O Black Giannis και ο δομικός ρατσισμός της ελληνογλωσσολαγνείας…


Τον αθλητικογράφο που υπέβαλε στον κόουτς της μίας από τις δύο All Star team την κουφή ερώτηση για το αν βρίσκει οξύμωρη την ύπαρξη ενός μαύρου Έλληνα, δεν τον γνωρίζω. Άνθρωποι που τον γνωρίζουν με διαβεβαίωσαν ότι δεν είχε εκδηλώσει ποτέ μέχρι τώρα κάποια ρατσιστική τάση, και εξάλλου ο ίδιος ζήτησε ήδη συγνώμη, την οποία μάλιστα αποδέχθηκε ο μάνατζερ του Αντετοκούνμπο, κάνοντας λόγο για «κακιά στιγμή»· δεν προτίθεμαι λοιπόν εγώ να αμφισβητήσω την ειλικρίνειά του.

Παραμένει το γεγονός ότι η ερώτηση αυτή υποβλήθηκε, και προκάλεσε σε όλους –τουλάχιστον όλους όσους δεν είναι ρατσιστές- αμηχανία και δυσφορία. Αναμφίβολα «όλοι μας έχουμε κακές στιγμές»· αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να αναρωτηθούμε, όταν προκύψει μία τέτοια στιγμή, από πού μας ήρθε. Πώς λοιπόν ένας άνθρωπος που δεν είναι ρατσιστής καταλήγει να μιλά κατά τρόπο που γίνεται από όλους αντιληπτός ως ρατσιστικός; Πού οφείλεται η απρόσμενη ανάδυση αυτής της επιτέλεσης, η οποία δεν εναρμονίζεται με την μέχρι τώρα ιστορία του ομιλούντος υποκειμένου;

Η μόνη εξήγηση που βλέπω εγώ είναι ότι οφείλεται στις ανορθολογικές θεωρίες περί της ελληνικής γλώσσας που έχουν διαδοθεί και επικρατήσει εδώ και αρκετά χρόνια στην ελληνική κοινωνία (καιδιασπορά), και που παρουσιάζουν τη γλώσσα αυτή ως την πλουσιότερη, μουσικότερη, μαθηματικότερη, με μια λέξη ως την τελειότερη γλώσσα που υπήρξε και ίσως θα υπάρξει ποτέ.

Υπάρχουν φορές που το γνωστό παλιό δίδαγμα του δομισμού ή/ και της ψυχανάλυσης αρκεί για να λύσει το αίνιγμα: το υποκείμενο δεν μιλά τη γλώσσα, αλλά μιλιέται απ’ αυτήν. Ιδίως μάλιστα εάν αυτή η γλώσσα μιλά ήδη για τον εαυτό της. Εάν η «άτυχη στιγμή» ενταχθεί στη δομική σειρά αυτής τηςελληνογλωσσολαγνείας και όχι στην προσωπική ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου, εμφανίζεται απολύτως κατανοήσιμη, λογικώς αναγκαία, και καθόλου «άτυχη».

Συνέχεια ανάγνωσης

Η μεταναστολαγνεία της Ουρανίας Μιχαλολιάκου …


Image result for gay Arab migrants struggles

Η κατά υπερήφανη δήλωσή της «στρέιτ και Ελληνίδα» Ουρανία Μιχαλολιάκου, με το γνωστό βίντεο που γύρισε, έκανε μία φιλότιμη απόπειρα να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο ακροατήριο πέρα από τους γνωστούς ηλιθίους με τα φουσκωμένα μπράτσα και μυαλά στους οποίους μέχρι τώρα περιοριζόταν η απήχησή της. Ωστόσο, το μόνο που κατάφερε ήταν να μας δώσει ακόμα ένα παράδειγμα για τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και αδιέξοδα που συναντά ο ρατσιστικός/ σεξιστικός λόγος κάθε φορά που επιχειρεί να υποδυθεί την καθολικότητα, ενώ είναι ο ορισμός του ιδιομορφισμού [particularism]. Αυτός ο «διπλός δεσμός» του ρατσιστικού λόγου έχει ως αποτέλεσμα ένα αρνητικό δίπορτο: προσπαθώντας να γίνει κάπως γενικότερα αποδεκτός, αναγκάζεται να αποδεχθεί κάποιες γενικότερες αρχές και κριτήρια, τα οποία όμως διαλύουν και ακυρώνουν την ουσία του.

Στο λογύδριό της, η κα Μιχαλολιάκου απευθύνει παράπονο προς τις Ελληνίδες αντιρατσίστριες που δεν την αγαπάνε όσο αγαπάνε τις μετανάστριες, και τις καταγγέλλει για «υποκρισία» (αυτό είναιμάλιστα το τρίτο χαρακτηριστικό που επιλέγει για την αυτοπαρουσίασή της: ότι «δεν γουστάρει την υποκρισία»). Ποια είναι αυτή η υποκρισία; Ότι, κατ’ αυτήν, ο αντιρατσισμός δεν συμβιβάζεται με τον αντισεξισμό. Και γιατί δεν συμβιβάζεται; Διότι οι ίδιοι οι πρόσφυγες είναι σεξιστές· πάντως δεν αισθάνονται άνετα εάν πάμε και μιλήσουμε, σε αυτούς και τα παιδιά τους, για το πώς είναι «να νιώθεις και άντρας και γυναίκα».

Το πρόβλημα όμως είναι ότι, με αυτή την κίνηση, ανοίγει ένα ρήγμα στο εσωτερικό του ρατσιστικού λόγου, μεγαλύτερο απ’ αυτό που φιλοδοξούσε να αναδείξει στο λόγο των αντιπάλων του.

Το αντιρατσιστικό/ αντισεξιστικό κίνημα, γνωρίζει ήδη, και μάλιστα αποδέχεται ως καταστατική αρχή του, ότι οι ταυτότητες δεν είναι ομοιογενείς και στεγανές, αλλά ρευστές· έχει μάθει ότι η συναρμογή και η συμβίωση των ετερογενών προελεύσεων και επιθυμιών των ανθρώπων, εάν και όποτε επιτυγχάνεται, είναι πάντοτε ένα (εύθραυστο) αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συνεννόησης. Και σχεδόν πάντα αφήνει κάτι απέξω, ένα υπόλοιπο. Και αυτή την αρχή το αντιρατσιστικό κίνημα προσπαθεί να εφαρμόσει, άλλοτε με λιγότερη και άλλοτε με περισσότερη επιτυχία.

Ο ρατσισμός, όμως, δεν γνωρίζει και δεν αποδέχεται αυτή τη συνθήκη. Μπορεί φραστικά να δηλώνει ότι «δε γουστάρει την υποκρισία», αλλά αυτό το οποίο γουστάρει ακόμα λιγότερο είναι η ρευστότητα των ταυτοτήτων: ο ρατσισμός γουστάρει «ξεκάθαρα πράματα»· άσπρο ή μαύρο.

Όταν λοιπόν αποδίδει φαντασιακά την ίδια απολυτότητα και τον ίδιο σεξισμό στους «πρόσφυγες», όπως τους έχει κατασκευάσει στο μυαλό της, η Μιχαλολιάκου δεν αντιλαμβάνεται ότι εκφράζει όχι πλέον (μόνο) μίσος και απόρριψη γι’ αυτούς, αλλά μάλλον φθόνο και θαυμασμό· δηλαδή ταύτιση, ή πάντως οικειότητα και επιδοκιμασία. «Δες ρε παιδί μου τι λεβέντες και τι ξεκάθαροι που είναι οι μουσουλμάνοι! Σε αυτούς ο άντρας είναι άντρας και η γυναίκα γυναίκα, όχι αυτά τα αδερφίστικα που μας λέτε εσείς».

Έτσι, η Μιχαλολιάκου πέφτει η ίδια στο λάκκο που νομίζει ότι σκάβει για τους άλλους: εκφράζεται θετικά για ξένους πρόσφυγες, και απορριπτικά για Έλληνες. Καταγγέλλει την υποκριτική «μεταναστολαγνεία» των αντιρατσιστών, αλλά αντιπροτείνει τη δική της, γνήσια μεταναστολαγνεία.

 

του Άκη Γαβριηλίδη


Από:https://nomadicuniversality.com/2017/02/12/%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CF%87%CE%B1/

Η επανάσταση των νέγρων…


των Ερίκ Αλλιέζ – Μαουρίτσιο Λατζαράτο[i]

Η οξυδέρκεια του Κλάουζεβιτς θα τεθεί σε δοκιμασία χάρη σε ένα από τα μείζονα πολιτικά και στρατιωτικά συμβάντα της γαλλικής επανάστασης: την επανάσταση των νέγρων, που αποσπά το κόσμημα της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, τη νήσο του Αγίου Δομήνικου. Η οποία ήταν επίσης, ούτε λίγο ούτε πολύ, η πιο πλούσια αποικία στον κόσμο[1]. Έτσι, είναι πιθανό να πρόκειται εδώ για το πλέον θεμελιώδες συμβάν της επανάστασης εξαιτίας της δύναμης κατεδάφισης (για να μιλήσουμε ντελεζιανά) που κομίζει: με αυτό, το αδιανόητο εισβάλλει αιφνιδιαστικά στην Ιστορία και την κάνειπαγκόσμια σε μια επαναστατική προοπτική.

Η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση είναι μία επανάσταση σκλάβων. Αφού η γαλλική δημοκρατία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτό το τετελεσμένο γεγονός, η επανάσταση όχι μόνο αντιστάθηκε στα στρατεύματα που απέστειλε στο νησί το 1801 ο Ναπολέων για να αποκαταστήσουν την τάξη και τη δουλεία του Μαύρου Κώδικα[2], αλλά και τα κατανίκησε (προκαλώντας 50.000 νεκρούς –δηλαδή πολύ περισσότερους από τις γαλλικές απώλειες στη μάχη του Βατερλώ), όπως είχε νικήσει τον ισπανικό και τον αγγλικό στρατό. Από την πρώτη εξέγερση του 1791 μέχρι την ανακήρυξη ανεξαρτησίας την 1η Ιανουαρίου 1804, σε μια περίοδο δώδεκα χρόνων, η νέγρικη επανάσταση των 500.000 σκλάβων του Αγίου Δομήνικου που έγινε Αϊτή, βγαίνει πολιτικά και στρατιωτικά νικήτρια από τη σύγκρουσή της με τις τρεις κυρίαρχες αποικιακές δυνάμεις της κοσμο-οικονομίας. Πολύ πριν τον σοβιετικό και τον κινεζικό κόκκινο στρατό, ο «μαύρος στρατός» είναι η πρώτη προλεταριακή δύναμη που επαναστατικοποίησε τόσο βαθιά την τέχνη του πολέμου. «Είχανε την οργάνωση και την πειθαρχία ενός στρατεύματος εξασκημένου, αλλά ταυτόχρονα αξιοποιούσαν όλες τις πονηριές και τις επιδεξιότητες που προσιδιάζουν στον ανταρτοπόλεμο. […] Όταν οι πολυάριθμες γαλλικές δυνάμεις έφταναν για να τους συντρίψουν, εξαφανίζονταν στα βουνά, αφήνοντας πίσω τους τα πάντα στις φλόγες· μόλις οι Γάλλοι, καταβεβλημένοι από την κούραση, αποσύρονταν, εκείνοι ξανάρχονταν να καταστρέψουν άλλες φυτείες και να επιτεθούν στις γαλλικές γραμμές»[3]. Το ύφος που υιοθετεί ο Τζέιμς είναι πολύ κοντά στον Κλάουζεβιτς, αλλά δεν θα έπρεπε να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι εδώ αγγίζουμε κάτι αδιανόητο για τον Πρώσσο αξιωματικό, ο οποίος είχε συνυπολογίσει πολύ σοβαρά την ισπανική αντίσταση στην ευρωπαϊκή γεωπολιτική. Πραγματικά, υπερβαίνει τη νόηση ότι αγράμματοι σκλάβοι, «εκ φύσεως ανίκανοι για πειθαρχία και ελευθερία», μπόρεσαν να μάθουν τόσο γρήγορα τις πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές πολέμου για να τις θέσουν καλύτερα στην υπηρεσία ενός ανελέητου ανταρτοπολέμου, αφού προηγουμένως επιδοθούν σε τελετές βουντού[4]!

Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί ο Τραμπ αποτελεί φασιστικό φαινόμενο…


της Τζούντιθ Μπάτλερ

Ας θυμηθούμε ότι τον Ντόναλντ Τραμπ τον ψήφισε λιγότερο από το ένα τέταρτο της αμερικανικής κοινωνίας, και ότι γίνεται πρόεδρος χάρη στο παρωχημένο εκλογικό σύστημα και μόνο. Δεν πρέπει να φανταστούμε ότι έχει κάποια διαδεδομένη λαϊκή υποστήριξη. Υπάρχει διαδεδομένη απογοήτευση με τη συμμετοχική πολιτική, και υπάρχει σοβαρή δυσπιστία και για τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα των ΗΠΑ. Αλλά η Χίλαρι Κλίντον πήρε περισσότερες ψήφους από τον Τραμπ. Έτσι, όταν ρωτάμε τι υποστήριξη έχει ο Τραμπ, ρωτάμε πώς μια μειοψηφία στις Ηνωμένες Πολιτείες κατόρθωσε να φέρει τον Τραμπ στην εξουσία. Μιλάμε για ένα έλλειμμα δημοκρατίας, όχι για μια κοσμοπλημμύρα.

Δική μου αίσθηση είναι ότι ο Τραμπ απελευθέρωσε μια οργή που έχει πολλά αντικείμενα και πολλές αιτίες, και μάλλον θα πρέπει να είμαστε δύσπιστοι απέναντι σε όσους ισχυρίζονται ότι ξέρουν την πραγματική αιτία και το μοναδικό της αντικείμενο. Η οικονομική ερήμωση και η απογοήτευση, η απώλεια της ελπίδας μπροστά σε ένα οικονομικό μέλλον και σε οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς χειρισμούς που αποδεκατίζουν ολόκληρες κοινότητες, είναι σίγουρα σημαντική. Εξίσου σημαντική όμως η αυξανόμενη δημογραφική πολυπλοκότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, και οι μορφές ρατσισμού –παλιές και νέες.

 

Ο Τραμπ ως φασίστας;

Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράςπαραμένουν οι μορφές ευρωπαϊκού φασισμού των μέσων του εικοστού αιώνα. Με τον Τραμπ έχουμε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία όμως θα εξακολουθούσα να αποκαλώ φασιστική. Η φασιστική στιγμή έρχεται όταν ο Τραμπ επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία να απελάσει εκατομμύρια ανθρώπους ή να βάλει τη Χίλαρι στη φυλακή μόλις αναλάβει καθήκοντα (αυτό το πήρε πίσω τώρα), να σπάζει εμπορικές συμφωνίες κατά το δοκούν, να προσβάλλει την κυβέρνηση της Κίνας, να ζητά την επαναφορά του εικονικού πνιγμού και άλλων τρόπων βασανιστηρίων. Όταν μιλά έτσι, ενεργεί σαν να έχει την αποκλειστική εξουσία να καθορίζει την εξωτερική πολιτική, να αποφασίζει ποιος θα πάει φυλακή, ποιος θα απελαθεί, ποιες εμπορικές συμφωνίες θα τηρηθούν … Πολλοί από μας εξέλαβαν την αλαζονεία του, τη γελοία αυτοπροβολή του, τον ρατσισμό του, το μισογυνισμό του και τη φοροδιαφυγή του ως αυτοκαταστροφικά χαρακτηριστικά, αλλά όλα αυτά ήταν στ’ αλήθεια γοητευτικά για πολλούς από τους ψηφοφόρους του. Κανείς δεν είναι σίγουρος ότι έχει διαβάσει το Σύνταγμα ή ότι ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό. Η αλαζονική αυτή αδιαφορία είναι κάτι που ελκύει κόσμο προς αυτόν. Και αυτό είναι φασιστικό φαινόμενο. Αν κάνει πράξεις τα λόγια του, τότε θα έχουμε μια φασιστική κυβέρνηση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Michael Heinrich-Παρέκβαση πάνω στον αντισημιτισμό …


Από το κεφάλαιο «10.2 Excursus on Antisemitism» του παραπάνω βιβλίου (σελ. 185-191). Μτφρ: rocket-team.
Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου, ο Μαρξ γράφει ότι «τις μορφές του κεφαλαιοκράτη και του γαιοχτήμονα δεν τις ζωγραφίζω καθόλου με ρόδινα χρώματα» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ.16, 1978), αλλά πως η περιγραφή του αναφέρεται στα μεμονωμένα άτομα «μόνο εφόσον αποτελούν την προσωποποίηση οικονομικών κατηγοριών», και έτσι ο στόχος δεν είναι «να θεωρούμε το ξεχωριστό άτομο υπεύθυνο για συνθήκες, κοινωνικό προϊόν των οποίων παραμένει το ίδιο όσο και αν υψώνεται υποκειμενικά πάνω από αυτές» (ό.π.). Όπως αποδείξαμε προηγουμένως οι οικονομικοί φορείς ακολουθούν μία ορθολογικότητα που τους επιβάλλεται από τις οικονομικές σχέσεις. Επομένως οι επίμονες προσπάθειες των καπιταλιστών να αυξήσουν το επίπεδο της αξιοποίησης (στην κανονική περίπτωση) δεν προκύπτουν από «μία υπερβολική ροπή προς το κέρδος» από μεριάς του μεμονωμένου κεφαλαιοκράτη· είναι ο ανταγωνισμός(/συναγωνισμός των κεφαλαίων) που επιβάλλει αυτήν την συμπεριφορά στους μεμονωμένους κεφαλαιοκράτες με την επαπειλούμενη οικονομική καταστροφή. Ο καθένας, συμπεριλαμβανομένων όσων κερδοφορούν από τη λειτουργία του καπιταλισμού, είναι μέρος ενός πελώριου μηχανισμού γραναζιών. Ο καπιταλισμός αποδεικνύεται πως είναι μία ανώνυμη μηχανή χωρίς οδηγό να κατευθύνει την μηχανή ή δυνάμενο να καταστεί υπεύθυνος για την καταστροφή που επέφερε αυτή η (καπιταλιστική) μηχανή. Αν κάποιος επιθυμεί να βάλει ένα τέλος σε αυτήν την καταστροφή, δεν αρκεί να προχωρά στην κριτική των καπιταλιστών. Αντίθετα, οι ίδιες οι καπιταλιστικές δομές στην ολότητά τους πρέπει να εξαλειφθούν.
 –
Με την «προσωποποίηση των πραγμάτων και την υλοποίηση των σχέσεων παραγωγής» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τρίτος Τόμος, σελ. 1019, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, μετάφραση Παναγιώτη Μαυρομμάτη), ο καπιταλισμός σαν ολότητα φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητος απέναντι στην κριτική. Εφόσον η καπιταλιστική μηχανή εμφανίζεται να μην είναι τίποτα άλλο παρά η πιο ανεπτυγμένη εκδήλωση της διαδικασίας της κοινωνικής ζωής (ότι οι προσδιορισμοί της κοινωνικής μορφής δεν γίνεται πλέον να διακριθούν από το υλικό τους περιεχόμενο είναι ακριβώς αυτό που εκφράζεται από τον τριαδικό τύπο), η κοινωνία δεν μπορεί να απομπλέξει τον εαυτό της από αυτή τη μηχανή. Η καθυπόταξη σε φαινομενικά αναπόφευκτες «αντικειμενικές αναγκαιότητες» είναι, έτσι φαίνεται, αδύνατο να αποφευχθεί· πρέπει κανείς να έρθει απλά σε συμβιβασμό με την κατάσταση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Audre Lorde-Ηλικία,Φυλή,Τάξη και Φύλο…


Γραμμένο το 1980, περιλήφθηκε στο Sister Outsider (1984), p. 114-123. Μτφρ: kali-detri
Ηλικία, Φυλή, Τάξη, και Φύλο: Οι γυναίκες επαναπροσδιορίζουν την διαφορά [1]
Η πλειοψηφία –σχεδόν– της Δυτικοευρωπαϊκής ιστορίας μας αναγκάζει να βλέπουμε τις ανθρώπινες διαφορές σε απλοϊκή αντιπαράθεση μεταξύ τους: κυρίαρχος/υποτελής, καλός/κακός, πάνω/κάτω, ανώτερος/κατώτερος. Σε μια κοινωνία όπου το ορθό ορίζεται στα πλαίσια του κέρδους παρά στα πλαίσια των ανθρωπίνων αναγκών, πρέπει να υπάρχει πάντοτε μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μέσα από τη συστηματική καταπίεση να αισθάνονται ότι περιττεύουν, ώστε να καταλάβουν [occupy] τον ρόλο του απο-ανθρωποποιημένου κατώτερου. Μέσα σε αυτή την κοινωνία, η ομάδα αυτή αποτελείται από τους Μαύρους και τους ανθρώπους του Τρίτου κόσμου, την εργατική τάξη, τους ηλικιωμένους και τις γυναίκες.
Ως μια 49χρονη Μαύρη λεσβία φεμινίστρια σοσιαλίστρια μητέρα δύο παιδιών, περιλαμβανομένου ενός αγοριού, και ως μέλος ενός διαφυλετικού ζευγαριού, βρίσκω συχνά τον εαυτό μου να αποτελεί κομμάτι κάποιας ομάδας που ορίζεται ως Άλλη, αποκλίνουσα, κατώτερη, ή απλά λάθος. Παραδοσιακά, στην αμερικάνικη κοινωνία, είναι τα μέλη των καταπιεσμένων, αντικειμενοποιημένων ομάδων που αναμένεται να «απλωθούν» και να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας των ζωών μας και της συνείδησης του καταπιεστή μας. Διότι για να επιβιώσουμε, όσοι από εμάς βιώνουμε την καταπίεση – που είναι τόσο αμερικάνικη όσο η μηλόπιτα [apple pie] – έπρεπε να μείνουμε πάντοτε παρατηρητές, να εξοικειωθούμε με τη γλώσσα και τους τρόπους του καταπιεστή, ακόμα μερικές φορές να τους υιοθετήσουμε με αντάλλαγμα κάποια αίσθηση προστασίας. Οποτεδήποτε ανακύπτει η ανάγκη για κάποια προσποίηση επικοινωνίας, εκείνοι που κερδίζουν από την καταπίεσή μας μάς καλούν να μοιραστούμε τη γνώση μας με αυτούς. Με άλλα λόγια, είναι η υποχρέωσή του καταπιεσμένου να διδάξει στους καταπιεστές τα λάθη τους.
Είμαι υπεύθυνη για τη διδασκαλία των καθηγητών που απορρίπτουν την κουλτούρα των παιδιών μου στο σχολείο. Οι Μαύροι και οι άνθρωποι του Τρίτου Κόσμου είναι αναμενόμενο να διδάξουν τους λεύκους ως προς την ανθρωπινότητά μας. Οι γυναίκες αναμένεται να διδάξουν τους άντρες. Οι λεσβίες και οι γκέι άντρες αναμένεται να διδάξουν τον ετεροσεξουαλικό κόσμο. Οι καταπιεστές διατηρούν τη θέση τους και αποφεύγουν την ευθύνη των πράξεών τους. Υπάρχει μια διαρκής εξάντληση ενέργειας η οποία θα ήταν καλύτερο να αξιοποιηθεί στον επαναπροσδιορισμό μας και την επινόηση ρεαλιστικών σεναρίων για την αλλαγή του παρόντος και την οικοδόμηση του μέλλοντος.
Η θεσμοποιημένη απόρριψη της διαφοράς είναι μια απόλυτη αναγκαιότητα σε μια οικονομία κέρδους η οποία χρειάζεται ως πλεονάζοντες πληθυσμούς τους ξένους. Ως μέλη μιας τέτοιας οικονομίας, όλοι έχουμε προγραμματιστεί να αντιδρούμε στις ανθρώπινες διαφορές μεταξύ μας με φόβο και φθόνο και να χειριζόμαστε αυτή τη διαφορετικότητα με τρεις τρόπους: να την αγνοήσουμε, και όταν αυτό δεν είναι εφικτό, να την αντιγράψουμε αν θεωρούμε ότι είναι κυρίαρχη, ή να την καταστρέψουμε αν θεωρούμε ότι είναι υποδεέστερη. Αλλά δεν έχουμε καθόλου πρότυπα για να συσχετιστούμε αναμεταξύ των ανθρωπίνων διαφορών μας ως ίσοι. Σαν αποτέλεσμα, αυτές οι διαφορές έχουν εσφαλμένα κατονομαστεί και καταχραστεί στην υπηρεσία του διαχωρισμού και της σύγχυσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η γλυκόπικρη ανάμνηση του Μπέρνι…


Μπέρνι Σάντερς

Υστερα από την ταπεινωτική ήττα της Χίλαρι Κλίντον, οι Δημοκρατικοί θεωρούν πως ίσως ο σοσιαλιστής Μπέρνι Σάντερς θα μπορούσε να κερδίσει τον Ντόναλντ Τραμπ, αν δεν είχε παραγκωνιστεί από το ίδιο του το κόμμα | AP PHOTO/ JOHN LOCHER

Και αν απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ ήταν ο Μπέρνι Σάντερς; Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στο στόμα πολλών Δημοκρατικών και εν γένει προοδευτικών Αμερικανών από τα ξημερώματα της Τετάρτης, όταν το εκλογικό αποτέλεσμα είχε πια «κλειδώσει».

«Σας τα λέγαμε… αλλά δεν μας ακούγατε», ήταν η απάντηση αρκετών υποστηρικτών και στελεχών της καμπάνιας του Μπέρνι Σάντερς προς το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο ίδιος πάντως ο γερουσιαστής του Βερμόντ και πρώην διεκδικητής του χρίσματος δήλωσε ότι θα είναι παρών, ενώ έδωσε τη δική του εκδοχή για την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

«Ο Τραμπ καρπώθηκε την οργή μιας παρακμάζουσας μεσαίας τάξης που έχει κουραστεί και αηδιάσει με το πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό κατεστημένο», δήλωσε στο επίσημο ανακοινωθέν του.

«Στον βαθμό που ο κύριος Τραμπ εννοεί σοβαρά ότι θα ακολουθήσει πολιτικές που θα βελτιώσουν τις ζωές των εργαζόμενων οικογενειών, εγώ και άλλοι προοδευτικοί είμαστε έτοιμοι να δουλέψουμε μαζί του», συνέχισε, προειδοποιώντας ωστόσο:

«Στον βαθμό που θα εφαρμόσει ρατσιστικές, σεξιστικές, ξενοφοβικές και βλαπτικές για το περιβάλλον πολιτικές θα σταθούμε κάθετα απέναντί του».

Αραγε, οι Δημοκρατικοί θα είχαν καλύτερη τύχη αν είχαν επιλέξει διαφορετικά; Το επιχείρημα του κομματικού κατεστημένου –και ίσως όχι μόνο– ήταν ότι ο Μπέρνι Σάντερς δεν ήταν «εκλέξιμος»: ηλικιωμένος -αν και μόλις πέντε χρόνια μεγαλύτερος από τον Τραμπ και έξι από την Κλίντον- Εβραίος και πολύ «σοσιαλιστής».

Ο ίδιος ο γερουσιαστής του Βερμόντ αποκαλούσε τον εαυτό του Σοσιαλδημοκράτη και ζητούσε πολλά και «ανήκουστα» για την Αμερική: δωρεάν υγεία, ανώτατη παιδεία προσβάσιμη σε όλους, ελάφρυνση από το βάρος των φοιτητικών δανείων, αξιοπρεπείς μισθούς, αποσύνδεση της οικονομίας από την αμαρτωλή Wall Street και όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα…

Συνέχεια ανάγνωσης