Joe Hill, ο άνθρωπος που δε πέθανε ποτέ…


Joe hill002.jpg

Είναι 19 Νοεμβρίου 1915, στο προαύλιο του κρατικού σωφρονιστηρίου της Γιούτα στο Σωλτ Λέικ Σίτυ. Πέντε τυφεκιοφόροι στοχεύουν προσεκτικά έναν καταδικασμένο συνδικαλιστή των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW), τον Joe Hill, στέκεται μπροστά τους όρθιος, ευθυτενής και περήφανος.

«Πυρ!» φωνάζει με θάρρος.

Το εκτελεστικό απόσπασμα δεν αστόχησε. Αλλά όπως λέει η λαϊκή μπαλάντα του Joe Hill, «δεν πέθανε ποτέ». Συνεχίζει να ζει ως ένα από τα πιο ανθεκτικά και επιδραστικά αμερικανικά σύμβολα.

Η ιστορία του Joe Hill είναι αυτή του μάρτυρα της εργατικής τάξης που κατηγορήθηκε για δολοφονία από έναν λυσσαλέα αντεργατικό εργοδότη και κυβερνητικές δυνάμεις, ένα άτομο που δεν υποχώρησε ποτέ στην μάχη για τα δικαιώματα των καταπιεσμένων, το οποίο δεν υποχώρησε ποτέ στις προσπάθειές του να τους ενώσει για τη συλλογική δράση, ουσιαστική αν επρόκειτο να νικήσουν τους πλούσιους και ισχυρούς καταπιεστές τους.

Η ιστορία του είναι η ιστορία ενός ατόμου και μιας οργάνωσης που καταστράφηκαν από την κυβερνητική αντίθεση, αλλά παρόλα αυτά ιδιαίτερα επιτυχημένα. Όπως σημειώνει ο ιστορικός Joyce Kornbluh, οι IWW άφησαν «ένα ανεξίτηλο σημάδι στο αμερικανικό εργατικό κίνημα και την αμερικανική κοινωνία», βάζοντας τις βάσεις για το μαζικό συνδικαλισμό, που ενέπνευσε τη δημιουργία οργανώσεων για την προστασία των αστικών ελευθεριών των αντιφρονούντων, την προώθηση μεταρρυθμίσεων για τις φυλακές και τις φάρμες εργασίας (ΣτΜ: αγροτικές φυλακές), και άφησαν πίσω «μια γνήσια κληρονομιά… βιομηχανικής δημοκρατίας».

Η ιστορία του Joe Hill είναι η ιστορία ίσως του μεγαλύτερου από όλους τους λαϊκούς ποιητές, του οποίου οι απλοί, σατυρικοί στίχοι, προσαρμοσμένοι σε απλές, γνωστές μελωδίες που πρόσφεραν τόσα πολλά για να επικεντρωθούν στο κοινό σώμα των ιδανικών που απαιτούνταν για να σφυρηλατηθούν σε μια συλλογική δύναμη.

Έχετε πιθανώς ακούσει μερικοί απ’ αυτούς. Τραγούδια όπως «The Preacher and the Slave», που οι υποσχέσεις, «Θα χορτάσετε φαΐ/όταν φύγετε απ’ τη γη…/στον Παράδεισο, στον ουρανό…/όσο όμως είστε εδώ…/ Δουλειά, προσευχή και  μικρούλα αμοιβή».

Ο Ralph Chaplain, ο βάρδος των IWW που έγραψε το «Solidarity Forever», βρήκε τα τραγούδια του Hill «τόσο τραχιά σαν πλεκτά ρούχα και τόσο λεπτά όσο το μετάξι, γεμάτα γέλιο και κοφτερή σάτιρα, γεμάτα λεπτή οργή και λεπτότερη τρυφερότητα, τραγούδια από και για τον εργαζομένο, γραμμένα στη μόνη γλώσσα μπορεί να καταλάβει».

Η ιστορία του Joe Hill είναι η ιστορία ενός ατόμου που είδε με ασυνήθιστη σαφήνεια τα άδικα αποτελέσματα του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματος στους εργάτες και του οποίου η ευρεία δημοσιοποίηση της δίκης και της εκτέλεσης, προειδοποίησε τους ανθρώπους σε όλο το κόσμο για τις αδικίες και τους ώθησε στη δράση.

Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που είπε στους συντρόφους του στους IWW, λίγο πριν οδηγηθεί μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα: «Μην σπαταλήστε χρόνο πενθώντας. Οργανωθείτε!».

Οι σύντροφοι του Hill που δε στόχευσαν σε τίποτα λιγότερο από το να οργανώσουν όλους τους εργαζομένους σε Ένα Μεγάλο Συνδικάτο ανεξάρτητα από τη φυλή, την υπηκοότητα, τη τέχνη ή τις εργασιακές δεξιότητες, κάλεσαν γενική απεργία για να αποσπάσουν τον έλεγχο της οικονομίας από τους καπιταλιστές αφέντες της. Το επαναστατικό μήνυμα μεταφέρθηκε στην απλή γλώσσα του εργασιακού χώρου, στα τραγούδια του Hill, του Chaplain και άλλων, από τους ρήτορες στις γωνιές των δρόμων ως το τεράστιο χείμαρρο εντύπων, συμπεριλαμβανομένων μιας δωδεκάδας ξενόγλωσσων εφημερίδων που διανέμονταν μεταξύ των πολλών ανειδίκευτων μεταναστών από Ευρωπαϊκά έθνη που οι ενώσεις είχαν παρόμοιους στόχους.

Οι εργαζόμενοι άκουγαν ξανά και ξανά ότι όλοι είχαν τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες ανάγκες και αντιμετώπιζαν τον ίδιο εχθρό. Αυτοί ήταν που δούλευαν, ενώ άλλοι έπαιρναν το κέρδος, ήταν όλοι τους μέλη της εργατικής τάξης. Το να επιδιώκουν μια θέση στη μεσαία τάξη, όπως έλεγε το κατεστημένο εργατικό κίνημα, θα σήμαινε πως πάλευαν ενάντια στους συναδέλφους τους και θα προσδένονταν σε ένα σύστημα που τους υποδούλωσε.

Η οργανωμένη θρησκεία ήταν επίσης ένα εργαλείο υποδούλωσης, για να κρατάει το βλέμμα του εργαζομένου σε εκείνη την «πίτα στον ουρανό» ενώ τον εκμεταλλεύονταν σε αυτό το κόσμο. Ο πατριωτισμός ήταν ένα κόλπο για να θέσει τους εργαζομένους του ενός έθνους ενάντια σε εκείνους του άλλου για το όφελος των καπιταλιστών χειραγωγών.

Οι οργανωτές των IWW μετέφεραν το μήνυμα στα εργοστάσια, τα ορυχεία, τους μύλους και τους καταυλισμούς υλοτόμων σε όλη τη χώρα, και στα αγροκτήματα στις Μεσοδυτικές Πολιτείες και την Καλιφόρνια.

Ο στόχος του ριζοσπαστικού συνδικαλισμού στον οποίο ο Joe Hill αφιέρωσε τη ζωή του χάθηκε πριν από πολύ καιρό. Το κάλεσμα για επανάσταση ακούγεται μόλις και μετά βίας στη σημερινή θορυβώδη καπιταλιστική κοινωνία. Οι εργατικές ενώσεις δεν επιδιώκουν να πάρουν τον έλεγχο των μέσων της παραγωγής αλλά μάλλον μερίδιο από τους καρπούς ενός οικονομικού συστήματος που ελέγχεται από άλλους. Παρόλα αυτά τα φλογερά λόγια και πράξεις του Joe Hill, το θάρρος του και οι θυσίες του συνεχίζουν να εμπνέουν ακτιβιστές για τα πολιτικά, εργατικά, αστικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Τα τραγούδια του τα τραγουδούν ακόμη απεργοί εργάτες, αντιφρονούντες φοιτητές και άλλοι, σε πικετοφορίες, σε διαδηλώσεις, σε συλλαλητήρια, στους δρόμους και στα αμφιθέατρα. Αντηχούν το πνεύμα διαμαρτυρίας του και τη μαχητικότητα του, την απαίτησή του για αληθινή ισότητα, μοιράζονται την ένθερμη πίστη του στην αλληλεγγύη, ακόμη και τη χρήση τακτικών που αξιοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον Hill και τους συντρόφους του.

Ο Hill μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες από την πατρίδα του στη Σουηδία του το 1902, άλλαξε το όνομά του από Joel Haaglund, εργάστηκε ως ναυτικός και ως πλανόδιος θεριστής, τοποθετούσε σωλήνες, σε ορυχεία χαλκού και σε άλλες δουλειές καθώς διέσχιζε ολόκληρη τη χώρα προς το Σαν Ντιέγκο, μεταφράζοντας σε δυνατούς στίχους τις ελπίδες και τις επιθυμίες, τις απογοητεύσεις και τα παράπονα των εργατών συντρόφων του.

Στο Σαν Ντιέγκο, το Hill συμμετείχε σε μια από τις πρώτες, από τις πολλές, «μάχες ελεύθερου λόγου» που διεξάγονταν από τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου ενάντια στις προσπάθειες από τις δημοτικές αρχές γύρω από τη χώρα για να σωπάσουν τους ομιλητές στους δρόμους, που ήταν καίριο κομμάτι της οργανωτικής στρατηγικής των IWW.

Λίγο καιρό μετά ο Hill ανέβηκε σε ένα τραίνο για το Σωλτ Λέικ Σίτυ, όπου βοήθησε να οργανωθεί μια επιτυχημένη απεργία οικοδόμων και άρχισε να οργανώσει μια ακόμη μάχη ελεύθερου λόγου. Μέσα σε έναν μήνα όμως, τον συνέλαβαν με τη κατηγορία πως πυροβόλησε και σκότωσε παντοπώλη και το γιο του, χαρακτηρίστηκε αμέσως εξίσου ένοχος από τις τοπικές εφημερίδες και τις αρχές. Τελικά, ο Hill καταδικάστηκε με βάση τις πιο ανίσχυρες και περιστασιακές ενδείξεις.

Ο Hill είχε μπει τρικλίζοντας στο γραφείο ενός γιατρού, μια ώρα μετά τους πυροβολισμούς, αιμορραγώντας από μια πληγή στο στήθος, λέγοντας πως αιτία ήταν η φιλονικία για μια γυναίκα. Ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι η πληγή προκλήθηκε από τον παντοπώλη σε απάντηση μιας επίθεσης από τον Hill, αν και δεν παρουσίασε ως στοιχεία, ούτε το όπλο του παντοπώλη, ούτε τη σφαίρα που υποτίθεται προήλθε από αυτό. Δεν παρουσίασε το όπλο που ο Hill υποτίθεται πως χρησιμοποίησε και δεν κάλεσε ούτε ένα μάρτυρα που θα μπορούσε να αναγνωρίσει το Hill με βεβαιότητα ως δολοφόνο. Αλλά έπεισε εύκολα τους ενόρκους ότι οι δολοφονίες ήταν ένα παράδειγμα της τρομοκρατίας των IWW και ότι αφού ο Hill ήταν ηγέτης των IWW και ήταν συλληφθεί και ήταν κατηγορηθεί για το έγκλημα, ήταν ένοχος.

Καθώς οι ανώφελες εκκλήσεις του Hill πήραν το δρόμο τους μέσω των δικαστηρίων, ο κυβερνήτης William Spry της Γιούτα, κατακλείστηκε με χιλιάδες αιτήσεις και επιστολές από όλο το κόσμο που ζητούσαν χάρη ή μετατροπή της ποινής. Δεν πείστηκε ούτε καν από τις εκκλήσεις για έλεος από τον Σουηδό πρέσβη. Ούτε καν από τις εκκλήσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Woodrow Wilson.

Ο κυβερνήτης έδωσε πολύ μεγαλύτερη προσοχή στις απόψεις των ισχυρών ηγετών της εκκλησίας των Μορμόνων στη Γιούτα και των ισχυρών εργοδοτικών συμφερόντων, ιδιαίτερα εκείνων που έλεγχαν τα βασικά ορυχεία χαλκού της πολιτείας. Επέμειναν ότι το άτομο που θεωρούσαν έναν από τους πιο επικίνδυνους ριζοσπάστες στη χώρα έπρεπε να πεθάνει.

Το σώμα του Joe Hill στάλθηκε στο Σικάγο, όπου αποτεφρώθηκε μετά από κηδεία ήρωα, οι στάχτες τους χωρίστηκαν και που στάλθηκαν στα τοπικά παραρτήματα των IWW για να τις σκορπίσουν στους ανέμους σε κάθε πολιτεία εκτός από τη Γιούτα. Ο Hill, με χαρακτηριστικό μαύρο χιούμορ, είχε δηλώσει πως «δεν θέλω να βρεθώ νεκρός στη Γιούτα».

Ακόμη και στο θάνατο, ο Hill δεν ήταν ασφαλής από την κυβέρνηση. Ένα πακέτο με τις στάχτες του, που στάλθηκε με καθυστέρηση σε έναν οργανωτή των IWW το 1917 για να το σκορπίσει στο Σικάγο, κατασχέθηκε από ταχυδρομικούς επιθεωρητές. Ενέργησαν στο πλαίσιο του νόμου κατασκοπείας, που πέρασε αφού εισήγαγαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εκείνη τη χρονιά, που έκανε παράνομη την ταχυδρόμηση οποιουδήποτε υλικό που υποστήριξε «την προδοσία, την εξέγερση. ή τη βίαιη αντίσταση σε οποιοδήποτε νόμο των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ο φάκελος, που περιείχε μια κουταλιά από τις στάχτες του Hill, στάλθηκε στα εθνικά αρχεία στην Ουάσιγκτον. Παρέμεινε κρυμμένο εκεί μέχρι το 1988, όταν ανακαλύφθηκε και επιστράφηκε στο Σικάγο, στα άτομα που προέδρευαν σε αυτό το λίγο που απέμενε από τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου, που είχαν συρρικνωθεί σε μερικές εκατοντάδες μόνο μέλη.

Το ταχυδρομείο προφανώς είχε αντιρρήσεις στον τίτλο κάτω από τη φωτογραφία του Hill στο μπροστινό μέρος του φακέλου. «Joe Hill», έγραφε– «δολοφονημένος από την καπιταλιστική τάξη, στις 19 Νοεμβρίου 1915»

Κείμενο Dick Meister (μετάφραση Δ. Πλαστήρας)

πηγή

_____________________________________________________________

Η κινεζική εργασία – Ένα άρθρο στην αναρχική εφημερίδα «Honesty» της Μελβούρνης, στις 28 Αυγούστου 1887…


Εισαγωγή της μετάφρασης

Τον 19ο αιώνα σε αρκετά μέρη της Αυστραλίας υπήρξε έντονη παρουσία Κινέζων εργατών, οι οποίοι εργάζονταν σε διάφορες δουλειές, κατανάλωναν ελάχιστα, κάνοντας στην ουσία μια ασκητική ζωή, ενώ έστελναν αρκετά εμβάσματα στην Κίνα. Όλα αυτά θορύβησαν κύκλους Αυστραλοάγγλων εργατών, γεννώντας έτσι και ένα είδος ρατσισμού. Το τότε συνδικαλιστικό κίνημα συνηγορούσε ζητώντας από τις αποικιακές αρχές τη μείωση ή και την ολική απαγόρευση της έλευσης Κινέζων εργαζόμενων. Σε μερικές περιπτώσεις η αντικινεζική υστερία ξεπέρασε τα όρια και σημειώθηκαν επιθέσεις. Για παράδειγμα, στην περίφημη εξέγερση των χρυσοθήρων του Eureka, στη Βικτώρια του 1856, μερίδα των εξεγερμένων -στην πλειοψηφία τους Ευρωπαίων- επιτέθηκε σε Κινέζους εργάτες στα χρυσωρυχεία.

Στο κείμενο της «Honesty» γίνεται, επίσης, λόγος για Αυστραλασία. Αυτό γιατί οι πρώτοι εκείνοι αναρχικοί (όπως και αρκετές οργανώσεις της αριστεράς – και μέχρι τις μέρες μας) έβλεπαν την Αυστραλία ως μέρος της γενικότερης Ασίας, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης ήταν αγγλοσαξωνικής και ευρωπαϊκής καταγωγής. Με τον όρο αυτό ευελπιστούσαν στη συγκρότηση ενός ακηδεμόνευτου εργατικού και γενικότερα κοινωνικού επαναστατικού κινήματος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ασίας και της Ωκεανίας, που θα έθετε τις βάσεις για μια αντίστοιχη κοινωνία ισότητας.

Σε ένα άλλο σημείο γίνεται λόγος για τις αποικιακές αρχές. Αυτό γιατί η Αυστραλία δεν ήταν τότε ακόμα ομοσπονδία. Αποτελείτο από ξεχωριστές αποικίες (Νέα Νότια Ουαλία, Βικτώρια, Κουίνσλαντ κ.λπ.) που στην ουσία δεν συνδέονταν μεταξύ τους πολιτειακά και διοικητικά. Η Αυστραλιανή Κοινοπολιτεία, όπως την ξέρουμε σήμερα, συγκροτήθηκε από αυτές τις αποικίες, το 1901 στη Μελβούρνη, πρώτη πρωτεύουσά της.

Η «Honesty» κυκλοφόρησε από τον Απρίλιο του 1887 έως τον Νοέμβριο του 1888. Ήταν η πρώτη αναρχική εφημερίδα στην Αυστραλία και κυκλοφορούσε από την Melbourne Anarchist Club (Αναρχική Λέσχη Μελβούρνης). Στους βασικούς συντελεστές έκδοσής της περιλαμβάνονταν οι αδελφοί David και Will (αργότερα γνωστός ως ριζοσπάστης βιβλιοπώλης) Andrade, Ι.Α. Andrews και Chummy Fleming. Πηγή: Reason in Revolt.

Το άρθρο

Η επίσκεψη των Κινέζων επιτρόπων στην Αυστραλία [Μάιο έως Σεπτέμβριο 1887] έχει προσφέρει μια νέα ευκαιρία σε όσους ασχολούνται με τα ζητήματα της εργασίας να επαναφέρουν στην επιφάνεια τις παλιές γνωστές αντι-κινεζικές τους κραυγές. Πάλι ακούμε τα ουρλιαχτά τους μαζί με τις φαύλες συνήθειές τους -σαν να τους έχουμε ποτίσει με όπιο-, τις επικλήσεις τους για μια «απλή» ζωή, καθώς και τη βιομηχανική τους επιτυχία. Είναι καιρός που οι εργάτες πρέπει να δουν αυτό το θέμα αυτό κατάματα και να το αντιμετωπίσουν με βάση μια ορθολογική προσέγγιση.

Οι Κινέζοι διώκονται εδώ και αρκετό καιρό. Όχι μόνο τους έχει επιβληθεί κεφαλικός φόρος και άλλα νομοθετικά εμπόδια που παρεμβάλλονται στο δρόμο της μετανάστευσής τους σε αυτές εδώ τις ακτές, αλλά εκτυλίσσεται και μια συνεχής προσπάθεια να οδηγηθούν έξω από κάθε εργασία, αν όχι και να διωχθούν από τις αποικίες συνολικά. Γίνονται συνεχώς συναντήσεις και διαμαρτυρίες στο Queensland ενάντια στην απασχόλησή τους, συνδικάτα στη Βικτώρια με διάφορες συναλλαγές προσπαθούν να διώξουν την «κίτρινη αγωνία» και παντού υπάρχουν ενδείξεις αποφασιστικής εχθρότητας απέναντί ​​τους.

Εκφράζονται φόβοι ότι αντικαθιστούν τις ευρωπαϊκές φυλές και οι απόγονοι των «ευγενών Βρετανών», κινδυνολογώντας με τρόμο για τον μεγάλο τους αριθμό, αν και στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν ούτε καν πενήντα χιλιάδες Κινέζοι σε όλη την Αυστραλασία, τη στιγμή που υπάρχουν δύο εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες Ευρωπαίοι, – εξήντα πέντε από εμάς αντιστοιχούν σε έναν Κινέζο. Σκεφτείτε το: εξήντα πέντε λευκοί άνδρες φοβούνται να ανταγωνιστούν έναν με κίτρινο δέρμα! Έχουν πραγματικά ανησυχήσει για το γεγονός ότι οι Κινέζοι εργάζονται ως κηπουροί, ξυλουργοί, εργάτες ορυχείων, πλανόδιοι πωλητές, αποθηκάριοι, μάγειρες, εργάτες και πιθανότατα σύντομα θα πλένουν και τα ρούχα μας.

Αυτό που έχει σημασία για τον εργάτη είναι ότι ο Κινέζος γείτονάς του είναι επίσης εργάτης – και εάν πράγματι ήταν τεμπέλης τότε ίσως θα υπήρχαν κάποιοι λόγοι για τις εν λόγω καταγγελίες. Οι Κινέζοι έχουν έρθει εδώ γιατί είναι εργατικοί και επίμονοι, και όμως καταδικάζονται για αυτή την επιμονή τους. Αν υπερέχουν ως ξυλουργοί το χρωστούν στη φθηνή παραγωγή τους, αλλά είναι και σαφώς πλεονέκτημα για εμάς που αγοράζουμεν τα προϊόντα τους. Αν πωλούν σε χαμηλές τιμές, είναι μεν δική τους απώλεια, αλλά προς όφελος των κακώς αμειβόμενων δικών μας εργατών, οι οποίοι μπορούν είτε να αγοράσουν μόνο φθηνά είδη είτε δεν μπορούν να αγοράσουν κανένα. Εάν μεταφέρουν τα χρήματά τους -πράγμα χωρίς σημασία από μόνο του- στην Κίνα, είμαστε και πάλι οι κερδισμένοι, γιατί έχουν καταναλώσει το λιγότερο από τα προϊόντα μας. Αν εργάζονται τόσο επιμελώς, και τόσες πολλές ώρες, για να παράγουν τόσο πολύ, είναι πάλι προς όφελός μας γιατί έχουν έτσι περισσότερα χρήματα για να καταναλώνουν. Αν κάνουν οικονομία -αν ζουν έτσι απλά- τότε δεν υποφέρουμε τίποτε άλλο από την έλλειψη κατανάλωσης. Και όμως, ο Ευρωπαίος εργάτης ανταγωνίζεται τον φτωχό «John», επειδή παράγει πάρα πολύ και καταναλώνει πολύ λίγο!

Αν οι Κινέζοι που εργάζονται είναι η αιτία που οι Ευρωπαίοι πεθαίνουν από την πείνα, είναι σαφές ότι δεν είναι ο Κινέζος -ο οποίος παράγει πολύ και καταναλώνει λίγο-, αυτός που φταίει. Πρέπει να κοιτάξουμε πιο πέρα. Θα πρέπει να αναζητήσουμε τον εκμεταλλευτή που δεν παράγει τίποτα και καταναλώνει πολύ. Το γεγονός είναι ότι η νομοθεσία έχει μονοπωλήσει τον πλούτο της φύσης στα χέρια των λίγων τεμπέληδων και οι εργαζόμενοι -Κινέζοι και Ευρωπαίοι- κόβουν ο ένας τον λαιμό του άλλου για τα ψίχουλα από το τραπέζι του πλουσίου, όταν θα μπορούσαν πιο σωστά να πάψουν να συσσωρεύουν τους καρπούς της εργασίας τους στο τραπέζι.

Οι Κινέζοι, όπως εμείς, είναι τα θύματα του μονοπωλίου και της εκμετάλλευσης. Κάθε Κινέζος που θα του απαγορεύεται η είσοδος στην Αυστραλασία αύριο, δεν θα σταματήσει τα κακά να εξακολουθούν να είναι τόσο άσχημα όσο ποτέ. Αντί οι Κινέζοι να είναι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του οικονομικού αδιεξόδου, όπως είναι τώρα, οι θέσεις τους θα αναπληρωθούν από τους Ευρωπαίους αποδιοπομπαίους τράγους. Ενώ το μονοπώλιο υποστηρίζει ότι κάποιοι πρέπει να πάνε στον τοίχο και οι πιο αδύναμοι πρέπει να μειωθούν, ένας τεράστιος αριθμός εργατών πρέπει να θυσιαστεί στο βωμό της τοκογλυφίας.

Αρκετοί ρήτορες και επαγγελματίες εργατολόγοι διατείνονται ότι η όλη «δυσκολία» πρέπει να λυθεί αναγκάζοντας τους Κινέζους να υιοθετήσουν τα ήθη και έθιμά μας. Θα μπορούσε ένας τέτοιος παραλογισμός να πάει πολύ πιο μακριά; Μήπως κάθε έξυπνος εργάτης φαντάστηκε για μια στιγμή ότι τα προβλήματα στην εργασία θα ελαχιστοποιηθούν αναγκάζοντας τους Κινέζους να τρώνε κρέας και να φορούν ευρωπαϊκά ενδύματα (όταν οι άλλοι εργαζόμενοι ήδη δεν έχουν αρκετά), να κόψουν τις πλεξίδες τους (οι οποίες δεν βλάπτουν κανέναν) και να επιδοθούν στα «πολιτισμένα» έθιμα του καπνίσματος, της πόσης μπύρας, να δηλητηριάζονται από τα οινοπνευματώδη και να ζουν σε μια απρόκλητη πολυτέλεια και ραθυμία; Θα πρέπει να αναζητήσουμε άλλα «διορθωτικά μέτρα».

Το ζήτημα της εργασίας των Κινέζων πρέπει να διευθετηθεί με την αντιστροφή των στόχων των συνδικαλιστών, οι οποίοι αναζητούν υψηλούς μισθούς και υψηλές τιμές – δύο αρχές οι οποίες καταστρέφουν ο ένας τον άλλο. Πρέπει να στοχεύουμε σε υψηλούς μισθούς και χαμηλές τιμές, ή με άλλα λόγια, την Αρχή του Κόστους. Όταν οι εργάτες συνδυάσουν μεταξύ τους την ανταλλαγή ισοδύναμου με ισοδύναμο, μποϊκοτάροντας όλους τους καπιταλιστές, τους τοκογλύφους και τους κερδοσκόπους γενικά, δεν πρόκειται να ακούσουμε τίποτα περισσότερο για το κινεζικό εργατικό ζήτημα, το οποίο συνιστά μία από τις πιο κούφιες αυταπάτες με την οποία τα μονοπώλια κρατούν υποταγμένους τους εργάτες.

*Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης, Μελβούρνη, Δεκέμβρης 2016.

___________________________________________________________

Οι Άγνωστες Περιπλανήσεις του Durruti…


Η χρονιά που οι Ισπανοί αναρχικοί άδειασαν τις αμερικανικές τράπεζες

Ένας ξαφνικός χτύπος στην πόρτα του Félix López. Η ώρα ήταν έξι το πρωί. Ήταν η αστυνομία; Όχι. Τα χτυπήματα ήταν του Pedro Nolasco Arratia, συντρόφου στις περιπέτειες της παράνομης ομάδας Φως και Δράση, και του αναρχοσυνδικαλιστή ηγέτη, Félix. Είχε φτάσει μυστικά, και έπρεπε να πάει αμέσως στα γραφεία της IWW, της οργάνωσης των Αναρχικών Εργατών του Κόσμου. Δεν έπρεπε να κάνει ερωτήσεις, είπε ο Arratia, επρόκειτο για μια υπόθεση που κανείς δεν έπρεπε να γνωρίζει το παραμικρό. Ήταν Ιούλιος, μέσα του χειμώνα, στο Σαντιάγκο της Χιλής. Η χρονιά ήταν το 1925.

Δεν πρέπει να υπήρχαν περισσότεροι από 5 άνθρωποι στα γραφεία της IWW. Και είχαν όλοι τους ιδιόρρυθμες, έντονες Σπανιόλικες προφορές. Μόνο δυο μίλησαν. Ο ένας ήταν μεγαλόσωμος, εξωστρεφής, φιλικός και παθιασμένος, με βαθύ βλέμμα και μπόλικο χάρισμα. Ο άλλος ήταν κοντός, αδύνατος, πολύ σοβαρός και πολύ νευρικός. Ο López θυμάται: “ένας μικροσκοπικός τύπος, αλλά με περίσσιο κουράγιο”. Ο πρώτος ήταν ο Buenaventura Durruti, ο άλλος, ο Francisco Ascaso. Οι υπόλοιποι: ο αδερφός του Ascaso, ο Alejandro, ο Gregorio Jover και ο Antonio Rodríguez, ο El Toto. Ήταν εκείνος που μετά τις ληστείες στην Χιλή θα επέστρεφε στην Γαλλία, φέρνοντας μαζί του 47.000 πέσος για τον αγώνα ενάντια στην δικτατορία στην Ισπανία.

Ήταν όλοι τους μέλη της Αναρχικής Ομάδας Solidarios, και γνωστοί κατά την διάρκεια των ταξιδιών τους ως Οι Περιπλανώμενοι, σχετικά με τους οποίους ο López και ο Arratia είχαν ακούσει σχεδόν απίστευτες ιστορίες σχετικά με την δυσφημισμένη επίθεση τους στην τράπεζα της Ισπανίας στην Gijón το 1923, καθώς και για άλλες δράσεις παρόμοιας απίθανης φύσης.

Καταδικασμένος σε θάνατο

Ο López κατάλαβε ότι ο Durruti και ο Ascaso ήταν κάτι περισσότερο από φίλοι, ήταν αχώριστα αδέλφια που καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο με μια απλή ματιά. Ο Durruti είχε βγάλει τον Ascaso από την Φυλακή της Σαραγόσα μόλις λίγο πριν ο Ascaso – ήδη καταδικασμένος σε θάνατο– συρθεί μπροστά στις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Και είχαν ήδη μοιραστεί την ζωή του εξόριστου στο Βέλγιο και την Γαλλία, ενώ σχεδίασαν μαζί, και έφεραν εις πέρας, μια σειρά αντάρτικων επιθέσεων υψηλού επιπέδου. Μεταξύ του 1923 και του 1930, τα χρόνια της δικτατορίας του Primo de Rivera, αποτελούσαν έναν μόνιμο πονοκέφαλο για το καθεστώς, μιας και ήταν η ισχυρή αναρχοσυνδικαλιστική CNT (Confederación Nacional de Trabajadores — με τα 250.000 μέλη) η οργάνωση στην οποία ανήκαν.

Συνέχεια

Ζωή και δράση του επαναστάτη Μαρίνου Αντύπα…


Ο Μαρίνος Αντύπας, γιος του Σπύρου Αντύπα, μαραγκού, γλύπτη και τεχνίτη μαρμάρου, και της Αγγελίνας Κλαδά, γεννιέται το 1872 στα Φε-ρεντινάτα, ένα μικρό ορεινό χωριό της περιοχής Πυλάρου στην Κεφαλλονιά. Η πολυμελής οικογένειά τους (λέγεται ότι από τα πολλά παιδιά της οικογένειας επιζούν μόνο ο Μαρίνος και δύο μικρότερα αδέλφια του, ο Μπάμπης ή Μπαούτας και η Αδελαΐδα) περνά μια μετρημένη και δύσκολη ζωή, καθώς φαίνεται ότι δεν σχετίζεται παρά το κοινό της επώνυμο με τις παλιές εύπορες οικογένειες της περιοχής. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, και σε αναζήτηση καλύτερης τύχης, σύντομα εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα της Κεφαλλονιάς, το Αργοστόλι.

Εκεί, κατά τη σχολική χρονιά 1882-83, ο μικρός Μαρίνος εγγράφεται στο ελληνικό σχολείο, το σχολαρχείο, και μετέπειτα παρακολουθεί το γυ-μνάσιο, απ’ όπου και αποφοιτά τον Ιούνη του 1890 με εξαίρετες επιδόσεις και διαγωγή «αξιέπαινη». Σα μαθητής ακόμη, έρχεται σ’ επαφή με τη ριζοσπαστική παράδοση του τόπου του· παρά το ότι εκείνα τα χρόνια το προοδευτικό κίνημα του νησιού ατονεί, οι ιδεολογικές καταβολές του ριζοσπαστικού ενωτικού κόμματος της Κεφαλλονιάς στιγματίζουν τη σκέψη και διαποτίζουν μια για πάντα την ιδεολογία του Αντύπα.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1890, βρίσκεται στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική Σχολή, χωρίς ποτέ, τελικά, να κατορθώσει να αποπερατώσει τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο του νομικού. Τότε είναι που για πρώτη φορά γνωρίζεται με προοδευτικούς κύκλους και το σο-σιαλιστικό ρεύμα της εποχής.

Γράφει ο Χρ. Βραχνιάρης: «Στο σοσιαλισμό μυήθηκε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη Νομική Σχολή. Έρχεται σ’ επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους που επηρεάζονται από το Σταύρο Καλλέργη, γίνεται μέλος του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου και αναπτύσσει πολύπλευρη δραστηριότητα». Δημοσίευμα της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» επιβεβαιώνει τη σχέση του Αντύπα με τον «Σοσιαλιστικό Σύλλογο»· αναφέρεται σε φύλλο της 1.3.1896: «Περί τα μέσα του 15ημέρου τούτου εν Βιτρινίτση ο σοσιαλιστής Μ. Αντύπας, φοιτητής της Νομικής, ωμίλησε ενώπιον 200 περίπου προσώπων αναπτύξας τας σοσιαλιστικάς αυτού ιδέας…».

Το 1896, συμμετέχει ως εθελοντής μαζί με συμφοιτητές του στην επα-νάσταση που ξεσπά στην Κρήτη, και το 1897, τραυματισμένος στο στήθος, επιστρέφει στην Αθήνα. Επηρεασμένος βαθύτατα από την έκβαση της Κρητικής Επανάστασης αλλά και την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Θεσσαλία και συνειδητοποιώντας τον αντιλαϊκό ρόλο της μοναρχίας και των μεγάλων δυνάμεων, ξεκινά την έντονη κριτική του.

Συνέχεια

Ιουλιανά 1965: Η αποτύπωση και η ερμηνεία των συμβάντων διαμαρτυρίας στο τύπο της Δεξιάς. Οι περιπτώσεις της «Καθημερινής» και της «Βραδυνής»…


Του Κωνσταντίνου Λαμπράκη*

Στις 15 Ιουλίου του 1965, στις 7.00 το απόγευμα, ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ), Γ. Παπανδρέου συναντήθηκε στα ανάκτορα με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο. Λίγα λεπτά αργότερα αποχώρησε έχοντας υποβάλλει την παραίτηση του. Στις 8.30 είχε ήδη ορκιστεί ο πρώτος πυρήνας της νέας κυβέρνησης, με επικεφαλής τον βουλευτή της ΕΚ, Γεώργιο Αθανασιάδη- Νόβα. Η ημερομηνία αυτή, έχει μείνει στην ιστοριογραφία ως η αφετηρία των «Ιουλιανών». Μέχρι και τις 24 Σεπτεμβρίου του 1965, όπου η κυβέρνηση Στεφανόπουλου κατάφερε να λάβει την ψήφο εμπιστοσύνης με 152 ψήφους, είχαν ήδη κατατεθεί 3 εντολές σχηματισμού κυβέρνησης και 2 κυβερνήσεις είχαν καταψηφισθεί στην βουλή.

Βέβαια, στις 70 ήμερες που μεσολάβησαν, το τόνο έδωσε η μαζική κοινωνική πίεση με κυρίαρχο αίτημα την πτώση των κυβερνήσεων των «αποστατών», όπως σχηματικά αποκαλέστηκαν, και την εντολή στον αρχηγό του κόμματος της πλειοψηφίας ή την προκήρυξη εκλογών. Στην διάρκεια των 70 ημερών έλαβαν χώρα πολλές δεκάδες κινητοποιήσεις πανελλαδικά, αρκετές από αυτές μαχητικές, οι όποιες στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν με την βία και την καταστολή. Οι συλληφθέντες των «70 ημερών» έφτασαν τους εκατοντάδες, σε μεγάλο ποσοστό από αυτούς απαγγέλθηκαν κατηγορίες ή προφυλακίστηκαν, μεταξύ αυτών και κορυφαία συνδικαλιστικά στελέχη. Εκατοντάδες ήταν και οι τραυματίες των διαδηλώσεων, στις οποίες υπήρξε και ένας νεκρός, ο Σωτήρης Πέτρουλας , 23 ετών, φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής.

Η αιχμή των κινητοποιήσεων και ταυτόχρονα η αφορμή για τις συγκρούσεις διαδηλωτών-αστυνομίας ήταν η πορεία (και η αποτροπή αυτής) προς την Βουλή. Οι πορείες στο κέντρο της Αθήνας κατά τα Ιουλιανά, κατά κανόνα1,λάμβαναν χώρα μετά το πέρας συγκεντρώσεων που καλούσαν συνδικαλιστικοί φορείς και δημοκρατικές οργανώσεις (συνήθως η ΕΦΕΕ, Ομοσπονδία εργατών τύπου, Οικοδόμοι, Ένωση δημοκρατικών δικηγόρων, πρ. διοίκηση ΓΣΕΕ μέχρι και τον ανασχηματισμό της την 19 Αυγούστου) είτε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, είτε στα παρακείμενα θέατρα της Ιπποκράτους, είτε λιγότερο συχνά, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Μετά το τέλος των συγκεντρώσεων, στις περισσότερες των περιπτώσεων, συγκροτούταν πορεία των συγκεντρωμένων με κατεύθυνση την πλατεία Ομονοίας. Όταν οι πορείες έφθαναν στην πλατεία μερίδα των διαδηλωτών επιχειρούσε να ανέλθει την Σταδίου με κατεύθυνση το Σύνταγμα όπου και βρίσκονταν μπλόκα της αστυνομίας είτε στο ύψος της σημερινής πλ. Κοραή, είτε στην συμβολή Χρ. Λαδά και Εδ. Λω, κάποιες φορές και πιο χαμηλά προς Ομόνοια, στην Εμμ. Μπενάκη. Οι σφοδρότερες συγκρούσεις των διαδηλωτών με την αστυνομία στις 21 Ιουλίου (όπου σκοτώθηκε ο Σ. Πέτρουλας) , στις 19 Αυγούστου και 20 Αυγούστου του 1965, ακολουθούσαν το υπόδειγμα που περιγράφτηκε παραπάνω και δυναμιτίζονταν από την προσπάθεια της αστυνομίας να μπλοκάρει την πορεία των διαδηλωτών προς την Βουλή και να διαλύσει βίαια την συγκέντρωση.

Συνέχεια

Detroit: επιστροφή στην Πόλη – Φάντασμα…


Aπό τον Giorgos P., editor στο Basketball Guru (@b_ballguru)

Στο Ντιτρόιτ δεν υπήρχε ποτέ κόσμος, παρόλο που σε ιδανικές συνθήκες θα μπορούσε να είναι ένα πολύ όμορφο μέρος. Βρίσκεται επάνω σε ποτάμι , στην απέναντι όχθη του οποίου είναι ο Καναδάς. Φανταστείτε απέναντι από το Σύνταγμα να υπήρχε μία άλλη χώρα. Οι δύο πλευρές ενώνονται με ένα υπόγειο τούνελ, στο τέλος του οποίου είναι ο έλεγχος διαβατηρίων. Συχνά πυκνά το περνούσαμε, καθώς τα δικαιώματα πολλών αγώνων ελληνικών ομάδων τα εξασφάλιζε μέσω δορυφόρου μία καφετέρια του Ουίνδσορ, της πόλης που βρισκόταν στην άλλη όχθη. Δεν ξέρω αν ήταν νόμιμο, αλλά ο ιδιοκτήτης εκεί έβαζε εισιτήριο για έναν αγώνα ευρωλίγκα ή κάποιον άλλον του τσάμπιονς λιγκ. Η διαδρομή από τα προάστια του Ντιτρόιτ (όπου μέναμε) δεν ήταν μικρή, αλλά τουλάχιστον εκεί μπορούσαμε να περπατήσουμε σαν άνθρωποι. Στο κέντρο της πόλης – φάντασμα κάτι τέτοιο φάνταζε μάλλον αστείο.

Detroit…

Στο κέντρο της πόλης οι σύγχρονοι και τεράστιοι ουρανοξύστες διαδέχονταν (και υποθέτω διαδέχονται) εκθεσιακά κέντρα και ξενοδοχεία, ενώ υπάρχουν κάποια ελάχιστα χαμηλότερα σπίτια και κατοικίες, γήπεδα και λίγα θέατρα. Όλα χωρίζονται μεταξύ τους με μεγάλους δρόμους και πλατείες, και κάπου ανάμεσα τους υπάρχει ένα υπερυψωμένο τρενάκι, από εκείνα που βλέπαμε σε παλιές ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Καθώς κανείς προχωρά προς το ποτάμι, ο χώρος ανοίγει, ο ουρανός αρχίζει να φαίνεται και ένα σχετικά μεγάλο πάρκο καταλήγει στην όχθη. Η εικόνα έρχεται σε έντονη αντίθεση με την εγκατάλειψη. Ανάμεσα σε όλα αυτά κυκλοφορούσαν τότε ελάχιστοι, τα ισόγεια των κτιριών δεν είχαν παρά λίγα μαγαζιά και οι όποιες βόλτες περιορίζονταν σε μερικά μέτρα. Αν έβλεπε κανείς λίγο παραπάνω κόσμο, ήταν διοτι ενδεχομένως υπήρχε μια συναυλία ή ένας αγώνας , που πάντως σίγουρα δεν είχε σχέση με μπάσκετ. Μέχρι και φέτος, στο Ντιτρόιτ αγωνίζονται οι Tigers, οι Lions και οι Redwings, με τους δύο πρώτους να είναι παραδοσιακά στον πάτο των πρωταθλημάτων του μπέιζμπολ και του αμερικάνικου φούτμπολ. Οι Redwings στο χόκει είναι μία άλλη, καλύτερη ιστορία.

Όταν οι τρεις ομάδες ειχαν αγώνα , το κέντρο γέμιζε με λευκούς. Και το πρωί υπήρχαν τέτοιοι, αλλά ήταν μονίμως κλεισμένοι στα γυάλινα κτήρια ή τα ξενοδοχεία. Ενα ματς αποτελούσε μία καλή ευκαιρία να αφήσουν την άνεση των προαστιών και να κατέβουν μια βόλτα στην χώρα των μαύρων, να φορέσουν τα καπελάκια τους, να πιουν δυο μπιρίτσες, και ύστερα να επιστρέψουν στους καναπέδες τους, αφήνοντας ξανά τα συντρίμμια στην ησυχία τους. Τα πρώτα οκτώ μίλια από το ποτάμι και προς τα έξω ανήκαν και ανήκουν σε αυτούς που έφτυσαν οι καιροί. Δεν είναι για να μπλεκόμαστε παραπάνω.

Συνέχεια

Το ΟΧΙ του ιταλικού λαού…


Του Davide Costa Curcuruto

Το δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος έληξε και ο ιταλικός λαός γύρισε πίσω με 59,11%, τη συνταγματική μεταρρύθμιση, που γράφτηκε από την κυβέρνηση Renzi και την επιθυμούσαν στη πραγματικότητα όλες οι ισχυρές εθνικές και διεθνείς δυνάμεις: εξέφραζε δημόσια την επιθυμία της πρεσβείας του Ναι (των ΗΠΑ), της γερμανικής κυβέρνησης, του επικεφαλής της ΕΚΤ και του Συνδέσμου Ιταλών Βιομηχάνων.

Πρόκειται για ένα Όχι που παίρνει ακόμα πιο ισχυρή και σημαντική αξία λαμβάνοντας υπόψη τον βομβαρδισμό των μέσων ενημέρωσης και την πολιτική θύελλα που επικρατούσε τους τελευταίους μήνες στη χώρα μας: τηλεόραση, λεωφορεία, youtube, facebook, αφίσες, δεν υπήρχε τίποτα που να μην καλούσε να ψηφίσουμε Ναι.

Το Δημοκρατικό Κόμμα, το έμβλημα των χειρότερων μεταμορφώσεων της σοσιαλδημοκρατίας, σήμερα (στις 4 Δεκέμβρη), ψήφησε σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το καπιταλιστικό σύστημα και, όπως είχε δηλώσει, η επιτυχία αυτής της μεταρρύθμισης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την τύχη της κυβέρνησής του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ως εκ τούτου δεν αποτελεί έκπληξη ούτε είναι αξιέπαινη η παραίτηση του πρωθυπουργού Matteo Renzi, η οποία  ανακοινώθηκε λίγο μετά την δημοσιοποίηση των πρώτων αποτελεσμάτων.

Συνέχεια