Οι «Τζήμεροι» της διπλανής πόρτας…


Η ανατριχιαστική απήχηση της φασιστικής ρητορικής στα κοινωνικά δίκτυα

μαγδα-φυσσα

Γράφει ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος

O Θάνος Τζήμερος αποφάσισε να δείξει ότι ο αστικός «πολιτισμός» εκτός από αγενής και φαιδρός, είναι και επικίνδυνος. Τα όσα είπε για τον Παύλο Φύσσα και τη μητέρα του δεν είναι μόνο προσωπικές απόψεις ενός αντιδραστικού «νεοφιλελέ» που δεν αντέχει οτιδήποτε αντικαπιταλιστικό, αντιφασιστικό, κομμουνιστικό. Είναι η αντανάκλαση του βαθέματος του εκφασισμού της κοινωνίας μας. Ναι, μέσα απ’ αυτόν φαίνεται καθαρά η σήψη και η σαπίλα του κοινωνικού περίγυρου. Ο Τζήμερος μπορεί να είναι γραφικός, αλλά, δυστυχώς, δεν είναι αδιάφορος. Οι ξεδιάντροπες δηλώσεις του έχουν κοινό που δεν διστάζει να εκδηλωθεί και απαιτεί να ακουστούν οι κραυγές.

Δεν θα ασχολούμασταν με τον μονίμως προκλητικό Τζήμερο αν δεν βλέπαμε τη θετική απήχηση των όσων είπε στο Facebook: Στη «διαπίστωσή» του ότι «βλέποντας τη μάνα του Φύσσα καταλαβαίνεις πώς έγινε έτσι ο φασισταράς, που επειδή τον μαχαίρωσε ένας άλλος φασισταράς πάνε να τον μεταμορφώσουν σε περιστέρι της ειρήνης» υπάρχουν 633 like. Μερικα από τα σχόλια υπέρ Τζήμερου ήταν: «Μπράβο. Καλά τα είπε» ή «γιατί, άδικο έχει;». Άλλοι ανακάλυπταν τους «αριστεροφασίστες» τη 17Ν και τους «μπαχαλάκηδες».

Το «ατράνταχτο επιχείρημα» στην εξωτερίκευση του βόθρου ήταν η επίκληση της ελευθερίας του λόγου. Για γέλια. Οι εκπρόσωποι, οπαδοί, συμπαθούντες την πιο μαύρη ιδεολογία θυμίζουν κάτι το οποίο αποστρέφονται. Κάτι που ο πυρήνας της ιδεολογίας τους το καταργεί με κάθε ευκαιρία. Με μοναδικό μέσο τη βία για να αποδείξουν την «ανωτερότητα» τους φυσικά και δεν νοιάζονται για την «ελευθερία του λόγου». Κι όλα αυτά γιατί; Για να εξισώσουν τον νεοναζί δολοφόνο Ρουπακιά με ένα παλικάρι που αντιμαχόταν τον φασισμό. Που δρούσε ενάντια σε αυτούς που προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στους καπιταλιστές. Ελευθερία του λόγου για να ευτελιστεί η υπόθεση σε ένα απλό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Φυσικά, για την προσβολή στη μνήμη του νεκρού και στη μάνα που έχει χάσει το παιδί της ούτε λόγος. Εδώ, τα αντικρουόμενα σχόλια ήταν «όλο με τον Φύσσα ασχολείστε. Για τα δύο παιδιά της Χ.Α που δολοφονήθηκαν δεν λέτε τίποτα». Τρικυμία εν κρανίω. Δεν είναι μόνο η ασέβεια στον Φύσσα, η σύληση και η πρόκληση προς τη μητέρα του, είναι και η καπήλευση άλλων δύο νεκρών από τους υποστηρικτές τους. Τους οποίους, στην πραγματικότητα, τους θεωρούν «αναλώσιμους» και μόνο προπαγανδιστικά τους χρησιμοποιούν για να «ζωντανέψει» η ανυπόστατη θεωρία των «δύο άκρων» πατώντας σε πτώματα.

Ο Τζήμερος χρησιμοποίησε και τους στίχους του Φύσσα για να δείξει ότι «είναι» «φασίστας» που «δεν» έχει «καμία διαφορά» με τον Ρουπακιά. Και πάλι η διαφορετική ιδεολογική αφετηρία μένει εκτός. Δεν γίνεται αλλιώς. Από τη μία κάποιος που παλεύει για κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, ελευθερία και από την άλλη στυγνοί δολοφόνοι που παλεύουν για το «αίμα», τη «φυλή», το «έθνος». Εδώ τα like είναι 1.300!

Το πιο επικίνδυνο είναι ότι διαστρεβλώνεται η εικόνα του Φύσσα και όσων έγιναν τη νύχτα της δολοφονίας του. Χαρακτηριστικά χρήστης ανέφερε: «Διάβασα την ανάρτηση στο facebook που ακολουθούσε, με τους στίχους του «καλού νεαρού που πήγε να χωρίσει τα παιδιά και τον έσφαξε ο φασίστας», κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά από αυτό που παρουσιάζεται για τον χαρακτήρα του σκοτωμένου». Ανατριχιαστικό.

Ο εκφασισμός προχωρά, εξαπλώνεται και διαβρώνει συνειδήσεις, μυαλά, θέσεις. «Τζήμεροι» παντού. Απαιτείται αποφασιστικό αντικαπιταλιστικό-αντιφασιστικό κίνημα για να σταματήσει.

____________________________________________________________

Aπό:http://www.toperiodiko.gr/%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82-%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%82/#.V3Q89FSLT3A

Τρομαγμένες Καρυάτιδες…


 Μιλούν τα αγάλματα;
Μιλούν τα αγάλματα;

Εκείνη η αέναη, νεκρική σιωπή που ανέκαθεν υπήρχε μέσα σε τούτο τον τάφο, έσπασε. Το πηχτό, παγωμένο χώμα που είχε γίνει ένα με τα μάτια και τα στήθη μας, άρχισε ξάφνου να πέφτει παραδίπλα από τα μάγουλά μας. Φάνηκαν τα πρόσωπά μας, τα λεπτομερώς ενδεδυμένα σώματα, μέχρι και των ποδιών αποκαλυφθήκανε τα δάχτυλά μας. Το μόνιμο σκότος, που ολοένα έπεφτε τριγύρω, έκανε να γίνει φως και χρώμα για πρώτη φορά, μετά από τόσο, ποιος ξέρει, καιρό. Ποιος ξέρει άραγε για πόσο βρισκόμαστε σε αυτήν την ίδια στάση και κατάσταση, είναι λες και δεν ξυπνήσαμε ποτέ μας, είναι λες και κοιμηθήκαμε σε ύπνο βαθύ, αιώνιο, από την ίδια ώρα που μας έβαλαν εδώ, για να στηρίζουμε με τις κεφαλές μας το βάρος των νεκρών. Και το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι κάπως έτσι κι εμείς ξεμείναμε ανάμεσα σε νεκρούς και ζωντανούς, αφού ουδέποτε υπήρξαμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, ουδέποτε ζήσαμε ακριβώς μα ούτε και ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε με ακρίβεια. Είναι λες και τα κορμιά μας δεν κουνήθηκαν ποτέ τους, τα χέρια μας ποτέ δεν απλώθηκαν ως πέρα, τα βλέφαρά μας μείνανε για πάντα έτσι, ακίνητα και καταπλακωμένα, θαρρείς ότι εξ αρχής μαρμάρωσε η ύπαρξή μας όλη και ότι υπάρχουμε διαρκώς έτσι, εγκλωβισμένες μέσα σε μια διαρκή αγκύλωση που ξεκίνησε στο τότε και φτάνει μέχρι το ποτέ. Ακόμα κι έτσι όμως, ακόμα κι αν μας σκέπασε απ’ άκρη σ’ άκρη η απέραντη γη αμέτρητους αιώνες, ήδη διακρίνονται πάνω μας σημάδια φθοράς, μέτωπα ραγισμένα, χείλη κομμένα στα δυο, ίσως προσπαθήσαμε κάποτε να μετακινηθούμε πάλι, αλλά δεν τα καταφέραμε και μείναμε για πάντα να στέκουμε έτσι, ανθρώπινα αγάλματα ή, ποιος ξέρει, άνθρωποι αγαλματένιοι.

Συνέχεια