Νίτσε: Η αυτοκυριαρχία, η μετριοπάθεια και τα τελευταία τους κίνητρα…


από 

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844– Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]). Γερμανικό γραμματόσημο

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844– Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]). Γερμανικό γραμματόσημο

Η αυτοκυριαρχία, η μετριοπάθεια και τα τελευταία τους κίνητρα

Κείμενο: Φρειδερίκος Νίτσε

Δεν βρίσκω λιγότερες από έξι βαθιά διαφορετικές μεθόδους για να καταπολεμήσω τη σφοδρότητα μιας ορμής. Πρώτα πρώτα, μπορούμε να αποκρύψουμε τα ελατήρια για την ικανοποίηση της ορμής, να την αποδυναμώσουμε και να την αποστεγνώσουμε, αποφεύγοντας να την ικανοποιήσουμε για ολοένα μεγαλύτερα διαστήματα. Κατόπιν, μπορούμε να κάνουμε νόμο μας μια αυστηρή και ακριβή τάξη με το να χορτάσουμε τις ορέξεις της. Τις υποβάλλουμε έτσι σε ένα κανόνα, περιορίζουμε την παλίρροια και την άμπωτη τους σε σταθερά χρονικά όρια, για να κερδίσουμε στο μεταξύ το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν μας ενοχλούν πια. Ξεκινώντας από δω, θα μπορέσουμε ίσως να περάσουμε στην πρώτη μέθοδο. Τρίτο, μπορεί κανείς να εγκαταλειφθεί εσκεμμένα στην ικανοποίηση ενός άγριου και αχαλίνωτου ενστίκτου ώσπου να νιώσει αηδία, και μέσα απ’ αυτή την αηδία να κατακτήσει μια δύναμη πάνω στο ένστικτο: αν παραδεχτούμε εντούτοις ότι δεν κάνει το ίδιο με τον καβαλάρη που θέλοντας να κεντρίσει το άλογο του, του συντρίβει τον λαιμό – πράγμα που είναι δυστυχώς ο κανόνας σε παρόμοιες απόπειρες. Τέταρτο, υπάρχει μια διανοητική μέθοδος που συνίσταται στο να συνδέσουμε με την ιδέα της ικανοποίησης μια οδυνηρή σκέψη κι αυτό με τόση ένταση που με λίγη εξάσκηση η ιδέα της ικανοποίησης γίνεται κάθε φορά κι αυτή η ίδια οδυνηρή. (Για παράδειγμα, όταν ο χριστιανός στη διάρκεια της σεξουαλικής απόλαυσης, συνηθίζει να σκέφτεται την παρουσία και τον χλευασμό του διαβόλου, ή την αιώνια κόλαση για ένα έγκλημα που έγινε από εκδίκηση, ή ακόμη την περιφρόνηση που ζωγραφίζεται στο βλέμμα των ανθρώπων που εκτιμά περισσότερο, αν διαπράξει μια κλοπή. Επίσης, κάποιος μπορεί να καταστείλει μια βίαιη επιθυμία αυτοκτονίας που του έχει έρθει στο μυαλό εκατό φορές όταν συλλογίζεται την απέραντη θλίψη των γονιών και των φίλων του και τις κατηγορίες που θα εκτοξεύσουν στους ίδιους τους εαυτούς τους, κι έτσι κατορθώνει να κρατηθεί στη ζωή -επειδή από τότε αυτές οι φαντασιώσεις παρουσιάζονται διαδοχικά στο νου του, σαν η αιτία και το αποτέλεσμα). Πρέπει ακόμη να αναφέρουμε εδώ την περηφάνια του ανθρώπου που επαναστατεί, όπως έκαναν για παράδειγμα ο Βύρων και ο Ναπολέων, που αισθάνθηκαν σαν προσβολή την υπεροχή ενός πάθους πάνω στη γενική στάση και διαρρύθμιση της λογικής: απ’ αυτό προέρχεται κατόπιν η συνήθεια και η χαρά που νιώθουν όταν βασανίζουν την ορμή και την κάνουν να χτυπιέται κατά κάποιο τρόπο. («Δεν θέλω να είμαι ο σκλάβος οποιουδήποτε πόθου» – έγραφε ο Βύρων στο ημερολόγιο του). Πέμπτο: επιχειρούν μια μετατόπιση των συσσωρευμένων δυνάμεων αναλαμβάνοντας μια οποιαδήποτε δύσκολη και κοπιαστική εργασία, ή μάλλον υποτασσόμενοι σκόπιμα σε καινούριες απολαύσεις και σε καινούρια θέλγητρα, για να κατευθύνουν έτσι σε νέους δρόμους, τις σκέψεις και το παιχνίδι των φυσικών δυνάμεων. Το ίδιο συμβαίνει όταν ευνοούν προσωρινά ένα άλλο ένστικτο, δίνοντας του πολυάριθμες ευκαιρίες να ικανοποιηθεί, για να το κάνουν έτσι να σπαταλήσει αυτή τη δύναμη που θα κυριαρχούσε σε άλλη περίπτωση, το ένστικτο που ενοχλεί με τη βιαιότητα του και που θέλουν να αναγεννήσουν. Αυτός ή ο άλλος θα ξέρει ίσως επίσης να συγκρατήσει το πάθος που θα ήθελε να εξουσιάζει, δίνοντας σε όλα τα άλλα ένστικτα που γνωρίζει μια ενθάρρυνση και μια προσωρινή ελευθερία για να καταβροχθίσουν την τροφή που θα ήθελε ο τύραννος να μονοπωλήσει. Και τέλος έκτο, αυτός που ανέχεται και βρίσκει λογικό να εξασθενίζει και να καταπιέζει ολόκληρο τον φυσικό και ψυχικό οργανισμό που φτάνει φυσικά μ’ αυτόν τον τρόπο στον σκοπό του να εξασθενίσει ένα μόνο βίαιο ένστικτο: όπως κάνει για παράδειγμα αυτός που στερεί τη σεξουαλικότητα του και που καταστρέφει ταυτόχρονα το λογικό του, σαν τον ασκητή. Άρα: το να αποφεύγουμε τις ευκαιρίες, το να εμφυτεύουμε τον κανόνα μέσα στο ένστικτο, το να δημιουργούμε τον κορεσμό και την αηδία του ενστίκτου, το να εγκαθιστούμε τον συνειρμό μιας μαρτυρικής ιδέας (όπως της ντροπής, των κακών συνηθειών ή της προσβλητικής περηφάνιας), στη συνέχεια η μετατόπιση των δυνάμεων και τέλος η γενική εξασθένιση και εξάντληση – αυτές είναι οι έξι μέθοδοι. Αλλά η θέληση να καταπολεμήσουμε τη βία ενός ενστίκτου εξαρτάται από παράγοντες που είναι πέρα από τη δύναμη μας, το ίδιο και η μέθοδος που υιοθετούμε και η επιτυχία που μπορούμε να έχουμε στην εφαρμογή αυτής της μεθόδου. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, το πνεύμα μας είναι αντίθετα, μάλλον το τυφλό όργανο ενός άλλου ενστίκτου που είναι ο αντίπαλος του ενστίκτου που η βιαιότητα του μας βασανίζει, είτε είναι η ανάγκη για ανάπαυση είτε ο φόβος της ντροπής και άλλων ολέθριων συνηθειών ή ακόμη ο έρωτας. Έτσι, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να παραπονιόμαστε για τη βιαιότητα ενός ενστίκτου είναι στο βάθος ένα ένστικτο που παραπονιέται για ένα άλλο ένστικτο, δηλαδή η αίσθηση του πόνου που μας προκαλεί μια τέτοια βιαιότητα έχει ως προϋπόθεση ένα άλλο ένστικτο εξίσου βίαιο ή ακόμη πιο βίαιο, και ότι προετοιμάζεται ένας αγώνας στον οποίο η διάνοια μας είναι υποχρεωμένη να λάβει θέση.

Απόσπασμα από το βιβλίο Φρίντριχ Νίτσε, ΑΥΓΗ (Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις), μετάφραση: Ελένη Καλκάνη, εκδοτικός οίκος ΔΑΜΙΑΝΟΣ.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/23/%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5-%CE%B7-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1-%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1/

Νίτσε: «Το ελάχιστο βήμα προς τα εμπρός»…


Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844 - Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900)

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844 – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900)

Κείμενο: Φρειδερίκος Νίτσε

[…] Όλοι οι πνευματικοί οδηγοί των λαών που κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν το νωθρό και τρομερό βόρβορο των ηθών, είχαν ανάγκη, για να τους πιστέψουν, εκτός από την παραφροσύνη, το εκούσιο μαρτύριο – κι επίσης, πάνω απ’ όλα και πιο συχνά από την πίστη στους εαυτούς τους! Όσο περισσότερο το πνεύμα τους ακολουθούσε καινούριους δρόμους και συνεπώς βασανιζόταν από τις τύψεις και τον φόβο, τόσο πιο άγρια μάχονταν ενάντια στην ίδια τους τη σάρκα, στις ίδιες τους τις επιθυμίες και στην ίδια τους την υγεία, – σα να ήθελαν να προσφέρουν στη θεότητα μια αποζημίωση από τις χαρές, για την περίπτωση που αυτή θα εξοργιζόταν με τα παραμελημένα και καταπολεμημένα έθιμα, εξαιτίας των νέων σκοπών που είχαν χαράξει. Δεν πρέπει, ωστόσο, να φαντάζεται κανείς με πολλή αυταρέσκεια, ότι στις μέρες μας έχουμε απαλλαγεί ολοκληρωτικά από μια παρόμοια λογική του συναισθήματος! Ας διερωτηθούν γι’ αυτό οι πιο ηρωικές ψυχές! Το ελάχιστο βήμα προς τα εμπρός, στο πεδίο της ελεύθερης σκέψης και της προσωπικής ζωής, κατακτήθηκε πάντα με ψυχικά και φυσικά μαρτύρια: και δεν ήταν μόνο η πορεία προς τα εμπρός, όχι! Κάθε βήμα, κίνηση, μεταβολή, χρειάστηκαν αναρίθμητους μάρτυρες στην πορεία χιλιετηρίδων που αναζητούσαν τους δρόμους τους και που οικοδομούσαν τα θεμέλια τους, αλλά που δεν θυμόμαστε όταν μιλούμε γι’ αυτό το γελοίο μικρό κομμάτι χρόνου, μέσα στην ύπαρξη της ανθρωπότητας, και που αποκαλούμε «παγκόσμια ιστορία». Και μάλιστα, μέσα σ’ αυτή τη δήθεν παγκόσμια ιστορία που δεν είναι, γενικά, παρά ο θόρυβος που γίνεται γύρω από τις τελευταίες καινοτομίες, δεν υπάρχει πιο ουσιαστικό και πιο σημαντικό θέμα από την αρχαία τραγωδία των μαρτύρων που ήθελαν να αναταράξουν το τέλμα. Τίποτα δεν πληρώθηκε πιο ακριβά απ’ αυτό το μικρό κομμάτι ανθρώπινης λογικής και απ’ αυτό το αίσθημα της ελευθερίας για το οποίο είμαστε τόσο περήφανοι σήμερα. Εξαιτίας αυτής της περηφάνιας μας είναι σχεδόν αδύνατο στις μέρες μας να κατανοήσουμε τις τεράστιες χρονικές περιόδους της «ηθικότητας των ηθών» που προηγήθηκαν στην «παγκόσμια ιστορία» ως κύρια, πραγματική και καθοριστική ιστορία, που προσδιόρισε τον χαρακτήρα της ανθρωπότητας όταν η οδύνη ήταν αρετή, η σκληρότητα αρετή, η κρυψίνοια αρετή, η εκδίκηση αρετή, η απάρνηση της λογικής αρετή, όπου αντίθετα, η ευζωία ήταν κίνδυνος, η δίψα για γνώση κίνδυνος, η ειρήνη κίνδυνος, η συμπάθεια κίνδυνος, η παρακίνηση στην ευσπλαχνία ντροπή, η εργασία ντροπή, η παραφροσύνη κάτι θεϊκό, η αλλαγή μια βαθιά κι επικίνδυνη ανηθικότητα! Φαντάζεστε τάχα ότι όλα αυτά έχουν αλλάξει και ότι, γι’ αυτό η ανθρωπότητα έχει μεταβάλει τον χαρακτήρα της; Ω! εσείς γνώστες της ανθρώπινης καρδιάς, μάθετε να διαβάζετε καλύτερα τον εαυτό σας! […]

Απόσπασμα από το βιβλίο Φρίντριχ Νίτσε,  (Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις)


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/21/%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%82/

 

 

Ο Νίτσε για τη λησμονιά…


λύκος

Γράφει ο Ερανιστής


Η Γενεαλογία της Ηθικής είναι ένα πολεμικό έργο του Φρειδερίκου Νίτσε, που άσκησε σημαντική επίδραση στην ιστορία των ιδεών του 20ου αιώνα. Όλες σχεδόν οι φιλοσοφικές τάσεις, θέλοντας και μη, αναγκάστηκαν να τοποθετηθούν πάνω στα ερωτήματα που έθεσε με συγκλονιστικό τρόπο ο Γερμανός φιλόσοφος. Μεταξύ άλλων, η ομολογημένη και ρητή πολεμική πρόθεση του Νίτσε έχει ως στόχο της την λεγόμενη ηθική των δούλων, η οποία αντιπαρατίθεται πολλαπλώς στην ηθική των κυρίων. Οι όροι δούλος και κύριος αναφέρονται στην κατοχή και την αίσθηση της δύναμης, της ισχύος: ο αδύναμος είναι «δούλος», αφού δεν μπορεί να είναι δυνατός, ενώ ο κύριος, ο κάτοχος της δύναμης, περιφρονεί την ηθική του δούλου και προτάσσει μια εγωιστική, προσωπική ηθική, ριζικά διαφορετική. Στη Γενεαλογία της Ηθικής διαβάζουμε:

«Πραγματικά, στους φιλόσοφους είναι κάτι το εντελώς καινούρ­ιο αυτή η προτίμηση, αυτή η υπερβολική και εντελώς σύγχρονη εκτίμηση του οίκτου: ως τα τώρα, οι φιλόσοφοι συμφωνούσαν ως προς την α ρ ν η τ ι κ ή αξία του οίκτου. Φτάνει να αναφέ­ρω τον Πλάτωνα, τον Σπινόζα, τον Λα Ροσφουκώ και τον Καντ, αυτά τα τέσσερα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους πνεύματα, που όμως συμφωνούσαν σ’ ένα σημείο: στην περιφρόνηση του οί­κτου.»

«To να μη μπορούν να πάρουν για πολύ καιρό στα σο­βαρά τους εχθρούς τους, τα ατυχήματα τους, κι ακόμα και τα ανοσιουργήματα τους, είναι το χαρακτηριστικό σημάδι των ισχυρών φύσεων, που βρίσκονται στην πληρότητα της ανά­πτυξής τους και που έχουν υπεραφθονία από πλαστική, ανανεω­τική και θεραπευτική δύναμη, που φτάνει στο σημείο να φέρνει τη λησμονιά.»

Νίτσε

Συνέχεια