Γερμανία (Β): Πολιτικός αναβρασμός και ζύμωση. O «Μεγάλος Συνασπισμός» CDU-CSU-SPD ως πολιτικό απολίθωμα…


Μετά τις εκλογές του 2017, «οι κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις στη Γερμανία θα είναι πολύ πιο πολωμένες. Η δημοκρατία θα είσέλθει σε περίοδο ακόμη πιο έντονης ζύμωσης, η γερμανική πολιτική θα γίνει ακόμη πιο οξυμένη και συναρπαστική» […] Το «δεν χρειαζόμαστε πειραματισμούς», σύνθημα του Κόνραντ Αντενάουερ και των Χριστιανοδημοκρατών στις εκλογές του 1957, είναι απαρχαιωμένο. Επτά κόμματα σε έξι κοινοβουλευτικές ομάδες σημαίνουν αναπόφευκτα «να τολμήσουμε περισσότερη δημοκρατία», το σύνθημα του Βίλλυ Μπραντ και των Σοσιαλδημοκρατών στις εκλογές του 1969. περισσότερη συζήτηση και διαμάχη.
(Από το άρθρο του Άλμπρεχτ φον Λούκε: Γερμανία, μια δημοκρατία σε εποχή έντονης ζύμωσης)
1. «Σαν σκηνή από ταινία με δράκουλες και εξορκιστές»
Στις αρχές Μαΐου 2008, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ (Markus Söder) και το κυβερνών Κόμμα της Χριστιανικής Κοινωνικής Ένωσης (CSU) πρότειναν και επέβαλαν με απόφαση της τοπικής Βουλής την υποχρεωτική ανάρτηση του συμβόλου του σταυρού σε όλα τα δημόσια κτίρια της ομόσπονδης χώρας της Βαυαρίας.
Η αντίδραση του Καρδιναλίου Ράινχαρντ Μαρξ (Reinhard Marx), Αρχιεπισκόπου των Γερμανών Καθολικών και επισκόπου Μονάχου ήταν αμεση και σκληρά αρνητική:

Το ΕΑΜ ως Νομιμοποιητικός Μύθος…


Βασίλης Γεωργάκης

Η 27η Σεπτεμβρίου είναι μία ημερομηνία με έντονο συμβολισμό: είναι η επέτειος της ίδρυσης του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Η ίδια η ιστορία της Αντίστασης και του ρόλου που το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έπαιξε σε αυτήν είναι περίπου γνωστά στους περισσότερους. Αυτό που παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον σήμερα είναι ο τρόπος με τον οποίο η Αριστερά (πλην ΚΚΕ) αντιμετωπίζει αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας – ποια είναι η σημερινή αφήγηση της Αριστεράς;

Με μία ματιά στο διαδίκτυο, μπορεί κάποιος να αλιεύσει σχετικά εύκολα και γρήγορα δεκάδες ίσως και εκατοντάδες άρθρα για τη συγκεκριμένη εποχή και να διακρίνει κάποια κοινά στοιχεία, ένα μοτίβο που διαπερνάει τη σημερινή εικόνα την οποία έχει η Αριστερά για αυτούς που θεωρεί πολιτικούς της προγόνους. Πριν φτάσουμε στο σήμερα θα είχε ενδιαφέρον να κάνουμε μία αναδρομή.

Η επίσημη ιστοριογραφία ακολούθησε, όπως συμβαίνει συνήθως, την εικόνα που θέλησε να καλλιεργήσει το ίδιο το Κράτος για την κρίσιμη δεκαετία του ’40. Μέχρι και το 1974 μελέτες και πονήματα, όπως το αφάνταστα δυσάρεστο Επανάστασις και Ήττα του Δημητρίου Κουσούλα, υπήρξαν πολύ κοντά στο κρατικό αφήγημα και αναντίρρητα έβρισκαν εύκολα τη θέση τους στο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Η κατάρρευση της Χούντας και η Μεταπολίτευση έδωσαν χώρο σε πιο νηφάλιες φωνές και κυρίως σε πιο έντιμες. Η Μεταπολίτευση σήμανε όμως και την αντικατάσταση της κρατικής αφήγησης γύρω από δύσκολα ζητήματα, όπως αυτό της Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου. Ποιο είναι όμως το νέο κρατικό αφήγημα;

Οι ρίζες της νέας κρατικής αφήγησης μπορούν να εντοπιστούν στη ρητορεία πολιτικών του λεγόμενου Κέντρου, το σχήμα της Εθνικής Συμφιλίωσης εμφανίζεται έστω και αδρά στον πολιτικό λόγο του, αναβαπτισμένου από τον Ανένδοτο, Γεωργίου Παπανδρέου. Με πολύ πιο συγκεκριμένο τρόπο όμως θα εμφανιστεί στον λόγο του Ανδρέα Παπανδρέου, στα χρόνια της Δικτατορίας ακόμα.

Συνέχεια

Σύντομη ιστορική αναδρομή στον Αμερικανικό προοδευτικό λαϊκισμό του Μπέρνι Σάντερς…


bernie

Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στην Αμερική και την άνοδο του φαινομένου Μπέρνι Σαντερς να είναι ανάμεσα σε αναβαθμισμένες ελπίδες για ουσιαστική αλλαγή, θεωρήσαμε ότι το πιο κάτω άρθρο θα μπορούσε να δώσει μια σύντομη μικρή αναδρομή στην ιστορική συνέχεια πάνω στην οποία “πατάνε” τα επιχειρήματα περί Σοσιαλιστή. Ο Μπέρνι Σάντερς για τους έχοντας μια αίσθηση Αμερικανικής ιστορίας δεν αποτελεί έκπληξη. Η Αμερική έχει να επιδείξει παραδείγματα Σοσιαλιστικών τάσεων, από τους Ουτοπιστές μέχρι τους Μαύρους Πάνθηρες, από τα κομμουνιστικά συνδικάτα μέχρι τους 10 του Χόλλυγουντ. Πάνω σε αυτή την ιστορία έχει χτιστεί μια πλατφόρμα ιδεών που περιστρέφονται γύρω από την υποψηφιότητα Σάντερς, που με την πρόταση για “πολιτική επανάσταση” δίνει ουσιαστικά παρόμια επιχειρήματα με αυτά των λαϊκιστών του 1890. Προσπαθεί να συγκεράσει ταξικά συμφέροντα από τα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα μέχρι και των Αμερικανών κατασκευαστών και την εργατική τάξη επιτιθέμενος επιλεκτικά στην Wall Street των τραπεζιτών. Είναι μια πρόταση ταξικής συνεργασίας και ενσωμάτωσης της λαϊκής αγανάκτησης στο κλονιζόμενο αστικό πολιτικό σύστημα που χάνει της εκτίμησης όσο συσσωρεύεται η οργή μέσα στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Συνέχεια

Ο Τρίτος Δρόμος


ΤΡΙΤΟΣ_ΔΡΟΜΟΣτου Δημήτρη Κακαβελάκη

Ενα καθοριστικής σημασίας βιβλίο για την ευθύνη και το πολιτικό μέλλον του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Αγγλία, στην Ευρώπη, στον κόσμο. Ενα έργο γραμμένο από έναν ‘αθεράπευτο’ σοσιαλιστή, ο οποίος οραματίστηκε έναν τρίτο δρόμο, μετά και από το βιβλίο του ‘Πέρα από την αριστερά και δεξιά’.
Ο Γκίντενς στον τρίτο δρόμο αποδέχεται την παγκοσμιοποίηση με προϋπόθεση την ‘ουτοπική’ ηθικοποίηση του δικού της πολιτικού γίγνεσθαι…
Για να εκφράσει δημιουργικές ιδέες: Από τον σοσιαλισμό και μετά, για τον θάνατο του Σοσιαλισμού, για την κλασική σοσιαλδημοκρατία (παλαιά αριστερά), αλλά και για την παλαιού τύπου Σοσιαλδημοκρατία του John Maynard  Κeynes (οικονομικού εμπνευστή της μεταπολεμικής συναίνεσης), ο οποίος συμμεριζόταν μερικές από τις βασικές επισημάνσεις του Μαρξ και του Σοσιαλισμού.
Ομως, ο Γκίντενς στον Τρίτο δρόμο εξετάζει τη νεοφιλελεύθερη σκοπιά, η οποία μετά μανίας παροπλίζει το ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ κράτος για να σωθεί ο νέος αγριότατος υπερ-εκμεταλλευτικός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός των τραπεζών, των δανειστών κ.ά.
Στη σύγκριση που κάνει για τα πολιτικο-οικονομικά ‘δόγματα’ επισημάνει – κατακρίνοντάς την- τη ‘διαρκή επανάσταση’ της αγοράς, η οποία καταλύει έθνη – κοινωνίες, λαούς και αξίες, ισοπεδώνοντας τα πάντα, να μιλήσει για το ζήτημα του πολιτικού φορέα, να θέσει κρίσιμα διλήμματα, να μιλήσει για κράτος και κοινωνία των πολιτών προτείνοντας το πρόγραμμα του ‘Τρίτου δρόμου’ με τα εξής σημεία:
1) Ριζοσπαστικό κέντρο, 2) Το νεοδημοκρατικό κράτος (χωρίς εχθρούς), 3) Ενεργή κοινωνία πολιτών, 4) Η δημοκρατική οικογένεια, 5) Νέα μικτή οικονομία, 6) Ισότητα και συμπερίληψη, 7) Θετική πρόνοια, 8) Το κοινωνικό κράτος επενδύσεων, 9) Το κοσμοπολίτικο έθνος, 10) Η κοσμοπολίτικη δημοκρατία… Συνέχεια

Υπέρτατος νόμος η σωτηρία των ελεύθερων συναλλαγών


12Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

 Η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν μετέτρεψε τις κοινωνίες σε παραδείσους αρμονίας και δικαιοσύνης. Αλλά θα πρέπει να ομολογηθεί ότι από ορισμένες πλευρές τα επιτεύγματά της υπήρξαν θεαματικά. Θωρακίζοντας τους πολίτες ενάντια στην ένδεια και την ανασφάλεια και υποθάλποντας προσδοκίες για βαθμιαία άνοδο του επιπέδου διαβίωσης όλων, οι ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατικές κοινωνίες μπόρεσαν να πείσουν πως βρίσκονταν σε τροχιά αέναης προόδου. Η ουτοπία της ευζωίας ταυτιζόταν πλέον με τη γενική οικονομική ευμάρεια. Και έτσι ακριβώς θεμελιώθηκε η ιστορικά πρωτόγνωρη μεταπολεμική «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση».

 

Η ιδεολογική αυτή μεταλλαγή είχε όμως και παρενέργειες. Με την κατίσχυση του καταναλωτικού ευδαιμονισμού μπήκαν σε παρένθεση οι προβληματισμοί γύρω από το βαθύτερο νόημα της ζωής, της ικανοποίησης, της ισορροπίας και της απόλαυσης. Από τη στιγμή που όλα αρχίζουν και τελειώνουν με την αναζήτηση ατομικής πρόσβασης σε όλο και περισσότερα υλικά αγαθά, τα προαιώνια αυτά αξιακά και υπαρξιακά ερωτήματα ατονούν. Η οικονομιστική ανάγνωση του κόσμου συνεπάγεται τη μετουσίωση της ανοριοθέτητης «βιοτικής ποιότητας» σε μετρήσιμη βιοτική και βιωματική «ποσότητα». Ολες οι αμφιβολίες φαίνεται λοιπόν να διαλύονται. Μπροστά στον παραμορφωτικό του καθρέφτη, ο homo sapiens μεταμορφώνεται σε ακόρεστο homo consumans.

 

Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Αντίστοιχα μεταλλάσσεται και η πρόσληψη των όρων υπό τους οποίους οι άνθρωποι μετέχουν στην κοινωνική παραγωγή. Πράγματι, στον «ελεύθερο κόσμο» ο καταναλωτικός παράδεισος δεν «προσφέρεται», «αγοράζεται». Μόνον όσοι διαθέτουν νόμιμο ατομικό «εισόδημα» μπορούν να παρακαθίσουν στο καταναλωτικό γλέντι. Ετσι, όσοι κοινωνοί δεν έχουν ατομική περιουσία υποχρεώνονται να αναζητήσουν το αναγκαίο εισόδημα στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Και υπό τους όρους αυτούς, η κοινωνική εργασία προσλαμβάνεται ως κατ” ανάγκην εξαρτημένη και ως κατά τεκμήριον αλλοτριωτική «απασχόληση». Ο άνθρωπος δεν καλείται πλέον να συμμετέχει ενεργά στην οικοδόμηση του κοινού οίκου μέσα από την άσκηση και απόλαυση των έμφυτων δημιουργικών του ικανοτήτων. Το προαιώνιο πολιτιστικό και αξιακό αίτημα της χειραφετητικής μεταλλαγής του ετερόνομου animal laborans (το κοπιάζον ή απασχολούμενο ζώο) σε ετερόνομο και εξαρτημένο homo faber (τον «τέκτονα» άνθρωπο) φαίνεται να έχει εντελώς αποδυναμωθεί. Μαζί με την αρχαιοελληνική διάκριση ανάμεσα στον «πονείν» και στο «εργάζεσθαι», εξαλείφεται και ο προβληματισμός γύρω από το νόημα και τις προοπτικές της ανθρώπινης δραστηριότητας.

 

Στο επίπεδο της εξέλιξης των κοινωνικών αξιών, το ιστορικό τίμημα του καταναλωτικού ευδαιμονισμού υπήρξε λοιπόν βαρύτατο. Ειρωνικά, η κατίσχυση της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης υπήρξε ταυτόσημη με την ενσυνείδητη απίσχνανση του προβληματισμού που είχε εγκαινιασθεί με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Η πορεία προς την πρόοδο νοείται πια ως μονοδιάστατη, αφού συναρτάται αποκλειστικά από τη συνεχή αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας. Από τη στιγμή λοιπόν που γίνεται επιπλέον γενικά δεκτό πως η παραγωγική ανάπτυξη, άρα και οι καταναλωτικές δυνατότητες των ανθρώπων υπηρετούνται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα από το αγοραίο καπιταλιστικό σύστημα, το πρώτο μέλημα όλων των κοινωνιών δεν μπορεί να είναι άλλο από την αέναα διευρυνόμενη αναπαραγωγή του. Ακόμα και αν συνεπάγεται την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και ανεπιεικειών, ο καπιταλισμός εξακολουθεί, μας λένε, να αποτελεί την ορθολογικότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να γίνει είναι να θεσπισθούν οι «στρόφιγγες δικαιοσύνης» και οι «δικλίδες επιβιωτικής ασφάλειας» που «εξανθρωπίζουν» την κοινωνία και αναπαράγουν το δημοκρατικό καταναλωτικό συμβόλαιο. Ολοι καλούνται να αναγνωρίσουν πως υπηρετώντας πειθήνια το σύστημα της «ελεύθερης αγοράς» υπηρετούν ταυτόχρονα και τη δική τους προοπτική ευμάρειας. Το ζήτημα μπορεί πλέον να ανάγεται στην «κοινή υπεριστορική λογική».

 

Το λεγόμενο «τέλος της ιστορίας» συμπίπτει με την οικουμενική κατίσχυση αυτού του δόγματος. Και όλα έμοιαζαν να εξελίσσονται «ομαλά». Μέχρι τη στιγμή που ενέσκηψε η κρίση. Αίφνης, η αξιωματική συμπόρευση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της γενικής καταναλωτικής ευμάρειας και κατ” επέκτασιν της κοινωνικής συναίνεσης άρχισε να κλονίζεται. Η κρίση του «κοινωνικού κράτους» εκφράζει πρωτίστως την προϊούσα ασυμπτωτότητα ανάμεσα στο αίτημα της αύξησης των αγοραίων κερδών και τη συνεχιζόμενη διεύρυνση της καταναλωτικής δυνατότητας των μαζών. Και έτσι εφεξής, η «περαιωμένη» ιστορία φαινόταν να οδηγεί τον κόσμο σε πρωτόγνωρα συστημικά αδιέξοδα.

 

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία της νεοφιλελεύθερης αντεπίθεσης. Με τη νέα αυτοπεποίθηση που άντλησαν από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι ηγετικές μερίδες του δυτικού κόσμου θεώρησαν πως δεν είχαν κανένα λόγο να περιορίζουν τα κέρδη τους για να εξασφαλίσουν την διαιώνιση μιας συναίνεσης που και αν ακόμα είναι χρήσιμη, δεν μοιάζει πια αναγκαία. Η στρατηγική απάντηση στην κρίση ήταν λοιπόν αναμενόμενη. Η χρηματοπιστωτική κρίση δεν συνεπέφερε την άμβλυνση αλλά τη σκλήρυνση της ταξικής αλαζονείας του Κεφαλαίου. Η «κατάσταση ανάγκης» στην οποία είχε περιέλθει το σύστημα δεν το εξώθησε στην αναδιατύπωση των προϋποθέσεων της κοινωνικοπολιτικής συναίνεσης αλλά στην πλήρη ρήξη με τα τριάντα «ένδοξα χρόνια» της σοσιαλδημοκρατικής ευωχίας. Ενας νέος και αδίστακτος «γενναίος» κόσμος έκανε την εμφάνισή του.

 

Ευλόγως λοιπόν υπό τις συνθήκες αυτές, όλα τα δοκιμασμένα ιδεολογικά όπλα θα ανασυρθούν από την ιστορική ναφθαλίνη. Στο μέτρο που, για το καλό όλων και πριν από όλα, το ορθολογικό και «δοκιμασμένο» σύστημα πρέπει πάση θυσία να αναπαραχθεί, η πανάρχαια σωτηριολογική ρητορική είναι πάντα πρόσφορη. Suprema lex salus patriae. Και στο μέτρο που το κεφάλαιο δεν έχει πια πατρίδα, η ίδια λογική μπορεί πια να εμφανίζεται με τη μορφή ενός suprema lex salus negotii. Στην έκτακτη «κατάσταση ανάγκης» που διανύει ο κόσμος, το πρώτιστο αγαθό που πρέπει να συντηρηθεί με κάθε τρόπο και κάθε θυσία είναι το «σύστημα» των ελεύθερων συναλλαγών. Και έτσι ακριβώς θα εκλογικευθούν όλες οι «αναγκαίες» παρεμβάσεις, θα δικαιωθούν όλες οι ανατροπές και θα καταρρεύσουν όλες οι εσωτερικευμένες ιστορικές προϋποθέσεις του καταναλωτικού συμβολαίου. Στο εξής, οι μάζες των κοινωνών καλούνται να υπομένουν αδιαμαρτύρητα και να περιμένουν στωικά την αποδυνάμωση όλων των ουτοπικών προβολών. Αν «χρειαστεί», οφείλουν να αποδεχθούν την κατάρρευση των μισθών και του βιοτικού τους επιπέδου, την αναζωπύρωση της γενικευμένης ανασφάλειας και την παραίτηση από τη συμμετοχή στο δημοκρατικό γίγνεσθαι.

Οφείλουν να επανέλθουν στην κατάσταση των λιμοκτονούντων περιθωριακών και των «μοχθούντων ζώων» από την οποία νόμιζαν αφελέστατα πως έχουν διά παντός απαλλαγεί. Και οφείλουν επίσης να απέχουν από κάθε ενεργή παρέμβαση στην πορεία της επίπονης μοίρας τους. Τα αδύναμα μεμονωμένα άτομα δεν μπορούν πια να διαπραγματευθούν συλλογικά για τους όρους εργασίας τους, δεν προσβλέπουν σε μονιμότητα ή ασφάλεια, δεν δικαιούνται νοσηλεία και περίθαλψη, δεν ορίζουν το τίμημα του μόχθου τους, δεν ελέγχουν τη διάρκεια ανάλωσης της εργασιακής τους ενέργειας, δεν αποζημιώνονται αν απολυθούν και φυσικά δεν έχουν δικαίωμα να απεργούν. Και επιπλέον οφείλουν να συμβάλλουν ευπειθώς, και στην ανάγκη να επι-στρατεύονται βίαια, στην εξυπηρέτηση όλων των αναγκών της συστημικής αναπαραγωγής. Σε έκτακτες συνθήκες, η εξουσία έχει πάντα τη δυνατότητα να μεταμορφώσει τον εφεδρικό εργασιακό στρατό σε ένστολο «στρατό σωτηρίας». Εκόντες ή άκοντες λοιπόν, εκείνοι που είχαν επαναπαυθεί στην ιστορική τους χειραφέτηση τίθενται σήμερα μπροστά στο πρωτόγνωρο υπαρξιακό δίλημμα ανάμεσα στην πλήρη περιθωριοποίηση και στην άνευ όρων υποταγή στη στρατιωτική πειθαρχία της επιστράτευσης. Το δίλημμα όμως δεν είναι υπαρξιακό αλλά πολιτικό. Παραμένοντας ελεύθεροι άνθρωποι, τα «μοχθούντα ζώα» έχουν πάντα τη δυνατότητα να αντισταθούν και στις δύο αυτές εκδοχές του παρόντος και του μέλλοντός τους. Και τότε…

25/02/2013

Πηγή http://www.efsyn.gr/?p=26269