dougall κ. α.) και η της σχολής Freud – Adler ψυχολογία επεκτείνεται μέχρι τοιούτου σημείου εις βάθος εις την ανθρωπίνην ψυχήν, ώστε να φθάνη εις την εκ θεμελίων ανατροπήν των σχέσεων μεταξύ ψυχής ή ενστίκτων, ορμεμφύτων, υποσυνειδήτου κλπ. και εγκεφάλου, και να θεωρή τον εγκέφαλον ως τροφοδοτούμενον υπό νόμων και λειτουργιών ευρισκομένων εντελώς έξω του μηχανισμού του. Η βλακεία, κατά ταύτα, και ιδία κατόπιν της θεωρίας του Alfred Adler περί του “συμπλέγματος κατωτερότητος”…………… αποτελεί εις τους ανωτέρους βλάκας κυρίως φαινόμενον ψυχικόν και ουχί μόνον εγκεφαλικόν…….». (σελ. 77 – 78). Κι εδώ ακριβώς κρύβεται η σπουδαιότητα της επιστημονικής μελέτης του κοινωνικού βλάκα, καθώς το ξεκαθάρισμα των εννοιών είναι η πρώτη μέριμνα κάθε επιστήμης. Γιατί άλλο ο βλάκας της νομικής υπόστασης, που απαλλάσσεται από τη διαχείριση της περιουσίας του, άλλο η ψυχιατρική έρευνα που οδηγεί κάποιον στο ψυχιατρείο κι άλλο ο κοινωνικός βλάκας, που συμμετέχει ισότιμα στο κοινωνικό γίγνεσθαι μετατρέποντας την ψυχική αναπηρία που τον καθιστά βλάκα σε εφόδιο για την κοινωνική του ανέλιξη. Με άλλα λόγια πρέπει επιτέλους να καταστεί σαφής «Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίω».

Ευάγγελος Λεμπέσης «Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίο», εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, Αθήνα 2007

Βασίλης Ραφαηλίδης «Καπιταλισμός, η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας», εκδόσεις του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, Αθήνα 2000 

https://www.facebook.com/ARKAS-The-Original-Page-352589524877216/


Από:http://eranistis.net/wordpress/2014/07/11/%CE%BF-%CE%B5%CF%85%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%89%CF%82-%CE%BA/

Ο Αριστοτέλης και η σημασία της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Από τη στιγμή που ευχαρίστηση ή η δυσαρέσκεια αποτελεί επισφράγιση για την ολοκλήρωση του εθισμού (έξις), ο οποίος εν τέλει γίνεται μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα, και με δεδομένο ότι η αρετή δεν είναι τίποτε άλλο από τον καθορισμό της ποιότητας των έξεων, γίνεται φανερό πως τα συναισθήματα της χαράς ή της λύπης σχετίζονται άμεσα με την άσκηση της αρετής: «… αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι αρετές έχουν σχέση με τις πράξεις και με τα πάθη και ότι κάθε πάθος και κάθε πράξη συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, να άλλος ένας λόγος, σκέφτομαι, να πούμε ότι η αρετή βρίσκεται σε σχέση με την ευχαρίστηση και με τη δυσαρέσκεια». (1104b 3, 15-18).

Με άλλα λόγια, η ποιότητα του ανθρώπου είναι ανάλογη με την ποιότητα των πραγμάτων που του δίνουν ευχαρίστηση. Ως ψυχική έξη ορίζονται οι πράξεις που προσδίδουν χαρά. Η ευτέλεια αυτών των πράξεων δεν είναι παρά η ευτέλεια της ψυχής που μαθαίνει να χαίρεται με πράγματα που δεν αξίζουν. Κι όταν κανείς εγκλωβίζεται σε απολαύσεις ανάξιες λόγου, είναι αδύνατο να κατακτήσει την αρετή: «… ο ιδιαίτερος χαρακτήρας κάθε ψυχικής έξης σχετίζεται με το (και προσδιορίζεται από το) είδος των πραγμάτων από τα οποία αυτή γίνεται χειρότερη ή καλύτερη – η ποιότητα των ανθρώπων ευτελίζεται ανάλογα με τη στάση τους απέναντι στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα πράγματα, ανάλογα δηλαδή με το κυνήγι για την αποφυγή αυτών που δεν πρέπει, τη στιγμή που δεν πρέπει, με τον τρόπο που δεν πρέπει – και όσα άλλα λέμε σ’ αυτού του είδους τις περιπτώσεις». (1104b 3, 21-26).

Μελανόμορφη οινοχόη. Ο Περσέας ανάμεσα σε σφίγγες, πάνθηρα και λιοντάρι. Του ζωγράφου της Γοργούς, 600-590 μ.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Black-and-white oinochoe. Perseus between sphinxes, panther and lion. The painter of Gorgos, 600-590 AD National Archaeological Museum.
Μελανόμορφη οινοχόη. Ο Περσέας ανάμεσα σε σφίγγες, πάνθηρα και λιοντάρι. Του ζωγράφου της Γοργούς, 600-590 μ.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Black-and-white oinochoe. Perseus between sphinxes, panther and lion. The painter of Gorgos, 600-590 AD National Archaeological Museum.

Τα συμπληρωματικά στοιχεία «την στιγμή που δεν πρέπει» και «τον τρόπο που δεν πρέπει» καταδεικνύουν τη λεπτότητα της συμπεριφοράς, που δεν μπορεί να οριστεί με τρόπο απόλυτο, ώστε να προτείνεται κάτι ως αδιαπραγμάτευτα σωστό για κάθε στιγμή και κάθε περίσταση. Ο παράγοντας του τρόπου που προστίθεται αφορά και πάλι την τήρηση του μέτρου, αφού ο τρόπος της συμπεριφοράς θα καταδείξει την υπερβολή ή την έλλειψη. Δε φτάνει να λέμε ότι οι ποινές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι για την εφαρμογή του νόμου. Πρέπει να καθοριστεί και ο τρόπος που θα ασκούνται, αν θέλουμε να έχουν θετική επίδραση. Οι απάνθρωπες – εξοντωτικές ποινές, προφανώς δεν κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Κι ακριβώς αυτός ο καθορισμός του μέτρου, που αφορά και τον τρόπο και τη χρονική στιγμή που εκπληρώνεται μια πράξη, αποδεικνύει τη σημασία των ισορροπιών που πρέπει να τηρηθούν. Γιατί μόνο έτσι θα επέλθει η ευτυχία, που είναι και ο υπέρτατος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όμως, αποδεχόμενοι ότι η ευτυχία είναι αδύνατο να νοηματοδοτηθεί αποκομμένη από τα συναισθήματα (και η ευτυχία συναίσθημα είναι), θα ήταν προβληματική μια πρόταση βασισμένη στην ιδέα της ψυχικής αταραξίας: «… κάποιοι ορίζουν τις αρετές ως καταστάσεις απάθειας, κατά κάποιο τρόπο, και γαλήνιας αταραξίας· δεν τα λένε όμως σωστά, γιατί έτσι μιλούν απλά και γενικότροπα και δε λένε “με ποιο τρόπο πρέπει”, “με ποιο τρόπο δεν πρέπει”, “πότε” και όσα άλλα λέμε σχετικά». (1104b 3, 27-30).

Η αταραξία, ως συναισθηματική έλλειψη, είναι αδύνατο να εκπληρώσει τις αξίες του μέτρου, αφού τίθεται απόλυτα, χωρίς δηλαδή να συνυπολογίσει το χρόνο και τον τρόπο που πρέπει να επιτευχθεί. Η ίδια συναισθηματική αντίδραση σε όλες τις περιστάσεις δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με την απάθεια και η απάθεια είναι η απαξίωση του συναισθήματος. Κάτι τέτοιο όμως είναι αντίθετο με την ανθρώπινη φύση. Αυτό που μένει είναι η επιλογή του ανθρώπου να ενεργήσει σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής: «Μένει λοιπόν ως θεμελιώδης πρόταση ότι αυτού του είδους η αρετή έχει τη δύναμη να πράττει το καλύτερο σε σχέση με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα, ενώ η κακία (ενσχέσει με τα ίδια αυτά τα πράγματα) πράττει τα αντίθετα». (1104b 3, 30-32).

Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης είναι πρόθυμος: «Τρία είναι τα πράγματα που επιδιώκουμε, τρία και αυτά που κοιτάζουμε να αποφεύγουμε: το ωραίο, το συμφέρον, το ευχάριστο, και από την άλλη τα αντίθετά τους: το άσχημο, το επιζήμιο, το δυσάρεστο· σε όλα αυτά ο αγαθός άνθρωπος πετυχαίνει το σωστό, ενώ ο κακός αποτυχαίνει. Ιδίως σε ό,τι αφορά την ευχαρίστηση». (1104b 3, 33-38).

Η απόδοση του κακού ανθρώπου ως αποτυχημένου στο να θέσει τα ορθά κριτήρια προς την επίτευξη του ωραίου, του συμφέροντος και του ευχάριστου είναι η αμερόληπτη κρίση του φιλοσόφου, που κινείται αυστηρά στους κανόνες του ορθού λόγου. Θα έλεγε κανείς ότι η κακία παρουσιάζεται σαν ασθένεια, σαν ελάττωμα, σαν εσφαλμένη αντίληψη του ορθού κι ως εκ τούτου ο κακός είναι περισσότερο αξιολύπητος παρά μισητός.

Από αυτή την άποψη, ο κακός που αντλεί ευχαρίστηση από τα παθήματα των άλλων ή που προσπαθεί να βλάψει τους γύρω του γιατί έτσι κρίνει ότι θα ωφεληθεί ο ίδιος ή, έστω, δεν τους βοηθά (ενώ μπορεί) μόνο και μόνο για να χαρεί με τη συντριβή τους είναι ο πρώτος που θα δυστυχήσει, αφού υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να φτάσει στην ευτυχία. Η προτεραιότητα της συντριβής των άλλων (ή τουλάχιστον της μη προόδου) δεν είναι τίποτε άλλο από τον έσχατο ανταγωνισμό που εκλαμβάνει τη συνύπαρξη ως μέσο για την υπεροχή.

Είναι εύκολο να λυπάται κανείς αυτόν που υποφέρει, αλλά όχι να ανεχθεί την επιτυχία του. Γιατί η επιτυχία του άλλου υπονοεί την ανωτερότητα. Κι αυτός που εκλαμβάνει τις σχέσεις με τέτοιο τρόπο είναι ο αποδέκτης της κατωτερότητας. Σταδιακά γίνεται πρόθυμος να κάνει ό,τι μπορεί για να μην αισθάνεται έτσι. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της δυστυχίας.

Ο κακός που συντρίβει τους άλλους για προσωπικό υλικό όφελος, αυτός δηλαδή που κλέβει ή που τσαλαπατά τους γύρω του για την απόκτηση περισσότερου πλούτου, νιώθει ευχαρίστηση από τις ηδονές που μπορεί να εξαγοράσει. Όμως, μια τέτοιου είδους κακία, είναι αδύνατο να διαιωνίζεται αποτελεσματικά χωρίς την ανεπάρκεια του νόμου ή των ανθρώπων που τον εκπροσωπούν. Μοιραία, το ζήτημα παίρνει κοινωνικές διαστάσεις. Η πόλη που επιτρέπει την ανομία και την αισχροκέρδεια των λίγων σε βάρος των περισσότερων είναι η πόλη που ζει με αντεστραμμένα πρότυπα.

Σε μια τέτοια πόλη η αρπακτικότητα και η απληστία μετατρέπονται σε αρετή, καθώς όχι μόνο δεν τιμωρούνται, αλλά δημιουργούν πλούτο και κοινωνικό κύρος. Ο νομοθέτης έχει αποτύχει παταγωδώς. Κι αυτός είναι ο ασφαλέστερος δρόμος της συλλογικής δυστυχίας. Η βία, η εγκληματικότητα, οι εξεγέρσεις και η ανασφάλεια είναι τα αναπόφευκτα συνακόλουθα.

Κι αν κάποιος ισχυριστεί ότι, ακόμη κι έτσι, ο άδικος μπορεί να μην πλήττεται στο ελάχιστο, καθώς είναι σε θέση να προστατεύσει τον εαυτό του, ο Αριστοτέλης θα απαντούσε ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για πόλη, αλλά για ζούγκλα, αφού ως πόλη νοείται η συνύπαρξη που έγκειται σε κανόνες για την επίτευξη της αυτάρκειας που θα φέρει την ευδαιμονία. Στην πόλη της ανομίας είναι αδύνατο να συμβεί αυτό. Η ανομία δεν μπορεί παρά να επιφέρει τον κυνισμό (ή την απάθεια).

Κι από εδώ ξεκινάν οι ευθύνες των πολιτών. Γιατί η τήρηση των νόμων και η πόλη δικαίου είναι συλλογική υπόθεση. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, οι πολίτες πρέπει να νιώθουν ευχαρίστηση με την εφαρμογή των νόμων και δυσαρέσκεια με την καταπάτησή τους. Αν είναι αδιάφοροι, η πόλη της ανομίας είναι η πόλη που τους αξίζει. Κι αυτός είναι ο λόγος που δε θα ευτυχήσουν.

Για τον Αριστοτέλη η ευχαρίστηση και η δυσαρέσκεια που νιώθει κανείς είναι ζήτημα θεμελιώδες για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του: «Συνυπάρχει» (εννοείται η ευχαρίστηση) «μαζί μας από τη νηπιακή μας ηλικία· γι’ αυτό και είναι δύσκολο να διώξουμε από μέσα μας αυτό το πάθος, από το οποίο έχει διαποτισθεί η ζωή μας. Και τις πράξεις μας, άλλωστε, τις μετρούμε, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, με μέτρο το ευχάριστο και το δυσάρεστο» (1105a 3, 2-5).

Κι επειδή το μέτρο κάθε φιλοσοφικής διερεύνησης πρέπει να είναι ο άνθρωπος, ο Αριστοτέλης δεν μπορεί παρά να εστιάσει αναλόγως: «Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο όλη μας η φιλοσοφική έρευνα δεν μπορεί παρά να είναι γι’ αυτά, αφού δεν είναι καθόλου μικρή η σημασία που έχει για τις πράξεις μας το να αισθανόμαστε σωστά ή λανθασμένα τη χαρά και τη λύπη». (1105a 3, 6-8).

Από αυτή την άποψη, η πόλη της ανομίας είναι η συλλογική στρέβλωση των προτύπων της χαράς, που επιδιώκεται με εσφαλμένο τρόπο. Αν η προτεραιότητα που δίνεται στον πλούτο είναι αδιέξοδη για την ατομικότητα, δε θα μπορούσε να συμβεί κάτι άλλο και σε επίπεδο συλλογικό. Το μόνο που αλλάζει είναι η κλίμακα της δυστυχίας που θα επέλθει. Γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να κάνει συνείδηση τι είναι άξιο χαράς και όχι.

Και για να το καταστήσει απολύτως σαφές, ο Αριστοτέλης επικαλείται τον Ηράκλειτο: «… για να χρησιμοποιήσουμε το λόγο του Ηράκλειτου, είναι δυσκολότερο να παλέψεις με την ηδονή παρά με το θυμό, η επιστήμη όμως και η αρετή έχουν πάντοτε να κάνουν με το δυσκολότερο, γιατί τότε το καλό γίνεται καλύτερο». (1105a 3, 9-11). Και καταλήγει: «… γι’ αυτόν επομένως το λόγο όλη η συζήτηση για την αρετή και για την πολιτική τέχνη είναι συζήτηση για το ευχάριστο και για το δυσάρεστο, αφού αυτός που ξέρει να χειρίζεται σωστά το ευχάριστο και το δυσάρεστο θα γίνει καλός, ενώ αυτός που τα χειρίζεται άσχημα θα γίνει κακός». (1105a 3, 11-14).

Τμήμα μεγάλης επιτύμβιας στήλης στην οποία εικονίζεται η μορφή ενός νέου ακοντιστή. Από την Αθήνα, 550-540 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Part of a large tombstone depicting the shape of a new sharpener. From Athens, 550-540 BC National Archaeological Museum.
Τμήμα μεγάλης επιτύμβιας στήλης στην οποία εικονίζεται η μορφή ενός νέου ακοντιστή. Από την Αθήνα, 550-540 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Part of a large tombstone depicting the shape of a new sharpener. From Athens, 550-540 BC National Archaeological Museum.

Κι αυτός είναι ο ρόλος της παιδείας, που οφείλει να εθίσει τους νέους από μικρή ηλικία, ώστε να βρίσκουν ευχαρίστηση με την πραγμάτωση της αρετής. Κι εδώ συμφωνεί με τον Πλάτωνα: «Γι’ αυτό και είναι ανάγκη – όπως λέει ο Πλάτωνας – να έχει πάρει κανείς από μικρός εκείνη την αγωγή που θα τον κάνει να ευχαριστιέται και να δυσαρεστείται με αυτά που πρέπει· αυτή είναι η σωστή παιδεία». (1104b 3, 13-15).

Το Πλατωνικό παιδαγωγικό ιδεώδες συνίσταται στη σύνδεση των πράξεων της αρετής με τα συναισθήματα μέσω του επαίνου και της τιμωρίας. Με δυο λόγια, ο νέος, όταν ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής, πρέπει να επαινείται, ώστε να συνδέσει την επίτευξη της αρετής με το ευχάριστο συναίσθημα του επαίνου. Αντίθετα, όταν ενεργεί χωρίς αρετή πρέπει να τιμωρείται με σκοπό την ταύτιση της μη ενάρετης πράξης με το δυσάρεστο συναίσθημα της τιμωρίας. Το απαρέγκλιτο αυτής της στάσης και η συστηματική επανάληψη θα οδηγήσουν στον τελικό εθισμό, όπου ο νέος θα ασκεί την αρετή εισπράττοντας χαρά χωρίς να χρειάζεται την επιβεβαίωση του επαίνου.

Ο Πλάτωνας, ως ποινή δεν αποκλείει τη σωματική βία, καθώς θεωρεί ότι το παιδί με το ξύλο πρέπει να το «ισιώνουν» (ευθύνουσι) «σαν δέντρο που λυγίζει και γέρνει». Πέρα από την κριτική που μπορεί κανείς να του ασκήσει σήμερα (με την πολυτέλεια της απόστασης σχεδόν δυόμιση χιλιάδων χρόνων) τόσο για την αποδοχή της βίας, όσο και γιατί, επί της ουσίας, ποδηγετεί τους μαθητές στερώντας τους οποιαδήποτε συμμετοχή ή κριτική σκέψη υπό την απόλυτη καθοδήγηση του δασκάλου – παντογνώστη, είναι αδύνατο να μη διαγνώσει τη σημασία του ψυχολογικού συσχετισμού ανάμεσα στη μάθηση και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα.

Κι αυτό είναι το σημείο που επιμένει κι ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζοντας τις τιμωρίες σαν μορφή θεραπείας: «Το πράγμα γίνεται φανερό και από τις τιμωρίες, που γίνονται μέσω αυτών·» (εννοείται της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας). «οι τιμωρίες είναι, πράγματι, ένα είδος θεραπείας, και οι θεραπείες γίνονται, φυσικά, με τα αντίθετα». (1104b 3,18-20). Ο μεταφραστής Δημήτρης Λυπουρλής σημειώνει: «Ότι η θεραπεία των ασθενειών γίνεται “δια των εναντίων” ήταν ένας κοινός τόπος στην ιατρική της εποχής του Αριστοτέλη». (σχόλιο 37, σελ. 314).

Πρέπει, λοιπόν, να κάνει κανείς δίκαιες πράξεις, αν θέλει να γίνει δίκαιος, να κάνει ανδρείες, αν θέλει να γίνει ανδρείος και πάει λέγοντας. Το ζήτημα είναι πώς είναι δυνατό να κάνει κανείς δίκαιες πράξεις τη στιγμή που δεν είναι δίκαιος ή πώς θα συμπεριφέρεται ανδρεία, όταν δε γνωρίζει ποιες είναι οι πράξεις που χαρακτηρίζουν τον γενναίο άνδρα: «Μπορεί, βέβαια, να παραξενευτεί κανείς και να ρωτήσει τι εννοούμε όταν λέμε ότι – υποχρεωτικά – δίκαιοι γινόμαστε πράττοντας δίκαιες πράξεις, αφού οι άνθρωποι που πράττουν δίκαιες και σώφρονες πράξεις είναι ήδη δίκαιοι και σώφρονες, ακριβώς όπως είναι ήδη γραμματικοί και μουσικοί όσοι πράττουν τα γραμματικά και τα μουσικά». (1105a 4, 19-23).

Ο Αριστοτέλης – πέρα από την παρουσία του δασκάλου που θα καθοδηγήσει τον εθισμό προς τη σωστή κατεύθυνση – θα επιμείνει σε τρεις αδιαπραγμάτευτους παράγοντες που πρέπει να εκπληρώνονται οπωσδήποτε από εκείνον που μυείται στην αρετή: «πρώτα πρώτα αν ενεργεί έχοντας ακριβή γνώση· έπειτα αν οι πράξεις του είναι αποτέλεσμα επιλογής και προτίμησης, επιλογής μάλιστα και προτίμησης γι’ αυτές καθεαυτές τις πράξεις· τρίτον αν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί εμμένει σταθερά και αμετάβλητα». (1105a 4, 34-37).

Φυσικά, στις πολύ μικρές ηλικίες δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνείδηση και γνώση αυτού που διδάσκεται την αρετή. Ο δάσκαλος είναι που φροντίζει και για την ποιότητα των πράξεων και για το αμετάβλητο της πραγμάτωσής τους. Η συνείδηση και η γνώση της διαδικασίας είναι δική του υπόθεση. Σε πιο μεγάλες ηλικίες όμως, όπως στην εφηβεία, ο νέος πρέπει να θέλει να συμμετέχει στην πραγμάτωση της αρετής. Πρέπει δηλαδή, να την επιλέγει και να την προτιμά. Να έχει πλήρη γνώση για ό,τι συμβαίνει. Ο Αριστοτέλης καθιστά σαφές ότι η άσκηση της αρετής είναι αδύνατη χωρίς την ελεύθερη βούληση. Γι’ αυτό πρέπει ο εθισμός να συνοδεύεται από την επιθυμία.

Οι κόρες του Μνημείου της Αμφίπολης, συμφυείς σε πεσσούς.
Οι κόρες του Μνημείου της Αμφίπολης, συμφυείς σε πεσσούς.

Όμως η ελεύθερη βούληση σημαίνει ευχάριστα συναισθήματα. Κι ερχόμαστε ξανά μπροστά στο ζήτημα της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας. Ο έφηβος πρέπει ήδη να έχει διαμορφωμένα τα πράγματα που τον ευχαριστούν. Να θέλει να γίνει δίκαιος και σώφρων. Να έχει ως πρότυπο τις πράξεις αυτών των ανθρώπων. Να είναι διατεθειμένος να επαναλαμβάνει αυτές τις πράξεις, ώστε να γίνει κάτοχός τους.

Γι’ αυτό η παιδική ηλικία είναι καθοριστική. Γιατί αν δε δημιουργηθεί αυτό το υπόβαθρο, τα πράγματα είναι επίφοβα. Ο εθισμός ενδέχεται να πάρει λανθασμένη κατεύθυνση: «… ο άνθρωπος γίνεται δίκαιος από τις επανειλημμένες πράξεις δικαιοσύνης ή […] γίνεται σώφρων από τις επανειλημμένες πράξεις σωφροσύνης· άνθρωπος που δεν κάνει επανειλημμένα τις πράξεις αυτές, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει αυτές τις αρετές». (1105b 4, 11-14).

Αριστοτέλης: «Ηθικά Νικομάχεια», βιβλίο πρώτο, μετάφραση Δημήτριος Λυπουρλής, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, τόμος πρώτος, Θεσσαλονίκη 2006.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/02/21/%CE%BF-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF/

Ο Ουμπέρτο Έκο, το εκκρεμές και η επιστήμη της ανιστορικότητας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

«Το εκκρεμές του Φουκώ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε το 1988, οχτώ χρόνια μετά το «Όνομα του Ρόδου».
«Το εκκρεμές του Φουκώ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε το 1988, οχτώ χρόνια μετά το «Όνομα του Ρόδου».

«Το εκκρεμές του Φουκώ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε το 1988, οχτώ χρόνια μετά το «Όνομα του Ρόδου». Αν «το Όνομα του Ρόδου» αφορούσε το θρησκευτικό φανατισμό και την απήχηση της μεταφυσικής αλήθειας που προβάλλεται ως μοναδική αλήθεια και που δεν είναι παρά η συγκάλυψη της διεκδίκησης εξουσίας με καθαρά κοσμικό προσανατολισμό, το «Εκκρεμές του Φουκώ» είναι η επιβολή της παράπλευρης ιστορίας (θα λέγαμε της παραϊστορίας), που στηρίζεται αποκλειστικά στο ανυπόστατο και που αφορά την παγκόσμια συνωμοσιολογία παρασύροντας τις μάζες και τσαλαπατώντας κάθε λογική (για την ακρίβεια καθιστώντας άχρηστη κάθε λογική), αφού η λογική δεν αποτελεί κριτήριο ερμηνείας του κόσμου, αλλά τροχοπέδη του αχαλίνωτου, που η παράπλευρη ιστορία εμπορεύεται με επαγγελματικούς όρους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ιστορία χάνει κάθε νόημα, αφού μόνο η ομαδική παραφροσύνη κρίνεται ικανοποιητική. Το περιττό της αλήθειας επιβεβαιώνεται καθημερινά, αφού μόνο ο προσωπικός μύθος νοηματοδοτεί την ύπαρξη απελευθερώνοντας δυνάμεις πρωτοφανείς, που λειτουργούν μέχρις εσχάτων για την αναπαραγωγή του. Όμως κανένα ατομικό παραμύθι δεν ευδοκιμεί αν δεν ενταχθεί στη συλλογικότητα. Το συλλογικό παραμύθι δεν είναι απλώς η ταύτιση των ατομικών παραμυθιών, είναι ο ενωτικός κρίκος χιλιάδων υπάρξεων που αναζητούν νόημα, δηλαδή δρόμο για την επιβίωση. Η κατάργηση του ομαδικού μύθου δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που λέμε σύγκρουση ιδεών ή πολιτισμών ή οπτικών ή οτιδήποτε τέτοιο, είναι η προσωποποιημένη απειλή της ίδιας της ύπαρξης και γι’ αυτό πρέπει να εξοντωθεί. Το ομαδικό παραμύθι είναι η συναισθηματική έξαρση που περιχαρακώνει την ομάδα, είναι δηλαδή η ιδεολογική ασφάλεια του αληθούς (που μόνο η συλλογικότητα εξασφαλίζει), η επιβεβαίωση της συμμετοχής και η εξασφάλιση της αντιπαλότητας με τις υπόλοιπες ομάδες. Η αντιπαλότητα είναι εξίσου απαραίτητη με την υιοθέτηση της αλήθειας, αφού αλήθεια χωρίς εχθρούς στερείται υπόστασης. Η λογική, που από θέση αρχής, ελέγχει τα συναισθήματα, απαξιώνεται, ας πούμε θυσιάζεται, μπροστά στα συναισθηματικά κέρδη της ένταξης, που αναμφισβήτητα είναι προτιμότερα. Καθίσταται δηλαδή περιττή, όπως και κάθε αλήθεια, εξυψώνοντας το παράλογο ως μοναδικό παράγοντα συμπεριφοράς. Κάπως έτσι φτάνουμε μπροστά σε μια νέα μεταφυσική, που βασίζεται στους ίδιους θρησκευτικούς μηχανισμούς και αφορά τις ραδιουργίες των αντιπάλων, σατανικά σχέδια, σκοτεινές συνωμοσίες, απόκρυφα μυστικά, κωδικοποιημένα μηνύματα και πάει λέγοντας, που τελικά δεν είναι παρά οι εκδοχές της ίδιας νοσηρής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της κατοχής του μυστικού, δηλαδή της άκρατης γνώσης που η μοναδικότητά της σηματοδοτεί όλο το κύρος της ύπαρξης. Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι μόνο η ανάγκη της κλειδαρότρυπας. Είναι η αποκατάσταση της ματαιωμένης αλήθειας που όσο λιγότεροι τη γνωρίζουν, τόσο πιο σπουδαία είναι. Ο κοινωνός του μυστικού είναι ο ξεχωριστός άνθρωπος που οφείλει να το διαλευκάνει μέχρι τέλους. Με δυο λόγια, οι θεωρίες συνωμοσίας καλύπτουν ένα τεράστιο κενό της ύπαρξης. Μετουσιώνουν την υπόστασή της σε κάτι πέρα από αυτήν, που είναι αόρατο και άυλο και που ταυτόχρονα την καθορίζει με καθαρά μεταφυσικές δομές, προεκτείνοντας κάθε πεδίο δράσης σε αναζήτηση του εσφαλμένου, που μόνο η συνωμοτικότητα των εχθρικών κύκλων μπορεί να εξηγήσει. Κι αυτό, αφού λειτουργεί ως πεμπτουσία της γνώσης, αναπόφευκτα γίνεται και πεμπτουσία της υπεροχής.

Αποκρυφισμός, κωδικοποιημένα μηνύματα, ιερά σύμβολα, μυστικιστικοί αριθμοί, υπόγειες δραστηριότητες, περιζήτητοι χάρτες, Ροδόσταυροι, Ναϊτες, μυστικές συναντήσεις, μια παγκόσμια πλεκτάνη. Η δουλειά πάει ρολόι και τα κορόιδα συρρέουν. Μια φλέβα χρυσού.
Αποκρυφισμός, κωδικοποιημένα μηνύματα, ιερά σύμβολα, μυστικιστικοί αριθμοί, υπόγειες δραστηριότητες, περιζήτητοι χάρτες, Ροδόσταυροι, Ναϊτες, μυστικές συναντήσεις, μια παγκόσμια πλεκτάνη. Η δουλειά πάει ρολόι και τα κορόιδα συρρέουν. Μια φλέβα χρυσού.

Ο Έκο, βαθύς γνώστης της συνωμοσιολογικής – παραθρησκευτικής αναγκαιότητας, φέρνει στο φως το «Εκκρεμές του Φουκώ» ως ιστορική φάρσα που επιβεβαιώνει την ολοκληρωτική επικράτηση του παραλόγου. Εκδοτικός οίκος που παραπαίει οικονομικά εστιάζει τη θεματολογία του σ’ αυτό που λέμε παγκόσμια συνωμοσία, εκμεταλλευόμενος συγγραφείς ψώνια που πληρώνουν αδρά για να εκδώσουν τις αποκαλύψεις τους. Αποκρυφισμός, κωδικοποιημένα μηνύματα, ιερά σύμβολα, μυστικιστικοί αριθμοί, υπόγειες δραστηριότητες, περιζήτητοι χάρτες, Ροδόσταυροι, Ναϊτες, μυστικές συναντήσεις, μια παγκόσμια πλεκτάνη. Η δουλειά πάει ρολόι και τα κορόιδα συρρέουν. Μια φλέβα χρυσού. Με πρωτοφανή κυνισμό ο ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια το χειρισμό του κορόιδου μέχρι να του αποσπάσει τα λεφτά. Επιτηδευμένη ευγένεια, άκρατη σοβαρότητα, χειριστικοί τρόποι, αναγνώριση της εκδοτικής σπουδαιότητας του έργου, οικονομικές δυσκολίες, ανάγκη χρηματοδότησης, βεβαίωση επιστροφής των χρημάτων με τις πωλήσεις, αποδεικτικά στοιχεία της τεράστιας εμπορικότητας του οίκου, τύπωμα του βιβλίου με ελάχιστο κόστος κι επιστροφή των βιβλίων στο συγγραφέα, γιατί δυστυχώς οι ανάγκες της αγοράς και η ανωριμότητα του κοινού δεν έφεραν τα αναμενόμενα. Σ’ ένα ντελίριο ιλαρότητας, οι υπάλληλοι του εκδοτικού οίκου εκδίδουν κι ένα δικό τους βιβλίο πρωτοφανούς αναξιοπιστίας, μπλέκοντας τα πάντα σ’ ένα παραλήρημα ανιστορικότητας. Η κατασκευή των μύθων με τις ημερομηνίες που πάντα αποκαλύπτουν τα υπόγεια μηνύματα της συνωμοσίας δεν είναι παρά προσθέσεις κι αφαιρέσεις: «Τριάντα έξι ιππότες για τον καθένα από τους έξι τόπους μας κάνει 216, του οποίου το εσωτερικό άθροισμα είναι 9. Και καθώς οι αιώνες είναι έξι, αν πολλαπλασιάσουμε το 216 με το 6 έχουμε 1296, του οποίου το εσωτερικό άθροισμα είναι 18, δηλαδή τρεις φορές έξι, 666». Η εμπλοκή του Χίτλερ και του Σαίξπηρ στα πλοκάμια της παγκόσμιας συνωμοσιολογίας είναι ο χλευασμός του Έκο που γίνεται απροκάλυπτος και τερατώδης. Δεν υπάρχει ιστορική περίοδος που να μην παρερμηνεύεται, ημερομηνία που να μην προσθαφαιρείται, ιστορικό πρόσωπο που να μην εμπλέκεται, σ’ ένα ντελίριο ειρωνείας. Τα αληθινά ιστορικά ψήγματα που υπάρχουν υπηρετούν το στήσιμο της εξωφρενικότητας, που είναι καταδικασμένη στην επιτυχία. Όσο πιο εξωφρενικό, τόσο πιο πιστευτό. Η άκρατη υπερβολή σηματοδοτεί την κωμικότητα ενός παραλόγου που μόνο κωμικό δεν είναι. Η δαιμονισμένη πλοκή, το αδυσώπητο ανθρωποκυνηγητό και η τελική συντριβή των ηρώων από τη δύναμη της ίδιας τους της φάρσας, δεν είναι παρά το ανίκητο της ομαδικής παραφροσύνης που θα εκδηλωθεί σχεδόν νομοτελειακά κι όσο εναρμονισμένο είναι το τερατώδες της ανιστορικότητας με το ενδιαφέρον των συνωμοσιολάγνων, άλλο τόσο εναρμονίζεται και η υπερβολή της δράσης με την πραγματικότητα. Γιατί η ομαδική παραφροσύνη δεν θα μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο μ’ αυτό το τσούρμο των τρελών και των απόκληρων, των ολοκληρωτικά κατεστραμμένων ανθρώπων. Γιατί το αμείλικτο της αλήθειας δεν θα μπορούσε να διοχετευτεί παρά με την άκρατη βαρβαρότητα που μοιραία γεννάνε τα άκρα. Γιατί η τρέλα απαξιώνει όλα τα όρια και κάπως έτσι κλονίζονται ακόμα και οι ήρωες του Έκο, αφού παραπαίουν στο ανεξέλεγκτο που ορίζει η λαγνεία του μυστικού: «Μια συνωμοσία, για να είναι συνωμοσία, οφείλει να είναι μυστική. Είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε πως υπάρχει κάποιο μυστικό για να μη νιώθουμε πια απογοητευμένοι……..Υπάρχει άραγε κάποιο μυστικό τόσο ακτινοβόλο; Βεβαίως, αρκεί να μην το γνωρίσεις ποτέ. Αν αποκαλυφθεί, δεν μπορεί παρά να μας απογοητεύσει……».

Η λαγνεία του μυστικού δεν είναι παρά η διαρκής αναζήτηση αιτίων που ρυθμίζουν τον κόσμο και που αναγκαστικά κρύβουν κάτι αποκρουστικό, κάτι προκαθορισμένο και ραδιούργο. Μιλάμε για θεωρίες συνωμοσίας που αφορούν Εβραίους, Μασόνους κτλ.
Η λαγνεία του μυστικού δεν είναι παρά η διαρκής αναζήτηση αιτίων που ρυθμίζουν τον κόσμο και που αναγκαστικά κρύβουν κάτι αποκρουστικό, κάτι προκαθορισμένο και ραδιούργο. Μιλάμε για θεωρίες συνωμοσίας που αφορούν Εβραίους, Μασόνους κτλ.

Η λαγνεία του μυστικού δεν είναι παρά η διαρκής αναζήτηση αιτίων που ρυθμίζουν τον κόσμο και που αναγκαστικά κρύβουν κάτι αποκρουστικό, κάτι προκαθορισμένο και ραδιούργο. Μιλάμε για θεωρίες συνωμοσίας που αφορούν Εβραίους, Μασόνους κτλ. Για τελετουργικά και ιστορικά μυστικά και δεσμούς αίματος και μαγείες και μυστικές χειρονομίες. Γιατί οι καθημερινές κακοτυχίες πρέπει να αποδοθούν κάπου και γιατί σίγουρα υπάρχει κάποιο μυστικό που τις ερμηνεύει: «Το ίδιο ισχύει για την καθημερινή μας ζωή. Όπως τα κραχ στο χρηματιστήριο. Συμβαίνουν επειδή όλοι κάνουν από μια λανθασμένη κίνηση, κι όλες οι λανθασμένες κινήσεις μαζί δημιουργούν πανικό. Κι έπειτα, όποιος δεν έχει γερά νεύρα αναρωτιέται: μα ποιος οργάνωσε αυτή τη συνωμοσία, ποιον ωφελεί; Κι αλίμονο αν δε βρεις έναν εχθρό που συνωμότησε, θα νιώσεις ένοχος. Ή μάλλον, επειδή νιώθεις ένοχος, επινοείς μια συνωμοσία ή πολλές. Και για να τις νικήσεις πρέπει να οργανώσεις τη δική σου συνωμοσία». Κι εδώ βέβαια δεν μιλάμε για τα δεδομένα συμφέροντα των ισχυρών, ούτε για τα επίσης δεδομένα πολιτικά παρασκήνια ή τη διαπλοκή της πολιτικής κλπ. Μιλάμε για τις αναπόδεικτες θεωρίες παραθρησκευτικού χαρακτήρα, που παραφράζουν συνειδητά την ιστορία και σπέρνουν τον πανικό κινδυνολογώντας. Που ξέρουν να απευθύνονται στις μάζες κάνοντας το λαϊκισμό επάγγελμα και διαχωρίζοντας τον κόσμο πάντα εθνικά και ποτέ ταξικά. Που η δημιουργία εχθρών είναι το βασικότερο μέλημά τους και που μοιραία αποκτούν φασίζουσες διαστάσεις, αφού υποθάλπουν την ψεύτικη εθνική έπαρση και το φόβο. Που εμπορεύονται την επιστημονική ανιστορικότητα ανακατεύοντας τον εθνικισμό με τη συνωμοσιολαγνεία. Και φυσικά, ύψιστη φροντίδα είναι ο εχθρός να μην κατονομάζεται ποτέ. Γιατί αν κατονομαστεί χάνει το μυστήριο. Το ορατό δεν ενδείκνυται για συνωμοσίες.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2013/07/01/%CE%BF-%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CE%BA%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84/

Νίτσε: Η αυτοκυριαρχία, η μετριοπάθεια και τα τελευταία τους κίνητρα…


από 

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844– Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]). Γερμανικό γραμματόσημο

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844– Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]). Γερμανικό γραμματόσημο

Η αυτοκυριαρχία, η μετριοπάθεια και τα τελευταία τους κίνητρα

Κείμενο: Φρειδερίκος Νίτσε

Δεν βρίσκω λιγότερες από έξι βαθιά διαφορετικές μεθόδους για να καταπολεμήσω τη σφοδρότητα μιας ορμής. Πρώτα πρώτα, μπορούμε να αποκρύψουμε τα ελατήρια για την ικανοποίηση της ορμής, να την αποδυναμώσουμε και να την αποστεγνώσουμε, αποφεύγοντας να την ικανοποιήσουμε για ολοένα μεγαλύτερα διαστήματα. Κατόπιν, μπορούμε να κάνουμε νόμο μας μια αυστηρή και ακριβή τάξη με το να χορτάσουμε τις ορέξεις της. Τις υποβάλλουμε έτσι σε ένα κανόνα, περιορίζουμε την παλίρροια και την άμπωτη τους σε σταθερά χρονικά όρια, για να κερδίσουμε στο μεταξύ το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν μας ενοχλούν πια. Ξεκινώντας από δω, θα μπορέσουμε ίσως να περάσουμε στην πρώτη μέθοδο. Τρίτο, μπορεί κανείς να εγκαταλειφθεί εσκεμμένα στην ικανοποίηση ενός άγριου και αχαλίνωτου ενστίκτου ώσπου να νιώσει αηδία, και μέσα απ’ αυτή την αηδία να κατακτήσει μια δύναμη πάνω στο ένστικτο: αν παραδεχτούμε εντούτοις ότι δεν κάνει το ίδιο με τον καβαλάρη που θέλοντας να κεντρίσει το άλογο του, του συντρίβει τον λαιμό – πράγμα που είναι δυστυχώς ο κανόνας σε παρόμοιες απόπειρες. Τέταρτο, υπάρχει μια διανοητική μέθοδος που συνίσταται στο να συνδέσουμε με την ιδέα της ικανοποίησης μια οδυνηρή σκέψη κι αυτό με τόση ένταση που με λίγη εξάσκηση η ιδέα της ικανοποίησης γίνεται κάθε φορά κι αυτή η ίδια οδυνηρή. (Για παράδειγμα, όταν ο χριστιανός στη διάρκεια της σεξουαλικής απόλαυσης, συνηθίζει να σκέφτεται την παρουσία και τον χλευασμό του διαβόλου, ή την αιώνια κόλαση για ένα έγκλημα που έγινε από εκδίκηση, ή ακόμη την περιφρόνηση που ζωγραφίζεται στο βλέμμα των ανθρώπων που εκτιμά περισσότερο, αν διαπράξει μια κλοπή. Επίσης, κάποιος μπορεί να καταστείλει μια βίαιη επιθυμία αυτοκτονίας που του έχει έρθει στο μυαλό εκατό φορές όταν συλλογίζεται την απέραντη θλίψη των γονιών και των φίλων του και τις κατηγορίες που θα εκτοξεύσουν στους ίδιους τους εαυτούς τους, κι έτσι κατορθώνει να κρατηθεί στη ζωή -επειδή από τότε αυτές οι φαντασιώσεις παρουσιάζονται διαδοχικά στο νου του, σαν η αιτία και το αποτέλεσμα). Πρέπει ακόμη να αναφέρουμε εδώ την περηφάνια του ανθρώπου που επαναστατεί, όπως έκαναν για παράδειγμα ο Βύρων και ο Ναπολέων, που αισθάνθηκαν σαν προσβολή την υπεροχή ενός πάθους πάνω στη γενική στάση και διαρρύθμιση της λογικής: απ’ αυτό προέρχεται κατόπιν η συνήθεια και η χαρά που νιώθουν όταν βασανίζουν την ορμή και την κάνουν να χτυπιέται κατά κάποιο τρόπο. («Δεν θέλω να είμαι ο σκλάβος οποιουδήποτε πόθου» – έγραφε ο Βύρων στο ημερολόγιο του). Πέμπτο: επιχειρούν μια μετατόπιση των συσσωρευμένων δυνάμεων αναλαμβάνοντας μια οποιαδήποτε δύσκολη και κοπιαστική εργασία, ή μάλλον υποτασσόμενοι σκόπιμα σε καινούριες απολαύσεις και σε καινούρια θέλγητρα, για να κατευθύνουν έτσι σε νέους δρόμους, τις σκέψεις και το παιχνίδι των φυσικών δυνάμεων. Το ίδιο συμβαίνει όταν ευνοούν προσωρινά ένα άλλο ένστικτο, δίνοντας του πολυάριθμες ευκαιρίες να ικανοποιηθεί, για να το κάνουν έτσι να σπαταλήσει αυτή τη δύναμη που θα κυριαρχούσε σε άλλη περίπτωση, το ένστικτο που ενοχλεί με τη βιαιότητα του και που θέλουν να αναγεννήσουν. Αυτός ή ο άλλος θα ξέρει ίσως επίσης να συγκρατήσει το πάθος που θα ήθελε να εξουσιάζει, δίνοντας σε όλα τα άλλα ένστικτα που γνωρίζει μια ενθάρρυνση και μια προσωρινή ελευθερία για να καταβροχθίσουν την τροφή που θα ήθελε ο τύραννος να μονοπωλήσει. Και τέλος έκτο, αυτός που ανέχεται και βρίσκει λογικό να εξασθενίζει και να καταπιέζει ολόκληρο τον φυσικό και ψυχικό οργανισμό που φτάνει φυσικά μ’ αυτόν τον τρόπο στον σκοπό του να εξασθενίσει ένα μόνο βίαιο ένστικτο: όπως κάνει για παράδειγμα αυτός που στερεί τη σεξουαλικότητα του και που καταστρέφει ταυτόχρονα το λογικό του, σαν τον ασκητή. Άρα: το να αποφεύγουμε τις ευκαιρίες, το να εμφυτεύουμε τον κανόνα μέσα στο ένστικτο, το να δημιουργούμε τον κορεσμό και την αηδία του ενστίκτου, το να εγκαθιστούμε τον συνειρμό μιας μαρτυρικής ιδέας (όπως της ντροπής, των κακών συνηθειών ή της προσβλητικής περηφάνιας), στη συνέχεια η μετατόπιση των δυνάμεων και τέλος η γενική εξασθένιση και εξάντληση – αυτές είναι οι έξι μέθοδοι. Αλλά η θέληση να καταπολεμήσουμε τη βία ενός ενστίκτου εξαρτάται από παράγοντες που είναι πέρα από τη δύναμη μας, το ίδιο και η μέθοδος που υιοθετούμε και η επιτυχία που μπορούμε να έχουμε στην εφαρμογή αυτής της μεθόδου. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, το πνεύμα μας είναι αντίθετα, μάλλον το τυφλό όργανο ενός άλλου ενστίκτου που είναι ο αντίπαλος του ενστίκτου που η βιαιότητα του μας βασανίζει, είτε είναι η ανάγκη για ανάπαυση είτε ο φόβος της ντροπής και άλλων ολέθριων συνηθειών ή ακόμη ο έρωτας. Έτσι, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να παραπονιόμαστε για τη βιαιότητα ενός ενστίκτου είναι στο βάθος ένα ένστικτο που παραπονιέται για ένα άλλο ένστικτο, δηλαδή η αίσθηση του πόνου που μας προκαλεί μια τέτοια βιαιότητα έχει ως προϋπόθεση ένα άλλο ένστικτο εξίσου βίαιο ή ακόμη πιο βίαιο, και ότι προετοιμάζεται ένας αγώνας στον οποίο η διάνοια μας είναι υποχρεωμένη να λάβει θέση.

Απόσπασμα από το βιβλίο Φρίντριχ Νίτσε, ΑΥΓΗ (Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις), μετάφραση: Ελένη Καλκάνη, εκδοτικός οίκος ΔΑΜΙΑΝΟΣ.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/23/%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5-%CE%B7-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1-%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1/

Νίτσε: «Το ελάχιστο βήμα προς τα εμπρός»…


Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844 - Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900)

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844 – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900)

Κείμενο: Φρειδερίκος Νίτσε

[…] Όλοι οι πνευματικοί οδηγοί των λαών που κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν το νωθρό και τρομερό βόρβορο των ηθών, είχαν ανάγκη, για να τους πιστέψουν, εκτός από την παραφροσύνη, το εκούσιο μαρτύριο – κι επίσης, πάνω απ’ όλα και πιο συχνά από την πίστη στους εαυτούς τους! Όσο περισσότερο το πνεύμα τους ακολουθούσε καινούριους δρόμους και συνεπώς βασανιζόταν από τις τύψεις και τον φόβο, τόσο πιο άγρια μάχονταν ενάντια στην ίδια τους τη σάρκα, στις ίδιες τους τις επιθυμίες και στην ίδια τους την υγεία, – σα να ήθελαν να προσφέρουν στη θεότητα μια αποζημίωση από τις χαρές, για την περίπτωση που αυτή θα εξοργιζόταν με τα παραμελημένα και καταπολεμημένα έθιμα, εξαιτίας των νέων σκοπών που είχαν χαράξει. Δεν πρέπει, ωστόσο, να φαντάζεται κανείς με πολλή αυταρέσκεια, ότι στις μέρες μας έχουμε απαλλαγεί ολοκληρωτικά από μια παρόμοια λογική του συναισθήματος! Ας διερωτηθούν γι’ αυτό οι πιο ηρωικές ψυχές! Το ελάχιστο βήμα προς τα εμπρός, στο πεδίο της ελεύθερης σκέψης και της προσωπικής ζωής, κατακτήθηκε πάντα με ψυχικά και φυσικά μαρτύρια: και δεν ήταν μόνο η πορεία προς τα εμπρός, όχι! Κάθε βήμα, κίνηση, μεταβολή, χρειάστηκαν αναρίθμητους μάρτυρες στην πορεία χιλιετηρίδων που αναζητούσαν τους δρόμους τους και που οικοδομούσαν τα θεμέλια τους, αλλά που δεν θυμόμαστε όταν μιλούμε γι’ αυτό το γελοίο μικρό κομμάτι χρόνου, μέσα στην ύπαρξη της ανθρωπότητας, και που αποκαλούμε «παγκόσμια ιστορία». Και μάλιστα, μέσα σ’ αυτή τη δήθεν παγκόσμια ιστορία που δεν είναι, γενικά, παρά ο θόρυβος που γίνεται γύρω από τις τελευταίες καινοτομίες, δεν υπάρχει πιο ουσιαστικό και πιο σημαντικό θέμα από την αρχαία τραγωδία των μαρτύρων που ήθελαν να αναταράξουν το τέλμα. Τίποτα δεν πληρώθηκε πιο ακριβά απ’ αυτό το μικρό κομμάτι ανθρώπινης λογικής και απ’ αυτό το αίσθημα της ελευθερίας για το οποίο είμαστε τόσο περήφανοι σήμερα. Εξαιτίας αυτής της περηφάνιας μας είναι σχεδόν αδύνατο στις μέρες μας να κατανοήσουμε τις τεράστιες χρονικές περιόδους της «ηθικότητας των ηθών» που προηγήθηκαν στην «παγκόσμια ιστορία» ως κύρια, πραγματική και καθοριστική ιστορία, που προσδιόρισε τον χαρακτήρα της ανθρωπότητας όταν η οδύνη ήταν αρετή, η σκληρότητα αρετή, η κρυψίνοια αρετή, η εκδίκηση αρετή, η απάρνηση της λογικής αρετή, όπου αντίθετα, η ευζωία ήταν κίνδυνος, η δίψα για γνώση κίνδυνος, η ειρήνη κίνδυνος, η συμπάθεια κίνδυνος, η παρακίνηση στην ευσπλαχνία ντροπή, η εργασία ντροπή, η παραφροσύνη κάτι θεϊκό, η αλλαγή μια βαθιά κι επικίνδυνη ανηθικότητα! Φαντάζεστε τάχα ότι όλα αυτά έχουν αλλάξει και ότι, γι’ αυτό η ανθρωπότητα έχει μεταβάλει τον χαρακτήρα της; Ω! εσείς γνώστες της ανθρώπινης καρδιάς, μάθετε να διαβάζετε καλύτερα τον εαυτό σας! […]

Απόσπασμα από το βιβλίο Φρίντριχ Νίτσε,  (Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις)


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/21/%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%82/

 

 

Ο Γκυστάβ Λε Μπον και οι ομαδικές παραισθήσεις …


Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

The Hallucinogenic Toreador, c.1970 By: Salvador Dalí

The Hallucinogenic Toreador, c.1970
By: Salvador Dalí

Στα λεξικά, ως παραίσθηση ορίζεται η αισθητηριακή αντίληψη που συνίσταται σε εσφαλμένη ερμηνεία του εξωτερικού ερεθίσματος που την προκαλεί, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται κάποιος τα πράγματα διαφορετικά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα· μια τέτοια σφαλερή αντίληψη πιθανό να οφείλεται σε ψυχικές ασθένειες, στο φόβο ή την υπερβολική ευαισθησία, ακόμα και  σε διάφορες ουσίες ή φάρμακα.

Η ψευδαίσθηση παρουσιάζεται κάπως διαφορετικά: λέγεται το φαινόμενο κατά το οποίο, χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα, σχηματίζεται στη συνείδησή μας μια μνημονική ή φανταστική παράσταση, μια εικόνα, με τόση σαφήνεια και ζωηρότητα, ώστε να την αντιλαμβανόμαστε και να τη θεωρούμε πραγματική·  Η ψευδαίσθηση είναι λοιπόν η αντίληψη πράγματος ή γεγονότος το οποίο δεν υπάρχει, η αντίληψη χωρίς να προηγηθεί σαφής και διακριτός  εξωτερικός ερεθισμός.

Ο Γάλλος ψυχολόγος χρησιμοποιεί τον όρο ομαδική παραίσθηση και  παραμόρφωση, καθώς ασχολείται κυρίως με την ψυχολογία της μάζας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, ο μηχανισμός αυτών των ομαδικών παραισθήσεων, τις οποίες συναντούμε τόσο συχνά, έχει σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα όσοι εντάσσονται, έστω για λίγο, σε μια μάζα ανθρώπων. Από τη στιγμή που βρίσκονται στη μάζα, γράφει, ο αδαής και ο σοφός γίνονται το ίδιο ανίκανοι για παρατήρηση.

«Η Όμορφη Όρνιθα»

Τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί για να στηρίξει τους συλλογισμούς του φέρουν όλους τους κλασικούς χαρακτήρες της γνησιότητας, αφού πρόκειται για φαινόμενα που τα μαρτύρησαν πάρα πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι: χιλιάδες Χριστιανοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Γεώργιο να καλπάζει ξιφήρης πάνω στα τείχη της Ιερουσαλήμ· ολόκληρο το πλήρωμα, με σώας τας φρένας, μαζί με τον καπετάνιο  του πλοίου «Η Όμορφη Όρνιθα» αντίκρυσαν ολοκάθαρα μια σχεδία με ναυαγούς να επιπλέει αβοήθητη στο ανοιχτό πέλαγος· οι γείτονες, ο κουνιάδος, ο δάσκαλος του σχολείου και η μητέρα κάνουν λάθος όταν καλούνται να αναγνωρίσουν το πτώμα ενός παιδιού που βρέθηκε νεκρό.

Αν τα προηγούμενα αφορούσαν αγράμματους ναύτες, εύπιστες μητέρες και παιδιά με τάση στο ψέμα, την μυθοπλασία και την υπερβολή, η περίπτωση των διακεκριμένων επιστημόνων που συγκέντρωσε ο ψυχολόγος  Μ. Davy θέτει ερωτήματα άλλου τύπου. Το “πείραμα”, ας το πούμε έτσι, εξελίχθηκε ως εξής:

Συνέχεια