Έρως και Πολιτισμός – Marcuse: Η κοινωνική ψυχολογία του Freud…


“Η ιδέα του ανθρώπου που παρουσιάζεται μέσα απ’ τη Φροϋδική θεωρία αποτελεί την πιο αδιάσειστη κατηγορία του Δυτικού πολιτισμού: και ταυτόχρονα την πιο ατράνταχτη υπεράσπιση του πολιτισμού αυτού. Κατά τον Φρόυντ, η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία της απώθησής του. Ο πολιτισμός περιορίζει όχι μόνο την κοινωνική αλλά και τη βιολογική του ύπαρξη, όχι μόνο μέρη της ανθρώπινης απόστασης αλλά τη δομή των ενστίκτων του καθαυτή. Απ’ την άλλη μεριά, τέτοιος περιορισμός αποτελεί την ίδια την προϋπόθεση της προόδου. Αφημένα ελεύθερα να επιδιώξουν τους φυσικούς τους σκοπούς, τα βασικά ένστικτα του ανθρώπου θα ήταν ασυμβίβαστα με κάθε είδους συνειρμό και διατήρηση διαρκείας: θα κατέστρεφαν ακόμα κι εκεί που ενώνουν.

Ο ανεξέλεγκτος Έρως είναι το ίδιο μοιραίος όπως και το θανατηφόρο αντίστοιχό του στοιχείο, το ένστικτο του θανάτου. Η καταστροφική τους δύναμη προέρχεται απ’ το γεγονός ότι επιζητούν μιαν ικανοποίηση που ο πολιτισμός αδυνατεί να τους προσφέρει: Την ικανοποίηση καθεαυτή και σαν αυτοσκοπό, οποιαδήποτε στιγμή. Γι αυτό τα ένστικτα: πρέπει, ν’ αποτραπούν απ’ το στόχο, τους, ν’ ανακοπούν στην επιδίωξή του σκοπού τους. Ο πολιτισμός αρχίζει όταν ο πρωτογενής αντικειμενικός σκοπός, η ακέραιη ικανοποίηση αναγκών, εγκαταλειφθεί αποτελεσματικά.

Ο Φρόυντ περιέγραφε την αλλαγή αυτή σαν μετασχηματισμό της αρχής της ηδονής σε αρχή της πραγματικότητας. (…) Αλλά η πραγματικότητα πού δίνει σχήμα στα ένστικτα καθώς και στις ανάγκες και την ικανοποίησή τους είναι ένας κοινωνικο-ιστορικός κόσμος.

Το γεγονός ότι η αρχή της πραγματικότητας πρέπει να αποκαθίσταται συνεχώς μέσα στην ανάπτυξη του ανθρώπου δείχνει πως ο θρίαμβος της επάνω στην αρχή της ηδονής δεν ήταν ποτέ πλήρης και ποτέ σίγουρος. Μέσα στη Φροϋδική σύλληψη ο πολιτισμός δεν τερματίζει μια και καλή μια «φυσική κατάσταση». Ο,τι ο πολιτισμός υποτάσσει και απωθεί, η διεκδίκηση της αρχής της ηδονής, συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον πολιτισμό καθαυτό. Το υποσυνείδητο διατηρεί τους αντικειμενικούς σκοπούς της νικημένης αρχής της ηδονής.

Η επιστροφή των απωθημένων απαρτίζει την απαγορευμένη και υποχθόνια ιστορία του πολιτισμού. Και η διερεύνηση αυτής της ιστορίας αποκαλύπτει όχι μόνο το μυστικό του ατόμου αλλά και εκείνο του πολιτισμού. Η ατομική ψυχολογία του Φρόυντ είναι στην ίδια της την ουσία κοινωνική ψυχολογία, η απώθηση είναι ένα φαινόμενο ιστορικό.

Η αποτελεσματική υποταγή των ενστίκτων σε απωθητικούς ελέγχους επιβάλλεται όχι από τη φύση άλλα τον άνθρωπο. Ο πατριάρχης, σαν αρχέτυπο της κυριαρχίας, κάνει έναρξη της αλυσιδωτής αντίδρασης της υποδούλωσης, ανταρσίας και ενισχυμένης κυριαρχίας που χαρακτηρίζει την ιστορία του πολιτισμού.

Το ανελεύθερο άτομο ενδοπροβάλλει τους αφέντες του και τις εντολές τους στον ίδιο του το νου. Ο αγώνας κατά της ελευθερίας αναπαράγεται μέσα στην ψυχή του ανθρώπου σαν η αυταπώθηση του απωθημένου ατόμου και με τη σειρά της διατηρεί τους αφέντες και τους θεσμούς τους. Αυτή είναι η διανοητική δυναμική πού ο Φρόυντ ξεδιπλώνει μπροστά μας και σα δυναμική του πολιτισμού.

Το έργο του Φρόυντ χαρακτηρίζεται από μιαν ασυμβίβαστη επιμονή να εκθέσει το απωθητικό περιεχόμενο των ύψιστων άξιων και επιτευγμάτων του πολιτισμού. Εφόσον ο Φρόυντ κάνει αυτό το πράγμα, αρνείται την εξίσωση του λόγου με τη απώθηση που πάνω σ’ αυτή θεμελιώνεται η ιδεολογία του πολιτισμού. Η μεταψυχολογία του Φρόυντ είναι μια διαρκώς ανανεούμενη προσπάθεια αποκάλυψης κι αμφισβήτησης της τρομακτικής ανάγκης να συνδέονται εσωτερικά ο πολιτισμός και η βαρβαρότητα, η πρόοδος κι η ταλαιπωρία, η ελευθερία κι η δυστυχία, μια σύνδεση που σε τελευταία ανάλυση αποκαλύπτεται σαν εκείνη μεταξύ Έρωτα και Θανάτου. Ο Φρόυντ αμφισβητεί τον πολιτισμό όχι από ρομαντική ή ουτοπιστική σκοπιά αλλά με βάση την ταλαιπωρία και την αθλιότητα που συνεπάγεται η εφαρμογή του. Έτσι η πολιτιστική ελευθερία εμφανίζεται στο φως της ανελευθερίας και η πολιτιστική πρόοδος στο φως του περιορισμού. Αυτό δεν σημαίνει άρνηση του πολιτισμού: Η ανελευθερία και ο περιορισμός είναι τα αντίτιμά του.
Τα αποσπάματα από το βιβλίο: Herbert Marcuse, Έρως και Πολιτισμός, Κεφάλαιο Πρώτο: Η κρύφια τάση της ψυχανάλυσης, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1981, (σελ: 21-31).


Aπό:https://fristuti.wordpress.com/category/herbert-marcuse/

Γιατί ο Μαζόχ είναι επίκαιρος …


Λίγα λόγια για τη ζωή του Μαζόχ (αλιευμένα από το διαδίκτυο). Ακολουθεί ένας σύντομος σχολιασμός. 
O Λεοπόλντ φον Ζάχερ-Μαζόχ (Leopold Ritter von Sacher-Masoch, Λέμπεργκ, Γαλικία, 27 Ιανουαρίου 1836 – 9 Μαρτίου 1895) ήταν ουτοπιστής σοσιαλιστής και ανθρωπιστής. Το 1848, η οικογένειά του μετακόμισε στην Πράγα όπου ο δωδεκάχρονος Λεοπόλντ άρχισε να μαθαίνει γερμανικά φοιτώντας σε νομικά, ιστορία και μαθηματικά στα Πανεπιστήμια της Πράγας και του Γκρατς και μετά την αποφοίτησή του επέστρεψε στο Λέμπεργκ όπου διορίστηκε καθηγητής ιστορίας. Τα πρώτα του βιβλία ήταν καθαρά ιστορικά. Κατόπιν άρχισε να γράφει αφηγήματα όπου περιγράφει με εκπληκτική ζωντάνια τους γραφικούς ανθρώπινους τύπους και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γενέθλιας Γαλικίας. Πολύ σύντομα εγκατέλειψε τη θέση του καθηγητή για να ζήσει από την πένα του. Ο Μαζόχ θεωρήθηκε ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεαλισμού και αναγνωρίστηκε ως μεγάλος συγγραφέας τόσο από το αναγνωστικό κοινό όσο κι από τους ομότεχνούς του. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονταν ο Εμίλ Ζολά, ο Ερρίκος Ίψεν και ο Βίκτωρ Ουγκό. Τα πρώτα του συγγραφικά έργα ήταν εθνικές μικρές ιστορίες με τίτλους παρμένους από το θέμα όπως «Γαλικιανές Μικρές Ιστορίες», «Εβραϊκές Μικρές Ιστορίες», «Πολωνικές Μικρές Ιστορίες» αλλα και μια σειρά από εθνικές «Δικαστικές Ιστορίες». Αργότερα άρχισε να συντάσσει την λεγόμενη «Κληρονομιά του Κάιν» ένα έργο ημιτελές αφού τελικά γράφτηκαν μόνο οι 2 από τις 6 ιστορίες, με το σχέδιο να περιλαμβάνει θεματικές όπως ο ερωτισμός, η ιδιοκτησία, το χρήμα, το κράτος. Εκεί μέσα αναπτυσσόταν η άποψη του Ζάχερ-Μάζοχ για τον κόσμο. Εκεί μέσα βρίσκεται και το Venus im Pelz (Η Αφροδίτη με τις γούνες) και σε αυτό το σύνολο εντασσόταν και οι φετιχιστικές και μαζοχιστικές του φαντασιώσεις. Προσπάθησε στην πραγματική του ζωή να πετύχει τις φαντασιώσεις του με την γυναίκα του και την ερωμένη του, τη βαρόνη Φάννι Πίστορ.Ο Μάζοχ έκανε τεράστιες προσπάθειες στην Λειψία μέσω του μηνιαίου προοδευτικού περιοδικού Στον Κολοφώνα-Διεθνής επισκόπηση να πολεμήσει τον ντόπιο αντισημιτισμό. Επίσης καλούσε για την χειραφέτηση των γυναικών αλλά και την καθολική ψηφοφορία Σήμερα, το όνομα του μας φέρνει αυτόματα στον νου τη λέξη «μαζοχισμός», όρο τον οποίον καθιέρωσε ο αυστριακός ψυχίατρος Κραφτ-Έμπινγκ για να κατονομάσει μια σεξουαλική διαστροφή που τη συναντάμε σε αρκετά έργα του Μαζόχ. Καθώς λέγεται, του άρεσε πολύ να παίζει τον μαζοχιστικό ρόλο του σκλάβου στις ερωτικές του σχέσεις. Στις 8 Δεκεμβρίου 1869, ο Μάζοχ και η ερωμένη του βαρόνη Φανή Pistor υπέγραψαν συμβόλαιο καθιστώντας τον σκλάβο της για μια περίοδο έξι μηνών, με τον όρο ότι η βαρόνη θα φορά γούνες όσο το δυνατόν συχνότερα, ειδικά όταν ήταν σε σκληρή διάθεση. Ο Λεοπόλδος πήρε το ψευδώνυμο «Γκρέγκορ» το όνομα ενός στερεότυπου αρσενικού υπηρέτη, και υποδυόταν τον υπηρέτη της βαρόνης. Οι δύο ταξίδεψαν με τρένο για την Ιταλία. Όπως και στην Αφροδίτη με τις Γούνες, ταξίδεψε στην τρίτη θέση, ενώ η Βαρόνη στην πρώτη. Ο Μάζοχ πίεζε την πρώτη σύζυγό του, Αουρόρα φον Ρύμελιν, την οποία παντρεύτηκε το 1873, να ζήσουν την εμπειρία του βιβλίου, ενάντια στις προτιμήσεις της. Ο ίδιος τελικά βρήκε την οικογενειακή ζωή τους να είναι βαρετή, τελικά πήρε διαζύγιο και παντρεύτηκε την βοηθό του. Στο τέλος της ζωής του έπασχε από ψυχικά προβλήματα, κλείστηκε σε άσυλο όπου κάποιοι ισχυρίζονται ότι εκεί και πέθανε. Αντίθετα με τον αντίποδά του, τον μαρκήσιο ντε Σαντ, ο Μαζόχ τα πήγαινε μια χαρά με τον κοινωνικό του περίγυρο. Διοργάνωνε θεατρικές παραστάσεις στο σπίτι του, όπου συμμετείχε και ως ερασιτέχνης ηθοποιός, κι έπαιρνε ενεργό μέρος στη ζωή της πόλης. Ποτέ του δεν εκδήλωσε φανερά και δημόσια τις κρυφές σεξουαλικές του προτιμήσεις, τον «μαζοχισμό» του ή την -κατά ορισμένους μελετητές- ασυνείδητη ομοφυλοφιλία του. Ίσως γιατί το βασικό του πρόβλημα ήταν το να είναι αρεστός: λέγεται πως οι τελευταίες του λέξεις καθώς πέθαινε (1895) ήταν «να με αγαπάτε».

Συνέχεια

Η επινόηση της «ετεροφυλοφιλίας»…


του Μπράντον Αμπροζίνο

Το ιατρικό λεξικό Dorland του 1901 όριζε την ετεροφυλοφιλία ως «ανώμαλη ή διεστραμμένη όρεξη προς το αντίθετο φύλο». Πάνω από δυο δεκαετίες αργότερα, το 1923, το λεξικό Merriam Webster την όριζε ομοίως ως «νοσηρό σεξουαλικό πάθος για ένα άτομο του αντίθετου φύλου». Μόλις το 1934 αξιώθηκε η ετεροφυλοφιλία το νόημα με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι σήμερα: «εκδήλωση σεξουαλικού πάθους για ένα άτομο του αντίθετου φύλου· ομαλή σεξουαλικότητα».

Όποτε το λέω αυτό σε κάποιους, αρνούνται κατηγορηματικά να το πιστέψουν. Δεν είναι δυνατόν!Σίγουρα, δεν συμφωνεί με την αίσθησή τους· την αίσθηση ότι η ετεροφυλοφιλία «ήταν πάντα εκεί».

Πριν λίγα χρόνια, κυκλοφόρησε ένα ερασιτεχνικό βίντεο, όπου ο δημιουργός ρωτούσε διάφορουςανθρώπους αν πίστευαν ότι οι ομοφυλόφιλοι γεννιούνται με αυτόν το σεξουαλικό προσανατολισμό. Οι απαντήσεις ήταν ποικίλες, αλλά οι περισσότεροι έλεγαν κάτι σαν «είναι συνδυασμός φύσης και ανατροφής». Ο ερευνητής στη συνέχεια έθετε μια ακόμα ερώτηση, η οποία ήταν ζωτικής σημασίας για το πείραμα: «Πότε επιλέξατε να είστε στρέιτ;». Οι περισσότεροι αιφνιδιάζονταν, και ομολογούσαν αμήχανα ότι δεν το είχαν σκεφτεί ποτέ. Θεωρώντας ότι οι προκαταλήψεις τους είχαν αποκαλυφθεί, οδηγούνταν να δεχτούν γρήγορα την προφανή θέση του εικονολήπτη: οι ομοφυλόφιλοι γεννιούνται ομοφυλόφιλοι όπως ακριβώς οι στρέιτ γεννιούνται στρέιτ.

Το βίντεο φαίνεται να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όλες μας οι σεξουαλικότητες απλώς «είναι εκεί»· ότι δεν χρειαζόμαστε εξήγηση για την ομοφυλοφιλία, όπως ακριβώς δεν χρειαζόμαστε για την ετεροφυλοφιλία. Φαίνεται ότι ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό όσων έφτιαξαν το βίντεο, ούτε των εκατομμυρίων που το κοινοποίησαν, ότι στην πραγματικότητα χρειαζόμαστε μια εξήγηση και για τα δύο.

Υπάρχουν ήδη πολλές αξιόλογες εργασίες, τόσο ακαδημαϊκές όσο και εκλαϊκευμένες, σχετικά με την κοινωνική κατασκευή της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας και ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα, λίγοι πλέον παραξενεύονται όταν γίνεται λόγος για την «άνοδο του ομοφυλόφιλου» –πράγματι, οι περισσότεροι έχουμε μάθει ότι η ομοφυλοφιλική ταυτότητα εμφανίστηκε κάποια συγκεκριμένη στιγμή μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτό που δεν διδασκόμαστε, όμως, είναι ότι ένα παρόμοιο φαινόμενο παρήγαγε την ετεροφυλοφιλία.

Συνέχεια

Όταν το Κέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών απωθεί το Πολιτικό-»Έρωτας και Επιθυμία στον 21ο αιώνα»…


Στις 10 Μαρτίου, Σάββατο, πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων κλινικό σεμινάριο με θέμα «Έρωτας και επιθυμία τον 20ο αιώνα», με κεντρικό ομιλητή τον Fabian Fajnwaks.

https://www.psychologynow.gr/psy-activities/speeches-lectures/3295-erotas-kai-epithymia-ston-21o-aiona-kentro-psyxanalytikon-erevnon-tis-athinas.html 

 
Η Εισήγηση

Δεδομένου ότι η όλη διαδικασία της εισήγησης και της μετάφρασης από τα γαλλικά στα ελληνικά διήρκεσε πολύ ώρα, παρακάτω σημειώνω κάποια ουσιαστικά σημεία.

Ο ομιλητής μας ξενάγησε στη θεωρία του Lacan για τις σχέσεις των φύλων με επίκεντρο τους τύπους εμφυλοποίησης που ο Γάλλος ψυχαναλυτής θέτει στο 20ο Σεμινάριο (»Ακόμη»). Με γνώμονα το λακανικό αξίωμα »δεν υπάρχει διάφυλη σχέση», δεν υπάρχει δηλαδή τυποποιήσιμη, μαθηματική-συναρτησιακή σχέση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αναφέρθηκε στη λογική του όλου και της φαλλικής σημασίας που σύμφωνα με τον Lacan χαρακτηρίζει τον Άντρα, και τη λογική του μη-όλου που χαρακτηρίζει το γυναικείο. Ο Lacan διαφοροποιείται τόσο από τον κοινωνιολογικό αναγωγισμό όσο και από τον βιολογικό αναγωγισμό. Η θέση »Άντρας» και η θέση »γυναίκα» ή »γυναικείο», είναι δύο θέσεις που τα υποκείμενα καταλαμβάνουν μέσα στο πολιτισμικό Συμβολικό, δεν αποτελούν όμως πλήρως »κοινωνική κατασκευή», αφού η έμφυλη τοποθέτηση αναφέρεται πάντοτε σε κάτι της τάξεως του Πραγματικού, ένα τρόπο απόλαυσης που ριζώνει στο σώμα. Μολονότι ο (φαντασιακός και συμβολικός) Φαλλός παραμένει ο άξονας αναφοράς στην κατανομή των φύλων, ο ομιλητής υποστήριξε πως, σε αντίθεση με τις ενστάσεις ορισμένων φεμινιστριών, ο Lacan δίνει προνομιακό status στο γυναικείο ως εκείνο που έχει πρόσβαση σε μια απόλαυση εκτός της φαλλικής σημασίας. Η απουσία υπολογισμένης διάφυλης σχέσης συνεπάγεται το πεπρωμένο της ασυμμετρίας των δύο φύλων και της αποτυχίας στερέωσης ενός δεσμού-παραδοσιακή απάντηση σε αυτή την αποτυχία ήταν ο γάμος, ως συμβολικός δεσμός που συγκάλυπτει το χάσμα του Πραγματικού μεταξύ αντρών και γυναικών. Η αποδυνάμωση του γάμου ως θεσμού με την παρακμή της Πατρικής imago και της οιδιπόδειας αρχιτεκτονικής, καθώς και οι νέες σεξουαλικές ταυτότητες που μελετούν οι gender studies και οι νέες τεχνολογικές εφαρμογές των social media και της ρομποτικής, είναι αιτία και αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης αυτού του διάφυλου χάσματος, και θέτουν εν αμφιβόλω της παλιές έμφυλες ταξινομήσεις. Η θεωρία των 4+1 Λόγων του Lacan, του Λόγου του Κυρίου, του Λόγου της Υστερίας, του Λόγου του Πανεπιστημίου και, τελικά, του Λόγου του Καπιταλιστή, προσπαθεί να συλλάβει τις αλλαγές αυτές στον κοινωνικό δεσμό, που έχουν αποτέλεσμα την απομυθοποίηση του έρωτα. Η διάκλειση, βασικός μηχανισμός στο φροϋδολακανικό λεξιλόγιο της ψύχωσης, ως η απόρριψη του Κύριου Σημαίνοντος και του θεμελιακού Νοήματος που εδραιώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, προωθείται μέσω της Επιστήμης και του Κεφαλαίου, και εμφανίζεται να επιτελεί το ρόλο ενός τελεστή αποκανονικοποίησης της κοινωνικο-πολιτισμικής και υποκειμενικής-ηθικής οργάνωσης. Συνεπιφέροντας την απομυθοποίηση του Έρωτα, είτε στην εκδοχή του ιπποτικού ιδεώδους είτε στην εκδοχή άλλων εξιδανικεύσεων, και την εργαλειοποίηση-πραγμοποίηση των ερωτικών σχέσεων ως επιδεκτικών χειρισμού και επιστημονικών-καπιταλιστικών κριτηρίων μετρησιμότητας-αποδοτικότητας. Το ανυπόφορο της διάφυλης σχέσης αποκαλύπτεται πλέον χωρίς πολιτισμικά ψιμύθια. Ο Λόγος του Καπιταλιστή ανοίγει το δρόμο, υπερβαίνοντας τους συμβολικούς-κανονιστικούς ευνουχιστικούς φραγμούς, προς έναν φαινομενικό παράδεισο των ενορμήσεων, δεν οδηγεί όμως στην απελευθέρωση της επιθυμίας αλλά στην ενίσχυση της φαντασιωτικής αιχμαλώτισής της, με την παραγωγή νέων, εμπορευματικών και χρηματικών φαντασιώσεων, προστάζοντας διαρκώς το κυνήγι της τραυματικής υπεραπόλαυσης-κάθε νέο Iphone εμφανίζεται ως εκείνο που θα βουλώσει τελικά τη τρύπα του υποκειμενικού διχασμό, ως εμπορευματικό ομοίωμα του χαμένου αντικειμένου της υπεραπόλαυσης.

Συνέχεια

Πάολο Βίρνο: Η φρίκη των πατρίδων…


Για να βρούμε μία άκρη μέσα στην απερίγραπτη σύγχυση των «ριζών», θα ήταν χρήσιμο να στραφούμε ένα σύντομο δοκίμιο του Φρόιντ, το Ανοίκειο. Στις σελίδες του λέγεται ό,τι είναι αναγκαίο να ειπωθεί σχετικά με τις επικλήσεις της «καταγωγής» (του έθνους, της εθνότητας, των πολιτιστικών παραδόσεων κ.λπ.) οι οποίες κατά καιρούς κατακλύζουν τη μεταμοντέρνα μητρόπολη.

Ο Φρόιντ παρατηρεί ότι ο γερμανικός όρος heimlich, με τον οποίο δηλώνεται ό,τι «παραπέμπει στην εστία» και μεταδίδει μια αίσθηση οικειότητας, «αναπτύσσει το νόημά του κατά τρόπο αμφίσημο, σε σημείο να συμπίπτει τελικά με το αντίθετό του: το unheimlich» [Freud 1919: 277]. Το οικείο μετατρέπεται σε ανησυχητικό, το προστατευτικό είναι ταυτόχρονα απειλητικό, η πολυπόθητη ρίζα αποκαλύπτεται δυσοίωνη παγίδα. Καθοδηγημένος από τη μητρική του γλώσσα (χρησιμοποίησε το λεξικό που συνέταξαν οι αδελφοί Γκριμμ, οι συγγραφείς παραμυθιών που τα ίδια αποτελούν αξιοθαύμαστα παραδείγματα για τη διαλεκτική τού heimlich), ο Φρόιντ ερμηνεύει τον τρόμο που μας καταλαμβάνει μπροστά στο «ανησυχητικό» (για παράδειγμα, στα φαντάσματα) ως μια τραυματική αντίδραση στο «οικείο» που, απρόσμενα, επιστρέφει με αλλαγμένα ρούχα. Το αντιληπτικό και συναισθηματικό περιεχόμενο τις παλαιάς οικειότητας και της τωρινής φρίκης είναι ταυτόσημο, μόνο που το ειδύλλιο έχει μεταμορφωθεί σε εφιάλτη.

Το ζεύγος heimlich/ unheimlich, σύνηθες/ επίφοβο, θα άξιζε να βρίσκεται στο κέντρο του σύγχρονου ηθικού στοχασμού. Για να πειστούμε γι’ αυτό, αρκεί να θυμηθούμε ότι ο όρος ἦθος [ethos], με τη σειρά του, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά «συνήθεια» [abitualità]. Αν εμπιστευθούμε την σοφία του έτυμου, η ηθική στην πραγματικότητα δεν είναι η μορφή ζωής που περιβάλλεται από «αξίες» και από το «δέον είναι», παρά εκείνη που διαθέτει την ευκολία των ενδεδειγμένων συνηθειών, με τις οποίες το άτομο συνδέεται άρρηκτα. Με τη διαφορά ότι, σήμερα, τίποτα δεν είναι τόσο παράδοξο και εκκεντρικό, εν τέλει ασυνήθιστο, από τη διεκδίκηση μιας στέρεης «συνήθειας» που να προσανατολίζει με σιγουριά το βλέμμα και τη δράση. Τίποτα δεν ηχεί τόσο λάθος. Και τόσο δυσοίωνο. Και τόσο ανησυχητικό.

Συνέχεια

Gilles Deleuze, Τί είναι το ένστικτο του θανάτου; …



Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Gilles Deleuze, Présentation de Sacher-Masoch, μεταφρασμένο από τον Χάρη Ράπτη για λογαριασμό του περιοδικού »Αλήθεια», τεύχος 8, σ. 116 και επ. Ευχαριστούμε τον Π.Α για τη δακτυλογράφηση και την αποστολή του κειμένου. 

Στο κείμενο αυτό ο Deleuze προσδιορίζει τις φροϋδικές έννοιες »Έρωτα» και »Θάνατο», όχι ως »ορμές» αλλά ως a priori υπερβατολογικές αρχές σύνθεσης των επιμέρους ενορμήσεων: ο Έρωτας ενώνει, συνδέει, ο Θάνατος χωρίζει, αποσυνδέει. Αυτές οι »υπερβατολογικές συνθέσεις» είναι μια μετατόπιση της προβληματικής του Kant από το υπερβατολογικό υποκείμενο-συνείδηση, σε μια υπερβατολογική αισθητική της επιθυμίας, ο δρόμος για την οποία, σύμφωνα με τον Gilles Deleuze, ανοίγεται ήδη από τη »Κριτική της Κριτικής Δύναμης» και τη καντιανή αντίληψη του »Χρόνου» ως προσυνειδησιακής εσωτερικής προς το υποκείμενο μορφής της εποπτείας, που παρέχει το πλαίσιο δυνατότητας της ίδιας της αισθητής εμπειρίας. Ο Deleuze, με μοναδικό στη φιλοσοφία του 20ου αιώνα τρόπο, αναπτύσσει συστηματικά, ιδίως στο »Διαφορά και Επανάληψη», τις »συνθέσεις του Χρόνου» (παρόν, παρελθόν, μέλλον), σε σχέση με τις »συνθέσεις της επιθυμίας». Κόντρα σε ερμηνείες που βλέπουν στη συνεργασία του Deleuze με τον Guattari στο δίτομο »Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια» μια ριζική τομή, ο »Αντι-Οιδίποδας» και τα »Χίλια Πλατώ», δεν είναι παρά η πολιτική και »σχιζοαναλυτική», μέσω του Guattari, συγκεκριμενοποίηση της κριτικής, συστηματικής ντελεζιανής φιλοσοφίας.

Απ’ όλα τα κείμενα του Φρόυντ το αριστούργημα «Πέραν της Αρχής της Ευχαρίστησης» είναι αναμφίβολα αυτό στο οποίο ο Φρόυντ διεισδύει αμεσότερα – και με τι ιδιοφυΐα- σ’ έναν στοχασμό αμιγώς φιλοσοφικό.

Συνέχεια

Η Οκτωβριανή Επανάσταση, το ψυχαναλυτικό κίνημα και ο φροϋδο-μαρξισμός (σύντομο σημείωμα)…


Σε προηγούμενη ανάρτηση με τίτλο »Σοσιαλισμός» και »Μεταμοντερνισμός»: θέσεις για την περίπλοκη διαλεκτική τους,αλλά και σε αναρτήσεις όπως στο όταν οι μαρξιστές κράζουν τους μεταμοντέρνους (και όχι τον »Μεταμοντερνισμό»), . . . κινηθήκαμε σε μια κατεύθυνση διάλυσης των παρανοήσεων, σκόπιμων ή ασυνείδητων, που έχουν οι περισσότεροι,δήθεν επιστήμονες (αυτόκλητα), »ορθόδοξοι» μαρξιστές, περί του »μεταμοντερνισμού».

Σε αυτό το κείμενο θα δώσουμε μερικά στοιχεία για την ιστορική διαλεκτική Οκτωβριανής Επανάστασης καιΨυχαναλυτικού Κινήματος, που συνηγορεί στο παραπάνω συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ψυχανάλυση, όπως μεταφυτεύτηκε στη Γαλλία, με πιο γνωστό εκπρόσωπο τον J.Lacan, και όπως έφτασε στο όριό της με τους Deleuze-Guattari στο Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, θεωρείται συλλήβδην από τους μαρξιστές »μεταφυσική» και »μεταμοντέρνα», χωρίς να εξετάζουν με ουσιαστικό τρόπο την ιστορική τάση συνάρθρωσης, ήδη στην επαναστατημένη Ρωσία, της ψυχανάλυσης με τον μαρξισμό, μια ιστορική τάση στην κατεύθυνση επαναστατικής, κομμουνιστικήςεπαναθεμελίωσης.

Ο φροϋδο-μαρξισμός δεν υπήρξε »δυτικός» μαρξισμός, αλλά ήδη ενεργός στην προεπαναστατική Ρωσία και την Οκτωβριανή Επανάσταση… 

Πριν προχωρήσουμε, ας παραθέσω μια »ορθόδοξη» μαρξιστική τοποθέτηση για τη ψυχανάλυση και τη δήθεν ευθεία, άμεση σύνδεσή της με το ρεφορμισμό, του γνωστού ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη, με την οποία αντιπαρατίθεμαι (υπογραμμίσεις δικές μου):

http://www.902.gr/eidisi/ekloges/38849/peri-lavaron-axion-ideon-kai-symvolon-toy-syriza

Συνέχεια