Το αίνιγμα της Ουλρίκε Μάινχοφ…


του Ιού…

Ακόμα και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το θάνατό της στο λευκό κελί του Σταμχάιμ, η Ουλρίκε Μάινχοφ παραμένει ένα ερωτηματικό για τη γερμανική κοινωνία. Η εξέχουσα δημοσιογράφος που μετατράπηκε «ξαφνικά» σε υπ’ αριθ. 1 εχθρό του γερμανικού κράτους προσφέρεται σε κάθε είδους ερμηνείες. Ο μύθος της απάνθρωπης τρομοκράτισσας δίνει τη θέση του με μεγάλη ευκολία στο μύθο της απογοητευμένης από το γάμο της μικροαστής. Και πάντα μένει απέξω το «μοντέλο Γερμανία» που όχι μόνο προκάλεσε τη δημιουργία των ένοπλων ομάδων της RAF, αλλά εξακολουθεί να τροφοδοτεί -και να αντλεί από- το μύθο της Μάινχοφ.

Μέρος Α’

Μια δημοσιογράφος στη Γερμανία του ’60

Συμπληρώνονται μεθαύριο είκοσι χρόνια από τη μέρα που η Ουλρίκε Μάινχοφ βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της στις φυλακές του Σταμχάιμ. Ακόμα και σήμερα, οι συνθήκες του θανάτου της αφήνουν πελώρια ερωτηματικά σ’ όσους δεν είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν την επίσημη ερμηνεία της αυτοκτονίας και δεν είναι διατεθειμένοι να παραβλέψουν τις διαπιστώσεις της διεθνούς εξεταστικής επιτροπής που κατέληξε πως «ο ισχυρισμός των κρατικών αρχών ότι η Ουλρίκε Μάινχοφ έθεσε μόνη της τέρμα στη ζωή της με απαγχονισμό παραμένει αναπόδεικτος. Τα ευρήματα της εξεταστικής επιτροπής συγκλίνουν περισσότερο στο συμπέρασμα ότι η Ουλρίκε Μάινχοφ ήταν ήδη νεκρή πριν την κρεμάσουν».
Οριστική απάντηση στο αίνιγμα αυτό είναι αδύνατον να δοθεί όσο περνούν τα χρόνια. Ισχύει η παρατήρηση που έκανε ο Ρολφ Πόλε τον περασμένο Ιανουάριο στο Ινστιτούτο Γκέτε της Αθήνας: «Δήλωσα το 1976 ότι η Ουλρίκε δολοφονήθηκε, και το λέω και σήμερα. Γιατί τα βασανιστήρια της απομόνωσης οδηγούν στην καταστροφή της προσωπικότητας, είναι δολοφονία, ακόμα και αν ο δολοφονούμενος κρεμαστεί τελικά μόνος του».
Μεγαλύτερο όμως αίνιγμα από το θάνατο της Μάινχοφ παραμένει η ίδια η ζωή της. Εχουν επιστρατευθεί αναλυτές προερχόμενοι από κάθε λογής ειδικότητες (ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, δημοσιογράφοι αλλά ακόμα και ψυχαναλυτές) για να δώσουν μια πειστική ερμηνεία στο δήθεν ανεξήγητο: πώς η επιτυχημένη τριανταπεντάχρονη δημοσιογράφος εγκατέλειψε την καριέρα και τις κόρες της για πέρασε στην παρανομία και μετατράπηκε στον «υπ. αριθμ. 1 κίνδυνο» για το γερμανικό κράτος. Η απάντηση έχει δοθεί πολύ νωρίς. Ηδη την ίδια χρονιά του θανάτου της Μάινχοφ κυκλοφορούσε στη Γερμανία το βιβλίο του Πέτερ Μπρίκνερ «Η Ουλρίκε Μαρίε Μάινχοφ και η κατάσταση στη Γερμανία». Παρακολουθώντας τα ίδια τα κείμενα της Μάινχοφ στο περιοδικό «Κονκρέτ» μέχρι τις πρώτες διακηρύξεις της RAF, ο γερμανός συγγραφέας ανατέμνει τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας του και αντιστρέφει το ερώτημα. Στόχος του δεν είναι να ερμηνεύσει μια ατομική στάση μέσω της περιγραφής των κοινωνικών μετασχηματισμών, αλλά το αντίθετο: Παίρνοντας αφορμή από τα κείμενα περιγράφει την ιστορική εξέλιξη του γερμανικού κράτους.
Στις αρχές της δεκαετίας του 60, τα κείμενα της Μάινχοφ στο περιοδικό «Κονκρέτ» του Αμβούργου δίνουν σημαντικές πληροφορίες στους αριστερούς αναγνώστες για τη δραστηριότητα των παλιών ναζιστών σε υπεύθυνες θέσεις του κρατικού μηχανισμού και στα κόμματα της Γερμανίας. Από τότε ξεχωρίζει η ιδιαίτερη γραφή και τα στέρεα επιχειρήματα. Το «Κονκρέτ» είναι ακόμα μια πολιτική-πολιτιστική επιθεώρηση με μικρή κυκλοφορία. Παρά το γεγονός ότι είναι ημιεπίσημο όργανο του παράνομου γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος (KPD), το περιοδικό κρατά μια στάση ανεξάρτητη, γεγονός που εκφράζεται κατά τη σινοσοβιετική διαμάχη και τα πρώτα σκιρτήματα της άνοιξης της Πράγας. Το KPD αποσύρει τελικά την υποστήριξή του και το περιοδικό κινδυνεύει να κλείσει. Η Μάινχοφ υποστηρίζει τη μετατροπή του σε δελτίο πολιτικής πληροφόρησης. Ο εκδότης (και σύζυγός της εκείνη την περίοδο) Κλάους Ράινερ Ρελ προκρίνει ένα μαζικό πολιτικό εικονογραφημένο έντυπο. Το τελικό νόθο αποτέλεσμα αφήνει και τους δυο δυσαρεστημένους. Υπάρχει η πολιτική πληροφόρηση, αλλά και η προβολή «μαζικών» θεμάτων, όπως ‘το σεξ στο σχολείο’ ή ‘το σεξ στα κόμματα’ ή ‘το σεξ στην Αν. Γερμανία’. Η θεματολογία αυτή, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των λαϊκών φύλλων, έχει στόχο να λειτουργήσει απελευθερωτικά σε μια πουριτανική και υποκριτική κοινωνία. Οι «νομοταγείς πολίτες» ξεσηκώνονται: 6.000 κάτοικοι του Σβάμπαχ ζητούν να περιοριστεί η κυκλοφορία του περιοδικού. Η εκστρατεία τους έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Ολη η φιλελεύθερη διανόηση και ο τύπος (μέχρι το περιοδικό «Στερν» και την τηλεοπτική εκπομπή «Πανοράμα») καταδικάζουν την απόπειρα λογοκρισίας. Το «Κονκρέτ» φτάνει το Σεπτέμβριο του 1965 τα 100.000 φύλλα.
Σ’ ολόκληρο αυτό το διάστημα, με τα άρθρα της η Μάινχοφ επιχειρεί να «αποκαλύψει» προς τους αναγνώστες τα ψέματα του κυρίαρχου τύπου. Είναι η περίοδος της ανάπτυξης του φοιτητικού κινήματος στη δυτική Ευρώπη. «Η Μάινχοφ παρέμεινε στα στερεότυπα της παραδοσιακής αριστεράς», μας λέει ο Ρολφ Πόλε. «Πίστευε ότι οι μάζες δεν έχουν συνείδηση της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης και φρόντιζε η ίδια να καλύψει το κενό. Δεν συμμερίστηκε το δικό μας αίτημα για επαναστατικοποίηση της καθημερινής ζωής». Μικρό δείγμα από την κριτική που άσκησε στα μέλη της «Κομμούνας 1» του Βερολίνου που υποδέχθηκαν τον αμερικάνο αντιπρόεδρο Χιούμπερτ Χάμφρεϊ όχι με μολότοφ αλλά με τουρτοπόλεμο: «Δεν ήταν προετοιμασμένοι για την ξαφνική δημοσιότητα και δεν εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία να εξηγήσουν τη δράση τους στην τηλεόραση και τον τύπο. Αντί να απαντήσουν στα ερωτήματα του τύπου με αλήθειες για το Βιετνάμ, με στοιχεία, αριθμούς και πολιτική, αυτοί μιλούσαν για τον εαυτό τους.» (‘Κονκρέτ’, τ. 5, 1967)
Στο κέντρο της συζήτησης της εξεγερμένης νεολαίας της Δύσης το πρόβλημα της βίας. «Το αντιαυταρχικό κίνημα υποστήριζε ότι δεν πρέπει να καταφεύγουμε στη βία παρά μόνο για λόγους άμυνας. Η RAF, όπως το λέει και το όνομά της υποστήριζε ότι η ‘επαναστατική’ βία δίνει τη λύση απέναντι στην κρατική βία. Πρόκειται δηλαδή για ένα είδος αριστερού μιλιταρισμού», παρατηρεί ο κ. Πόλε. Η Μάινχοφ έρχεται πρώτη φορά αντιμέτωπη με την κρατική βία στις διαδηλώσεις των αρχών του 1968 κατά του εκδοτικού συγκροτήματος Σπρίνγκερ. Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Ρούντι Ντούτσκε, τον Απρίλιο του 1968, φαίνεται αποφασισμένη: «Οι σφαίρες που ρίχτηκαν στον Ρούντι έβαλαν τέλος στο όνειρο της μη βίας. Οποιος δεν οπλίζεται πεθαίνει. Οποιος δεν πεθαίνει, είναι θαμμένος ζωντανός: στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στις τρύπες (τις πόλεις-δορυφόρους), στις απαίσιες πέτρες των μοντέρνων κτιρίων, στους παιδικούς κήπους και τα σχολεία, στις πλήρως εξοπλισμένες μοντέρνες κουζίνες, στις κρεβατοκάμαρες-παλάτια».
Η πρώτη επίσημη συνηγορία της σε πράξεις βίας περιλαμβάνεται στο άρθρο «Εμπρησμοί καταστημάτων» με αφορμή τη δίκη του Μπάαντερ και της Ενσλιν για τον εμπρησμό στη Φρανκφούρτη: «Ο νόμος που παραβιάζεται εδώ με τον εμπρησμό δεν προστατεύει τους ανθρώπους αλλά την περιουσία. Το προοδευτικό στοιχείο σε έναν εμπρησμό καταστήματος δεν εντοπίζεται στην καταστροφή των εμπορευμάτων, έγκειται στην εγκληματικότητα της πράξης, δηλαδή στο γεγονός ότι παραβιάζεται ο νόμος». (‘Κονκρέτ’, τ. 14, 1968)
Μετά τη συμμετοχή της στην ένοπλη απελευθέρωση του Μπάαντερ και το οριστικό πέρασμα στην παρανομία, η Μάινχοφ θα αποκηρύξει ορθά κοφτά όλο το συγγραφικό της έργο: «το γράψιμο είναι σκατά». Ομως ακόμα και μέσα απ’ τη φυλακή, θα μας προσφέρει ένα απ’ τα σημαντικότερα κείμενά της. Την περιγραφή του λευκού κελιού: «Το αίσθημα ότι το κελί ταξιδεύει. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου: το κελί ταξιδεύει. Το απόγευμα, μόλις μπει μια ηλιαχτίδα, ξαφνικά το κελί σταματά. Δεν μπορείς να αποβάλεις αυτό το αίσθημα ότι ταξιδεύεις.» (16.6.72 – 9.2.73)

Συνέχεια

«Πρέπει να σταματήσουμε αυτόν τον εγκέφαλο να δουλεύει για 20 χρόνια»…


για τον Αντόνιο Γκράμσι 125 χρόνια από τη γέννησή του.

Στις 22 Ιανουαρίου 1891 γεννήθηκε στη αγροτική Σαρδηνία ο Αντόνιο Γκράμσι. Στο Τορίνο, βιομηχανικό κέντρο της Ιταλίας με ανεπτυγμένο εργατικό κίνημα, ο Γκράμσι ήρθε σε επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους της πόλης και το 1913 γίνεται μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το 1920  η Ιταλία έζησε ένα επαναστατικό κύμα. Εκατομμύρια εργάτες διαδήλωσαν, κατέβηκαν σε απεργίες, έκαναν καταλήψεις των εργοστασίων τους. Το κύμα της εξέγερσης απλώθηκε στην ύπαιθρο, στους εργάτες γης του βορρά και του κέντρου της Ιταλίας, στους φτωχούς αγρότες του Νότου. Δημιουργήθηκαν εργοστασιακές επιτροπές οι οποίες κατά τη γνώμη του Γκράμσι έπρεπε να  λειτουργήσουν στα πρότυπα  της ρώσικης επανάστασης: να είναι όργανα βάσης αλλά και μορφές οργάνωσης της νέας κοινωνίας. Τον Γενάρη του 1921 ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας και το 1926 συλλαμβάνεται από το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι και οδηγείται στη φυλακή. Σαν φυλακισμένος και παρότι η εντολή ήταν ότι «πρέπει να σταματήσουμε αυτόν τον εγκέφαλο να δουλεύει για 20 χρόνια», ο Γκράμσι αντιστάθηκε γράφοντας. Το barikat παραθέτει μια επιστολή του Γκράμσι από τα «Γράμματα από τη φυλακή» όπου αποτυπώνονται οι καθημερινές του ανησυχίες και η αγωνία του να μεταδώσει με γλαφυρό τρόπο τα προσωπικά του αδιέξοδα. Η φυλάκισή του αλλά και ο τρόπος που αντιστάθηκε αποτυπώνοντας όλες του τις σκέψεις στα πυκνογραμμένα «Τετράδια φυλακής» αποτελούν ένα σύμβολο αντίστασης για όλη την ανθρωπότητα.

Συνέχεια

Πῶς μπορεῖ ἡ θεωρία νά συναντήσει τήν πραγματικότητα ὅταν ἡ πραγματικότητα ἔχει ἤδη συναντήσει τήν θεωρία;…


Τοῦ Ἰάσονα Κουτούφαρη-Μαλανδρίνου
_____________________________________________________________
Σχόλιο στήν ἑλληνική μετάφραση
Ἐπειδή τό ζήτησαν ἀρκετοί μή γαλλομαθεῖς φίλοι καί σύντροφοι, μεταφράζω παρακάτω τήν πρόσφατη εἰσήγησή μου στό Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαίν. Μερικά μόνο μεταφραστικά σχόλια.
1. Ὅσον ἀφορᾶ τήν ὁρολογία τῆς Hannah Arendt, ἀκολούθησα κατά βάσιν τήν μετάφραση τῆς Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου (Περί βίας). Ἡ μετάφραση τοῦ Τίτου Πατρίκιου γιά τό Τί εἶναι ἡ αὐθεντία; τῆς ἰδίας, προσαρμόστηκε ἀναλόγως, μέ μνεία πάντως τῶν προτιμήσεων τοῦ μεταφραστῆ.
2. Τό κείμενο τοῦ Gilles Deleuze Post-scriptum sur les sociétés de contrôle, εἶναι γνωστό στό ἑλληνικό κοινό ἀπό δύο μεταφράσεις: τοῦ Παναγιώτη Καλαμαρᾶ καί τοῦ Ἀνδρέα Ντούνη.a Χωρίς νά ὑποτιμῶ τήν δυσκολία τοῦ μεταφραστικοῦ ἔργου (ἐγώ ὁ ἴδιος δυσκολεύτηκα νά μεταφράσω τό δικό μου κείμενο!), δέν μπορῶ νά μήν ἐπισημάνω τήν προχειρότητα τῶν μεταφραστῶν σέ ἀρκετά σημεῖα. Ἀκολούθησα γενικά τήν μετάφραση τοῦ Καλαμαρᾶ, διορθώνοντάς την ὅπου τό ἔκρινα ἀναγκαῖο.
3. Οἱ μεταφραστικές παρατηρήσεις καί διορθώσεις μποροῦν νά ἀνευρεθοῦν στίς ὑποσημειώσεις ὅπου ὁ ἀριθμός συνοδεύεται ἀπό γράμματα τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου.
4. Στόν πίνακα πού ἀκολουθεῖ, καταγράφονται ὅλες οἱ μεταφραστικές ἰσοτιμίες τοῦ κειμένου.

Συνέχεια

«Είμαι η Κατερίνα Γκουλιώνη, έχω όνομα, αυτή είμαι κι έχω να πω πολλά»…


για την Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών,  επιστολή – καταγγελία της Κατερίνας Γκουλιώνη, που δημοσιεύτηκε ένα μήνα πριν τη δολοφονία της.

Της Κατερίνας Γκουλιώνη

Το πρωί της 18ης Μαρτίου του 2009 η Κατερίνα Γκουλιώνη βρέθηκε νεκρή στο τέλος της μεταγωγής της με πλοίο από τον Πειραιά στις φυλακές Νεάπολης Λασιθίου. Με τα χέρια της δεμένα πισθάγκωνα., χωριστά από τους άλλους κρατούμενους, χτυπημένη στο πρόσωπο.

Μέχρι σήμερα η κρατική δολοφονία της Κατερίνας, της Κατερίνας του αγώνα, της απομόνωσης, που τόσο πάλεψε για να βελτιώσει τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στις γυναικείες φυλακές, έχει μείνει ατιμώρητη. Η Κατερίνα Γκουλιώνη κατήγγείλε με ονοματεπώνυμο όσα είδε και βίωσε μέσα στις φυλακές, αγωνίστηκε για την κατάργηση της κολπικής εξέτασης, έγινε σύμβολο αντίστασης και αλληλεγγύης για τις κρατούμενες χρήστριες. Για όσα κατήγγειλε με ονοματεπώνυμο όσο ζούσε και για την δολοφονία της δεν τιμωρήθηκε κανείς. Το πόρισμα του ιατροδικαστή λιτό και απέριττο : «υπερβολική χρήση ηρωίνης». 

Συνέχεια

το ύψος του πεζοδρομίου…


από το βυτίο

Είναι αλήθεια πως παρακολουθήσαμε πολλά eurogroup αυτό το καλοκαίρι. Περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν για αυτή και την επόμενη ζωή. Πέρασαν μήνες παρακολουθώντας και ξαναπαρακολουθώντας, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση και περιμένοντας το επόμενο τουίτ ενός Άγγλου ή Γερμανού δημοσιογράφου. Είδαμε σε ατελείωτη λούπα την εικόνα του Τσίπρα και του Τσακαλώτου, ενός Ολλανδού ή ενός Γερμανού πολιτικού, καθώς έβγαιναν απ’ το αυτοκίνητο και μέχρι να μπουν στην τζαμένια πόρτα ενός άγνωστου και μακρινού κτιρίου. Κάποτε μερικές δηλώσεις, κάποτε καμία κουβέντα, πάντοτε κανένα νόημα. Απειλές, δυσκολίες, εκβιασμοί, πισωγυρίσματα, πλησίασμα στη συμφωνία και νέες απαιτήσεις. Κάποιοι ήταν απροετοίμαστοι, κάποιοι αδίστακτοι, κάποιοι λογικοί κάποιοι σκληροί και κάποιοι φιλέλληνες.

Όλοι αυτοί μαζεύονταν μέσα στο άγνωστο και μακρινό κτίριο με την τζαμένια πόρτα ή έκαναν τελεκόνφερανς, σκάιπ κόλ ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και συζητούσαν για το ελληνικό ζήτημα. Εμείς παρακολουθούσαμε. Η κατάσταση ήταν διαρκώς κρίσιμη. Κάθε δευτερόλεπτο παίζονταν τόσα πολλά, ολόκληρες ζωές, ολόκληρο θα έλεγε κανείς το μέλλον. Ταυτόχρονα δεν παιζόταν απολύτως τίποτα.

Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και του καλοκαιριού το είδαμε όλοι. Πέρα απ’ αυτό όμως, μπορούμε να πούμε ότι το καλοκαίρι είχαμε το αποκορύφωμα της λογικής που λέει ότι πολιτική είναι αυτό που συμβαίνει κάπου ψηλά, μακριά και απόκοσμα. Ακόμη χειρότερα δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει σε κλειστά δωμάτια μεταξύ μεγάλων ηγετών και σπουδαίων προσώπων. Δεν είναι απλά κάτι που συμβαίνει και αποφασίζεται μεταξύ τεχνοκρατών, ειδικών και πρωθυπουργών. Η πολιτική είναι κάτι που δεν αποφασίζεται καν εκεί. Η πολιτική είναι μια σειρά συνεπειών που δεν αποφασίζεται πουθενά. Υπάρχει ένα πλέγμα διάσημων προσώπων, αόρατων επιχειρήσεων και γραφειοκρατικών διαδικασιών και αυτό ακριβώς το πλέγμα παράγει συνέπειες οι οποίες όχι μόνο δεν μας λαμβάνουν υπόψη αλλά αποκλείεται να είναι και θετικές.

Συνέχεια

Οι έξι εταιρίες που πλουτίζουν από τους κρατούμενους…


του Ashley Nicole Black


Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 2,4 εκατομμύρια άνθρωποι στις αμερικανικές φυλακές. Ο αριθμός αυτός έχει αυξηθεί κατά 500% τα τελευταία 30 χρόνια. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μόνο το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, εντούτοις έχουν  το 25% του συνόλου των κρατουμένων σε όλο το κόσμο. Το 2012, 1 στους 108 ενήλικες βρισκόταν στη φυλακή και 1 στα 28 παιδιά στις ΗΠΑ είχε έναν γονέα πίσω από τα κάγκελα.

Γιατί έχουμε τόσους πολλούς ανθρώπους στη φυλακή;

Τα χρήματα είναι ο κύριος λόγος που έχουμε τόσο πολλούς φυλακισμένους. Αρκετές εταιρείες αποκομίζουν τεράστια κέρδη από τις φυλακές. Η στέγαση ενός κρατούμενου κοστίζει κατά μέσο όρο 23.876 δολάρια ετησίως. Για να εξοικονομηθούν τα χρήματα, που προέρχονται από τη φορολόγηση των πολιτών,  καλούνται εταιρίες να διαχειριστούν τις φυλακές. Οι εταιρείες αποκομίζουν χρήματα από το διαχείριση των φυλακών και μειώνουν συνεχώς το κόστος διαχείρισης με αποτέλεσμα οι κρατούμενοι και των οικογένειες τους να λαμβάνουν χρήματα αποκλειστικά για τις  βασικές τους ανάγκες. Έτσι, οι ιδιωτικές φυλακές αποτελούν μια βιομηχανία 70 δισεκατομμύρια δολαρίων.

Το αδιανόητο της αυτής της ιστορίας είναι ότι, το 65% των συμφωνητικών των ιδιωτικών φυλακών απαιτούν εγγύηση πληρότητας. Αυτό σημαίνει ότι  οι πολιτείες πρέπει να έχουν ένα ορισμένο αριθμό κρατουμένων – μεταξύ 80 και 90% της πληρότητας κάθε φυλακής – ή να πληρώσουν τις εταιρείες για τα κενά κρεβάτια. Πρόκειται για μια συζήτηση με άσχημα κίνητρα καθώς μια πολιτεία ξοδεύει χρήματα αναίτια  αν δε διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό κρατουμένων.

Συνέχεια

prisoners, εγκλωβισμένοι στην πόλη…


από την Pen Tri

image-4178

image-4179

image-4180

image-4181

image-4182

image-4183

image-4184

 

image-4187
________________________________