Michael Heinrich-Παρέκβαση πάνω στον αντισημιτισμό …


Από το κεφάλαιο «10.2 Excursus on Antisemitism» του παραπάνω βιβλίου (σελ. 185-191). Μτφρ: rocket-team.
Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου, ο Μαρξ γράφει ότι «τις μορφές του κεφαλαιοκράτη και του γαιοχτήμονα δεν τις ζωγραφίζω καθόλου με ρόδινα χρώματα» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ.16, 1978), αλλά πως η περιγραφή του αναφέρεται στα μεμονωμένα άτομα «μόνο εφόσον αποτελούν την προσωποποίηση οικονομικών κατηγοριών», και έτσι ο στόχος δεν είναι «να θεωρούμε το ξεχωριστό άτομο υπεύθυνο για συνθήκες, κοινωνικό προϊόν των οποίων παραμένει το ίδιο όσο και αν υψώνεται υποκειμενικά πάνω από αυτές» (ό.π.). Όπως αποδείξαμε προηγουμένως οι οικονομικοί φορείς ακολουθούν μία ορθολογικότητα που τους επιβάλλεται από τις οικονομικές σχέσεις. Επομένως οι επίμονες προσπάθειες των καπιταλιστών να αυξήσουν το επίπεδο της αξιοποίησης (στην κανονική περίπτωση) δεν προκύπτουν από «μία υπερβολική ροπή προς το κέρδος» από μεριάς του μεμονωμένου κεφαλαιοκράτη· είναι ο ανταγωνισμός(/συναγωνισμός των κεφαλαίων) που επιβάλλει αυτήν την συμπεριφορά στους μεμονωμένους κεφαλαιοκράτες με την επαπειλούμενη οικονομική καταστροφή. Ο καθένας, συμπεριλαμβανομένων όσων κερδοφορούν από τη λειτουργία του καπιταλισμού, είναι μέρος ενός πελώριου μηχανισμού γραναζιών. Ο καπιταλισμός αποδεικνύεται πως είναι μία ανώνυμη μηχανή χωρίς οδηγό να κατευθύνει την μηχανή ή δυνάμενο να καταστεί υπεύθυνος για την καταστροφή που επέφερε αυτή η (καπιταλιστική) μηχανή. Αν κάποιος επιθυμεί να βάλει ένα τέλος σε αυτήν την καταστροφή, δεν αρκεί να προχωρά στην κριτική των καπιταλιστών. Αντίθετα, οι ίδιες οι καπιταλιστικές δομές στην ολότητά τους πρέπει να εξαλειφθούν.
 –
Με την «προσωποποίηση των πραγμάτων και την υλοποίηση των σχέσεων παραγωγής» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τρίτος Τόμος, σελ. 1019, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, μετάφραση Παναγιώτη Μαυρομμάτη), ο καπιταλισμός σαν ολότητα φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητος απέναντι στην κριτική. Εφόσον η καπιταλιστική μηχανή εμφανίζεται να μην είναι τίποτα άλλο παρά η πιο ανεπτυγμένη εκδήλωση της διαδικασίας της κοινωνικής ζωής (ότι οι προσδιορισμοί της κοινωνικής μορφής δεν γίνεται πλέον να διακριθούν από το υλικό τους περιεχόμενο είναι ακριβώς αυτό που εκφράζεται από τον τριαδικό τύπο), η κοινωνία δεν μπορεί να απομπλέξει τον εαυτό της από αυτή τη μηχανή. Η καθυπόταξη σε φαινομενικά αναπόφευκτες «αντικειμενικές αναγκαιότητες» είναι, έτσι φαίνεται, αδύνατο να αποφευχθεί· πρέπει κανείς να έρθει απλά σε συμβιβασμό με την κατάσταση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Audre Lorde-Ηλικία,Φυλή,Τάξη και Φύλο…


Γραμμένο το 1980, περιλήφθηκε στο Sister Outsider (1984), p. 114-123. Μτφρ: kali-detri
Ηλικία, Φυλή, Τάξη, και Φύλο: Οι γυναίκες επαναπροσδιορίζουν την διαφορά [1]
Η πλειοψηφία –σχεδόν– της Δυτικοευρωπαϊκής ιστορίας μας αναγκάζει να βλέπουμε τις ανθρώπινες διαφορές σε απλοϊκή αντιπαράθεση μεταξύ τους: κυρίαρχος/υποτελής, καλός/κακός, πάνω/κάτω, ανώτερος/κατώτερος. Σε μια κοινωνία όπου το ορθό ορίζεται στα πλαίσια του κέρδους παρά στα πλαίσια των ανθρωπίνων αναγκών, πρέπει να υπάρχει πάντοτε μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μέσα από τη συστηματική καταπίεση να αισθάνονται ότι περιττεύουν, ώστε να καταλάβουν [occupy] τον ρόλο του απο-ανθρωποποιημένου κατώτερου. Μέσα σε αυτή την κοινωνία, η ομάδα αυτή αποτελείται από τους Μαύρους και τους ανθρώπους του Τρίτου κόσμου, την εργατική τάξη, τους ηλικιωμένους και τις γυναίκες.
Ως μια 49χρονη Μαύρη λεσβία φεμινίστρια σοσιαλίστρια μητέρα δύο παιδιών, περιλαμβανομένου ενός αγοριού, και ως μέλος ενός διαφυλετικού ζευγαριού, βρίσκω συχνά τον εαυτό μου να αποτελεί κομμάτι κάποιας ομάδας που ορίζεται ως Άλλη, αποκλίνουσα, κατώτερη, ή απλά λάθος. Παραδοσιακά, στην αμερικάνικη κοινωνία, είναι τα μέλη των καταπιεσμένων, αντικειμενοποιημένων ομάδων που αναμένεται να «απλωθούν» και να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας των ζωών μας και της συνείδησης του καταπιεστή μας. Διότι για να επιβιώσουμε, όσοι από εμάς βιώνουμε την καταπίεση – που είναι τόσο αμερικάνικη όσο η μηλόπιτα [apple pie] – έπρεπε να μείνουμε πάντοτε παρατηρητές, να εξοικειωθούμε με τη γλώσσα και τους τρόπους του καταπιεστή, ακόμα μερικές φορές να τους υιοθετήσουμε με αντάλλαγμα κάποια αίσθηση προστασίας. Οποτεδήποτε ανακύπτει η ανάγκη για κάποια προσποίηση επικοινωνίας, εκείνοι που κερδίζουν από την καταπίεσή μας μάς καλούν να μοιραστούμε τη γνώση μας με αυτούς. Με άλλα λόγια, είναι η υποχρέωσή του καταπιεσμένου να διδάξει στους καταπιεστές τα λάθη τους.
Είμαι υπεύθυνη για τη διδασκαλία των καθηγητών που απορρίπτουν την κουλτούρα των παιδιών μου στο σχολείο. Οι Μαύροι και οι άνθρωποι του Τρίτου Κόσμου είναι αναμενόμενο να διδάξουν τους λεύκους ως προς την ανθρωπινότητά μας. Οι γυναίκες αναμένεται να διδάξουν τους άντρες. Οι λεσβίες και οι γκέι άντρες αναμένεται να διδάξουν τον ετεροσεξουαλικό κόσμο. Οι καταπιεστές διατηρούν τη θέση τους και αποφεύγουν την ευθύνη των πράξεών τους. Υπάρχει μια διαρκής εξάντληση ενέργειας η οποία θα ήταν καλύτερο να αξιοποιηθεί στον επαναπροσδιορισμό μας και την επινόηση ρεαλιστικών σεναρίων για την αλλαγή του παρόντος και την οικοδόμηση του μέλλοντος.
Η θεσμοποιημένη απόρριψη της διαφοράς είναι μια απόλυτη αναγκαιότητα σε μια οικονομία κέρδους η οποία χρειάζεται ως πλεονάζοντες πληθυσμούς τους ξένους. Ως μέλη μιας τέτοιας οικονομίας, όλοι έχουμε προγραμματιστεί να αντιδρούμε στις ανθρώπινες διαφορές μεταξύ μας με φόβο και φθόνο και να χειριζόμαστε αυτή τη διαφορετικότητα με τρεις τρόπους: να την αγνοήσουμε, και όταν αυτό δεν είναι εφικτό, να την αντιγράψουμε αν θεωρούμε ότι είναι κυρίαρχη, ή να την καταστρέψουμε αν θεωρούμε ότι είναι υποδεέστερη. Αλλά δεν έχουμε καθόλου πρότυπα για να συσχετιστούμε αναμεταξύ των ανθρωπίνων διαφορών μας ως ίσοι. Σαν αποτέλεσμα, αυτές οι διαφορές έχουν εσφαλμένα κατονομαστεί και καταχραστεί στην υπηρεσία του διαχωρισμού και της σύγχυσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η γλυκόπικρη ανάμνηση του Μπέρνι…


Μπέρνι Σάντερς

Υστερα από την ταπεινωτική ήττα της Χίλαρι Κλίντον, οι Δημοκρατικοί θεωρούν πως ίσως ο σοσιαλιστής Μπέρνι Σάντερς θα μπορούσε να κερδίσει τον Ντόναλντ Τραμπ, αν δεν είχε παραγκωνιστεί από το ίδιο του το κόμμα | AP PHOTO/ JOHN LOCHER

Και αν απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ ήταν ο Μπέρνι Σάντερς; Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στο στόμα πολλών Δημοκρατικών και εν γένει προοδευτικών Αμερικανών από τα ξημερώματα της Τετάρτης, όταν το εκλογικό αποτέλεσμα είχε πια «κλειδώσει».

«Σας τα λέγαμε… αλλά δεν μας ακούγατε», ήταν η απάντηση αρκετών υποστηρικτών και στελεχών της καμπάνιας του Μπέρνι Σάντερς προς το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο ίδιος πάντως ο γερουσιαστής του Βερμόντ και πρώην διεκδικητής του χρίσματος δήλωσε ότι θα είναι παρών, ενώ έδωσε τη δική του εκδοχή για την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

«Ο Τραμπ καρπώθηκε την οργή μιας παρακμάζουσας μεσαίας τάξης που έχει κουραστεί και αηδιάσει με το πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό κατεστημένο», δήλωσε στο επίσημο ανακοινωθέν του.

«Στον βαθμό που ο κύριος Τραμπ εννοεί σοβαρά ότι θα ακολουθήσει πολιτικές που θα βελτιώσουν τις ζωές των εργαζόμενων οικογενειών, εγώ και άλλοι προοδευτικοί είμαστε έτοιμοι να δουλέψουμε μαζί του», συνέχισε, προειδοποιώντας ωστόσο:

«Στον βαθμό που θα εφαρμόσει ρατσιστικές, σεξιστικές, ξενοφοβικές και βλαπτικές για το περιβάλλον πολιτικές θα σταθούμε κάθετα απέναντί του».

Αραγε, οι Δημοκρατικοί θα είχαν καλύτερη τύχη αν είχαν επιλέξει διαφορετικά; Το επιχείρημα του κομματικού κατεστημένου –και ίσως όχι μόνο– ήταν ότι ο Μπέρνι Σάντερς δεν ήταν «εκλέξιμος»: ηλικιωμένος -αν και μόλις πέντε χρόνια μεγαλύτερος από τον Τραμπ και έξι από την Κλίντον- Εβραίος και πολύ «σοσιαλιστής».

Ο ίδιος ο γερουσιαστής του Βερμόντ αποκαλούσε τον εαυτό του Σοσιαλδημοκράτη και ζητούσε πολλά και «ανήκουστα» για την Αμερική: δωρεάν υγεία, ανώτατη παιδεία προσβάσιμη σε όλους, ελάφρυνση από το βάρος των φοιτητικών δανείων, αξιοπρεπείς μισθούς, αποσύνδεση της οικονομίας από την αμαρτωλή Wall Street και όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα…

Συνέχεια ανάγνωσης

Η πολιτική είναι η λύση…


Των: Megan Erickson, Katherine Hill, Matt Karp, Connor Kilpatrick, & Bhaskar Sunkara (μετάφραση: Συραγώ Λιάτσικου)

Δεν μπορούμε να φύγουμε στον Καναδά ή να κρυφτούμε κάτω από το κρεβάτι. Αυτή είναι η στιγμή που πρέπει να αγκαλιάσουμε τη δημοκρατική πολιτική, όχι να την αποκηρύξουμε.

Δεν έχουμε καμιά αυταπάτη σχετικά με τον αντίκτυπο της νίκης του Ντόναλντ Τραμπ. Είναι μια καταστροφή. Η προοπτική μιας ενωμένης δεξιάς κυβέρνησης, με επικεφαλής έναν αυταρχικό λαϊκιστή, αποτελεί καταστροφή για τους ανθρώπους της εργασίας.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να απαντήσει κανείς σε αυτή την κατάσταση. O ένας είναι να κατηγορήσεις τους ανθρώπους των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο άλλος είναι να κατηγορήσεις την ελίτ της χώρας.

Στις προσεχείς ημέρες και εβδομάδες, πολλοί ειδήμονες θα κάνουν κάτι από τα παραπάνω. Φοβισμένοι φιλελεύθεροι έχουν ήδη γράψει οδηγίες για το πώς να πας στον Καναδά· χθες βράδυ, η καναδική ιστοσελίδα μετανάστευσης έπεσε μετά από ένα ισχυρό κύμα επισκεψιμότητας. Οι άνθρωποι που μας έφεραν σε αυτό το γκρεμό σχεδιάζουν τώρα τη διαφυγή τους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το πλοίο των ηλιθίων…


Μια φορά και έναν καιρό, ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί ενός πλοίου έγιναν τόσο ματαιόδοξοι από την ικανότητά τους στην ναυτική τέχνη, τόσο ανόητα ασεβείς και τόσο εντυπωσιασμένοι με τους εαυτούς τους που οδηγήθηκαν στην τρέλα.

Έστρεψαν το πλοίο βόρεια και προχώρησαν μέχρι που συνάντησαν παγόβουνα και επικίνδυνους ογκόπαγους. Συνέχισαν να πηγαίνουν βόρεια σε όλο και περισσότερο επικίνδυνα νερά με μόνο σκοπό να δώσουν στους εαυτούς τους ευκαιρίες να πραγματοποιήσουν ακόμα περισσότερα λαμπρά κατορθώματα στην ναυσιπλοΐα.

Καθώς το πλοίο έφτανε σε όλο και υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη, οι επιβάτες και το πλήρωμα γίνονταν όλο και περισσότερο δυσαρεστημένοι. Άρχισαν καυγάδες μεταξύ τους και παράπονα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν.

«Τρέμω από το κρύο», είπε ένας ρωμαλέος ναυτικός. «Αυτό είναι το χειρότερο ταξίδι που έχω βρεθεί. Το κατάστρωμα είναι γλιστερό από τον πάγο. Όταν είμαι στο παρατηρητήριο ο αέρας περνά το πανωφόρι μου σαν μαχαίρι. Κάθε φορά που δένω το πανί της πλώρης τα δάχτυλά μου πάνε να παγώσουν. Και γι’ όλα αυτά παίρνω μόνο πέντε πενιχρά σελίνια το μήνα».

«Νομίζεις ότι εσύ μόνον την έχεις άσχημα;», είπε μια γυναίκα επιβάτης. «Εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ από το κρύο. Οι κυρίες σε αυτό το πλοίο δεν παίρνουν όσες κουβέρτες παίρνουν οι άντρες. Αυτό δεν είναι δίκαιο».

Ένας μεξικανός ναύτης παρεμβαίνει στην συζήτηση. «Εγώ παίρνω μόνο τον μισό μισθό από ότι παίρνουν οι άγγλοι ναύτες. Χρειαζόμαστε αρκετή ποσότητα φαγητού για να είμαστε ζεστοί σε αυτό το κλίμα και δεν παίρνω το μερίδιό μου. Οι Άγγλοι παίρνουν περισσότερο. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι οι αξιωματικοί μου δίνουν διαταγές στα αγγλικά αντί στα ισπανικά».

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ελληνική φιλοξενία είναι κάπου θαμμένη μαζί με το Μέγα Αλέξανδρο…


giannopoulos

Ο Χάρης Γιανννόπουλος ανήκει στο κλειστό κλαμπ των καλαθοσφαιριστών που έχει φορέσει τη φανέλα και των δύο αιωνίων αντιπάλων, ΠΑΟ και Ολυμπιακού (όπως και τη φανέλα του ΠΑΟΚ και άλλων ομάδων). Πολύ πιο σημαντικό από τα αθλητικά του κατορθώματα όμως είναι ένα κείμενο που έγραψε σε μουσική ιστοσελίδα, με το οποίο διαχωρίζει τη θέση του από την απόφαση να μη γίνουν δεκτά στα σχολεία τα προσφυγόπουλα. Μια απόφαση που πήραν τα επτά συμβούλια Γονέων και Κηδεμόνων, στα σχολεία της Αλεξάνδρειας Ημαθίας, που είναι κι ο τόπος καταγωγής του αθλητή. Ο Χάρης Γιαννόπουλος κριτικάρει την απόφαση των συμπολιτών του, και τις αιτιάσεις που πρόβαλαν σχετικά με την υγιεινή (“τα προσφυγόπουλα είναι εμβολιασμένα (…) οι δικαιολογίες είναι μια μεγάλη μπαρούφα) και καταλήγει με την ευχή “να μπορέσει να αγκαλιάσει ο τόπος του αυτά τα παιδιά και να τους δείξει τις αρετές του λαού μας”.

Ακολουθεί αναλυτικά το κείμενο του Χ. Γιαννόπουλου -που μπορεί να μην είναι απαλλαγμένο από αντιφάσεις, αλλά αυτό δε μειώνει την αξία του.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι φεμινίστριες προδίδουν τις μουσουλμάνες υποστηρίζοντας τους ρατσιστικούς νόμους της Γαλλίας…


της Christine Delphy

Μήπως ο μέινστρημ γαλλικός φεμινισμός είναι ρατσιστικός; Προσωπικά, υπήρξα συνιδρύτρια του περιοδικού Nouvelles Questions Feministes μαζί με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ το 1977 και εδώ και καιρό μετέχω στο Mouvement de Libération des Femmes (MLF), αλλά, όλο και περισσότερο, μου είναι σαφές ότι η γαλλική στάση απέναντι στο χιτζάμπ και τις μουσουλμάνες είναι όχι απλώς ακατανόητη, αλλά κατακριτέα.

Το 2004, ψηφίστηκε ο πρώτος ανοιχτά αντι-μουσουλμανικός νόμος που απαγόρευε στις μαθήτριες να φορούν μαντίλα, με βάση την πεποίθηση ότι « θρησκευτικά σημάδια» είναι αντίθετα προς την laïcité –την πολιτική εκκοσμίκευση. Αλλά η ιδεολογική εκστρατεία κατά του Ισλάμ ξεκίνησε πάνω από 40 χρόνια πριν. Ο δημοσιογράφος Thomas Deltombe έδειξε ότι, από το 1980 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, δεν πέρασε ούτε μία βδομάδα χωρίς η μία από τις δύο κύριες εβδομαδιαίες εφημερίδες στη Γαλλία να θέσει το ερώτημα «Πρέπει να φοβόμαστε το Ισλάμ;» ή «Συμβιβάζεται το Ισλάμ με τη δημοκρατία;».

Εφημερίδες, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές επέδειξαν την ίδια εμμονή. Με τον καιρό το πράγμα χειροτέρεψε, καθώς το κοινό πείστηκε ότι ο δυτικός πολιτισμός απειλείται από το Ισλάμ εν γένει, και ότι στη Γαλλία ο κίνδυνος αυτός ενσαρκώνεται από τα 5 εκατομμύρια γιους και κόρες βορειοαφρικανών μεταναστών που ζουν στη Γαλλία, και που μπορεί να είναι ή να μην είναι μουσουλμάνοι.

Συνέχεια ανάγνωσης