«Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι». Για τη Σκέψη της Σιμόν ντε Μποβουάρ…


Της Ισμήνης Μαθιουδάκη

«Δύο ξεχωριστά όντα, που βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές καταστάσεις, και είναι πρόσωπο με πρόσωπο με την ελευθερία αλλά ψάχνουν αιτιολόγηση για την ύπαρξή τους ο ένας μέσω του άλλου, θα ζουν πάντα μία περιπέτεια γεμάτη κίνδυνο και υπόσχεση» 

(Το Δεύτερο Φύλο)

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ γεννήθηκε στο Παρίσι στις  9 Ιανουαρίου του 1908 όπου και πέθανε στην ηλικία των 78 ετών στις 14 Απριλίου του 1986. Αποτελεί μία από τις εξέχουσες θεωρητικούς του Γαλλικού υπαρξισμού μαζί με τον Ζαν-Πωλ Σάρτρ, τον Αλμπερ Καμύ και τον Μορίς-Μερλό Ποντύ.

Το ενδιαφέρον της Μποβουάρ γύρω από τη φιλοσοφία ξεκίνησε από πολύ νεαρή ηλικία. Πραγματοποίησε σπουδές στα Λατινικά, τη λογοτεχνία, τα μαθηματικά και τελικά στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, και στα 21 της έγινε η νεότερη καθηγήτρια φιλοσοφίας της εποχής της. Το συγγραφικό της έργο είναι ευρύ και περιλαμβάνει φιλοσοφικά δοκίμια, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, απομνημονεύματα, ταξιδιωτικά ημερολόγια και άρθρα εφημερίδων που συνέταξε ως εκδότης στη Γαλλική εφημερίδα Le temps moderns.

Από τη φιλοσοφία στη λογοτεχνία και πάλι πίσω

Το πέρασμα της Μποβουάρ στη λογοτεχνία αποτελεί μία εξερεύνηση των ορίων της ηθικής και φιλοσοφικής ιδεολογικής της σκέψης, της δική της ματιάς στην οικειότητα και τις δυσκολίες αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων. Αυτή η εργαλειακή χρήση της λογοτεχνίας με στόχο περαιτέρω φιλοσοφικές προεκτάσεις σε πολιτικά και ηθικά ερωτήματα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της δουλειάς της. Λογοτεχνικά έργα όπως «Οι Μανδαρίνοι» και άλλα, αυτοβιογραφικά, όπως «Οι αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης» αποτελούν συνέχεια των φιλοσοφικών της αναζητήσεων, όπως εκφράζονται στα έργα «Για μία ηθική της αμφισβήτησης» και «Το Δεύτερο φύλο», τα οποία στη πραγματικότητα επανατοποθετούν εντός της κοινωνικής σφαίρας και της καθημερινής ζωής τη φιλοσοφία της Μποβουάρ και τη «προσγειώνουν» μέσω μιας λογοτεχνικής έκφρασης της πεζής πραγματικότητας. Το τρίπτυχο της ελευθερίας του ατόμου, της ευθύνης των επιλογών που το καθορίζουν καθώς και της αμφισβήτησης, διέπει το σύνολο της σκέψης της. Έτσι, η Μποβουάρ ανήκει σε μία κατηγορία θεωρητικών όπου χωρίς να επιδιώξει τη θέση της στην ιστορία ως φιλόσοφος, η θέση της αυτή κερδήθηκε ενάντια στο λόγο της. Η ίδια αυτοπροσδιοριζόταν περισσότερο ως η «μαία» της υπαρξιακής ηθικής του Σάρτρ παρά ως μία αυτόνομη στοχάστρια.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κλειτοριδεκτομή και οι εθνολόγοι…


του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι σχέσεις ανάμεσα στους εθνολόγους και τους λαούς τους οποίους μελετούν έχουν βαθιά μεταβληθεί. Χώρες που ήταν άλλοτε αποικίες, σήμερα ανεξάρτητες, προσάπτουν στους εθνολόγους ότι παρεμποδίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη ενθαρρύνοντας την επιβίωση παλαιών εθίμων και παρωχημένων πεποιθήσεων. Σε λαούς που διψάνε για εκσυγχρονισμό, η εθνολογία εμφανίζεται ως η τελευταία ενσάρκωση της αποικιοκρατίας· της εκφράζουν δυσπιστία, αν όχι και εχθρότητα.

Αλλού, οι ιθαγενείς μειονότητες που υφίστανται στο πλαίσιο μεγάλων σύγχρονων εθνών –Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βραζιλίας- απέκτησαν οξυμένη συνείδηση της εθνοτικής τους προσωπικότητας, των ηθικών και νομικών τους δικαιωμάτων. Οι μικρές αυτές κοινότητες δεν δέχονται πλέον να τις μεταχειρίζονται ως αντικείμενα μελέτης οι εθνολόγοι, τους οποίους βλέπουν ως παράσιτα, και μάλιστα ως εκμεταλλευτές στο διανοητικό επίπεδο. Με την επέκταση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο αριθμός των κοινωνιών που διατήρησαν έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής, και στις οποίες μπορούν ακόμη σήμερα να «βοσκάνε» οι εθνολόγοι, μειώθηκε κατά πολύ. Το ίδιο διάστημα, ο συρμός των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών την επαύριο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου πολλαπλασίαζε τον αριθμό των ερευνητών. Ήδη πριν από πενήντα χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες, έλεγαν χάριν αστειότητας ότι η ινδιάνικη οικογένεια αποτελείται από τουλάχιστο τρία άτομα: το σύζυγο, τη γυναίκα και τον εθνολόγο … Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη έκτοτε, και διάφορες ομάδες ιθαγενών, που απηύδησαν να γίνονται λεία των εθνολόγων, αγανακτούν. Για να μας επιτρέψουν να εισέλθουμε στους καταυλισμούς τους, κάποιοι απαιτούν να συμπληρώσουμε κάθε είδος εγγράφου που κρίνουν σκόπιμο. Άλλες απλούστατα απαγορεύουν την εθνογραφική έρευνα: μπορούμε να τις επισκεφθούμε με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού ή του υγιεινολόγου, υπό την προϋπόθεση να δεσμευτούμε εγγράφως ότι δεν θα θέσουμε καμία ερώτηση σχετικά με την κοινωνική τους οργάνωση ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Πληροφορητές φτάνουν στο σημείο να δηλώσουν ότι δεν θα διηγηθούν ένα μύθο παρά μόνο αφού συναφθεί με όλους τους τύπους συμβόλαιο που να τους αναγνωρίζει την πνευματική ιδιοκτησία επ’ αυτού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Audre Lorde-Ηλικία,Φυλή,Τάξη και Φύλο…


Γραμμένο το 1980, περιλήφθηκε στο Sister Outsider (1984), p. 114-123. Μτφρ: kali-detri
Ηλικία, Φυλή, Τάξη, και Φύλο: Οι γυναίκες επαναπροσδιορίζουν την διαφορά [1]
Η πλειοψηφία –σχεδόν– της Δυτικοευρωπαϊκής ιστορίας μας αναγκάζει να βλέπουμε τις ανθρώπινες διαφορές σε απλοϊκή αντιπαράθεση μεταξύ τους: κυρίαρχος/υποτελής, καλός/κακός, πάνω/κάτω, ανώτερος/κατώτερος. Σε μια κοινωνία όπου το ορθό ορίζεται στα πλαίσια του κέρδους παρά στα πλαίσια των ανθρωπίνων αναγκών, πρέπει να υπάρχει πάντοτε μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μέσα από τη συστηματική καταπίεση να αισθάνονται ότι περιττεύουν, ώστε να καταλάβουν [occupy] τον ρόλο του απο-ανθρωποποιημένου κατώτερου. Μέσα σε αυτή την κοινωνία, η ομάδα αυτή αποτελείται από τους Μαύρους και τους ανθρώπους του Τρίτου κόσμου, την εργατική τάξη, τους ηλικιωμένους και τις γυναίκες.
Ως μια 49χρονη Μαύρη λεσβία φεμινίστρια σοσιαλίστρια μητέρα δύο παιδιών, περιλαμβανομένου ενός αγοριού, και ως μέλος ενός διαφυλετικού ζευγαριού, βρίσκω συχνά τον εαυτό μου να αποτελεί κομμάτι κάποιας ομάδας που ορίζεται ως Άλλη, αποκλίνουσα, κατώτερη, ή απλά λάθος. Παραδοσιακά, στην αμερικάνικη κοινωνία, είναι τα μέλη των καταπιεσμένων, αντικειμενοποιημένων ομάδων που αναμένεται να «απλωθούν» και να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας των ζωών μας και της συνείδησης του καταπιεστή μας. Διότι για να επιβιώσουμε, όσοι από εμάς βιώνουμε την καταπίεση – που είναι τόσο αμερικάνικη όσο η μηλόπιτα [apple pie] – έπρεπε να μείνουμε πάντοτε παρατηρητές, να εξοικειωθούμε με τη γλώσσα και τους τρόπους του καταπιεστή, ακόμα μερικές φορές να τους υιοθετήσουμε με αντάλλαγμα κάποια αίσθηση προστασίας. Οποτεδήποτε ανακύπτει η ανάγκη για κάποια προσποίηση επικοινωνίας, εκείνοι που κερδίζουν από την καταπίεσή μας μάς καλούν να μοιραστούμε τη γνώση μας με αυτούς. Με άλλα λόγια, είναι η υποχρέωσή του καταπιεσμένου να διδάξει στους καταπιεστές τα λάθη τους.
Είμαι υπεύθυνη για τη διδασκαλία των καθηγητών που απορρίπτουν την κουλτούρα των παιδιών μου στο σχολείο. Οι Μαύροι και οι άνθρωποι του Τρίτου Κόσμου είναι αναμενόμενο να διδάξουν τους λεύκους ως προς την ανθρωπινότητά μας. Οι γυναίκες αναμένεται να διδάξουν τους άντρες. Οι λεσβίες και οι γκέι άντρες αναμένεται να διδάξουν τον ετεροσεξουαλικό κόσμο. Οι καταπιεστές διατηρούν τη θέση τους και αποφεύγουν την ευθύνη των πράξεών τους. Υπάρχει μια διαρκής εξάντληση ενέργειας η οποία θα ήταν καλύτερο να αξιοποιηθεί στον επαναπροσδιορισμό μας και την επινόηση ρεαλιστικών σεναρίων για την αλλαγή του παρόντος και την οικοδόμηση του μέλλοντος.
Η θεσμοποιημένη απόρριψη της διαφοράς είναι μια απόλυτη αναγκαιότητα σε μια οικονομία κέρδους η οποία χρειάζεται ως πλεονάζοντες πληθυσμούς τους ξένους. Ως μέλη μιας τέτοιας οικονομίας, όλοι έχουμε προγραμματιστεί να αντιδρούμε στις ανθρώπινες διαφορές μεταξύ μας με φόβο και φθόνο και να χειριζόμαστε αυτή τη διαφορετικότητα με τρεις τρόπους: να την αγνοήσουμε, και όταν αυτό δεν είναι εφικτό, να την αντιγράψουμε αν θεωρούμε ότι είναι κυρίαρχη, ή να την καταστρέψουμε αν θεωρούμε ότι είναι υποδεέστερη. Αλλά δεν έχουμε καθόλου πρότυπα για να συσχετιστούμε αναμεταξύ των ανθρωπίνων διαφορών μας ως ίσοι. Σαν αποτέλεσμα, αυτές οι διαφορές έχουν εσφαλμένα κατονομαστεί και καταχραστεί στην υπηρεσία του διαχωρισμού και της σύγχυσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Γυναίκα η φαρέτρα σου έχει όπλα! …


Της Κρυσταλένιας Αμπρέου-Τσιτσιρίκου

Σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας: Η πληγή που οφείλεις να κλείσεις

Μεγαλώνεις, μορφώνεσαι, κάνεις όνειρα, έχεις στόχους… Είσαι ενεργό κομμάτι της οικονομίας, όχι πια ως καταναλώτρια μόνον, αλλά ως παραγωγός έργου. Σε αφορά η εκπλήρωση επαγγελματικών στόχων, η συνεισφορά σου στην εξέλιξη των διαφόρων κλάδων της εργασίας και η ανεξαρτησία σου η οικονομική.

Ε όλα αυτά προφανώς σε ιδανικές συνθήκες. Στην πραγματικότητα είναι όόόλα αυτά, ΜΕΤΑ την κάλυψη των βασικών αναγκών σου. Γιατί αυτό το τελευταίο είναι που πονάει περισσότερο, γιατί αυτό το τελευταίο είναι η αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα του σήμερα, η αχίλλειος πτέρνα που δεν επιδέχεται εκπτώσεις, κι αυτή που κανείς μπορεί εύκολα να εκμεταλλευτεί. Ιδιαίτερα σήμερα που πολλές γυναίκες και πολλά κορίτσια δεν εργάζονται για να εκπληρώσουν την ανάγκη για ανεξαρτησία και δημιουργικότητα, αλλά για να στηρίξουν τα ίδια τα σπίτια τους, καθώς ο/η σύντροφος ή οι γονείς είναι πλέον άνεργοι.

Καλοντυμένοι κύριοι, πιθανόν με καριέρα, χρήματα, ακόμη και οικογένεια. Γλοιώδη κτήνη που οσμίζονται την ανάγκη, το φόβο, την απελπισία… Εντοπίζουν το θήραμα με ευκολία. Η άρρωστη εμπειρία τους τούς βοηθά να καταλαβαίνουν πότε και γιατί δε θα διαμαρτυρηθείς, ή ακόμη και θα ενδώσεις. Ξέρουν πότε η οικονομική σου ανάγκη είναι τέτοια, που θα κοστολογήσεις ακόμη και την αξιοπρέπειά σου, ακόμη και τη σωματική σου ακεραιότητα. Αντιλαμβάνονται πότε τα όνειρά σου για επαγγελματική εξέλιξη είναι τόσο μεγάλα, που θα σε καταστήσουν εύκολα ανταλλάξιμη. Αναγνωρίζουν τη δίψα σου όταν προέρχεσαι από χαμηλά, πιθανόν από κάποια επαρχία, και μόνη προσπαθείς να σταθείς στα πόδια σου, χωρίς το πολύτιμο δεκανίκι της οικογένειας δίπλα σου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ni Una Menos: Η γυναικεία αξιοπρέπεια εξεγείρεται…


Tου Ανέστη Χατζάκη

“Είμαστε σύζυγοι, εργάτριες, επιχειρηματίες, άνεργες, ακτιβίστριες, καλλιτέχνες, μητέρες και κόρες, υπηρέτριες… που βλέπεις στο δρόμο, αυτές στη γειτονιά σου… αυτές που περπατούν μόνες ή ασυνόδευτες, αυτές που αποφασίζουν να προβούν σε έκτρωση ή όχι…, αυτές που αποφασίζουν πώς και με ποιον την σεξουαλικότητά τους. Είμαστε πολλές και φωνάζουμε δυνατά μαζί: Ούτε μία λιγότερη! Θέλουμε να είμαστε ζωντανές!”

Αυτό που προκάλεσε την παραπάνω αντίδραση ήταν ένα κύμα δολοφονιών γυναικών που ξέσπασε στην Αργεντινή, του οποίου η κορύφωση ήταν η απαγωγή, ο βιασμός και η δολοφονία της 16χρονης Lucia Perez  στην πόλη Mare del Plata. Η απαγωγή έγινε την ίδια στιγμή που η αστυνομία κατέστειλε τις διαδηλώσεις για την αποποινικοποίηση της έκτρωσης. Η φρικαλεότητα της επίθεσης ήταν τέτοια που η Pérez υπέστη καρδιακή προσβολή, σύμφωνα με την εισαγγελέα María Isabel Sánchez, που το περιέγραψε ως « μια δράση απάνθρωπης σεξουαλικής επιθετικότητας”. Μετά την επίθεση, οι δράστες έπλυναν τη 16χρονη σε μια προσπάθεια να εξαφανίσουν αποδεικτικά στοιχεία και τη μετέφεραν σε κοντινό νοσοκομείο, όπου πέθανε υποκύπτοντας στα τραύματα του βιασμού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Κυβερνοφεμινισμός…


kybernofeminismos afisa

 

Ιστορικά

Γιατί να μιλήσουμε για τον κυβερνοφεμινισμό σήμερα, έχοντας πίσω μας πάνω από 20 χρόνια από την εμφάνισή του στις όχθες του φεμινισμού; Κατ’ αρχάς γιατί στον ελληνικό χώρο λίγοι έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα από κινηματική σκοπιά και κατά δεύτερον, γιατί φαίνεται ότι η τάση του κυβερνοφεμινισμού μπορεί να ιδωθεί σαν η συνέχεια που έβαλε τις βάσεις για μια νέα πολιτική θέση πάνω στο θέμα του φύλου, μετά τα 70’s. Μια θέση που, ενώ μετά από τόσα χρόνια παραμένει κομμάτι ενός θολού τοπίου επιδιώξεων, συμμάχων και εχθρών, παράλληλα συμπορεύεται -και ίσως συστρατεύεται κατά τόπους- με τις αλλαγές παραδείγματος μέσα στο καπιταλιστικό, πατριαρχικά δομημένο μοντέλο του δυτικού κόσμου και φαίνεται ότι δεν έχει «ξεπεραστεί» στα βασικά της σημεία από κάτι νέο.

Το προηγούμενο «κύμα» του φεμινιστικού κινήματος, αυτό που άνθισε στα 60’s και 70’s, ήταν πολύμορφο και πλούσιο σε πολεμικές πάνω στα ζητήματα των γυναικών και του φύλου γενικότερα. Από την αυτόνομη οπτική της γυναικείας εργασίας στο κοινωνικό εργοστάσιο, από την οπτική της Davis μέσα στο κίνημα των μαύρων πανθήρων για την αλληλοεπικάλυψη του φύλου, της τάξης και της φυλής, μέχρι τις ριζοσπαστικές φεμινίστριες, που θεωρούσαν πρωταρχική την καταπίεση των γυναικών λόγω του βιολογικού τους φύλου, μέσα στην πατριαρχική κοινωνία. Στο μεγάλο αυτό φάσμα αρνήσεων της εποχής χωρούσαν και συχνά συγκρούονταν όλες αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έψαχναν να βρουν ένα κέντρο από το οποίο να μιλήσουν για το έμφυλο ζήτημα, πρακτικά και θεωρητικά.

Σαν απόρροια αυτών των αρνήσεων και των μαχητικών διεκδικήσεων που έφεραν μέσα τους, συνέβησαν σταδιακά κάποιες σημαντικές αλλαγές. Πρώτα και κύρια, πολλά από τα αιτήματα των φεμινιστριών έγιναν αποδεκτά σε επίπεδο θεσμών, αφομοιώθηκαν. Η νομική κατοχύρωση και επέκταση των δικαιωμάτων των γυναικών, η νομιμοποίηση των αμβλώσεων και η διάδοση των πρακτικών αντισύλληψης και τα σχετικά ιατρικά επιτεύγματα όπως το αντισυλληπτικό χάπι, η προστασία των εργαζόμενων μανάδων, η αυστηρότερη νομοθεσία σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία και το βιασμό, οι γενικότερες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, ο εμπλουτισμός της επίσημης παιδείας με μαθήματα σχετικά με το φύλο, είναι μερικά από αυτά. Αυτό συνέβη και με ένα μεγάλο μέρος των αγωνιζόμενων υποκειμένων. Μέσα στα πανεπιστήμια σε μεγάλο βαθμό, αλλά και στον εργασιακό τομέα και την πολιτική, οι γυναίκες βγήκαν από το σπίτι, κατέκτησαν χώρο και φωνή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι φεμινίστριες προδίδουν τις μουσουλμάνες υποστηρίζοντας τους ρατσιστικούς νόμους της Γαλλίας…


της Christine Delphy

Μήπως ο μέινστρημ γαλλικός φεμινισμός είναι ρατσιστικός; Προσωπικά, υπήρξα συνιδρύτρια του περιοδικού Nouvelles Questions Feministes μαζί με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ το 1977 και εδώ και καιρό μετέχω στο Mouvement de Libération des Femmes (MLF), αλλά, όλο και περισσότερο, μου είναι σαφές ότι η γαλλική στάση απέναντι στο χιτζάμπ και τις μουσουλμάνες είναι όχι απλώς ακατανόητη, αλλά κατακριτέα.

Το 2004, ψηφίστηκε ο πρώτος ανοιχτά αντι-μουσουλμανικός νόμος που απαγόρευε στις μαθήτριες να φορούν μαντίλα, με βάση την πεποίθηση ότι « θρησκευτικά σημάδια» είναι αντίθετα προς την laïcité –την πολιτική εκκοσμίκευση. Αλλά η ιδεολογική εκστρατεία κατά του Ισλάμ ξεκίνησε πάνω από 40 χρόνια πριν. Ο δημοσιογράφος Thomas Deltombe έδειξε ότι, από το 1980 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, δεν πέρασε ούτε μία βδομάδα χωρίς η μία από τις δύο κύριες εβδομαδιαίες εφημερίδες στη Γαλλία να θέσει το ερώτημα «Πρέπει να φοβόμαστε το Ισλάμ;» ή «Συμβιβάζεται το Ισλάμ με τη δημοκρατία;».

Εφημερίδες, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές επέδειξαν την ίδια εμμονή. Με τον καιρό το πράγμα χειροτέρεψε, καθώς το κοινό πείστηκε ότι ο δυτικός πολιτισμός απειλείται από το Ισλάμ εν γένει, και ότι στη Γαλλία ο κίνδυνος αυτός ενσαρκώνεται από τα 5 εκατομμύρια γιους και κόρες βορειοαφρικανών μεταναστών που ζουν στη Γαλλία, και που μπορεί να είναι ή να μην είναι μουσουλμάνοι.

Συνέχεια ανάγνωσης