Μάριος Πλωρίτης: Οι «αντιδραστικοί» και οι άλλοι…


Πάγια «πάθη», άλλοτε και τώρα

Κείμενο: Μάριος Πλωρίτης

ΤΟ ΒΗΜΑ δημοσίευσε μια συνέντευξη του ονομαστού Γερμανοαμερικανού κοινωνιολόγου Άλμπερτ Χίρσμαν στον Nouvel Observateur με την ευκαιρία της γαλλικής έκδοσης του δοκιμίου του Δύο αιώνες αντιδραστικής ρητορείας. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, αλλ’ απ’ τη συνέντευξη προβαίνει καθαρά η ανάλυση της λογικής των αντιδραστικών, που κατακρίνουν τη δημοκρατία και τους προοδευτικούς με το επιχείρημα πως «η ελευθερία οδηγεί στη σκλαβιά, η δημοκρατία στην τυραννία και η κοινωνική προστασία στην ασυδοσία ή την οκνηρία».(Πόσο απέχει αυτή η «θέση» απ’ το διαβόητο σύνθημα του «Μεγάλου Αδελφού»στο 1984 του Όργουελ, «Ο πόλεμος είναι ειρήνη / Η ελευθερία είναι σκλαβιά / Η άγνοια είναι δύναμη»;).

Νίκος Εγγονόπουλος. Ομηρικό με τον ήρωα, 1938, Λάδι σε καμβά, 130,5 Χ 125 εκ., Ιδιωτική συλλογή
Νίκος Εγγονόπουλος. Ομηρικό με τον ήρωα, 1938, Λάδι σε καμβά, 130,5 Χ 125 εκ., Ιδιωτική συλλογή

Φυσικά, όπως το προσδιορίζει ο τίτλος του βιβλίου, ο συγγραφέας ασχολείται μόνο με τους φιλοσόφους και πολιτειολόγους των δύο τελευταίων αιώνων. Αλλά θα μπορούσε να παρατηρηθεί πως και σ’ αυτό -το αντιδραστικό- πεδίο «πρώτοι διδάξαντες» ήταν Έλληνες – και διόλου αμελητέοι:

Όπως στην αρχαία Ελλάδα γεννήθηκε κι αναπτύχθηκε απαρομοίαστα η φιλοσοφία και η λατρεία της δημοκρατίας, εκεί ασκήθηκε όχι μόνο η πιο έντονη κριτική της, αλλά και η ολοκληρωτική άρνησή της.

Η πρώτη -η φιλοσοφία της δημοκρατίας- είναι πασίγνωστη και απαράμιλλη. Η δεύτερη -η κριτική της δημοκρατίας- δικαιωνόταν, απ’ τη μια επειδή είχαν σημειωθεί σημαντικές παραβιάσεις και καταχρήσεις της δημοκρατίας που υπονόμευαν τη λειτουργία της -, απ’ την άλλη επειδή οι κριτές, όντας γνήσιοι δημοκράτες, αποσκοπούσαν ειλικρινά, με την κριτική τους, στην αποκατάσταση των δημοκρατικών λειτουργιών και στη βελτίωση της δημοκρατικής πρακτικής. Ο Ευριπίδης κι ο Αριστοφάνης, ο Θουκυδίδης κι ο Ισοκράτης, ο Δημοσθένης και ο Αριστοτέλης από μιαν άποψη, στηλιτεύουν τη φαλκίδευση της δημοκρατίας απ’ τους δημαγωγούς αλλά κι απ’ τους άκριτους πολίτες που, χέρι με χέρι, σπέρνουν «ακολασία», «αναρχία», «ανομία» και απεργάζονται τον όλεθρο του πολιτεύματος και της πολιτείας ολόκληρης. Αλλά η κριτική τους φιλοδοξεί τη σωτηρία της δημοκρατίας, όχι την κατάλυσή της.

Σ’ αυτήν ίσα-ίσα την κατάλυση αποσκοπούν οι εκπρόσωποι της τρίτης κατηγορίας, που δεν είναι λιγότερο περιώνυμοι απ’ τους προμάχους της.

Δεν θ’ ανατρέξω σε «παλιοκαιρίτες» όπως ο («αριστοκράτης», λέει, από καταγωγή) ποιητής Θέογνις από τα Μέγαρα του Στ αιώνα. Που, στις Ελεγείες του, «έλουζε» αδιάκοπα τον «δήμο», τον λαό, αποκαλώντας τον «κενεόφρονα» (άμυαλο), «φιλοδέσποτον» (σκλαβόψυχο), που «πρέπει να τον καβαλάς με κλωτσιές και να τον τσιμπάς με βουκέντρα σουβλερή» {Α, 847) και άλλα θρεπτικά παρόμοια.

Θα φτάσω ίσια στον Σωκράτη, που αμφισβητούσε τις ίδιες τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος – όπως είχε διαμορφωθεί στην Αθήνα του Ε’ αιώνα και είχε αναλυθεί και υμνηθεί μοναδικά απ’ τον Θουκυδίδη στον Επιτάφιο.

Εύγλωττη είναι η στιχομυθία Σωκράτη – Αλκιβιάδη, που μνημονεύει ο Αιλιανός:

«Ο νεαρός Αλκιβιάδης αγωνιούσε και φοβόταν πολύ να παρουσιαστεί (και να μιλήσει) στην εκκλησία του δήμου. Κι ο Σωκράτης, για να του δώσει θάρρος και για να τον φιλοτιμήσει, του είπε: «Λεν περιφρονείς εκείνον εκεί τον παπουτσή;» και είπε το όνομά του. Κι όταν το παραδέχτηκε ο Αλκιβιάδης, ο Σωκράτης συνέχισε: «Κι εκείνον τον τελάλη ή τον σκηνοράφτη;». Κι όταν το ομολόγησε ο νέος, είπε ο Σωκράτης: «Ο δήμος των Αθηναίων από κάτι τέτοιους απαρτίζεται. Κι αν περιφρονείς έναν έναν χωριστά, πρέπει να τους περιφρονείς κι όταν είναι όλοι μαζί»». 1. [ Ποικίλη ιστορία, Β.1.]

Κι αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί επινόηση ενός ανεκδοτολόγου που έζησε οχτώ αιώνες μετά τον Σωκράτη, υπάρχουν οι αναντίρρητες μαρτυρίες του εγκυρότατου και περίπυστου μαθητή του – του Πλάτωνα, φυσικά. Στον Πρωταγόρα, λ.χ., ο Σωκράτης λέει περίπου τα ίδια:

«Όταν μαζευόμαστε στην εκκλησία του δήμου, κάθε φορά που είναι να καταπιαστεί η πολιτεία με κάποιο οικοδομικό έργο, φωνάζουν τους αρχιτέκτονες να δώσουν τη συμβουλή τους για τα οικοδομήματα’ όταν πάλι είναι να ναυπηγήσουν πλοία, τους ναυπηγούς, το ίδιο και για όλα τα’ άλλα, όσα πιστεύουν ότι μπορεί κανείς να τα μάθει και να τα διδάξει… Αντίθετα, κάθε φορά που το θέμα της συνεδρίασης έχει σχέση με τα γενικά συμφέροντα της πολιτείας, παίρνει το λόγο και δίνει την συμβουλή του χωρίς καμιά διάκριση ο ξυλουργός, ο χαλκιάς κι ο τσαγγάρης, ο εισαγωγέας κι ο καραβοκύρης, ο πλούσιος κι ο φτωχός, ο αριστοκράτης κι ο άνθρωπος του λαού· όμως κανείς δεν τους βάζει μπροστά επειδή μπαίνουν στη μέση και δίνουν συμβουλές, ενώ δεν πήγαν σε κανένα σχολείο ούτε είχαν κανένα δάσκαλο, ολοφάνερα επειδή πιστεύουν ότι αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να διδαχθούν»2. [Πρωταγόρας, 319β. Μετάφρ. Ηλ. Σπυρόπουλου, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών 1975.]

Κι ο Σωκράτης-Πλάτων δεν παύει να διαλαλεί πως αξία και σημασία δεν έχει τι λένε οι πολλοί, αλλά ο «επαΐων», ο γνώστης, «ο εις και αυτή η αλήθεια» {ο ένας που είναι η γλώσσα της αλή-θειας).3. [Από τον νεανικό Κρίτωνα (48α)ως τους γεροντικούς Νόμους (Γ, 690β κ.λπ.).

Και στον (φιλομοναρχικό) Πολιτικό του, φτάνει να πει πως «το άριστο είναι να ισχύουν όχι οι νόμοι, αλλ’ ο βασιλικός άνδρας, ο προικισμένος με σύνεση» («το δ’ άριστον ου τους νόμους εστίν ισχύειν αλλ’ άνδρα τον μετά φρονήσεως βασιλικόν»). Κι αυτός ο «βασιλικός ανήρ» έχει το δικαίωμα «να σκοτώνει και να εξορίζει μερικούς, καθαρίζοντας την πολιτεία για το καλό της»! 4.  [Πολιτικός, 293c, 294a. Μετάφρ. Η. Λάγιου, Ζαχαρόπουλος 1955.]

(Ποιο άλλο είναι το «επιχείρημα» των τυράννων, δικτατόρων και των συν αυτοίς, που αναγορεύουν τη θέλησή τους υπέρτατο νόμο;).

Τη συλλογιστικήν ακριβώς αυτήν είχε εφαρμόσει ο άλλος μαθητής του Σωκράτη, ο διαβόητος Κριτίας, που ευαγγελιζόταν:

«Λεν επιτρέπεται σ’ εκείνους που θέλουν να είναι ανώτεροι από τους άλλους, να μην εξοντώνουν όσους μπορούν να τους εμποδίσουν».5. [Ξενοφών, Ελληνικά, Β,γ,16.]

Και συνεπής στον εαυτό του, όταν έγινε ο κορυφαίος από τους Τριάκοντα Τυράννους (μετά την ήττα της Αθήνας απ’ τη Σπάρτη, το 404), αναδείχθηκε «ο πιο αρπακτικός και βίαιος και φονικός απ’ όλους τους ολιγαρχικούς», καθώς ομολογεί ο «συμμαθητής» του (ολιγαρχικός, ωστόσο) Ξενοφών. 6. [Απομνημονεύματα, Α,β,12.] Ο «ευγενής» και «ανώτερος» και «φιλοσοφημένος» Κριτίας, παίρνοντας τη «βασιλική» εξουσία (και μάλιστα, χάρη στα όπλα των εχθρών της πατρίδας του) αρίστευσε τόντι – σε λεηλασίες, βιαιοπραγίες και κακουργήματα…

Δεν χρειάζεται να πω με πόση ευθύβολη ευγλωττία έχουν αντικρουσθεί, από Έλληνες πάλι, αυτά τα αντιδημοκρατικά και αυταρχικά και μοναρχικά.

Ο κορυφαίος σοφιστής Πρωταγόρας, στον φερώνυμο πλατωνικό διάλογο, απαντά στον Σωκράτη με τον «πολιτικό μύθο» του και όπου λέει πως «δεν μπορούν να σταθούν οι πολιτείες, αν -όπως γίνεται στα άλλα επαγγέλματα- λίγοι έχουν μερίδιο σ’ αυτές» («ου γαρ αν γένοιντο πόλεις, ει ολίγοι αυτών μετέχουσι, ώσπερ άλλων τεχνών»). Και συμπληρώνει: «Όταν είναι να δώσουν γνώμη (οι Αθηναίοι) για θέμα που χρειάζεται πολιτική αξιοσύνη, και που πρέπει απ’ την αρχή ώς το τέλος να το πραγματευθούν με δικαιοσύνη και σωφροσύνη, δίνουν το ελεύθερο να μιλήσει ο καθένας, και μ’ όλο τους το δίκιο· γιατί πρέπει όλοι να ‘χουν το μερίδιό τους σ’ αυτή την αρετή, αλλιώς δεν στέκονται οι πολιτείες»7.

Και διεξοδικότερα και καιριότατα, ο μαθητής του μαθητή του Σωκράτη -ο πανεπιστήμων Αριστοτέλης- ανατρέπει τον σωκρατικό «εκλεκτικισμό» με το γνωστό και θεμελιακό επιχείρη-μά του:

«Οι πολλοί, που ο καθένας τους χωριστά δεν είναι αξιόλογος, ενδεχόμενο όλοι μαζί να είναι καλύτεροι από τους ξεχωριστούς πολίτες, όχι σαν άτομα, αλλά σαν σύνολο… Γι’ αυτό και οι πολλοί κρίνουν πιο σωστά» («Κρίνουσιν άμεινον οι πολλοί»). Και παρακάτω: «Είναι δίκαιο οι πολλοί να αποφασίζουν κυριαρχικά για τα πιο σοβαρά ζητήματα» («Δικαίως κύριον είναι μειζόνων το πλήθος»). 8. [Πολιτικά, Γ, 6, 1281β, 1, 98 και 40. Μετάφρ. Β. Μοσκόβη, Καρατζάς 1989.]

Και στον ισχυρισμό πως οι δημοκρατίες οδηγούν σε τυραννίες και καταστροφές, αντιτείνει:

«Οι δημοκρατίες είναι πιο ασφαλείς από τις ολιγαρχίες. Οι πολλοί δηλαδή είναι πιο ισχυροί και αγαπούν το πολίτευμά τους περισσότερο, αφού τους εξασφαλίζει την ισότητα. Αντίθετα, οι πλούσιοι, όταν το πολίτευμα τους δίνει υπεροχή, φέρνονται αλαζονικά και ζητούν περισσότερα προνόμια». Και γι’ αυτό, «πιο ασφαλής και περισσότερο απαλλαγμένη από επαναστάσεις είναι η δημοκρατία παρά η ολιγαρχία» («ασφαλεστέρα και αστασίαστος μάλλον η δημοκρατία της ολιγαρχίας»). 9. [Πολιτικά, Γ Ό.π., Ε, 6, 1307α, 18 και Ε, 1, 1302α.]

Εφ’ ω και «τα πολιτεύματα που διαρκούν λιγότερο χρόνο, είναι η ολιγαρχία και η τυραννία» («Πασών των πολιτειών ολιγοχρονιώτεραι ολιγαρχία και τυραννίς»). 10. [Πολιτικά, Γ Ό.π., Ε,9,1315β,11.]

Συνακόλουθα, χωρίς τη συμμετοχή των πάντων στις αποφάσεις για τις τύχες της πολιτείας, καταλύεται η ίδια η έννοια του πολίτη:

«Πολίτης, με την πιο ακριβή σημασία του όρου, είναι εκείνος που έχει το δικαίωμα να γίνεται δικαστής και άρχοντας» («Πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής»). 11. [Πολιτικά, Γ Ό.π., Γ,1,1275α,22.]

Όσο για τα «πάθη» της δημοκρατίας από διάφορους φορείς και «συμφορείς» της, εφαρμόζεται και σ’ αυτήν εκείνο που λέει ο άλλος μεγάλος σοφιστής, ο Γοργίας, για τη ρητορική τέχνη:

«Λεν είναι κακοί οι δάσκαλοι, ούτε η τέχνη, ούτε φταίει εκείνη, αλλά φταίνε όσοι κάνουν κακή χρήση της» («Ούκουν οι διδάξαντες πονηροί ουδέ η τέχνη ούτε αιτία ούτε πονηρά, αλλ’ οι μη χρώμενοι ορθώς»). 12 [Πλάτων, Γοργίας, 457α.]

Μόνο που, στον καιρό μας, οι κακοί χρήστες και καταχραστές της δημοκρατίας έχουν πληθύνει τόσο, που αναρωτιέσαι ποια «φωτιά» μπορεί να ισιώσει αυτά τα «μη ορθώς χρώμενα» στραβά ξύλα…

Δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ», 5.5.91.

ΠΗΓΗ: ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ, 1989-2004, ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ. ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ (1989-1992). ΕΠΙΛΟΓΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ. ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗ ΣΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/03/31/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BB%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CE%BA/

Η Στάση του Σωκράτη στον Επερχόμενο Θάνατο…


Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

«Εμένα δε με ενδιαφέρει ο θάνατος. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μη διαπράξω κάτι άδικο κι ανόσιο.»[1]σελ.67

«Δεν υπάρχει για τον καλό άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθάνει.»[1]σελ.91

Ο Σωκράτης ίσως έγινε πιο γνωστός για αυτά που έκανε, παρά για αυτά που έλεγε. Η θανάτωσή του συχνά θεωρείται σαν ένα μεγάλο έγκλημα των Αθηναίων κατά της ελευθερίας του λόγου και μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της Ιστορίας. Γιατί ακόμα και να εντάξουμε την δίκη και την εκτέλεσή του στο ιστορικό πλαίσιο μιας δημοκρατίας που προσπαθούσε να επανακαθοριστεί, έχοντας μόλις βγει από την άκρως απολυταρχική κυριαρχία των Τριάντα Τυράννων, και που γι’ αυτό ήθελε να εξαφανίσει κάθε ίχνος του τραγικού πρόσφατου παρελθόντος της με την εξόντωση κάθε ύποπτου για αντι-δημοκρατικά πιστεύω πνευματικού ανθρώπου (ο Σωκράτης είχε κακές παρέες), πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε ένα τόσο αχρείαστο θάνατο, ενός φιλοσόφου που θα κατέληγε να θεωρείται ο πατέρας της δυτικής φιλοσοφίας; Η εκτέλεσή του σημάδεψε τους μαθητές του, και πιο σημαντικά, τον Πλάτωνα, στο έργο του οποίου η παρουσία του δασκάλου του κυριαρχεί. Η κύρια πηγή που έχουμε για το τι ειπώθηκε στη δίκη είναι η Απολογία Σωκράτους που έγραψε ο Πλάτωνας. Το έργο γράφτηκε λίγα χρόνια μετά τη δίκη, και φυσικά δεν είναι μια ακριβής λέξη προς λέξη περιγραφή της ομιλίας του Σωκράτη, αλλά επειδή κατά τη συγγραφή του το θέμα ήταν νωπό στη μνήμη των Αθηναίων και πολλοί από τους παρόντες στη δίκη σίγουρα είχαν πρόσβαση στο Πλατωνικό κείμενο, θεωρείται αξιόπιστη πηγή, όσον αφορά τα κεντρικά σημεία υπεράσπισης και το πνεύμα των περιστατικών που εξελίχτηκαν.

Giambettino Cignaroli - The Death of Socrates (18ος αιώνας)
Giambettino Cignaroli – The Death of Socrates (18ος αιώνας)

Μεγάλο ρόλο στην επιρροή που είχαν τα τελευταία γεγονότα της ζωής του φιλοσόφου έπαιξε η στάση του απέναντι στον θάνατο που ήξερε ότι ερχόταν. Ο Σωκράτης είχε πολλές ευκαιρίες να γλιτώσει. Θα μπορούσε να φύγει από την πόλη με το που έμαθε την κατηγορία εναντίον του, αφού σίγουρα ήξερε ότι δεν είχε πολλές ελπίδες ενάντια σε ένα καθεστώς που δεν ενδιαφερόταν τόσο για την αλήθεια όσο για το πώς θα βρει τρόπο να εξωραΐσει τα δικά του εγκλήματα και να καλύψει την εκδικητικότητά του με την πρόφαση της κατηγορίας του αθεϊσμού. Η φυγή ήταν συνηθισμένη ενέργεια όταν η αθώωση ήταν αμφίβολη˙ αυτήν επέλεξε και ο Αριστοτέλης αργότερα, όταν κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδων τον Ιεροφάντη για ασέβεια προς τους θεούς αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και έφυγε για την Χαλκίδα.

Ο Σωκράτης λοιπόν εμφανίστηκε στη δίκη του για να αντιμετωπίσει το κατηγορητήριο αλλά και αυτό που παρουσιάζει ο ίδιος σαν την πραγματική αιτία της θανάτωσής του, την κακοφημία και τις συκοφαντίες που λέγονταν εις βάρος του, που προέρχονταν από μίσος επειδή έδειχνε, για αυτούς που παρίσταναν τους σοφούς, ότι δεν ήξεραν τίποτα. Στην απολογία του (όπως μας την αφηγούνται ο Πλάτωνας αλλά και ο Ξενοφώντας), έδειξε προκλητική και ειρωνική στάση απέναντι στους κατήγορούς του και στους δικαστές, αλλά και περηφάνια και θάρρος.

Δικαιολόγησε τον βίο του λέγοντας πως ο θεός τον πρόσταζε να έχει τη στάση ζωής που είχε, και πάντα έκανε ό,τι αυτός όριζε, κατά τη δική του πάντα αντίληψη, όπως του φανερώνονταν «με χρησμούς και με όνειρα και με κάθε τρόπο, με τον οποίο κάθε θεϊκή ύπαρξη ορίζει οτιδήποτε στους ανθρώπους να πράττουν»[1]σελ.69, είτε όταν ζούσε φιλοσοφώντας και εξετάζοντας τον εαυτό του και τους άλλους είτε κατά τη δίκη του. «Υπάρχει μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο… Πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω, και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα.»[1]σελ.65. «Εκείνοι ονομάζουν αυτούς που προλέγουν το μέλλον με σημεία ‘πουλιά’, ‘μύθους’, οιωνούς’ και ‘μάντεις’, ενώ εγώ το ονομάζω ‘δαιμόνιο’»[3]σελ.135. Το δαιμόνιό του πάντα τον εμπόδιζε αν ήταν να κάνει κάτι που δεν ήταν σωστό, αλλά δεν τον σταμάτησε ούτε όταν ξεκίνησε από το σπίτι του για να πάει στη δίκη, ούτε κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ενώ πολλές φορές ενώ μιλούσε τον ανάγκαζε να σωπαίνει. Γι’ αυτό και δεν ετοίμασε λόγο από πριν για να τον εκφωνήσει μπροστά στους δικαστές. «Δυο φορές κιόλας, που προσπάθησα να σκεφτώ την απολογία μου, το δαιμόνιο με απέτρεψε»[3]σελ.131. Γιατί να προετοιμαστεί εξάλλου αφού, όπως λέει, μιλάει στους δικαστές όπως μιλάει στην αγορά, με λόγια απλά και λέγοντας ειλικρινά αυτά που σκέφτεται; «Δε σου φαίνομαι ότι έχω περάσει τη ζωή μου μελετώντας την απολογία μου;…Επειδή έχω ζήσει χωρίς να κάνω ποτέ κάτι άδικο»[3]σελ.129. «Σωστά λοιπόν, οι θεοί με απέτρεψαν τότε να σκεφτώ τον λόγο μου»[3]σελ.133.

Σύμφωνα με αυτόν, ό,τι του συμβαίνει, είναι για το καλό του (και θέλημα θεού), κι ας θεωρείται από άλλους κακό. Και όπως θα ήταν λάθος να εγκαταλείψει τη θέση του στον πόλεμο (είχε πολεμήσει στην Ποτίδαια, στην Αμφίπολη και στο Δήλιο) αφού του το είχε ορίσει ο θεός αλλά και οι εκλεγμένοι από τους Αθηναίους άρχοντες, έτσι και τώρα θα έκανε πολύ άσχημα να ξεφύγει από τη δίκη του. Η συνεχείς αναφορές του στον θεό, φυσικά δεν είναι τυχαία, αφού ήθελε να διαψεύσει το κατηγορητήριο, που μιλούσε για αθεΐα.

Ο Σωκράτης σε τοιχογραφία (Μουσείο Εφέσου, Τουρκία, 1ος-5ος αιώνας)
Ο Σωκράτης σε τοιχογραφία (Μουσείο Εφέσου, Τουρκία, 1ος-5ος αιώνας)

Όσο για τον φόβο του θανάτου (όπως είδαμε κι αλλού), αυτός δεν αρμόζει στην φιλοσοφική ζωή, αφού υποδηλώνει ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο κακό, κάτι που ένας φιλόσοφος δεν μπορεί να νομίζει ότι γνωρίζει. Το να φοβάσαι τον θάνατο λοιπόν είναι σαν να παριστάνεις ότι ξέρεις κάτι που δεν ξέρεις («Και δεν είναι αμάθεια αυτό επονείδιστη, το να νομίζει κανείς ότι γνωρίζει εκείνα που δεν γνωρίζει;»[1]σελ.57). Γιατί ένα από τα δύο είναι ο θάνατος: Είτε δεν είναι τίποτα και απλά όποιος πεθαίνει δεν έχει καμία συναίσθηση του γεγονότος, είτε συμβαίνει κάποια «μεταβολή και μετοίκηση της ψυχής από τον εδώ τόπο σε έναν άλλο». Είτε δηλαδή είναι σαν ύπνος χωρίς όνειρα, και η αιωνιότητα έτσι φαντάζει σαν μία μόνο νύχτα, είτε η αναχώρηση σε άλλο τόπο θα τον πάει εκεί που είναι όλοι οι νεκροί και όπου θα έβρισκε την παρέα του Ομήρου, του Ορφέα και του Ησίοδου. «Εγώ πάντως, πολλές φορές θα ήθελα να πεθάνω αν όλα αυτά αληθεύουν»[1]σελ.89. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Σωκράτης αδιαφορούσε για τη ζωή ή ότι δεν την χαιρόταν, αντιθέτως έλεγε πως έζησε την καλύτερη δυνατή ζωή και μάλιστα χάρη στους νόμους και τους πολίτες της Αθήνας (και την αυτοκτονία τη θεωρούσε ανεπίτρεπτη). Καλωσόριζε όμως τον θάνατο επειδή ήταν η κλιμάκωση της ζωής του, μένοντας συνεπής στην φιλοσοφία του και σε αυτά που έκρινε ότι ο θεός απαιτούσε από αυτόν. «Για μένα είναι φυσικό ένας άνθρωπος που αφιέρωσε πραγματικά τη ζωή του στη φιλοσοφία να μη λιποψυχεί την ώρα που πρόκειται να πεθάνει και να ευελπιστεί πως, όταν πεθάνει, θα έχει εκεί τα μεγαλύτερα αγαθά»[4]σελ.81.

Αυτό που θέλει είναι, όσο μπορεί, να ωφελήσει τους συμπολίτες του χωρίς να υπολογίζει τον κίνδυνο αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι αν η συμπεριφορά του είναι του καλού ή του κακού ανθρώπου˙ όχι η γνώμη του κόσμου. «Δεν υποχωρώ σε τίποτα που να είναι αντίθετο στο δίκαιο από το φόβο του θανάτου»[1]σελ.65.

«Αν με θανατώσετε, και είμαι πράγματι αυτός που λέω εγώ, δεν θα με βλάψετε τόσο όσο θα βλάψετε τους εαυτούς σας. Γιατί εμένα σε τίποτα δεν θα μπορούσαν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος [κατήγοροί του]. Δεν θα είχαν τη δυνατότητα, γιατί πιστεύω ότι δεν γίνεται ο χειρότερος άνθρωπος να βλάψει έναν καλύτερο. Θα μπορούσε βέβαια να με σκοτώσει ίσως ή να με εξορίσει ή και να μου στερήσει τα πολιτικά μου δικαιώματα. Αυτά τα πράγματα ίσως αυτός ή και κάποιος άλλος να τα θεωρεί μεγάλα κακά. Όχι όμως εγώ. Θεωρώ πολύ χειρότερο να κάνει κανείς ό,τι κάνει αυτός τώρα, προσπαθώντας να σκοτώσει άδικα έναν άνθρωπο. Τώρα λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, δεν απολογούμαι καθόλου για χάρη του εαυτού μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για χάρη σας, για να μην αμαρτήσετε, καταδικάζοντάς με, προς τον θεό, περιφρονώντας αυτό που σας έδωσε»[1]σελ.63.

Πηγή
Πηγή

Λίγο πριν κλείσει την υπεράσπισή του, και αφού έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον των κατηγοριών, εκφράζει την περιφρόνησή του για τα παρακάλια που συνηθίζεται να κάνουν οι κατηγορούμενοι σε αυτό το σημείο. Κάποιος άλλος, λέει, και ίσως και οι ίδιοι αυτοί στους οποίους απευθύνεται, μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του, για να γλιτώσει τις κατηγορίες, ότι «θα παρακαλούσε και θα ικέτευε τους δικαστές με πολλά δάκρυα, φέρνοντας στο βήμα και τα παιδιά του, για να τον λυπηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, και άλλους πολλούς συγγενείς και φίλους ενώ εγώ δεν θα κάνω τίποτα από όλα αυτά, παρόλο που διατρέχω, όπως φαίνεται, τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ίσως λοιπόν κανείς, αν αναλογιστεί αυτά τα πράγματα, να γίνει πιο σκληρός απέναντί μου και να οργιστεί γι’ αυτά και να δώσει με οργή την ψήφο του»[1]σελ.71. Ξέρει πολύ καλά λοιπόν ότι τα λεγόμενά του μπορεί να εξοργίσουν το ακροατήριό του και να είναι εις βάρος του. Αναφέρει ότι έχει τρεις γιους, «αλλά όμως κανέναν απ’ αυτούς δεν ανέβασα στο βήμα για να σας παρακαλέσω να με αθωώσετε. Γιατί λοιπόν δεν κάνω τίποτα απ’ αυτά; Όχι από υπεροψία, άνδρες Αθηναίοι, ούτε για να σας ντροπιάσω. Αν αντιμετωπίζω τον θάνατο θαρραλέα είναι άλλη υπόθεση. Για τη φήμη όμως, και τη δική μου και την δική σας και ολόκληρης της πόλης, δεν νομίζω ότι είναι πρέπον να κάνω τέτοια πράγματα. Δεν είναι πρέπον στην ηλικία μου αλλά και στο όνομα που έχω αποκτήσει, αληθινό ή ψεύτικο. Γιατί, υπάρχει η γνώμη ότι ο Σωκράτης σε κάτι διαφέρει από το πλήθος των ανθρώπων…Πολλές φορές έχω δει ανθρώπους, που όταν δικάζονται, ενώ πριν φαίνονταν σπουδαίοι, κάνουν πράγματα ανάρμοστα, σα να θεωρούν ότι θα πάθουν κάτι φοβερό αν πεθάνουν, ως εάν επρόκειτο να είναι αθάνατοι αν δεν τους σκοτώνατε εσείς. Τέτοιοι άνθρωποι μου φαίνεται πως ντροπιάζουν την πόλη»[1]σελ.73.

«Εκτός από το θέμα της φήμης, άνδρες, δεν μου φαίνεται ότι είναι δίκαιο να παρακαλεί κανείς τον δικαστή, ούτε παρακαλώντας τον να αθωώνεται, αλλά εξηγώντας του και πείθοντάς τον»[1]σελ.75. Γιατί ο δικαστής δεν βρίσκεται στη θέση που κατέχει για να απονείμει δικαιοσύνη κάνοντας χάρες, αλλά για να κρίνει και να εφαρμόζει τους νόμους. «Αν σας έπειθα παρακαλώντας σας, θα σας έκανα να παραβείτε τον όρκο σας, και θα ήταν σα να σας δίδασκα να μην πιστεύετε ότι υπάρχουν θεοί»[1]σελ.75. Ούτε στην ηλικία του αρμόζουν τα παρακάλια. Αν καταδικαστεί τώρα, το τέλος του θα είναι πιο εύκολο και ανώδυνο για αυτόν και τους φίλους του. Γιατί αν δεν πεθάνει τώρα, 70 χρόνων, τα γηρατειά θα τον κάνουν να ξεχνάει ό,τι έχει μάθει και να μαθαίνει δυσκολότερα, και θα τον βρουν οι αρρώστιες. Και αφού μέχρι τώρα έχει ζήσει ενάρετα και όπως αυτός ήθελε, και δεν θα αφήσει τίποτα δυσάρεστο ή άσχημο πίσω του, οι φίλοι του δεν θα έχουν κάτι για να λυπηθούν για το χαμό του. Προτιμάει το θάνατο από το να συνεχίσει να ζει ανελεύθερος, ή να ζητιανέψει για να κερδίσει χειρότερη ζωή από τον θάνατο[3]σελ.133.

Έχοντας λοιπόν ολοκληρώσει την απολογία του, έχει δείξει ανωτερότητα σε ένα δικαστήριο που έχει συνηθίσει να δέχεται παρακάλια (κάτι που ίσως φάνηκε υπεροπτικό και άρα προσβλητικό), έχει αντιμετωπίσει τον κατήγορό του Μέλητο με περιφρόνηση και ειρωνεία στην σύντομη ανάκρισή του (σε μια επιχειρηματολογία που μπορεί οι δικαστές να εξέλαβαν ως ρητορική επιδεξιότητα ενός ενόχου που θέλει να αποπροσανατολίσει το ακροατήριό του) και έχει κατηγορήσει τη δημοκρατικότητα του τότε πολιτεύματος και άρα, έμμεσα, και την αξίωση των δικαστών του να αποφασίσουν σωστά για τη μοίρα του (και είδαμε ότι στο φόντο της δίκης υπήρχε η υποψία σύμπλευσης του Σωκράτη με τους Τυράννους και με τον προδότη Αλκιβιάδη).

Ana Maria Edulescu - Socrates 3
Ana Maria Edulescu – Socrates 3

Η ψηφοφορία των 500 δικαστών έρχεται εις βάρος του με μόνο 30 ψήφους διαφορά, οπότε αποφασίζεται η ενοχή του Σωκράτη. Τώρα, απευθύνεται άλλη μια φορά στους ίδιους δικαστές για να προτείνει την ποινή που πιστεύει ότι του αξίζει, προσπαθώντας να τους πείσει να του την αποδώσουν (ο νόμος δεν όριζε ποινή για το αδίκημά του). Όμως αυτό δεν μπορεί να το κάνει, γιατί η πρόταση οποιασδήποτε ποινής θα ισοδυναμούσε με παραδοχή της ενοχής του.

Και τι εναλλακτική ποινή θα μπορούσε να προτείνει άλλωστε; Φυλάκιση; Αυτό θα σήμαινε να ζει σαν δούλος εκείνων που θα ορίζονταν φύλακές του. Χρηματική ποινή; Λεφτά ο ίδιος δεν είχε, άρα μέχρι να βρει θα έπρεπε να μείνει φυλακισμένος, που σημαίνει ότι θα έμενε στη φυλακή σαν δούλος μέχρι να πεθάνει. Εξορία; Όπου και να πήγαινε θα συναντούσε την ίδια αντιμετώπιση, και μάλιστα σε λιγότερο ευνομούμενη πόλη της Ελλάδας. Δεν θα μπορούσε να φύγει από την Αθήνα και «να ζήσει κάπου ήσυχα σωπαίνοντας», γιατί αυτό θα σήμαινε ότι παρακούει τον θεό «και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατο να ζω ήσυχος.»[1]σελ.81. Ακόμα και αθώο να τον κρίνανε, και να τον αφήνανε ελεύθερο χωρίς ποινή, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα ξαναενοχλήσει κανέναν με τις ερωτήσεις του, πάλι δε θα σταματούσε να γυρίζει τους δρόμους και να εξετάζει τον εαυτό του και τους Αθηναίους. «Εγώ δεν πρόκειται να αλλάξω σ’ ό,τι κάνω, ακόμα κι αν πρόκειται να πεθάνω πολλές φορές»[1]σελ.61.

Και για να δείξει ότι δεν αλλάζει γνώμη για τη στάση ζωής του ούτε έχει την διάθεση να αναγνωρίσει την ενοχή του μετά την απόφαση των δικαστών, προτείνει σαν αντίτιμο των ενεργειών του, αντί για κάποια ποινή, την δωρεάν ισόβια σίτισή του στο Πρυτανείο. Αυτό όχι μόνο δεν μπορεί να ιδωθεί σαν τιμωρία, αλλά ήταν μια μεγάλη τιμή που οι Αθηναίοι επιφύλασσαν στους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων και στους ευεργέτες της πόλης. Οι δικαστές σίγουρα αυτό το πήραν σαν μεγάλη προσβολή και πρόκληση, αλλά και ένδειξη υπεροψίας και εγωισμού, αφού ο Σωκράτης τους έδειχνε ότι δεν αναγνώριζε την ενοχή του ακόμα κι όταν είχε ήδη αποφασιστεί από το αρμόδιο δημοκρατικό δικαστικό όργανο.

Για να μην φανεί όμως ότι δεν τον ενδιαφέρει η ζωή ή ότι επιθυμεί τον θάνατο, λέει πως αν είχε χρήματα θα πρότεινε ένα χρηματικό ποσό που θα μπορούσε να πληρώσει, και έτσι προτείνει το πολύ μικρό ποσό της μίας ασημένιας «μνας», που μπορούσε να διαθέσει. Ξέροντας ότι το ποσό θα φανεί ανεπαρκές (και άρα πρόκληση όπως το αίτημά του για δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο), και ότι οι φίλοι του θα εγγυηθούν για αυτόν, προτείνει στο τέλος 30 μνες.

Σωκράτης, αντίγραφο από έργο μάλλον του Λύσιππου (1ος αιώνας) - Λούβρο
Σωκράτης, αντίγραφο από έργο μάλλον του Λύσιππου (1ος αιώνας) – Λούβρο

Μάλλον ήταν πολύ αργά για μια ειλικρινή πρόταση εναλλακτικής ποινής ων μετά από όλα όσα είπε κατά την απολογία του και την ειρωνική του στάση, που φαίνεται ότι δεν άρεσε στους δικαστές. Ο Ξενοφώντας μας δίνει τη γνώμη του για την καταδίκη: «Εκθειάζοντας τον εαυτό του στο δικαστήριο, προκάλεσε φθόνο κι έκανε επομένως τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο»[3]σελ.145. Το αίτημά του για αποπληρωμή της ενοχής του δεν έγινε δεκτό (πόσο μάλλον το αίτημα για δωρεάν σίτιση), και η νέα ετυμηγορία ζητούσε τον θάνατο του φιλοσόφου, και μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη διαφορά στις ψήφους αυτήν την φορά. Έχει τώρα μια τελευταία δυνατότητα να μιλήσει στους παρευρισκόμενους, πριν μεταφερθεί στο κελί του. Βρίσκει την ευκαιρία να επιπλήξει τους δικαστές και να τους αποδώσει ενοχές για την άδικη καταδίκη, να εξηγήσει τη στάση του στη δίκη και στη διάρκεια της ζωής του, αλλά και να μιλήσει ξανά για την σωστή αντιμετώπιση ενός επικείμενου θανάτου.

Αν περίμεναν, λέει στους δικαστές, λίγο ακόμα και δεν τον θανατώνανε, λίγο καιρό μετά αυτό θα είχε γίνει από μόνο του (ήτανε πια 70 χρονών). Κάνανε κακό στους εαυτούς τους γιατί τώρα οι εχθροί τους, για να τους κακολογήσουν και μόνο, θα πουν ότι «ο Σωκράτης είναι σοφός» και ότι τον αδικήσανε, σκοτώνοντας έναν μεγάλο Αθηναίο. Και να μην νομίζουν, λέει, ότι ο λόγος της καταδίκης του ήταν η αποτυχία του να τους πείσει, λέγοντάς τους ό,τι θα ήθελαν να ακούσουν και κάνοντας τα πάντα για να γλιτώσει το θάνατο. «Καταδικάστηκα…επειδή δεν μπόρεσα να φανώ θρασύς και αναιδής, και επειδή δεν θέλησα να σας πω πράγματα που θα ακούγατε πολύ ευχαρίστως, να κλαίω και να οδύρομαι, να πράττω και να λέω πολλά άλλα, κατά τη γνώμη μου ανάξιά μου, σαν αυτά που έχετε συνηθίσει να ακούτε από άλλους»[1]σελ.83.

«Ούτε σε δίκη ούτε σε πόλεμο ούτε σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση πρέπει εγώ ή άλλος κανένας να μηχανεύεται πώς, με κάθε μέσο, θα αποφύγει το θάνατο…γιατί μπορεί κανείς να αποφύγει το θάνατο εγκαταλείποντας τα όπλα του και ικετεύοντας τους εχθρούς» Υπάρχουν πολλοί τρόποι να γλιτώσει κανείς το θάνατο, αν έχει το θράσος να πει και να πράξει οτιδήποτε. Είναι πολύ δυσκολότερο να αποφύγει την κακή ζωή. «Γιατί το κακό τρέχει γρηγορότερα από τον θάνατο. Εμένα τώρα, αργό και γέροντα, με έχει προφτάσει το πιο αργό από τα δύο˙ τους κατήγορούς μου όμως, που είναι φοβεροί και γρήγοροι, το χειρότερο, η κακία…Εγώ θα υπομείνω την ποινή μου, το ίδιο κι εκείνοι»[1]σελ.85. Αναφερόμενος στον Άνυτο λέει «να ένας άνδρας πολύ περήφανος, λες κι έχει κάνει κάποιο μεγάλο και λαμπρό κατόρθωμα…δεν ξέρει ότι όποιος από τους δυο μας έχει κάνει, κάτω από το βλέμμα της αιωνιότητας, τα πιο ωφέλιμα και τα πιο όμορφα πράγματα, αυτός είναι και ο νικητής»[3]σελ.145. Τον χαρακτήρισε ασθενική ψυχή με δουλοπρεπή ενασχόληση, και προφήτευσε την κακή τύχη του γιου του, αφού αυτός θα έχει μόνο κακές συμβουλές να του δώσει. «Δεν κρατάω καμιά κακία…αλλά επειδή πίστευαν [οι κατήγοροι] ότι έτσι θα με έβλαπταν, γι’ αυτό τον λόγο είναι αξιοκατάκριτοι»[1]σελ.91.

Όταν κατάλαβε ότι οι φίλοι του ήταν δακρυσμένοι, τους ρώτησε: «αλήθεια δακρύζετε τώρα; Δεν ξέρατε από παλιά πως αφότου γεννήθηκα ήμουν από τη φύση καταδικασμένος σε θάνατο; Αν, βέβαια, πέθαινα πριν την ώρα μου, τη στιγμή που τα αγαθά έρρεαν προς το μέρος μου, τότε είναι φανερό πως εγώ και οι φίλοι μου θα έπρεπε να λυπόμαστε. Αν όμως τελειώνω τη ζωή μου, τη στιγμή που δεν προσδοκώ πια παρά δυσκολίες, τότε νομίζω πως όλοι μας πρέπει να χαιρόμαστε για την καλή μου τύχη»[3]σελ.143. Ο Απολλόδωρος του είπε «Αυτό που με στενοχωρεί τρομερά, Σωκράτη, είναι που σε βλέπω να πεθαίνεις άδικα» -«Αγαπημένε μου Απολλόδωρε, θα προτιμούσες λοιπόν να με δεις να πεθαίνω δίκαια;»[3]σελ.143

Η Γνώση δίνει το σύμβολο της νίκης στον Σωκράτη (λεπτομέρεια από μωσαϊκό του Bernardino di Betto στον καθεδρικό της Σιένα, 1504)
Η Γνώση δίνει το σύμβολο της νίκης στον Σωκράτη (λεπτομέρεια από μωσαϊκό του Bernardino di Betto στον καθεδρικό της Σιένα, 1504)

Απέχοντας από το να παραδεχτεί δικό του φταίξιμο ακόμα και τώρα που το τέλος ήταν σίγουρο, είπε στους παρόντες Αθηναίους: «τους γιους μου, όταν γίνουν έφηβοι, να τους τιμωρήσετε» ενοχλώντας τους όπως και ο ίδιος αυτούς, και αν οι γιοι του νομίζουν ότι είναι κάτι ενώ δεν είναι, να τους επικρίνουν. Δεν έδειξε κανένα ίχνος μετάνοιας, και επιδοκίμασε το φιλοσοφικό του έργο, λέγοντας πως ό,τι έκανε αυτός, αυτό ευχόταν να κάνουν άλλοι και στα παιδιά του, για να γίνουν καλύτεροι.

Τα τελευταία λόγια του στη δίκη, ίσως με μία διάθεση υστεροφημίας, ήταν: «Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό»[1]σελ.93.

Σχεδόν ένα μήνα μετά, όταν ο Κρίτων πηγαίνει να επισκεφτεί τον φίλο του μια μέρα πριν εκτελεστεί, τον βρίσκει να κοιμάται ήρεμα και εκπλήσσεται «με πόση ευκολία και πραότητα» υπομένει την καταδίκη που του αποδώσανε άδικα οι Αθηναίοι. «Και άλλοι Σωκράτη, σε μεγάλη ηλικία πέφτουν σε τέτοιες συμφορές, αλλά η ηλικία δεν τους κάνει να μην αγανακτούν με την κακή τους τύχη.» «Έχεις δίκιο», του απαντάει, αλλά «θα ήταν ανόητο να αγανακτώ στην ηλικία μου, επειδή πρέπει πια να πεθάνω»σελ.111. Πιστεύει ότι δεν έχει πραγματικό λόγο να ανησυχεί. Είδε ένα όνειρο με «κάποια γυναίκα με ωραίο σώμα και όμορφο πρόσωπο, ντυμένη στα άσπρα, που ήλθε κοντά μου, με φώναξε και μου είπε: Σωκράτη, σε τρεις μέρες θα φτάσεις στην εύφορη Φθία»σελ.113. Πρόκειται για Ομηρική αναφορά, όπου ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα (Ι:363) μιλάει για επιστροφή σε τρεις μέρες «στη Φθία την πλούσια», η οποία θεωρείται μια ονειρική γη, μια ιδεατή, εύφορη χώρα, καλλιγύναικος και ευτυχισμένη.

Όταν ο Κρίτων του λέει πως θα ήταν εύκολο να δραπετεύσει με τη βοήθεια των φίλων του, δεν τους ακολούθησε «ρωτώντας τους σε ποιο μέρος εκτός της Αττικής, δεν θα τον έβρισκε ο θάνατος»[3]σελ.141. Εξάλλου, αν πήγαινε στη Θεσσαλία όπου ο Κρίτων είχε φίλους, «εκεί είναι γνωστό ότι επικρατεί πολύ μεγάλη αταξία και ακολασία»[2]σελ.145 και οι ντόπιοι ίσως να διασκέδαζαν και να τον περιγελούσαν ακούγοντας με ποιο γελοίο τρόπο απέδρασε μεταμφιεσμένος, φορώντας δέρμα ζώου όπως συνηθίζουν να μεταμφιέζονται όσοι δραπετεύουν. Η ντροπή του θα μεγάλωνε από το γεγονός ότι ήταν μεγάλος σε ηλικία, και τόλμησε να εξευτελιστεί με τέτοιο τρόπο ενώ του είχαν μείνει λίγα χρόνια ζωής έτσι κι αλλιώς. Για να αποφύγει τέτοια σχόλια λοιπόν, θα κατέφευγε σε κολακείες, με το να γίνεται ευχάριστος σε όλους, καταντώντας να ζει δουλικά. Κανένας πουθενά δεν θα του έδειχνε εμπιστοσύνη, αφού θα τον θεωρούσαν εχθρό που περιφρόνησε την πρώτη του πατρίδα, άρα ίσως περιφρονήσει και τη δεύτερη.

Και όταν ο Φαίδων τον είδε την τελευταία μέρα της ζωής του, αναφέρει: «Δε με κατέλαβε οίκτος. Μου έδινε, βλέπεις, την εντύπωση ανθρώπου ευτυχισμένου»[4]σελ.65. Αφού ήπιε το κώνειο και το σώμα του άρχισε να παγώνει, είπε τα τελευταία του λόγια: «Χρωστάμε, Κρίτωνα, έναν κόκορα στον Ασκληπιό. Να του τον δώσετε, μην το αμελήσετε»[4]σελ.267. Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός της Ιατρικής, και ο Σωκράτης εδώ μάλλον εννοεί πως χρωστάει ευγνωμοσύνη στον θεό για την θεραπεία από την ασθένεια του σώματος, τώρα που απαλλάσσεται η ψυχή του από αυτό.

Ο Ξενοφώντας κλείνει την αφήγησή του με το εξής: «Και εύκολο θάνατο πέτυχε και το πιο δύσκολο κομμάτι της ζωής απέφυγε. Μπροστά στον θάνατο δεν αποχαυνώθηκε, αλλά καλοδιάθετος τον δέχτηκε και τον αντιμετώπισε»[3]σελ.145.

Πηγές:

[1] Απολογία Σωκράτους (εκδ. Κάκτος, 1992)

[2] Πλάτων – Κρίτων (ή περί του πρακτέου) (Κάκτος, 1994)

[3] Ξενοφών – Απολογία Σωκράτους (εκδ. Κάκτος, 1993)

[4] Φαίδων (ή περί ψυχής) (εκδ. Κάκτος, 1993)


Από:http://eranistis.net/wordpress/2015/01/22/socrates-against-death/

Σωκράτης και Ιησούς – Ένας παρεξηγημένος συσχετισμός…


Η φιλοσοφία απέναντι στη θεολογία

Jean Delville - The School of Plato (1898)

Jean Delville – The School of Plato (1898)


Γράφει ο Σαπαρδάνης Κωνσταντίνος

«Δεν πρέπει να εξετάζουμε ποιος το είπε, αλλά αν είναι αλήθεια ή όχι.»161c

Πλάτων, Χαρμίδης

«Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή˙ κανένας δεν μπορεί να φτάσει στον Πατέρα παρά μέσω εμού.»

Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο 14:6

“Οπως είδαμε, κάποιες θέσεις του Σωκράτη, ακόμα και οι συνθήκες θανάτου του, προσομοιάζουν ιδέες και αφηγήσεις του Χριστιανισμού. Δεν τις επιβεβαιώνουν όμως, αφού τα κοινά τους σημεία είναι κυρίως επιφανειακά. Η ιδέα του Σωκράτη ότι οι θεοί είναι καλοί και κάνουν μόνο καλά πράγματα, είναι κάτι που τον αποξένωσε καθοριστικά από τη λαϊκή θρησκεία της εποχής του. Η νέα αυτή θέαση βρήκε Χριστιανούς θιασώτες, όταν εξαπλώθηκε η θρησκεία τους από τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη, αφού αναγνώρισαν κοινό έδαφος στη φιλοσοφία που επηρέασε τόσο πολύ τον αρχαίο κόσμο. Ο θεός του Σωκράτη όμως δεν είναι αυτός που καθορίζει τι είναι καλό και τι όχι (Ευθύφρων), όπως κάνει ο θεός της παλιάς Διαθήκης με τις δέκα εντολές. Πηγή της ηθικής για τον Σωκράτη είναι η λογική του, όχι η θεϊκή εντολή.

Η πρώιμη Χριστιανική θεολογία επηρεάστηκε πολύ από τον Σωκράτη και στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι Χριστιανοί τον έβλεπαν σαν «προ Χριστού άγιο». Στην Ευαγγελική Προπαρασκευήτου Ευσέβιου (3ος-4ος αιώνας) ο Πλάτων θεωρείται πως είχε με κάποιο τρόπο αντιληφθεί την αλήθεια του Χριστιανισμού λαμβάνοντας έμπνευση από τον θεό˙ «και τι είναι ο Πλάτων αν όχι ο Μωυσής που μιλάει στα ελληνικά της αττικής διαλέκτου;» Ο νεοπλατωνιστής Marsilio Ficino (15ος αιώνας) κάνει λεπτομερείς παραλληλισμούς ανάμεσα στις δίκες και τους θανάτους του Σωκράτη και του Ιησού. Ένας από τους διαλόγους του Έρασμου (The Godly Feast) περιέχει τη φράση «Άγιε Σωκράτη, προσευχήσου για εμάς» και παρομοιάζει τον Χριστό της Γεθσημανής με τον Σωκράτη στο κελί του. Ο άγιος Αυγουστίνος είπε «ο πλατωνισμός είναι ο προθάλαμος του Χριστιανισμού». Αυτή η παράδοση συνεχίστηκε από τον Ντιντερό (που όμως δεν ολοκλήρωσε τη δραματοποίηση του σωκρατικού θανάτου) και τον Ρουσσώ (First Discourse,1751).

Συνέχεια

Αριστοφάνης εναντίον Σωκράτη – Μια παρεξηγημένη επίθεση…


Εξώφυλλο από την έκδοση κόμικ των Νεφελών, των Αποστολίδη-Ακοκαλίδη.

Εξώφυλλο από την έκδοση κόμικ των Νεφελών, των Αποστολίδη-Ακοκαλίδη.


Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης


«Αριστοφάνης: Λόγια, λόγια, λόγια! Σας βαρέθηκα πια εσάς τους φιλοσόφους

Σωκράτης: Καλύτερα τα λόγια απ’ τα φούμαρα που πουλάτε εσείς οι κωμωδιογράφοι»

Αποστολίδης & Ακοκαλίδης, Νεφέλες (σε κόμικ)

Σαν συντηρητικός που ήταν, ο Αριστοφάνης έβλεπε με κακό μάτι την εισβολή των πνευματικών ανθρώπων από τις ελληνικές αποικίες που ακολούθησε την ναυτική συμμαχία υπό την ηγεμονία της Αθήνας. Το ανανεωτικό κίνημα των καλλιτεχνών, ποιητών και σοφιστών* που απειλούσε τις παραδοσιακές αθηναϊκές αξίες βρήκε τόσους αντιπάλους όσοι ήταν και οι θιασώτες του. Ο Σωκράτης βρέθηκε κάπου ενδιάμεσα, αφού στα έργα του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα τον βλέπουμε να εναντιώνεται στους σοφιστές, αλλά και να αμφισβητεί τις αρετές των συμπολιτών του, εισάγοντας νέες, αντιδιαισθητικές, αξίες (τα λεγόμενα σωκρατικά παράδοξα). Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου η διαφορά μεταξύ του Σωκράτη και των σοφιστών δεν πρέπει να ήταν καθόλου προφανής, με τον Αριστοφάνη να δυσκολεύεται πραγματικά να διακρίνει τη διδασκαλία του από την ανήθικη σοφιστική.

Ο Σωκράτης ήταν το κατάλληλο θύμα για την ενσάρκωση όλων των ανησυχιών του Αριστοφάνη. Εν μέσω του Πελοποννησιακού Πολέμου, ανησυχούσε για την παρακμή των παραδοσιακών αξιών και την υποβάθμιση των ηθικών κριτηρίων των πολιτών. Κάθε φορά που κάποιος επιφανής σοφιστής εμφανιζόταν στην Αθήνα, ο Σωκράτης έσπευδε να τον συναντήσει, ενώ άλλοτε συγκέντρωνε νέους και τους έβαζε να μιλούν για τα πάντα, αμφισβητώντας κάθε τι που ήξεραν. Το ότι ήταν Αθηναίος ο ίδιος, σίγουρα έκανε πιο καχύποπτο τον Αριστοφάνη, αφού έτσι δεν συμβόλιζε μόνο την βαρβαρική επίθεση, αλλά και την προδοτική παράδοση εκ των έσω. Οι κατηγορίες που απόδωσε στον Σωκράτη στο έργο του ήταν αυτές του σοφιστή που μαθαίνει κάποιον να πείθει κάνοντας το κακό να μοιάζει με καλό, του άθεου φυσικού φιλοσόφου που προσπαθώντας να λύσει τα αινίγματα της φύσης αμφισβητούσε τους θεούς, και του ασκητικού ηθικοδιδάσκαλου που από την αδιαφορία του για τα υλικά αγαθά περιφερόταν πειναλέος και βρώμικος.

Στις Νεφέλες** του, ο Αριστοφάνης επιτίθεται σε αυτό ακριβώς το (εν πολλοίς, «ξενόφερτο») νεωτεριστικό πνευματικό κίνημα. Οι καινούργιοι «φροντιστές» με τις καινούργιες διδασκαλίες τους προσφέρουν την ικανότητα στους νέους να αντικρούουν αποτελεσματικά το δίκιο, μαθαίνοντάς τους τον «άδικο λόγο». Ο έμπορος Στρεψιάδης έχοντας πνιγεί στα χρέη, καταφεύγει σαν τελευταία λύση στη σχολή («φροντιστήριον») που ίδρυσε ο Σωκράτης, για να του μάθει πώς να ακυρώσει τα δάνεια που δεν μπορεί να πληρώσει, μόνο με τη χρήση των λόγων του. Πιστεύει πως η σχολή του Σωκράτη θα τον κάνει άξιο στον λόγο και ικανό να νικάει είτε έχει δίκιο είτε όχι.

Ο Σωκράτης όμως εμφανίζεται λίγο πιο απαιτητικός από ό,τι περίμενε, επιμένοντας να του μάθει αρχικά ένα σωρό πράματα, από το σωστό γένος κάθε λέξης μέχρι το πώς εξηγούνται φυσικά φαινόμενα όπως η αστραπή και η βροντή. Ο ανόητος έμπορος δεν μπορεί να ανταπεξέρθει («ευθύς ξεχνάς ό,τι κι αν μάθεις…Να πας στο διάβολο, λησμονιάρη και άξεστε γερο-μπουμπούνα»780-790), και στέλνει τον γιο του Φειδιππίδη που είναι «φύσει έξυπνος». Αυτός σίγουρα θα τα καταφέρει και θα σώσει τον οίκο του από τα χρέη.

Ο Άδικος Λόγος και ο Δίκαιος Λόγος προσωποποιημένοι προσπαθούν ο καθένας να πείσει τον Φειδιππίδη να επιλέξει από ποιον θα διδαχτεί τον τρόπο αντιμετώπισης των δανειστών890-1110***. Για να πάρει τον Φειδιππίδη με το μέρος του, ο Άδικος Λόγος υποστηρίζει ότι θα του μάθει «νέες ιδέες» και πώς να αναστρέφει το δίκιο. Εξ άλλου «το δίκιο δεν υπάρχει»902 αφού, όπως υποστήριζε ο σοφιστής Πρωταγόρας, ό,τι πιστεύει κάποιος είναι και αλήθεια. Και τι καλύτερο υπάρχει από το να λες τα αντίθετα από τους νόμους, «να υποστηρίζεις το άδικο, και όμως να κερδίζεις»1042; «Είδες εσύ ποτέ κανέναν να προκόβει με την ηθική;»1062 Η ηθική θα του αποστερήσει όλες τις ηδονές. Μαζί του όμως θα μπορεί να γελάει, να πηδάει, να τρώει και να διασκεδάζει χωρίς ντροπή. Αν τον πιάσουν με παντρεμένη θα του μάθει να αποδεικνύει ότι δεν είναι αδικία, αφού κι ο Δίας τέτοια έκανε -πώς λοιπόν να φανεί δυνατότερος από τον Δία ένας θνητός; (Η ανυπαρξία του Δία που κήρυττε ο Άδικος Λόγος αγνοείται στην περίπτωση που τον συμφέρει). «Γιατί να ζεις, αν’ όλα αυτά τα χάσεις;»1074

Η ρητορική εδώ παρουσιάζεται με το πιο χυδαίο της πρόσωπο, προσφέροντας τα πιο κοινά οφέλη που θα προσελκύσουν έναν νέο, προτείνοντας τη χρήση του λόγου όχι για να υπερασπίζεται την αλήθεια αλλά μόνο για το ατομικό του συμφέρον. Είναι η ανήθικη ρητορική, που αρνείται τους θεούς και παριστάνει ότι μπορεί να εξηγήσει τη φύση, που δίνει τη δύναμη στον μυημένο να ελιχθεί στον δημόσιο βίο και να ανελιχτεί σε αξιώματα που ανήκουν δικαιωματικά σε άλλους.

Συνέχεια

Ο Σωκράτης και ο Πρωταγόρας για το διδακτό της αρετής…


Γράφει ο Σαπαρδάνης Κωνσταντίνος

Σε ένα από τα πιο γνωστά κείμενα του Πλάτωνα, ο Σωκράτης συναντά τον Πρωταγόρα, όπου διαφωνούν για το αν μπορεί να διδαχτεί η πολιτική αρετή. Ο Σωκράτης προτείνει ότι δεν διδάσκεται, και σαν απόδειξη αυτού αναφέρει το γεγονός ότι όταν γίνεται συνέλευση της εκκλησίας του δήμου, ο καθένας μπορεί να πάρει το λόγο, άσχετα με το αν είναι χτίστης, σιδηρουργός, ναυτικός, πλούσιος ή φτωχός. Όλοι λοιπόν θεωρούνται εν δυνάμει ενάρετοι, ακόμα κι αν δεν έχουν διδαχτεί κάποιο σχετικό μάθημα.

Ακόμα και γνωστοί ενάρετοι άνδρες της Αθήνας, όπως ο Περικλής και ο Θεμιστοκλής, δε μετέφεραν την αρετή τους ούτε στους γιους τους ούτε σε άλλους. Όχι βέβαια από έλλειψη προσπάθειας, γιατί δεν είναι δυνατόν να θεωρήσουμε πως ενώ προσέλαβαν δασκάλους για να μάθουν στα παιδιά τους ιππασία, μουσική και αθλητισμό, δεν ενδιαφέρθηκαν να τους μάθουν το πιο σημαντικό, την αρετή, κάτι που μάλιστα θα κόστιζε λιγότερο από όλα τα άλλα αφού θα τους τη δίδασκαν οι ίδιοι.

Ο Πρωταγόρας, που έχει αντίθετη άποψη και καυχιέται ότι γι’ αυτό ακριβώς είναι διάσημος – για τις ικανότητές του στη διδασκαλία της πολιτικής αρετής – απαντάει με έναν μύθο. Ο Επιμηθέας είχε αναλάβει τη μοιρασιά δυνάμεων και ιδιοτήτων στα θνητά γένη, και έδωσε σε άλλα ταχύτητα, σε άλλα σωματική δύναμη, σε άλλα μεγάλο μέγεθος και σε άλλα φτερά. Έτσι, όλα ήταν ικανά να τρέφουν τον εαυτό τους και να ξεφεύγουν από τους φυσικούς εχθρούς τους, αλλά και να αντιμετωπίζουν τα στοιχεία της φύσης. Επειδή όμως ο Επιμηθέας δεν ήταν σοφός, ξέχασε να κρατήσει κάποια δύναμη για τους ανθρώπους και τις κατανάλωσε όλες στα άλογα ζώα, αφήνοντας τον άνθρωπο γυμνό από τρίχωμα και πανοπλία. Ο Προμηθέας λοιπόν, ανέλαβε να διορθώσει το λάθος του αδερφού του και έκλεψε από την Αθηνά την «έντεχνη σοφία» και από τον Ήφαιστο τη φωτιά και τα χάρισε στους ανθρώπους. Δεν μπόρεσε να τους δώσει όμως την πολιτική αρετή γιατί αυτή βρισκόταν στα χέρια του Δία από τον οποίο δεν μπορούσε να κλέψει. Με τα δώρα αυτά οι άνθρωποι μπόρεσαν να χτίσουν πόλεις και να ανακαλύψουν την ομιλία, να φτιάξουν χρήσιμα αντικείμενα και να λατρέψουν τους θεούς

Συνέχεια

Ο Σωκράτης και η έννοια της σωφροσύνης…


Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

Αραβική απεικόνιση του Σωκράτη να διδάσκει τους μαθητές του

Αραβική απεικόνιση του Σωκράτη να διδάσκει τους μαθητές του


Η λέξη σωφροσύνη έχει σχεδόν εξαφανιστεί από το σημερινό λεξιλόγιο, αλλά στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν μια από τις σπουδαιότερες αρετές που μπορούσε κάποιος να αποκτήσει. Η σωφροσύνη συνδέεται με τις έννοιες σύνεση, εγκράτεια, αυτοκυριαρχία, προνοητικότητα, φρονιμάδα, αγνότητα, αποχή από ακρότητες, ταπεινότητα, με την έλλειψη εκδικητικών τάσεων, και συχνά αντιπαραβάλλεται στην έννοια «ύβρης». Οι Ρωμαίοι την αφομοίωσαν σαν «temperantia» (και καμιά φορά σαν «continentia» ή «sobrietas»). Αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που οδηγεί τον Σωκράτη να προσπαθήσει να την ορίσει, για να μπορέσει να την καταλάβει και έτσι ίσως να την αποκτήσει.

Αφορμή για τον διάλογο είναι ένα πεζό περιστατικό όπως άλλοτε στο Συμπόσιο ο λόξυγκας του Αριστοφάνη έδωσε έναυσμα στον Ερυξίμαχο να παρέμβει με το δικό του εγκώμιο στον έρωτα ή όταν τα κακότεχνα ποιήματα του Ιπποθάλη προς τον Λύσι που ενοχλούσαν τους φίλους του ξεκίνησαν μια συζήτηση περί της φιλίας. Εδώ, έναυσμα αποτελεί ο πονοκέφαλος του Χαρμίδη που ο Σωκράτης καλείται να γιατρέψει, καθώς έχει μόλις προμηθευτεί συνταγές και ξόρκια από έναν Θρακιώτη. Όμως «το σώμα δεν πρέπει να θεραπεύεται χωριστά από την ψυχή»156e, γιατί όλα ξεκινούν από αυτήν, καλά και κακά. Ο τρόπος θεραπείας της είναι «ορισμένα μαγικά ξόρκια, κι αυτά τα ξόρκια είναι οι καλοί λόγοι»157a, από τους οποίους γεννιέται η σωφροσύνη.

Συνέχεια

Η ομοφυλοφιλία στον πλατωνικό μύθο…


Τα αρχικά, δίφυλα γένη του Αριστοφάνη

Τα αρχικά, δίφυλα γένη του Αριστοφάνη

____________________________

Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

«Για να γίνεις τέλειος, πρέπει να αισθάνεσαι τέλειος για τον εαυτό σου-απέφευγε να προσπαθείς να είσαι κάτι που δεν είσαι»Rick Riordan, The Lost Hero

Μετά τον ρηχό και επιστημονικοφανή εγκωμιασμό του έρωτα από τον Ερυξίμαχο, ο Πλάτωνας δίνει τον λόγο στον Αριστοφάνη, ο οποίος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον προηγούμενο. Ο λόγος του είναι εύθυμος, ουσιαστικός, συνοπτικός χωρίς να μένει στην επιφάνεια, ενώ χρησιμοποιεί τον μύθο, όχι για να επικαλεστεί μια δήθεν αυθεντία, αλλά για να εξηγήσει τις θέσεις του. Η ευτραπελία της μυθικής προέλευσης της αναγκαιότητας και της αξίας του έρωτα, γρήγορα μετατρέπεται σε ουσιώδες σχόλιο της ανθρώπινης κατάστασης.

Συνέχεια