ο πόλεμος των δύο κόσμων …


Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Τα σοσιαλιστικά μηνύματα για τη δυνατότητα ύπαρξης μιας άλλης, καλύτερης κοινωνίας εξαπλώνονται ραγδαίως σε όλη την «Δύση», έχοντας  ιδιαίτερη απήχηση στα φτωχά, εργατικά στρώματα που πλειοψηφούν στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Οι Αγγλογάλλοι νταβατζήδες ανησυχώντας για την επέλαση του Κομμουνισμού, αποφασίζουν να στηρίξουν κρυφά τις φασιστικές δυνάμεις σε Ιταλία και Γερμανία. Αυτό εκφράζεται κυρίως μέσω της «Πολιτικής Κατευνασμού» (‘Appeasement’) μέρος της οποίας ήταν και η ανοχή του Γερμανικού επανεξοπλισμού και η ανακατάληψη του Σάαρ, κατά παραβίαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών που με ένοχη σιωπή αποδέχονται οι Άγγλοι και οι Γάλλοι. Παράλληλα και στο παρασκήνιο, μεγάλες εταιρίες από Αγγλία, Γαλλία και ΗΠΑ στέλνουν άφθονο, ζεστό χρήμα, για να στηρίξουν τις επενδύσεις τους, οι οποίες είναι πολλές λόγω του φθηνού εργατικού δυναμικού της κατεστραμένης Γερμανίας.

Όπως και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, έτσι και στην Ισπανία το πολιτικό κλίμα είναι ιδιαίτερα τεταμένο. Η χώρα είχε απαλλαγεί απ’την Μοναρχία και η Αριστερά διεκδικεί την αναδιανομή της γης, την αυτονομία των περιοχών που συνιστούσαν την Ισπανία (Καταλονία, Βασκωνία κλπ) και τον περιορισμό της δύναμης της πανίσχυρης Καθολικής Εκκλησίας.

Στην κορύφωση όλων αυτών, το 1936 οι Δημοκρατικές δυνάμεις συνασπίζονται και καταφέρνουν να κερδίσουν για πρώτη φορά στις εκλογές. Από την πρώτη μέρα στην εξουσία η Κεντροαριστερή κυβέρνηση υπονομεύεται χοντρά απ’τους φιλοβασιλικούς, αλλά και το αναρχικό κίνημα που είναι ιδιαίτερα δυνατό και δραστήριο. Οι στρατιωτικοί από την πλευρά τους επιχειρούν αυτό που ξέρουν καλά να κάνουν και κάνανε τα προηγούμενα 200 χρόνια: πραξικόπημα. Επιχειρούν 2 ανεπιτυχή πραξικοπήματα. Στο 2ο συμμετέχει και ο στρατηγός Φράνκο, που είναι και διοικητής της αξιόμαχης και φιρμάτης Ισπανικής Λεγεώνας των Ξένων.

Το πραξικόπημα αποτυγχάνει και ο Φράνκο καταφεύγει στο Μαρόκο που είναι Ισπανική αποικία. Εκεί ανασυντάσσεται και με την στρατιωτική συνδρομή της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, αλλά και την οικονομική ενίσχυση από πλούσιους φιλοκαθεστωτικούς Ισπανούς, μέσω της γειτονικής Πορτογαλίας του δικτάτορα Σαλαζάρ, αποφασίζει να εισβάλλει στην Ισπανία.

 

Η απόβαση με την στήριξη της Λουτφάβε από αέρα, αρχίζει στις 17 Ιουλίου 1936 και μαζί της αρχίζει ο Ισπανικός Εμφύλιος που θα διαρκέσει 3 χρόνια. Μέσα σ’αυτή τη τριετία συνέβησαν πολλά, άσχημα και φονικά που στην ουσία προετοίμασαν και το έδαφος για τη θηριωδία του Β’ΠΠ. Δεν ήταν ένας «απλός» εμφύλιος. Ήταν περισσότερο ένας πόλεμος μεταξύ δύο κόσμων, σαφώς οριοθετημένων και εκ διαμέτρου αντίθετων, που συμπύκνωσε σε γεγονότα και βία όλη την ουσία της (πάντα παρούσας) ταξικής πάλης.

Από τη μια πλευρά οι Ισπανοί Εθνικιστές, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Φράνκο και την έμπρακτη συμπαράσταση (στρατιωτική και οικονομική) της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας. Στο πλευρό τους ήταν οι Δεξιοί και οι Ακροδεξιοί φαλαγγίτες, οι φιλοβασιλικοί, οι κτηματίες, η πλουτοκρατία, όσοι πίστευαν ότι η Ισπανία βρίσκεται υπό «ερυθρή απειλή» και φυσικά η πανίσχυρη Καθολική Ισπανική Εκκλησία.

Από την άλλη πλευρά οι Δημοκρατικοί, υπό την καθοδήγηση του Προέδρου της Β΄ Ισπανικής ΔημοκρατίαςΜανουέλ Αθάνια, έχοντας συσπειρώσει όλους τους Αριστερούς, Κομμουνιστές, Αναρχικούς, φιλελεύθερους αστούς, Σοσιαλιστές, Τροτσκιστές, ακτήμονες και γύρω στις  50000 αντιφασιστών από όλο τον κόσμο (και από Ελλάδα) που εμπνεύστηκαν απ’τον αγώνα των συντρόφων τους και συμμετείχαν εθελοντικά στις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Στο πλευρό τους στάθηκε και η εθνικιστική Βασκωνία (χώρα των Βάσκων), που διεκδικούσε, όπως και η Καταλονία, μεγαλύτερη αυτονομία από την κυβέρνηση της Μαδρίτης. Από ξένες δυνάμεις βοήθησε στην αρχή μόνο η Γαλλία και σταθερά τα δύο πρώτα χρόνια η Σοβιετική Ένωση και το Μεξικό. Η Αγγλία και οι ΗΠΑ (και πολύ γρήγορα και η Γαλλία), βλέποντας στους εφιάλτες τους την Ιβηρική Χερσόνησο να γίνεται Κομμουνιστική, επέλεξαν πονηρά να κρατήσουν κι εδώ την ουδέτερη στάση της «μη εμπλοκής», που στην ουσία βοηθούσε τον Φράνκο.

Στην Ελλάδα τότε είχαμε το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Ο δικτάτορας Μεταξάς, παρά την ιδεολογική του συγγένεια με τον Φράνκο, δεν δίστασε να πουλήσει πολεμοφόδια στους Δημοκρατικούς, σε μια εποχή που η χώρα μας είχε ανάγκη από ξένο συνάλλαγμα. Τη «δουλειά» ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο περίφημος Μποδοσάκης με την «Ελληνική Εταιρία Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου».

Ο εμφύλιος ήταν από την αρχή του ιδιαίτερα άγριος και ανελέητος. Οι Δημοκρατικοί στην επίθεση των δυνάμεων του Φράνκο απάντησαν με επιθέσεις εναντίον βιομηχάνων, μεγαλοϊδιοκτητών αλλά και της Καθολικής Εκκλησίας, που θεωρούνταν καταπιεστικός θεσμός και υποστηρικτής του παλαιού καθεστώτος, με σφαγές του κλήρου και εκτεταμένες πυρπολήσεις ναών και μοναστηριών.

Οι Εθνικιστές από την πλευρά τους, προέβησαν σε μαζικές εκκαθαρίσεις αλλά και στοχευμένες επιθέσεις εναντίων αντιπάλων και διαφωνούντων, δρόμο με δρόμο, πόρτα με πόρτα, εκμισθώνοντας συχνά και τις υπηρεσίες ανθρώπων του υποκόσμου. Πιο γνωστό θύμα τους, ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και αντιφασίστας Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που τον εκτέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς δίκη, με μοναδικό κατηγορητήριο την ομοφυλοφιλία του.

Γενικά οι δυνάμεις του Φράνκο υπερτερούσαν σε αριθμό και είχαν την καλύτερη ποιότητα οπλισμού, αφού Γερμανία και Ιταλία του προσέφεραν συνεχώς και αδιάλειπτα το καλύτερο ως τότε πολεμικό υλικό στον κόσμο και επίλεκτα πολεμικά σώματα, που συχνά δρούσαν αυτόνομα και στην πρώτη γραμμή. Επιπλέον είχαν και αεροπορία. Πραγματοποίησαν εκτεταμένους βομβαρδισμούς με αεροπλάνα, που έθεσαν στη διάθεσή τους ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι. Ο βομβαρδισμός της βασκικής πόλης Γκερνίκα (Guernica), κατά τον οποίο σκοτώθηκαν μόνο άμαχοι και η πόλη ισοπεδώθηκε, έμεινε στην ιστορία, χάρις στον περίφημο και ομώνυμο πίνακα του Πάμπλο Πικάσο, που αποτύπωσε μοναδικά τη φρίκη του πολέμου και έγινε ένα από τα σύμβολα του αντιφασιστικού αγώνα.

Από το φθινόπωρο του 1938 άρχισε να φαίνεται ότι η μάχη θα γείρει υπέρ του Φράνκο. Η επίμονη άρνηση βοήθειας από τη δημοκρατική Δύση (σχεδόν όλες οι «δημοκρατίες» της Ευρώπης κράτησαν επισήμως ουδέτερη στάση) δεν άφηνε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας στις δημοκρατικές δυνάμεις, οι οποίες το μόνο που θέλανε ήταν λίγη βοήθεια για να αντέξουν μέχρι τον Β’ΠΠ που ερχόταν καλπάζοντας. Υπήρχε η ελπίδα ότι τότε θα απολάμβαναν, όντας στο αντιχιτλερικό στρατόπεδο, την επίσημη αναγνώριση και υποστήριξη που οι «Μεγάλες Δημοκρατίες» της Ευρώπης τους είχαν αρνηθεί μέχρι τότε. Όντως τον Σεπτέμβρη 1939 ο Β’ΠΠ ξεκίνησε, αλλά η Κομμουνιστική Ισπανία είχε ήδη καταθέσει τα όπλα τον Απρίλη του ίδιου χρόνου, ενώ Αγγλία και Γαλλία είχαν ήδη αναγνωρίσει τον Φράνκο ως τον επίσημο εκπρόσωπο της Ισπανίας.

Ο Φράνκο σαν κάθε φασίστας που σέβεται τον εαυτό του, επέβαλε μία στυγνή δικτατορία, η οποία κατέρρευσε με τον θάνατό του το 1975, οπότε η Ισπανία ανέπνευσε ξανά τον αέρα της Δημοκρατίας.

πηγές: wikipedia sansimera

by Dr.Fake (κατά κόσμον Κλαρκ Γκέϊμπελ) 

 

 

____________________________________________________________

Aπό:http://kato-kefali.blogspot.com/2018/07/blog-post.html#more

 

“Ο Πόλεμος Ωφελεί μόνο τις Αντεπαναστατικές Δυνάμεις” | Συνέντευξη με τον Ζόζεφ Ντάχερ…


Συνέντευξη – Εισαγωγή: Λίνα Θεοδώρου, Αντώνης Φάρας
Μετάφραση: Αναστασία Ματσούκα
Επιμέλεια: Γιώργος Βελεγράκης

Ο Συριακός Εμφύλιος πόλεμος, συνεχίζεται για έβδομο έτος, χωρίς να είναι ακόμη ορατό το πότε θα λήξει. Κατά τη διάρκεια του πολέμου πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι, περίπου το μισό του συριακού πληθυσμού εκτοπίστηκε. Με αφορμή το βομβαρδισμό της Συρίας, με στόχους στρατιωτικές βάσεις του καθεστώτος στη Δαμασκό, από δυνάμεις των ΗΠΑ, ΗΒ και Γαλλίας, η συζήτηση άνοιξε με ανανεωμένο ενδιαφέρον στον ελλαδικό χώρο· διοργανώθηκαν αντιπολεμικές πορείες, διαδηλωτές επιχείρησαν να ρίξουν το άγαλμα του Harry S. Truman, και τώρα διώκονται για την αποδιδόμενη πράξη.

Ωστόσο στο αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου της Συρίας, ηγεμονική αφήγηση εντός της αριστεράς επέχει μια προσέγγιση του αντιμπεριαλισμού, η οποία λίγο πολύ, περιορίζει τη θέση του ιμπεριαλιστή αποκλειστικά στις ΗΠΑ. Η οπτική αυτή, η οποία αποτελεί πάγιο αναλυτικό εργαλείο για την ερμηνεία του κόσμου εκτός της Δύσης, αφενός υιοθετεί ένα γεωπολιτικό πρίσμα ανάγνωσης που υποβαθμίζει το κοινωνικό ως παράγοντα εξελίξεων, αφετέρου υποδηλώνει ένα καταστατικό οριενταλισμό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ως Αριστερά την πολιτική, όταν μιλάμε για τους «άλλους».

Προσπαθώντας να ρίξουμε περισσότερο φως στη συζήτηση, η οποία συσκοτίζεται παρά διασαφηνίζεται με ad hoc αντιπαραθέσεις, ζητήσαμε από τον Ζόζεφ Ντάχερ να μας απαντήσει σε μια σειρά συνολικότερες ερωτήσεις αναφορικά με τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας. Ο Ντάχερ είναι Ελβετο-Σύρος μαρξιστής και ακαδημαϊκός, βιβλία του οποίου έχουν εκδοθεί στα αγγλικά, όπως το «HezbollahPolitical Economy of the Party of God».

Συνέχεια

Ο Συριακός Εμφύλιος, η Αντιεξουσιαστική Κριτική & τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας…


Ο πόλεμος στο Χαλέπι, 10 03 2017

Στέφανος Μπατσής

Ας αρχίσουμε από μία παραδοχή. Τα γεγονότα του συριακού εμφυλίου πολέμου δεν αποτελούν έναν γόρδιο δεσμό που καλεί για λύση το αμφίστομο ξίφος του αντιιμπεριαλισμού ή οι αντιδραστικές θεωρήσεις της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής ανάλυσης. Αντιθέτως, παραπέμπουν σ’ ένα κουβάρι με πολλά νήματα, πολλές αφετηρίες και αβέβαιη ή και συχνά αμφίσημη κατάληξη για την ερμηνεία και την πολιτική σκέψη. Άλλωστε, η πυκνή αυτή επταετία εμφανίζει σημάδια αλλαγής παραδείγματος. Από την ίδια τη μικροφυσική και τεχνολογία του πολέμου έως την επιστροφή των σημασιών στα ελεύθερα καντόνια της Ροζάβα, τίποτα δεν μοιάζει γνώριμο και καμία βεβαιότητα δεν φαίνεται να μην μπορεί να γκρεμιστεί.

Η αμηχανία σημαντικών κομματιών της Αριστεράς και του ελευθεριακού χώρου μπροστά σε αυτή τη ρευστότητα αποτυπώνεται όλο και συχνότερα σε άτοπα και παραδοξολογίες. Παρατηρείται μεταξύ κραυγών για τη “Νίκη στα όπλα του συριακού στρατού” και στήριξης στον κοινό άξονα “Άσαντ, Ρωσίας, Ιράν και Χεζμπολάχ” αλλά και μιας πρακτορολογικής και συνωμοσιολογικής ρητορικής που, δυστυχώς, όλο και συχνότερα μας επιδεικνύει τον αντισημιτισμό της. Το κείμενο αυτό, επομένως, αλλά και η εκδήλωση που συνδιοργανώνεται με κεντρικό ομιλητή τον Ζόζεφ Ντάχερ* τοποθετούνται σε μια στιγμή που ο δημόσιος διάλογος εντός των αριστερών και ελευθεριακών μικροκόσμων τείνει να εκτροχιαστεί προς θέσεις ασυνεπείς με όσα θεωρητικά πρεσβεύουν οι φορείς τους.

Μια αναγκαία επίσκεψη στο 2011

Έχει την αξία του, θεωρώ, να διατρέξουμε ευσύνοπτα τα γεγονότα, καθότι οι κραυγές που υψώνονται, συνήθως με την ευκαιρία κάποιας νέας επέμβασης του ευρωατλαντικού άξονα, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, θέτοντας κι ένα καινούριο σημείο μηδέν, λες και ο πόλεμος στη Συρία δεν είναι μια επταετής πραγματικότητα, αλλά ξεκινά και σταματά συγχρονισμένος με τα αριστερά αντιαμερικανικά αντανακλαστικά.

Πηγαίνοντας πίσω, στο 2011, θυμόμαστε τον αραβικό κόσμο να συγκλονίζεται από αυτό που οι δυτικοί δημοσιολογούντες ονόμασαν Αραβική Άνοιξη. Σε Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο και Συρία οι κοινωνίες βρίσκονται σε κίνηση. Διαδηλώσεις με δημοκρατικό και κοσμικό τόνο ενάντια στην αυταρχικότητα των καθεστώτων αλλά και στις σοβούσες κοινωνικές ανισότητες, που οδηγούν με γεωμετρική ταχύτητα μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού στην εξαθλίωση. Ας μην ξεχνάμε ότι του ξεσηκωμού στη Συρία έχει προηγηθεί μια παρατεταμένη περίοδος ξηρασίας, με αποτέλεσμα την εσωτερική μετανάστευση χιλιάδων αγροτών προς τα αστικά κέντρα, όπου αντιμετώπισαν συνθήκες απόλυτης φτωχοποίησης και αβεβαιότητας.

Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι το καθεστώς Άσαντ αποτελούσε και αποτελεί μια κληρονομημένη δικτατορία, ένα αστυνομικό κράτος που αποκλείει τη διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής και τη συγκροτημένη άσκηση αντιπολίτευσης.

Ενώ στην Τυνησία και την Αίγυπτο οι δικτατορίες καταρρέουν χωρίς οι εξεγέρσεις να πάρουν το χαρακτήρα ένοπλης αντιπαράθεσης, στη Συρία ο Άσαντ είναι αποφασισμένος να διατηρήσει την εξουσία του με κάθε κόστος. Στις διεκδικήσεις για ελευθερία, δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη απαντά με συλλήψεις, δολοφονίες και βασανισμούς. Ο συριακός στρατός ανοίγει πυρ σε ειρηνικούς διαδηλωτές, η καταστολή των αντιφρονούντων γίνεται επικίνδυνα ασφυκτική και η σύγκρουση με το καθεστώς παίρνει γρήγορα τον δρόμο του εμφυλίου πολέμου, όταν ομάδες αντικαθεστωτικών απαντούν  στη βία του συριακού κράτους.

Η κλιμάκωση είναι ραγδαία, με τις διαμαρτυρίες και τις συγκρούσεις να γενικεύονται και να αφορούν πλέον ολόκληρη τη χώρα. Οι εξεγερμένοι έχουν να αντιμετωπίσουν από τη μία πλευρά τη συριακή μηχανή θανάτου του Άσαντ κι από την άλλη τις τζιχαντιστικές ομάδες της Αλ Νούσρα και του Ισλαμικού Κράτους. Ο Άσαντ άλλωστε είναι αυτός που απελευθερώνει μαζικά τζιχαντιστές από τις συριακές φυλακές, οι οποίοι στρέφονται περισσότερο ενάντια στους αντικαθεστωτικούς και στους Κούρδους της Βόρειας Συρίας παρά στο ασαντικό καθεστώς.

Η προσπάθεια αυτοοργάνωσης των περιοχών που εγκαταλείπουν οι καθεστωτικοί παίρνει, έστω σε εμβρυακό και περιορισμένο βαθμό, σάρκα και οστά μέσω της ανάδυσης πλήθους τοπικών συμβουλίων, ωστόσο βρίσκεται πιεσμένη από τη φονταμενταλιστική ετερονομία του Ισλαμικού Κράτους και την αποφασιστικότητα του Άσαντ να μην αφήσει τίποτα όρθιο μέχρι την τελική επικράτηση. Η φρίκη και η βαρβαρότητα συνθέτουν τη νέα πραγματικότητα και μοιραία κάθε προσπάθεια χειραφέτησης αφυδατώνεται και σταδιακά ηττάται. Τελευταίος σταθμός αυτής της ήττας η πτώση του ελεύθερου Αφρίν ύστερα από την επιχείρηση “Κλάδος Ελιάς” του τουρκικού στρατού και την κυνική αδιαφορία της Δύσης.

Σιγά το νέο, αλλά το κράτος σκοτώνει

Ο λογαριασμός γράφει 600.000 νεκρούς και 5-6 εκατομμύρια εκτοπισμένους πρόσφυγες σε γειτονικά κράτη ή στην Ευρώπη, αλλά θα μένει ανοιχτός όσο η κρατική θανατοπολιτική αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο διαχείρισης. Αν κάτι έπρεπε να έχουμε διδαχτεί από τα γεγονότα του συριακού εμφυλίου, είναι ότι ο κρατισμός βάζει την ταφόπλακα σε κάθε προσπάθεια χειραφέτησης και επιχειρεί να γεμίσει κάθε κενό εξουσίας με ατσάλι και αίμα. Η τέχνη του να μην κυβερνάσαι από κάποια ετερόνομη εξουσία έρχεται αντιμέτωπη με την πύκνωση του κρατισμού, την ωμή επιβολή της βίας. Ως εκ τούτου, συνιστά αυτοκαταστροφή και ακρωτηριασμό της ελεύθερης σκέψης η παροχή αλληλεγγύης σε κρατικές οντότητες (“Νίκη στο συριακό στρατό”) ή η επιλογή μεταξύ των διαφορετικών κρατικών συμμαχιών (στήριξη στον “άξονα Συρίας, Ιράν, Ρωσίας, Χεζμπολάχ”).

Ο Άσαντ, με την αρωγή της Ρωσίας και περιφερειακών δυνάμεων, επιχειρεί το μακέλεμα κάθε εναπομείνουσας φωνής αντίστασης και αντιπολίτευσης, συχνά υπό το πρόσχημα του πολέμου ενάντια στον τζιχαντισμό. Είναι πασιφανές, σε όποιον θέλει να το δει, πως το καθεστώς δεν θα σταματήσει μέχρι να διασφαλίσει πλήρως τη θέση κυριαρχίας του όσο θάνατο κι εκτοπισμό κι αν χρειαστεί να παράξει. Η χρήση ή μη χρήση χημικών όπλων τη δεδομένη στιγμή συσκοτίζει τη συζήτηση, καθώς τα εγκλήματα του ασαντικού καθεστώτος έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς μέσα στον χρόνο. Αυτό θα έπρεπε να είναι κάτι αδιαπραγμάτευτο κι από εκεί να εκκινεί κάθε συζήτηση περί απόδοσης ευθυνών.

Εντούτοις, δεν μας είναι άγνωστη και δεν παραγνωρίζουμε τη φύση και τη στόχευση της ευρωατλαντικής επέμβασης. Οι ΗΠΑ διεξάγουν σταθερά έναν πόλεμο δια αντιπροσώπων (proxy war) τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και σε άλλες περιοχές, με αποτέλεσμα τη ζωνοποίηση μεγάλων περιοχών, την αποσταθεροποίηση των κεντρικών εξουσιών, όταν αυτές δεν τους είναι αρεστές, και εν τέλει τη δημιουργία αποτυχημένων κρατών (failed states). Μολονότι η πρόσφατη επέμβαση ΗΠΑ και συμμάχων στη Συρία, μετά τη χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς Άσαντ, δύσκολα μπορεί να εγγραφεί σε ένα συνολικότερο σχέδιο και μάλλον αποτελεί περισσότερο ένα επικοινωνιακό εγχείρημα διάσωσης του αμερικανικού συμβολικού κεφαλαίου, η όλη αμερικανική στρατηγική δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.

Οι ΗΠΑ, όπου δεν μπορούν οι ίδιες να επιβάλλουν την τάξη, προτιμούν το χάος και η πραγματικότητα δείχνει ότι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να την επιβάλλουν, σε μία συνεχώς πιο σύνθετη και εύθραυστη διεθνή συγκυρία.

Στην ίδια ζώνη αμηχανίας δείχνουν να καρκινοβατούν και οι παραδοσιακοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, ο σημασιακός πυρήνας των οποίων βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με τις πολιτικές ελίτ να αδυνατούν να μεθερμηνεύσουν σε νέα σχήματα την απουσία νοήματος και τον αποπροσανατολισμό των δυτικών κοινωνιών. Ο δυτικοκεντρισμός τους πληγώθηκε αλλά και κινητοποιήθηκε, όταν το καμπανάκι του Ισλαμικού Κράτους ήχησε, ωστόσο ο τρόπος που οι παλιές αποικιακές δυνάμεις έχουν μάθει να διευθετούν τους λογαριασμούς τους σήμερα, μόνο ως προς το εσωτερικό τους μπορεί να λειτουργήσει κι αυτό αμφίβολα.

Εξάλλου, η συμμετοχή αφενός της Γαλλίας και της Αγγλίας κι αφετέρου του Ιράν, της Σ. Αραβίας και της Τουρκίας στις πολεμικές συρράξεις και στη συνεχώς ενεργή διαπραγμάτευση για το μέλλον της περιοχής δεν μπορεί και δεν πρέπει να κατανοείται ως αποκλειστικά υποκινούμενη από τις μεγαλύτερες δυνάμεις των ΗΠΑ και της Ρωσίας, καθώς τα εν λόγω κράτη εκτυλίσσουν πολλαπλές στρατηγικές, και μάλιστα φαινομενικά αντιθετικές, κοιτώντας άλλοτε στο εσωτερικό και άλλοτε στο εξωτερικό τους.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η σύγκρουση στη Συρία αποκαλύπτει τη γυμνή φύση του κρατισμού και των διαφόρων σχεδίων διαχείρισης. Η πριμοδότηση σχεδίων αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στην επιστροφή στον προστατευτισμό του εθνοκρατισμού άπτονται, κατά τη γνώμη μου, της ιδεολογικής σύγκρουσης γύρω από τον συριακό εμφύλιο και συχνά οδηγούν τον διάλογο σε γόνιμα μονοπάτια. Ωστόσο, είναι απαράδεκτο για όσους επιθυμούν την κοινωνική απελευθέρωση να σιωπούν μπροστά στα εγκλήματα του Άσαντ και της Ρωσίας, να ταυτίζουν τις κοινωνίες με τους κρατικούς σχηματισμούς και να αποσιωπούν τις αντιπολιτευόμενες θέσεις και αντιστάσεις. Δυστυχώς οι φωνές αυτές, από ντροπαλές και χαμηλόφωνες, γίνονται σιγά-σιγά εκκωφαντικές και βρίσκουν όλο και βαθύτερο έρεισμα αφενός στα διάφορα αριστερίστικα αρτικόλεξα και αφετέρου σε τελούσες σε σύγχυση τάσεις του αναρχικού χώρου.

Τα κουλουβάχατα της ιστορίας

“Κανένα πολιτικό κόμμα, όποιο κι αν είναι το πρόγραμμά του, δεν μπορεί να αναλάβει αποτελεσματικά τη διεύθυνση του κράτους, χωρίς να γίνει εθνικό”
Μαξ Βέμπερ 1917

Η ιδεολογία του αντιιμπεριαλισμού λειτούργησε και λειτουργεί ως δίαυλος μέσα από τον οποίο η εθνική ιδεολογία εγγράφεται στο εσωτερικό των ριζοσπαστικών πολιτικών χώρων. Ως ιδεολογία που συχνά επικυριαρχεί του κομμουνιστικού ή αντικαπιταλιστικού στοιχείου εντός της αριστερής πολιτικής σκέψης, εγκλωβίζει τα υποκείμενα στα ασφυκτικά όρια του έθνους κράτους, οδηγώντας τα στη νομιμοποίηση αντιδραστικών καθεστώτων και κρατικών επιλογών.

Ο αντιιμπεριαλισμός πειθαρχεί και στοιβάζει τα υποκείμενα πίσω από κρατικές επιταγές κι αναδεικνύεται ως πρώτης τάξης όπλο στα χέρια του κρατισμού και μάλιστα υπό το πρόσχημα της αντίστασης, της υποστήριξης του αδύναμου έναντι του ισχυρού.

Ο πολιτικός διάλογος γύρω από τον συριακό εμφύλιο μας αποκαλύπτει τη φύση του αντιιμπεριαλισμού σε όλη της την καθαρότητα. Ο αντιιμπεριαλισμός βλέπει μόνο τα κράτη και τις κινήσεις τους πάνω σε μια πλανητική σκακιέρα, όπου οι κοινωνίες παρακολουθούν αμέτοχες και στάσιμες. Συναφώς, ο αντιιμπεριαλισμός παραβλέπει τόσο τις λαϊκές διαμαρτυρίες εντός της συριακής κοινωνικής πραγματικότητας όσο και το πείραμα διεύρυνσης της δημοκρατίας και της ελευθερίας στα καντόνια της Ροζάβα, εφόσον η ιστορική κίνηση δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με την κρατική πολιτική.

Παραπληρωματικός του αντιιμπεριαλισμού, ο αντιαμερικανισμός προσφέρει έναν εύπεπτο και φενακισμένο αντικαπιταλισμό για εθνική κατανάλωση. Σε έναν κόσμο όλο και πιο σύνθετο, όπου διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος ίσως χάνουν τη σημασία τους, ανακουφίζει αλλά και αδρανοποιεί τα πολιτικά αντανακλαστικά μέσα από ένα απλουστευτικό και ολοποιητικό εξηγητικό σχήμα. Δυστυχώς όμως για την Αριστερά, η οποία μοιάζει να βρίσκεται σήμερα στη λάθος πλευρά της ιστορίας, από την ίδια ιδεολογική φαρέτρα αντλούν σε ολόκληρη τη Δύση και τα νέα μορφώματα της Δεξιάς, τα οποία δεν δυσκολεύονται καθόλου να προσαρμόσουν τον αντιιμπεριαλισμό και τον αντιαμερικανισμό στα μέτρα του εθνικισμού, της κλειστότητας και του υψώματος τειχών. Στα καθ’ ημάς, άλλωστε, λίγος μόνο χρόνος έχει περάσει από τη συμπόρευση στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό μερίδας της Αριστεράς με την Άκρα Δεξιά.

Από την άλλη, η γλώσσα της γεωπολιτικής, η οποία συχνά παρεισφρέει και επιτονίζει αριστερές και ελευθεριακές αναλύσεις της πραγματικότητας στη Μέση Ανατολή, τις αφυδατώνει πολιτικά. Ας μην ξεχνάμε την καταγωγή και τις χρήσεις της γεωπολιτικής ανάλυσης, η οποία αποτελεί σταθερά ένα ιδεολογικοποιημένο εργαλείο στα χέρια του κρατισμού για την επιβολή των διαφόρων σχεδιασμών του.

Τα κουλουβάχατα που δεν μαθαίνουν

Αντλώντας από τη διαπίστωση του Μαξ Βέμπερ, μπορούμε να σημειώσουμε πως μόνο η συνεπής κι ευθυτενής αντίσταση στον εθνοκρατισμό και η αποκάλυψη όσων παραγόντων συνθέτουν την ιδεολογία του μας ανοίγει την προοπτική της κατανόησης και διάσωσης δυνάμει επαναστατικών στοιχείων και δυναμικών εντός των κοινωνιών.

Ακόμη, απαιτείται η παραδοχή ότι τέτοιου είδους δυναμικές μπορούν να αναπτύσσονται αυτόνομα και αντιθετικά στους κρατικούς σχεδιασμούς. Το παράδειγμα της συριακής άνοιξης είναι μπροστά μας και είναι δηλωτικό για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές κινήσεις χάνουν την αυτονομία τους και υποτάσσονται σε άνωθεν σχεδιασμούς ως υποδεέστερες, εάν υιοθετήσουμε το πρίσμα του κρατισμού. Για τον ευρωατλαντικό άξονα και τη Ρωσία οι αγώνες των Σύρων κατέχουν δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τον υποτιθέμενο πόλεμο ενάντια στην τζιχαντιστική τρομοκρατία, ενώ για την αντιιμπεριαλιστική Αριστερά είναι δευτερεύοντες σε σχέση με τον αγώνα της ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ασκείται μόνο από τη Δύση και τους συμμάχους της.

Η λογική αυτή είναι στη βάση της πατερναλιστική και δυτικοκεντρική και αποστερεί από τους Σύρους, αλλά και τους Κούρδους, τη δυνατότητα της αυτόνομης πολιτικής δράσης. Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο τρόπος με τον οποίο η αντιιμπεριαλιστική Αριστερά παρουσιάζει τους Κούρδους της Ροζάβα ως αφελή υποκείμενα που είτε εξαπατήθηκαν είτε είναι βέβαιο πως θα εξαπατηθούν από την αμερικανική στρατηγική ευφυΐα. Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος φυσικά είναι η εξύμνησή τους, όταν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντίστασης ενάντια σε τζιχαντιστικές ομάδες και η εργαλειοποίηση του αγώνα τους. Εν ολίγοις, οι Κούρδοι είναι επαρκείς ως μαχητές και αντικείμενα του εξωτικού, δυτικού βλέμματος αλλά σε καμία περίπτωση ως πολιτικά υποκείμενα που μπορούν να αυτενεργούν και να οργανώνουν τις ζωές τους χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις. Διαφορετικά, η αγωνιστικότητά τους είναι θαυμαστή και παράγει συμβολικές εικόνες αντίστασης, αλλά οι αιτίες που οδηγούν σε αυτή τη μαχητικότητα και στον ένοπλο αγώνα συγκαλύπτονται κάτω από τη σκόνη της πρακτορολογίας.

Αντίστοιχα, σαφώς προβληματική είναι και η θέση που προτάσσει το δίπολο Άσαντ ή τζιχαντισμός, θεωρώντας προτιμότερη τη διατήρηση της στυγνής δικτατορίας του ασαντικού καθεστώτος παρά την ανάδυση και επικράτηση του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Η ξεκάθαρα δυτικοκεντρική αυτή θέση, υποκρύπτει ρατσισμό και ισλαμοφοβία, θεωρώντας ουσιαστικά πως τα κράτη του μουσουλμανικού κόσμου στερούνται κάθε χειραφετητικής δυνατότητας, εγκλωβισμένα σε θρησκευτικούς αρχαϊσμούς. Επομένως, αναγκαστικά θα οργανώνουν την κοινωνική τους ζωή κάτω από μία δικτατορία ή κάποιο άλλο απολυταρχικό καθεστώς, που τουλάχιστον θα διατηρεί τους σκελετούς στη ντουλάπα.

Κι όμως, δεν υπήρξε ποτέ ιδανικότερη συγκυρία για να μάθουμε από τους πρόσφυγες. Είναι εδώ, μαζί μας, σ’ ένα σωρό θαυμάσια εγχειρήματα και αποδεικνύουν καθημερινά αφενός την αυτονομία και την αυτενέργειά τους κι αφετέρου τον πλούτο που κουβαλάνε.

Είναι μαζί μας στην κατάληψη προσφύγων και μεταναστών της Νοταρά, στο City Plaza, στην κατάληψη του 5ου λυκείου, στους κοινούς αγώνες ενάντια στα κέντρα κράτησης. Πολλά κομμάτια του ριζοσπαστικού χώρου προσπάθησαν και προσπαθούν να μάθουν, ακόμη κι αν χρειάζεται να αναιρέσουν παλιότερες αντιλήψεις και βεβαιότητες. Άλλα κομμάτια επέλεξαν να απέχουν της ώσμωσης αυτής, είτε οχυρωμένα πίσω από τα κληρονομημένα σχήματα των επαναστατικών υποκειμένων, των κολασμένων και της θυματοποίησης των προσφύγων είτε βλέποντας πίσω απ’ όλα τον Σόρος, τον αμερικανικό δάκτυλο και πανίσχυρα συμφέροντα που κινούν τα νήματα. Ο εγκλωβισμός των δεύτερων είναι τέτοιος κι έχει παράξει τέτοιας έντασης καχυποψία και συνωμοσιολογία που αδυνατούν να δουν μια πραγματικότητα που εκτυλίσσεται μπροστά τους, με διαφάνεια και ανοιχτές πόρτες. Καθόλου τυχαίο που σε μεγάλο βαθμό οι φωνές αυτές ταυτίζονται με θέσεις της ελληνικής αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς.

Sic semper tyrannis

Η δραματική κατάσταση στη Συρία, η επαπειλούμενη επίθεση της Τουρκίας στα ελεύθερα καντόνια της Ροζάβα αλλά και η συνθετότητα ενός πολέμου που δεν μοιάζει με κανέναν προηγούμενο, απαιτούν την αντιεξουσιαστική κριτική και πράξη αιχμηρή και σε εγρήγορση. Η επίθεση στον πυρήνα του κρατισμού πρέπει να είναι συνεχής, να καταδεικνύνει τα εγκλήματα του ασαντικού καθεστώτος αλλά και να αποκαλύπτει τους σχεδιασμός του ευρωατλαντικού άξονα. Ακόμη, να τολμήσουμε τη σύγκρουση με όσες δυνάμεις αιχμαλωτίζουν με σκουριασμένα δεσμά την ελεύθερη σκέψη, αλλά, επίσης, να τολμήσουμε και να γκρεμίσουμε όσο είναι καιρός δικές μας βεβαιότητες, οι οποίες μας κρατάνε πίσω.

Η κριτική μας αυτή, επίκαιρη όσο ποτέ, οφείλει να διδάσκεται από το ταξίδι των προσφύγων και να είναι αλληλέγγυα εκεί όπου η ελευθερία αντεπιτίθεται, δηλαδή στο πείραμα δημοκρατικού συνομοσπονδισμού της Ροζάβα. Οι αυτοκυβερνούμενες, αμεσοδημοκρατικές περιοχές της Ροζάβα αποδεικνύουν πως το παιχνίδι κράτους και εξουσίας δεν είναι πάντα ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος και ότι οι κοινωνίες μπορούν να δημιουργούν χώρο ανάμεσα στις τεκτονικές πλάκες της καταπίεσης, έναν χώρο αυτονομίας και άσκησης της τέχνης του να μην κυβερνάσαι. Η δυνατότητα διεύρυνσης των ελευθεριακών χαρακτηριστικών αυτού του παραδείγματος και η επιρροή που μπορεί να ασκήσει στους λαούς της περιοχής, ας αποτελέσει μια αισιόδοξη κατακλείδα σε μια σειρά απαισιόδοξων αλλά αναγκαίων συμπερασμάτων, με την ευχή να δούμε άμεσα το τσάκισμα των τυράννων.

—————————————————-

** Φωτογραφία: Ο πόλεμος στο Χαλέπι, 10.03.2017

image_pdfimage_print
___________________________________________________________

Το Δόγμα Τρούμαν…


Το Δόγμα Τρούμαν ήταν η πολιτική που διατύπωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν στην ομιλία που εκφώνησε στις 12 Μαρτίου 1947, δηλώνοντας πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υποστήριζαν την Ελλάδα και την Τουρκία οικονομικά και στρατιωτικά για να αποτρέψει την πτώση του στην Σοβιετική σφαίρα. Οι ιστορικοί συχνά την θεωρούν ως την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, και την έναρξη της πολιτικής της «Συγκράτησης» («Containment»), δηλαδή της ανάσχεσης της Σοβιετικής επέκτασης.

Το Δόγμα Τρούμαν ήταν η πολιτική που διατύπωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν στην ομιλία που εκφώνησε στις 12 Μαρτίου 1947
Το Δόγμα Τρούμαν ήταν η πολιτική που διατύπωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν στην ομιλία που εκφώνησε στις 12 Μαρτίου 1947

Ο Πρόεδρος Τρούμαν ανέφερε στο Κογκρέσο πως το Δόγμα ήταν «η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών για να υποστηρίξουν τους ελεύθερους λαούς που αντιστέκονται στην προσπάθεια υποδούλωση τους από ένοπλες μειονότητες ή από εξωτερικές πιέσεις». Ο Τρούμαν αιτιολόγησε, επειδή αυτά τα «ολοκληρωτικά καθεστώτα» εξανάγκαζαν «τους ελεύθερους ανθρώπους», αντιπροσώπευαν μια απειλή στην διεθνή ειρήνη και την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Τρούμαν έκανε αυτή την έκκληση στη κορύφωση της κρίσης του Ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου. Υποστήριξε πως αν η Ελλάδα και η Τουρκία δεν λάμβαναν την βοήθεια που χρειάζονταν επειγόντως, μοιραία θα έπεφταν στον Κομμουνισμό με σοβαρές συνέπειες στην περιοχή. Επειδή η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν ιστορικοί αντίπαλοι, ήταν απαραίτητο να βοηθηθούν και οι δύο εξίσου, παρ’ όλο που η απειλή στην Ελλάδα ήταν περισσότερο άμεση.

Για χρόνια η Μεγάλη Βρετανία υποστήριζε την Ελλάδα, αλλά τώρα βρισκόταν στο χείλος της χρεωκοπίας και αναγκάστηκε να μειώσει δραστικά την εμπλοκή της. Τον Φεβρουάριο του 1947, η Βρετανία ζήτησε επισήμως από τις Ηνωμένες Πολιτείες να πάρουν την θέση της στην υποστήριξη της Ελληνικής κυβέρνησης.

Η πολιτική αυτή κέρδισε την υποστήριξη των Ρεπουμπλικάνων που έλεγχαν το Κογκρέσο, και περιλάμβανε την αποστολή $400 εκατομμυρίων σε Αμερικανικά λεφτά, αλλά όχι στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Το αποτέλεσμα ήταν να τερματιστεί η Κομμουνιστική απειλή, και το 1952 και οι δύο χώρες (Ελλάδα και Τουρκία) μπήκαν στο NATO, μια στρατιωτική συμμαχία που εγγυόταν την προστασία τους.

Το Δόγμα εκτάθηκε ανεπίσημα για να γίνει η βάση της Αμερικανικής πολιτικής στον Ψυχρό Πόλεμο σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο. Μετατόπισε την Αμερικανική εξωτερική πολιτική προς τη Σοβιετική Ένωση από την détente (μια χαλάρωση της έντασης) σε μια πολιτική ανάσχεσης της Σοβιετικής επέκτασης, όπως υποστήριζε ο διπλωμάτης Τζορτζ Κένναν.

Περιφερειακή κρίση

Το 1946-47, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση από πολεμικοί σύμμαχοι μετατράπηκαν σε ανταγωνιστές ενός ψυχρού πολέμου. Εκείνη την περίοδο, ο Σοβιετικός ιμπεριαλισμός στην Ανατολική Ευρώπη, η αναβληθείσα αποχώρηση των Σοβιετικών από το Ιράν, και η κατάρρευση της Συμμαχικής συνεργασίας στην Γερμανία σχημάτισε το υπόβαθρο των κλιμακούμενων εντάσεων για το Δόγμα Τρούμαν· η απάντηση των ΗΠΑ έχει συζητηθεί πολύ από τους ιστορικούς. Ο ίδιος ο Τρούμαν αρχικά είχε γίνει καχύποπτος στις διαπραγματεύσεις του με τους Σοβιετικούς στην Διάσκεψη του Πότσνταμ, η Σοβιετική απροθυμία για αποχώρηση από το Ιράν που ήταν προγραμματισμένη στις αρχές Μαρτίου του 1946, ενίσχυσε τις ανησυχίες του. Λίγες μέρες αργότερα, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έκανε την περίφημη ομιλία του για το Σιδηρούν Παραπέτασμα, σχετικά με τις εξελίξεις στην Ευρώπη.

Για τον Τρούμαν, μαζί με την αναπτυσσόμενη αναταραχή στην Ελλάδα, όλο αυτό άρχισε να φαίνεται ως μια κίνηση λαβίδας κατά των πετρελαιοφόρων περιοχών της Μέσης Ανατολής και των θερμών υδάτων της Μεσογείου. Ο Τρούμαν ήταν επικριτικός στον Υπουργό Εξωτερικών του, Byrnes, και γιατί «τον άφησε στο σκοτάδι» για την Διάσκεψη της Μόσχας, και πως το Ιράν δεν είχε μπει στην ατζέντα. Σε μία επιστολή που ακολούθησε προς αυτόν, ο Τρούμαν έγραφε «Πιστεύω πως έχουμε καθήκον να διαμαρτυρηθούμε με κάθε σθένος… εναντίον του Ρωσικού προγράμματος στο Ιράν. … Αν η Ρωσία δεν αντιμετωπίσει μια σιδερένια γροθιά και μια δυνατή γλώσσα τότε θα ξεσπάσει ακόμα ένας πόλεμος. Μόνο μια γλώσσα κατανοούν… Δεν πιστεύω πως πρέπει να συνεχίσουμε να παίζουμε τον συμβιβασμό… Κουράστηκα να κάνω μπέιμπυ-σίτινγκ στους Σοβιετικούς.» Στις 30 Ιανουαρίου 1946 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το Ψήφισμα 2 σχετικά με την Σοβιετική απόσυρση από το Ιράν· τα Ψηφίσματα 3 και 5 εγκρίθηκαν κι αυτά τον Απρίλιο και τον Μάιο.

Τον Φεβρουάριο του 1946, ο Κένναν, ένας Αμερικανός διπλωμάτης στη Μόσχα, έστειλε το περίφημο «Μακρύ Τηλεγράφημα», το οποίο προέβλεπε πως οι Σοβιετικοί θα απαντούσαν μόνο σε πίεση και πως ο καλύτερος τρόπος για να τους χειριστείς θα ήταν μέσω μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής συγκράτησης, που να σταματά την γεωγραφική τους επέκταση. Μετά την προειδοποίηση των Βρετανών πως δεν μπορούσαν πλέον να βοηθήσουν την Ελλάδα, και μετά την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Τσαλδάρη στην Ουάσινγκτον τον Δεκέμβριο του 1946 για να ζητήσει την Αμερικανική βοήθεια,[4] το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έφτιαξε ένα σχέδιο. Θα δινόταν βοήθεια και στην Ελλάδα και στην Τουρκία, για να βοηθήσουν στην αποκλιμάκωση της μακράς αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Τον Μάρτιο του 1947, ο Πρόεδρος Τρούμαν εμφανίστηκε ενώπιον του Κογκρέσο και χρησιμοποίησε την πολιτική της Συγκράτησης του Κένναν ως την βάση γι’ αυτό που έγινε γνωστό ως το Δόγμα Τρούμαν.

Για να περάσει οποιαδήποτε νομοθεσία ο Τρούμαν χρειαζόταν την υποστήριξη των Ρεπουμπλικάνων, που έλεγχαν και τους δύο θαλάμους του Κογκρέσου. Ο εκπρόσωπος των Ρεπουμπλικάνων, Γερουσιαστής Arthur H. Vandenberg υποστήριξε σθεναρά την πρόταση του Τρούμαν, με αποτέλεσμα να ξεπεραστούν οι αμφιβολίες των απομονωτιστών όπως του Γερουσιαστή Robert A. Taft.

Οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναγνώριζαν την αστάθεια της περιοχής, και φοβούνταν πως αν η Ελλάδα έπεφτε στον κομμουνισμό, η Τουρκία δεν θα κρατούσε για πολύ. Παρομοίως, αν η Τουρκία υπέκυπτε στις Σοβιετικές απαιτήσεις, η θέση της Ελλάδας θα κινδύνευε.[5] Δηλαδή, ήταν μια απειλή ενός περιφερειακού ντόμινο που οδήγησε τους Αμερικανούς να πάρουν αυτή την απόφαση. Η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν επίσης και στρατηγικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, επειδή η πτώση της Ελλάδας θα έβαζε θα είχε ως αποτέλεσμα την πλευροκόπηση της Τουρκίας (από ανατολικά, βόρεια και δυτικά), και θα ενίσχυε τις δυνατότητες των Σοβιετικών να αποκόψουν τις συμμαχικές γραμμές εφοδιασμού σε περίπτωση πολέμου.

Το Δόγμα Τρούμαν ήταν το πρώτο από μια σειρά κινήσεων περιορισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακολούθησε η οικονομική παλινόρθωση της Δυτικής Ευρώπης με το Σχέδιο Μάρσαλ και η στρατιωτική συγκράτηση με την δημιουργία του ΝΑΤο το 1949. Ο Πρόεδρος Τρούμαν έκανε την αναγγελία σε μια ομιλία του στο Κογκρέσο στις 12 Μαρτίου του 1947, ενώ μαινόταν ο Ελληνικός Εμφύλιος. Ο Τρούμαν επέμεινε πως αν η Ελλάδα και η Τουρκία δεν έπαιρναν την βοήθεια που χρειάζονταν, θα έπεφταν αναπόφευκτα στο Κομμουνισμό με συνέπειες σ’ όλη την περιοχή.

Το 1950, ο Τρούμαν υπέγραψε το άκρως απόρρητο σχέδιο πολιτικής NSC-68, που καθόριζε την εξωτερική πολιτική από παθητική σε ενεργητική συγκράτηση. Αυτό το έγγραφο διέφερε από την αρχική ιδέα του Κένναν για συγκράτηση που είχε περιγραφεί στο άρθρο «Χ», περιέχωντας πολύ σκληρότερη αντί-κομμουνιστική ρητορική. Το NSC-68 δήλωνε ρητά πως οι Κομμουνιστές ήθελαν την παγκόσμια κυριαρχία.

Ελλάδα

Στο δεύτερο στάδιο του Εμφύλιου Πόλεμου τον Δεκέμβριο του 1944 (Τα Δεκεμβριανά), οι Βρετανοί βοήθησαν στην αποτροπή της κατάληψης της Αθήνα από το αριστερό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (EAM), το οποίο ελεγχόταν από το ΚΚΕ. Στην τρίτη φάση (1946–1949), αντάρτικες δυνάμεις ελεγχόμενες από το ΚΚΕ πολεμούσαν την διεθνώς αναγνωρισμένη Ελληνική κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 1946, στις οποίες το ΚΚΕ κήρυξε αποχή. Οι Βρετανοί αντιλήφθηκαν πως οι Έλληνες αριστεροί χρηματοδοτούνταν από τον Γιόζιπ Μπροζ Τίτο στη γειτονική Γιουγκοσλαβία· οι Έλληνες κομμουνιστές λάμβαναν ελάχιστη βοήθεια από την Σοβιετική Ένωση, ενώ η Γιουγκοσλαβία τους παρείχε στήριξη και καταφύγιο, όταν η πίεση εναντίον τους από τον Ελληνικό Στρατό γινόταν αφόρητη. Ως τα τέλη του 1946 η αποδυναμωμένη Βρετανική οικονομία σήμαινε πως οι Βρετανοί δεν μπορούσαν πλέον να υποστηρίξουν την Ελλάδα, και έτσι το Λονδίνο ζήτησε από τις ΗΠΑ να μπουν στο παιχνίδι.

Το Κογκρέσο των ΗΠΑ τον Μάιο του 1947, απαντώντας στην έκκληση του Τρούμαν, έδωσε στην Ελλάδα $400 εκατομμύρια σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Η αυξημένη αμερικανική βοήθεια συνέβαλε στην ήττα του ΚΚΕ, παρά τις αποτυχίες των κυβερνητικών δυνάμεων από το 1946 ως το 1948.

Τουρκία

Στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Στάλιν απαίτησε τον μερικό έλεγχο των Δαρδανελίων, ένα στρατηγικό πέρασμα μεταξύ της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου. Όταν η Βρετανική βοήθεια στην Τουρκία τερματίστηκε το 1947, οι ΗΠΑ έστειλε στρατιωτική βοήθεια για να εξασφαλίσουν πως η Τουρκία θα διατηρούσε τον έλεγχο των Στενών. Η Τουρκία έλαβε $100 εκατομμύρια σε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Η μεταπολεμική περίοδος από το 1946 ξεκίνησε με μια «πολυκομματική περίοδο» και μια κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος με πρωθυπουργό τον Αντνάν Μεντερές.

Μακροπρόθεσμη πολιτική και αλληγορία

Το Δόγμα Τρούμαν υποστήριξε την Αμερικανική ψυχροπολεμική πολιτική στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο πλανήτη. Το δόγμα διατηρήθηκε επειδή απευθυνόταν σε μια ευρεία πολιτιστική ανασφάλεια σχετικά με την μοντέρνα ζωή σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Αντιμετώπιζε την ανησυχία της Ουάσιγκτον για το φαινόμενο ντόμινο του κομμουνισμού, επέτρεπε μια ευαίσθητη παρουσίαση από τα ΜΜΕ του δόγματος που κέρδισε την υποστήριξη και των δύο κομμάτων, και κινητοποίησε την Αμερικανική οικονομική δύναμη να εκμοντερνίσει και να σταθεροποιήσει ασταθείς περιοχής χωρίς απευθείας στρατιωτική επέμβαση. Έφερε εθνικές κατασκευαστικές δραστηριότητας και προγράμματα εκμοντερνισμού στην εμπροσθοφυλακή της εξωτερικής πολιτικής.

Το Δόγμα Τρούμαν έγινε μια αλληγορία για την έκτακτη βοήθεια να κρατηθεί ένα έθνος μακριά από την κομμουνιστική επιρροή. Ο Τρούμαν χρησιμοποίησε μεταφορές που παράπεμπαν σε ασθένεια όχι μόνο για να μεταδώσει μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής στη διάδοση του κομμουνισμού αλλά και για να δημιουργήσει ένα «ρητορικό όραμα» του περιορισμού του, με την επέκταση μιας προστατευτικής ασπίδας γύρω από τις μη-κομμουνιστικές χώρες σε όλο τον κόσμο. Το Δόγμα απηχούσε την πολιτική της «καραντίνας του επιτιθέμενου» που ήθελε να επιβάλει ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ για να συγκρατηθεί η Γερμανική και η Ιαπωνική επέκταση το 1937 – («καραντίνα» με τον ρόλο των αξιωματούχων της υγειονομικής υπηρεσίας στο χειρισμό μιας μολυσματικής ασθένειας). Η ιατρική μεταφορά επεκτάθηκε πέρα από τους άμεσους στόχους του Δόγματος Τρούμαν μια και στάθηκε εύκολη η μετάβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στην απευθείας στρατιωτική σύγκρουση στα επόμενα χρόνια με τις κομμουνιστικές δυνάμεις στην Κορέα και το Βιετνάμ. Με το να παρουσιάσει ιδεολογικές διαφορές με όρους ζωής και θανάτου, ο Τρούμαν μπόρεσε να μαζέψει υποστήριξη για την πολιτική του.

Πηγή και παραπομπές: https://el.wikipedia.org/


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2018/04/18/%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CF%8C%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%BD/

 

Ο «αντιιμπεριαλισμός» των ηλιθίων…


της Λέιλα Αλ-Σάμι

Για άλλη μια φορά, το δυτικό «αντιπολεμικό» κίνημα ξύπνησε για να κινητοποιηθεί γύρω απ’ όσα γίνονται στη Συρία. Είναι η τρίτη φορά από το 2011. Η πρώτη ήταν όταν ο Ομπάμα σκόπευε να πλήξει τη στρατιωτική ικανότητα του συριακού καθεστώτος (αλλά δεν το έκανε) μετά από χημικές επιθέσεις κατά της Γούτα το 2013, πράγμα που θεωρήθηκε «κόκκινη γραμμή». Η δεύτερη φορά ήταν όταν ο Ντόναλντ Tραμπ διέταξε επίθεση, η οποία έπληξε μια κενή στρατιωτική βάση, ως απάντηση στις χημικές επιθέσεις στο Χαν Σειχούν το 2017. Και σήμερα, καθώς οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία αναλαμβάνουν περιορισμένη στρατιωτική δράση (στοχευμένα πλήγματα σε στρατιωτικούς πόρους του καθεστώτος και εγκαταστάσεις χημικών όπλων) μετά από επίθεση χημικών όπλων στη Ντούμα, όπου σκοτώθηκαν τουλάχιστον 34 άτομα, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά που είχαν καταφύγει σε υπόγεια για να γλιτώσουν από βομβαρδισμούς.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σημειωθεί από τις τρεις μεγάλες κινητοποιήσεις της δυτικής «αντιπολεμικής» αριστεράς είναι ότι δεν έχουν μεγάλη σχέση με τον τερματισμό του πολέμου. Πάνω από μισό εκατομμύριο Σύροι έχουν σκοτωθεί από το 2011. Η συντριπτική πλειοψηφία από τους θανάτους αμάχων οφείλονται στη χρήση συμβατικών όπλων, και το 94 τοις εκατό απ’ αυτά τα θύματα τα σκότωσε η συρο-ρωσο-ιρανική συμμαχία. Καμία αγανάκτηση ή ανησυχία δεν εκδηλώθηκε γι’ αυτόν τον πόλεμο, ο οποίος ακολούθησε τη βίαιη καταστολή του καθεστώτος εις βάρος ειρηνικών διαδηλωτών υπέρ της δημοκρατίας. Καμία αγανάκτηση δεν εκφράζεται όταν βόμβες-βαρέλια, χημικά όπλα και ναπάλμ ρίχνονται πάνω σε δημοκρατικά αυτοοργανωμένες κοινότητες ή στοχεύουν νοσοκομεία και σωστικά συνεργεία. Οι πολίτες είναι αναλώσιμοι· οι στρατιωτικές δυνατότητες ενός γενοκτονικού, φασιστικού καθεστώτος δεν είναι. Τελικά, το σύνθημα «Κάτω τα χέρια από τη Συρία» στην ουσία σημαίνει «Κάτω τα χέρια από τον Άσαντ» και συχνά εκφράζεται υποστήριξη για τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας. Αυτό ήταν προφανές χθες σε μια διαδήλωση που διοργάνωσε η Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο – ΗΒ, όπου ξεδιπλώθηκαν ξεδιάντροπα σημαίες του καθεστώτος και της Ρωσίας.

30713127_10101740189173751_4375930285682851840_o

Αντιπολεμικοί διαδηλωτές στις ΗΠΑ

Αυτή η αριστερά εμφανίζει βαθιά αυταρχικές τάσεις, βάζοντας τα κράτη στο κέντρο της πολιτικής ανάλυσης. Έτσι, η αλληλεγγύη κατευθύνεται προς κράτη (τα οποία θεωρούνται ως ο κύριος παράγοντας σε έναν αγώνα για απελευθέρωση, ασχέτως του πόσο τυραννικά είναι), και όχι στις καταπιεσμένες ή υποπρονομιούχες ομάδες μέσα σε μια κοινωνία. Τυφλωμένοι απέναντι στον κοινωνικό πόλεμο που συμβαίνει στην ίδια τη Συρία, οι αριστεροί αυτοί βλέπουν το συριακό λαό (όποτε τον βλέπουν καν) ως απλό πιόνι σε ένα γεωπολιτικό σκάκι. Επαναλαμβάνουν το τροπάρι ότι «ο Άσαντ είναι ο νόμιμος κυβερνήτης μιας κυρίαρχης χώρας». Ο Άσαντ –ο οποίος κληρονόμησε μια δικτατορία από τον πατέρα του και δεν είχε ποτέ προκηρύξει, ούτε βέβαια κερδίσει, ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Ο Άσαντ –του οποίου ο «Συριακός Αραβικός Στρατός» μπορεί μόνο να ανακτήσει εδάφη που έχασε με τις πλάτες ενός συνονθυλεύματος από αλλοδαπούς μισθοφόρους και με τη στήριξη από ξένες βόμβες, και ο οποίος μάχεται σε μεγάλο βαθμό ενάντια σε αντάρτες και αμάχους γεννημένους στη Συρία. Πόσοι θα θεωρούσαν νόμιμη τη δική τους εκλεγμένη κυβέρνηση εάν άρχιζε εκστρατείες μαζικών βιασμών κατά διαφωνούντων; Μόνο η παντελής απ-ανθρωποποίηση των Σύρων καθιστά δυνατό έστω να υποστηρίξουμε μια τέτοια θέση. Είναι ένας ρατσισμός που βλέπει τους Σύρους ως ανίκανους, και ανάξιους, για οτιδήποτε καλύτερο από μια δικτατορία από τις πιο βάναυσες της εποχής μας.

Για αυτή την αυταρχική αριστερά, η υποστήριξη στο καθεστώς Άσαντ παρέχεται στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού». Ο Άσαντ θεωρείται ως μέρος του «άξονα αντίστασης» εναντίον τόσο της αμερικανικής αυτοκρατορίας όσο και του σιωνισμού. Μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι το ίδιο το καθεστώς Άσαντ υποστήριξε τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου και συμμετείχε στο αμερικανικό πρόγραμμα παράνομων εκδόσεων, στο πλαίσιο του οποίου ύποπτοι για τρομοκρατία βασανίστηκαν στη Συρία για λογαριασμό της CIA. Το γεγονός ότι το καθεστώς αυτό έχει μάλλον το αμφίβολο επίτευγμα να έχει σφάξει περισσότερους Παλαιστινίους από το ισραηλινό κράτος παραβλέπεται διαρκώς, όπως και το γεγονός ότι προτιμά να χρησιμοποιεί τις ένοπλες δυνάμεις του για να καταστείλει εσωτερικές διαφωνίες παρά για να απελευθερώσει το Γκολάν από την ισραηλινή κατοχή.

 

Αυτός ο «αντιιμπεριαλισμός» των ηλιθίων εξισώνει τον ιμπεριαλισμό με τις πράξεις των ΗΠΑ και μόνο. Δεν φαίνεται να γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ βομβαρδίζουν τη Συρία από το 2014. Στην εκστρατεία τους για την απελευθέρωση της Ράκα από το Daesh εγκαταλείφθηκαν όλα τα διεθνή πρότυπα του πολέμου και κάθε μέριμνα αναλογικότητας. Πάνω από 1.000 πολίτες σκοτώθηκαν και ο ΟΗΕ εκτιμά ότι το 80 τοις εκατό της πόλης είναι πλέον ακατοίκητο. Οι κυρίαρχες «αντιπολεμικές» οργανώσεις δεν οργάνωσαν διαμαρτυρίες κατά της επέμβασης αυτής, ούτε απηύθυναν εκκλήσεις για την προστασία αμάχων και μη στρατιωτικών υποδομών. Αντίθετα, υιοθέτησαν τη λογική του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», που άλλοτε ήταν το προνόμιο των νεο-συντηρητικών, και που τώρα υιοθέτησε το καθεστώς, για την οποία όλοι όσοι αντιτίθενται στον Άσαντ είναι τρομοκράτες τζιχαντιστές. Έκαναν τα στραβά μάτια όταν ο Άσαντ γέμιζε τα γκούλαγκ του με χιλιάδες κοσμικούς, ειρηνικούς, δημοκρατικούς διαδηλωτές για να βρουν μαρτυρικό θάνατο, ενώ παράλληλα άδειαζε τις φυλακές από ισλαμιστές. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι συνεχείς διαμαρτυρίες που οργανώνονταν σε απελευθερωμένες περιοχές ενάντια σε εξτρεμιστικές και αυταρχικές ομάδες όπως το Daesh, η Nusra και η Ahrar Al Sham, αγνοήθηκαν. Οι Σύροι δεν κρίνονται αρκετά ευφυείς ώστε να διαθέτουν πολλές διαφορετικές απόψεις. Οι ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών (στους οποίους περιλαμβάνονται και πολλές αξιοθαύμαστες γυναίκες), οι πολίτες- δημοσιογράφοι, οι εργαζόμενοι στον ανθρωπιστικό τομέα δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη. Ολόκληρη η αντιπολίτευση συρρικνώνεται στα πιο αυταρχικά στοιχεία της ή θεωρείται απλά ιμάντας ξένων συμφερόντων.

Αυτή η φιλοφασιστική αριστερά φαίνεται τυφλή σε οποιαδήποτε μη δυτική μορφή ιμπεριαλισμού. Συνδυάζει την πολιτική ταυτότητας με τον εγωισμό. Όλα όσα συμβαίνουν τα βλέπει μέσα από το πρίσμα του τι σημαίνει για τους δυτικούς –μόνο οι λευκοί άνδρες έχουν τη δύναμη να φτιάχνουν την ιστορία. Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, στη Συρία υπάρχουν σήμερα περίπου 2000 Αμερικανοί στρατιώτες. Οι ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει για πρώτη φορά στην ιστορία της Συρίας αρκετές στρατιωτικές βάσεις στο βόρειο τμήμα του Κουρδιστάν. Αυτό θα πρέπει να αφορά όποιον υποστηρίζει τον αυτοπροσδιορισμό των Σύρων, αλλά ωχριά σε σύγκριση με τις δεκάδες χιλιάδες ιρανικών στρατευμάτων και υποστηριζόμενών από το Ιράν σιιτικών πολιτοφυλακών που σήμερα κατέχουν μεγάλα τμήματα της χώρας, ή τις δολοφονικές βομβιστικές επιδρομές που πραγματοποίησε η ρωσική αεροπορία προς υποστήριξη της φασιστικής δικτατορίας. Η Ρωσία έχει πλέον δημιουργήσει μόνιμες στρατιωτικές βάσεις στη χώρα και σε αντάλλαγμα έχει αποκτήσει αποκλειστικά δικαιώματα στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Συρίας. Ο Νόαμ Τσόμσκι υποστήριξε κάποτε ότι η επέμβαση της Ρωσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ιμπεριαλισμός επειδή το συριακό καθεστώς ήταν αυτό που την κάλεσε να βομβαρδίσει τη χώρα. Με την ανάλυση αυτή, ούτε η επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ ήταν ιμπεριαλισμός, αφού και αυτές τις κάλεσε η νοτιο-βιετναμέζικη κυβέρνηση.

 

Ορισμένες αντιπολεμικές οργανώσεις δικαιολόγησαν τη σιωπή τους για τις ρωσικές και ιρανικές επεμβάσεις υποστηρίζοντας ότι «ο κύριος εχθρός είναι στην ίδια μας τη χώρα». Έτσι ξεμπερδεύουν από το καθήκον να αναλάβουν οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση των σχέσεων εξουσίας ώστε να προσδιορίσουν ποιοι είναι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν τον πόλεμο. Για τους Σύρους ο κύριος εχθρός είναι πράγματι στην ίδια τους τη χώρα –είναι ο Άσαντ, που τη δράση του ο ΟΗΕ τη χαρακτήρισε «έγκλημα εξολόθρευσης». Χωρίς να συνειδητοποιούν τις ίδιες τους τις αντιφάσεις, πολλές από τις φωνές αυτές αντιτάχθηκαν (και δικαίως) στην επίθεση του Ισραήλ κατά ειρηνικών διαδηλωτών στη Γάζα. Φυσικά, ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους λειτουργεί ο ιμπεριαλισμός είναι να φιμώνει τις ιθαγενείς φωνές. Στο πλαίσιο αυτό, οι κορυφαίες δυτικές αντιπολεμικές οργανώσεις διοργανώνουν συνέδρια στη Συρία χωρίς να προσκαλούν Σύρους ομιλητές.

 

Η άλλη μεγάλη πολιτική τάση που έχει ρίξει το βάρος της υπέρ του καθεστώτος Άσαντ και οργανώνει διαμαρτυρίες κατά των επιθέσεων των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας στη Συρία είναι η άκρα δεξιά. Σήμερα, ο λόγος των φασιστών είναι ουσιαστικά αδιαφοροποίητος από εκείνον των «αντιιμπεριαλιστών αριστερών». Τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στο ΗΒ, οπαδοί της «λευκής υπεροχής», αντιδραστικοί τηλεπαρουσιαστές και εχθροί της «λαθρομετανάστευσης» όλοι ξεσπαθώνουν κατά των επιθέσεων. Το σημείο όπου συχνά συγκλίνουν η εναλλακτική δεξιά με την εναλλακτική αριστερά είναι η προώθηση διάφορων θεωριών συνωμοσίας που δίνουν άφεση στο καθεστώς από τα εγκλήματά του. Λένε ας πούμε ότι οι σφαγές με τα χημικά είναι διαδόσεις ή ότι τα σωστικά συνεργεία είναι στην πραγματικότητα μέλη της Αλ Κάιντα και άρα νόμιμοι στόχοι. Όσοι διαδίδουν τέτοιες πληροφορίες δεν βρίσκονται στη Συρία και δεν είναι σε θέση να επαληθεύσουν ανεξάρτητα τους ισχυρισμούς τους. Συχνά επαφίενται σε κανάλια προπαγάνδας του ρωσικού κράτους ή του Άσαντ, επειδή «δεν εμπιστεύονται τα κυρίαρχα ΜΜΕ» ή τους Σύρους που πλήττονται άμεσα. Μερικές φορές η σύγκλιση αυτών των δύο φαινομενικά αντίθετων πτυχών του πολιτικού φάσματος μετατρέπεται σε ξεκάθαρη συνεργασία. Ο συνασπισμός ANSWER στις ΗΠΑ, που διοργανώνει πολλές από τις διαδηλώσεις κατά των επιθέσεων, έχει μια τέτοια προϊστορία. Και οι δύο τάσεις συχνά προωθούν ισλαμοφοβικά και αντισημιτικά αφηγήματα. Και οι δύο χρησιμοποιούν ίδια σλόγκαν και ίδια μιμίδια.

 

Υπάρχουν πολλοί βάσιμοι λόγοι να αντιταχθεί κανείς στην εξωτερική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, ασχέτως αν αυτή είναι από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, το Ιράν ή την Τουρκία. Κανένα από αυτά τα κράτη δεν ενεργεί προς το συμφέρον του συριακού λαού, της δημοκρατίας ή των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Δρουν αποκλειστικά για τα δικά τους συμφέροντα. Η αμερικανική, βρετανική και γαλλική επέμβαση σήμερα είναι λιγότερο για την προστασία των Σύρων από τις αγριότητες και περισσότερο για την επιβολή ενός διεθνούς κανόνα ότι η χρήση χημικών όπλων είναι απαράδεκτη, από φόβο μήπως μια μέρα να χρησιμοποιηθούν ενάντια στους ίδιους τους δυτικούς. Κι άλλες ξένες βόμβες δεν θα φέρουν ειρήνη και σταθερότητα. Κανείς δεν φαίνεται να έχει όρεξη να διώξει τον Άσαντ από την εξουσία, πράγμα που θα συνέβαλε να τερματιστούν οι χειρότερες από τις φρικαλεότητες. Όταν όμως κανείς αντιτίθεται στην ξένη επέμβαση, πρέπει και να προσφέρει μια εναλλακτική λύση για την προστατευθούν οι Σύροι από τη σφαγή. Είναι το λιγότερο ηθικά προβληματικό να περιμένουμε από τους Σύρους να το βουλώσουν και να πεθάνουν για να διασωθεί η υπέρτερη αρχή του «αντιιμπεριαλισμού». Οι Σύροι έχουν ξανά και ξανά προτείνει πολλές εναλλακτικές λύσεις προς τις ξένες στρατιωτικές επεμβάσεις, αλλά έχουν αγνοηθεί. Και έτσι το ερώτημα παραμένει: όταν αποτύχουν οι διπλωματικές επιλογές, όταν ένα γενοκτονικό καθεστώς προστατεύεται από ισχυρούς διεθνείς υποστηρικτές, όταν δεν σημειώνεται καμία πρόοδος στην προσπάθεια να σταματήσουν οι καθημερινοί βομβαρδισμοί, να πάψουν οι πολιορκίες και οι λιμοκτονίες ή να απελευθερωθούν κρατούμενοι που βασανίζονται σε βιομηχανική κλίμακα, τί μπορεί να γίνει;

Εγώ δεν έχω πλέον απάντηση. Έχω διαφωνήσει με όλες τις ξένες στρατιωτικές επεμβάσεις στη Συρία, έχω υποστηρίξει μια διαδικασία με συριακή πρωτοβουλία για να απαλλαγεί η χώρα από έναν τύραννο και διεθνείς διαδικασίες βασισμένες στις προσπάθειες να προστατευθούν οι άμαχοι και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να δώσουν λόγο όλοι τοι παράγοντες που ευθύνονται για εγκλήματα πολέμου. Μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων είναι ο μόνος τρόπος για να τερματιστεί αυτός ο πόλεμος –και εξακολουθεί να φαίνεται τόσο μακρινός όσο ποτέ. Ο Άσαντ (και οι υποστηρικτές του) είναι αποφασισμένοι να αποτρέψουν οποιαδήποτε διαδικασία, να επιδιώξουν συνολική στρατιωτική νίκη και να συντρίψουν κάθε άλλη δημοκρατική εναλλακτική λύση. Εκατοντάδες Σύροι σκοτώνονται κάθε εβδομάδα με τους πιο βάρβαρους τρόπους που μπορεί κανείς να φανταστεί. Εξτρεμιστικές ομάδες και ιδεολογίες ευδοκιμούν στο χάος που δημιούργησε το κράτος. Οι άμαχοι εξακολουθούν να φεύγουν κατά χιλιάδες, και ταυτόχρονα θεσπίζονται νομικές διατάξεις που ουσιαστικά τους απαγορεύουν να επιστρέψουν κάποτε στα σπίτια τους. Το ίδιο το διεθνές σύστημα καταρρέει κάτω από το βάρος της δικής του ανικανότητας. Οι λέξεις «Ποτέ ξανά» ηχούν κούφιες. Δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό λαϊκό κίνημα που να είναι αλληλέγγυο με τα θύματα. Αντίθετα, πολλοί τους συκοφαντούν, χλευάζουν ή αρνούνται τα βάσανά τους, ενώ οι φωνές τους είτε απουσιάζουν από τις συζητήσεις, είτε αμφισβητούνται από ανθρώπους σε μακρινές χώρες που δεν γνωρίζουν τίποτα για τη Συρία, την επανάσταση ή τον πόλεμο και που αλαζονικά πιστεύουν ότι ξέρουν τι είναι καλύτερο. Αυτή η απελπιστική κατάσταση είναι που οδηγεί πολλούς Σύρους να αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τη δράση των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας και να βλέπουν τώρα την ξένη επέμβαση ως τη μόνη τους ελπίδα, παρά τους κινδύνους που γνωρίζουν ότι αυτή συνεπάγεται.

 

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: δεν πρόκειται να χάσω τον ύπνο μου για στοχοθετημένα πλήγματα που στοχεύουν στρατιωτικές βάσεις του καθεστώτος και εγκαταστάσεις χημικών όπλων, και που ενδέχεται να δώσουν στους Σύρους μια σύντομη ανάπαυλα από τους καθημερινούς φόνους. Και δεν θα αντιμετωπίσω ποτέ ανθρώπους που βάζουν μεγάλες αφηγήσεις πάνω από ζωντανές πραγματικότητες, που υποστηρίζουν βάναυσα καθεστώτα σε μακρινές χώρες ή που εκπέμπουν ρατσισμό, θεωρίες συνωμοσίας και άρνηση των σφαγών, ως συμμάχους.

davod8fwkaa2lol

 

Η Leila Al Shami είναι Βρετανίδα Σύρια που συμμετέχει σε αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική δικαιοσύνη στη Συρία και στη Μέση Ανατολή από το 2000. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του δίκτυου TahrirICN που συνδέει αντιεξουσιαστικούς αγώνες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ευρώπη. Έχει γράψει μεταξύ άλλων (μαζί με τον Robin YassinKassab) το βιβλίο Burning Country: Syrians in Revolution and War (Ιαν. 2016) και έχει συμβάλει στη συλλογική έκδοση Alford, Wilson (eds): Khiyana-Daesh, the Left and the Unmaking of the Syrian Revolution (Aπρίλιος 2016).

Το παραπάνω κείμενο αναρτήθηκε στο μπλογκ της στις 14 Απριλίου 2018.

Μετάφραση: Α.Γ.


Από:https://nomadicuniversality.com/2018/04/16/%CE%BF-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%AF%CF%89%CE%BD/

Παν. Κονδύλης: Πόλεμος και ειρήνη στο Αιγαίο…


Πώς θα μπορέσει η Ελλάδα να εξουδετερώσει τα γεωπολιτικά της μειονεκτήματα στην περίπτωση ενός πολέμου με την Τουρκία; Το θέμα αυτό πραγματεύεται ο συγγραφέας στο κείμενο που προδημοσιεύει «Το Βήμα».

Η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική και συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή με εξαίρεση το μικρό ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας) χώρο συμπαγή και ολότμητο, ενώ ο ελληνικός χώρος (και μάλιστα η κρίσιμη ως θέατρο πολέμου περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρμένα και μεμονωμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα που δίνει η τέτοια κατανομή του χώρου στην τουρκική πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά· ο εχθρός δεν είναι υποχρεωμένος να εμπλακεί στην πολεμική περιπέτεια κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειμένου ν’ αποσπάσει ένα τμήμα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο μπορεί· αφού καταλάβει ένα τμήμα, έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση, δημιουργώντας σε σχετικά σύντομο διάστημα τετελεσμένα γεγονότα. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis, στο τραγικό δίλημμα του 1922.

Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.
Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.

Πώς μπορεί η Ελλάδα να εξουδετερώσει, σε περίπτωση πολέμου, τα σοβαρά γεωγραφικά της μειονεκτήματα; Θα επισημάνουμε τέσσερα σημεία. (…) Ας αρχίσουμε από το ζήτημα των πιθανών εδαφικών απωλειών και κερδών, καθώς μου φαίνεται προφανές ότι η τουρκική πλευρά θα συνδέσει την αιτιολόγηση και τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της με εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλομένων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε οι Τούρκοι θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν μικρό ή εκ των υστέρων φαινόταν «δυσανάλογο» (η έννοια είναι βέβαια σχετική) προς τις αντίστοιχες θυσίες. Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Το πού πρέπει να αναζητηθούν τα κέρδη αυτά, με δεδομένο τον κατά βάση συμπαγή και ολότμητο χαρακτήρα του τουρκικού εθνικού χώρου, μας το δείχνει μια γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέμου: της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου. Στη Θράκη, ή μάλλον στον Έβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευμάτων και από τις δύο πλευρές σημαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραμμές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αμέσως, μ’ έναν κυκλωτικό ελιγμό σχεδόν επί τόπου, μεγάλες εχθρικές μονάδες.

Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάμεις θα πρέπει εξ αρχής να επιδιώξουν με κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού μετώπου και να μην αρκεσθούν σε μιαν παθητική άμυνα. Μια γρήγορη προέλαση τεθωρακισμένων μονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το πεδινό έδαφος και οι περιορισμένες αποστάσεις, θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα το σημαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές.

Πράγματι, πουθενά αλλού εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισμένη κι αν κρίνει κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η μόνη πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο και με συνέπεια. Στο θέατρο του Αιγαίου, καθώς είπαμε, δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρωμάτων στη μικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώματα αυτά θα μπορούσαν να κρατηθούν για λίγο· η μόνη ενέργεια, η οποία θα μπορούσε ν’ αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν μια κατάληψη της Ιμβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούμε θεμελιώδη και αυτονόητη τόσο σε μιαν απόβαση στα νησιά όσο και σε μιαν προέλαση στη Θράκη· όμως το πρόβλημα της κυριαρχίας στον εναέριο χώρο είναι τόσο κρίσιμο, ώστε θα μιλήσουμε γι’ αυτό χωριστά).

Τέλος, στην Κύπρο η ελληνική πλευρά πολύ λίγα πράγματα έχει να περιμένει. Και αν μπορέσει να υπερασπίσει κάτι, αυτό θα είναι δυνατόν μονάχα εάν ο κυπριακός πληθυσμός στο σύνολό του φανεί διατεθειμένος να πολεμήσει, αν χρειαστεί, με νύχια και με δόντια. Αυτό δυστυχώς, δεν έγινε το 1974, όταν είδαμε βέβαια την τραγωδία των Κυπρίων, αλλά δεν είδαμε μιαν επίμονη παλλαϊκή αντίσταση μέχρις εσχάτων. Όμως τούτη τη φορά δεν υπάρχει νότος για να καταφύγει κανείς. Υπάρχει μόνον η θάλασσα.

Το δεύτερο σημείο, που επιθυμούμε να υπογραμμίσουμε, είναι η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ’ εαυτόν ουτοπικός. Η αριθμητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων της τής δίνει εξ αντικειμένου ορισμένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων με σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασμός του κατακερματισμού των δυνάμεων. Αντίστοιχα μεγάλη επαγρύπνηση και διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθμητικής μειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε όλα τα καίρια επιχειρησιακά σημεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα μοίρα την προάσπιση πόλεων και αμάχων πληθυσμών και να επικεντρώσει τα διαθέσιμά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, εκεί όπου αυτές θα ρίξουν το βάρος τους και ει δυνατόν πριν προλάβουν να αναπτυχθούν πλήρως. Προκειμένου να εκπληρωθεί ο υπέρτατος αυτός σκοπός ίσως χρειασθεί να διακινδυνεύσει ο αριθμητικά υποδεέστερος την απώλεια εδαφών ή και τη διεξαγωγή επιχειρήσεων με ανοιχτά τα πλευρά του, πράγμα που θα πρέπει ν’ αναπληρώνει με ευελιξία και ταχύτητα.

Όμως η τελική έκβαση θα κριθεί με βάση τα όσα θα γίνουν στο επίπεδο εκείνο που άπτεται της ίδιας της ουσίας του πολέμου. Πόλεμος σημαίνει πρωταρχικά επιδίωξη συντριβής των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, απ’ αυτήν εξαρτώνται κι απ’ αυτήν απορρέουν όλα τα άλλα. Και εάν αυτή επιτευχθεί, τότε αναπληρώνονται αργά ή γρήγορα όλα, όσα θυσίασε κανείς θέλοντας να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του την αποφασιστική στιγμή στο αποφασιστικό σημείο.

Κατά τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου και περιορισμένο βάθος του χώρου γύρω τους. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί. Το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του με όπλα μικρότερου βεληνεκούς (ήδη η Τουρκία αποκτά αμερικανικούς πυραύλους ATACMS με βεληνεκές 120-300 χλμ.) καθώς και με αεροπλάνα που διαθέτουν μικρότερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά. Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς (η Τουρκία έφτασε να συζητεί ακόμα και με την Κίνα την αγορά πυραύλων εδάφους – εδάφους μεγάλου βεληνεκούς) καθώς και αεροπλάνα με μεγαλύτερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως· ας σημειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα μπορούν, ξεκινώντας από τα μακρινότερα ως προς εμάς αεροδρόμια της Ανατολίας (Μπάτμαν, Ερζουρούμ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόμα βρίσκονται μέσα στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές μέσα στην ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόμια των μικρασιατικών παραλίων. Ετσι, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική πλευρά, ακόμα κι αν θα επιθυμούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο με ένα προληπτικό χτύπημα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορμό των αεροπορικών δυνάμεων στα πλησιέστερα αεροδρόμια.

Το κρίσιμο τούτο πρόβλημα λύνεται μόνον με πυραυλικά συστήματα κατάλληλου βεληνεκούς και με ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασμού των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. μεταξύ Κρήτης και Κύπρου). Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με de facto μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα, αν δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιούνταν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα από το τι ανέχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως casus belli η Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και τα νώτα της τουρκικής επικράτειας. Στο κάτω – κάτω η Ελλάδα είναι εξ ίσου εγγυήτρια Δύναμη του κυπριακού κράτους και επομένως έχει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα με την Τουρκία να εγκαταστήσει εκεί τις ένοπλες δυνάμεις της. Αλλά τέτοιες παλικαριές ούτε καν να τις ονειρευθεί δεν τολμά όποιος είναι υποχρεωμένος να επαιτήσει το τελευταίο ανταλλακτικό και την τελευταία βίδα.

Τέταρτο και τελευταίο, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. Αν η ελληνική πλευρά, λέγοντας «αμυντικό δόγμα», εννοεί ότι, φοβούμενη μήπως εκτεθεί στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης και των συμμάχων, προτίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση (γενικού) πολέμου να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και το πλεονέκτημα του πρώτου (μαζικού) πλήγματος στον εχθρό, τότε έχει κατά πάσα πιθανότητα υπογράψει μόνη της και εκ προοιμίου την καταδίκη της. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά.

Σε παλαιότερους πολέμους, διεξαγόμενους στην ξηρά, μπορούσε ενδεχομένως να αφεθεί στον εχθρό η επιθετική πρωτοβουλία ως ότου εξαντλήσει τις δυνάμεις του. Όμως αυτό προϋπέθετε ότι ο αμυνόμενος κατείχε θέσεις φυσικά ή τεχνητά οχυρές που του επέτρεπαν να κρατήσει τις δικές του δυνάμεις σχετικά αλώβητες ώσπου να περάσει στην αντεπίθεση. Σήμερα, η δύναμη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η μετάθεση του πολεμικού κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάμεις, και το (μαζικό) πρώτο πλήγμα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των μέσων μιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίμακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό μέγεθος, με άλλα λόγια προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέμου καθοριστική σημασία· ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν’ αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι’ αυτό και το πρώτο πλήγμα, το οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέμου, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μαζικότερο και καιριότερο. Πρώτο πλήγμα, με τη στρατηγική σημασία του όρου, δεν είναι ο πρώτος τυχόν πυροβολισμός που πέφτει κατά το πρώτο «θερμό επεισόδιο» μιας πολεμικής αντιπαράθεσης· είναι μια συντονισμένη και ακαριαία ενέργεια όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων προς εκμηδένιση των ζωτικών σημείων του εχθρικού πολεμικού δυναμικού, ιδίως όσων εμφανίζονται κρίσιμα μέσα στη δεδομένη συγκυρία.

Μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. 

Μπορεί να καταφερθεί στο πλαίσιο της κλιμάκωσης ενός τοπικού «θερμού επεισοδίου», αλλά και πολύ νωρίτερα ακόμα, όταν δηλαδή διαπιστωθεί ότι επίκειται έτσι κι αλλιώς εχθρική επίθεση· το επιτελικό σχέδιο του πρώτου πλήγματος πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο συρτάρι ήδη από καιρό ειρήνης, χωρίς αυτό να σημαίνει καθόλου ότι όποιος το έχει καταστρώσει και όποιος θα το εφαρμόσει είναι αναγκαία ο επιτιθέμενος με την ιστορική και πολιτική έννοια του όρου. Καθώς το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται, ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία· ανεξάρτητα από εθνικές μυθολογίες, το γεγονός τούτο δεν έχει καμμία σχέση με ηθικές ή φυλετικές ιδιότητες, αλλά οφείλεται στη διαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων, και τα πράγματα θα αντιστρέφονταν αν αντιστρεφόταν και ο συσχετισμός των δυνάμεων. Αλλά όποιος, θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο επίπεδα δεν πρέπει να συγχέονται κατά κανένα τρόπο.

Άλλο είναι η άμυνα ως ιστορικοπολιτικός σκοπός και άλλο η άμυνα ως στρατιωτικό μέσο, άλλο ο αμυντικός χαρακτήρας ενός πολέμου και άλλο η αμυντική διεξαγωγή ενός πολέμου. Άλλωστε από στρατιωτική άποψη η καθαρά αμυντική διεξαγωγή πολέμου στερείται νοήματος και είναι πρακτικά αδύνατη. Αν την παίρναμε στα σοβαρά, θα σήμαινε ότι ο επιτιθέμενος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει ατιμώρητα, διατρέχοντας απλώς τον κίνδυνο να επανέλθει στην αρχική του θέση και να προετοιμασθεί για να ξαναδοκιμάσει. Καμμιά άμυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εμπεριέχει μια δραστική τιμωρία του επιτιθέμενου, όμως η τιμωρία αυτή δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αμυνόμενος πυροβολεί με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιον σκοπό όπως και ο επιτιθέμενος.

Πηγή: Το πιο πάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη «Θεωρία του πολέμου» (Εκδόσεις Θεμέλιο). Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 9.11.1997 ως προδημοσίευση της κυκλοφορίας του βιβλίου την επομένη. https://piotita.gr


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/03/23/28728%CF%80%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B1/

Το Φασιστικό Κράτος της Τουρκίας ετοιμάζεται να επιτεθεί στη Δημοκρατία της Ρόζαβα…


Αντώνης Μπρούμας

Το φασιστικό κράτος της Τουρκίας ετοιμάζεται να επιτεθεί στην δημοκρατία της Ρόζαβα. Οι κρατικές ρητορικές είναι γνωστές και επαναλαμβανόμενες, όπως σε κάθε τέτοιο ιστορικό γεγονός κρατικής τρομοκρατίας:

  1. Άμυνα δια της επίθεσης.
  2. Βάφτιση ως τρομοκρατών των αγωνιστών της ελευθερίας και των νικητών της μάχης κατά του ISIS.
  3. Θανατοπολιτική κατά της ελευθερίας.

Δεν προκαλεί εντύπωση η στάση όλων των υπόλοιπων κρατών απέναντι στον μη κρατικό σχηματισμό της Ρόζαβα.

  1. Η Ρωσία δια της σιωπής ξεκλειδώνει τον εναέριο χώρο της Ρόζαβα στους Τούρκους.
  2. Το καθεστώς του σφαγέα Άσαντ ούτε καν ακούγεται, ενώ πρόκειται για εισβολή στην ίδια του την χώρα.
  3. Οι ΗΠΑ αναμένουν τον νέο συσχετισμό δυνάμεων μετά τον πόλεμο για να επανατοποθετήσουν τα συμφέροντά τους.

Ιστορικά, τα κράτη διαδόθηκαν ως θεσμοί, όχι με ορθολογικούς όρους αλλά μέσα από τον πόλεμο και την εξαφάνιση πρότερων μη κρατικών σχηματισμών. Δεν υπάρχουν μη ιμπεριαλιστικά κράτη, γιατί τα κράτη ως θεσμοί είναι σύμμετροι μεταξύ τους σχηματισμοί και απλώς επανατοποθετούνται ως δρώντες ή ενεργούμενα στον γεωπολιτικό χάρτη του ιμπεριαλισμού. Κανένα λοιπόν κράτος δεν συνιστά και δεν θα συνιστά ποτέ το “απ’έξω”, το “άλλο” του ιμπεριαλισμού.

Η Ρόζαβα αποτελεί αγκάθι σε κάθε κράτος της περιοχής. Οι ρευστοί συμβιβασμοί με τα κράτη της περιοχής και τις μεγάλες δυνάμεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά αγώνας επιβίωσης για τη δυαδική εξουσία της νεαρής δημοκρατίας της. Και μόνο που υπάρχει αποτελεί ύμνο για τη [δική μας] ανθρωπότητα. Για την ιστορία των κρατών, των εταιρειών και των πολέμων θα είναι σίγουρα δύο ξεχασμένες αράδες στη διήγηση των γεωπολιτικών παιγνίων της πιο μαύρης εποχής για τη Μέση Ανατολή.

Η ιστορία όμως δεν γράφεται μόνο από τους νικητές αλλά και στις μνήμες και στις καρδιές μας ως δώρο για τους επόμενους από εμάς. Ακόμη και αν περάσει στην ιστορία, αυτή είναι η Ρόζαβα των γυναικείων πολιτοφυλακών, των συνεταιρισμών, των αμεσοδημοκρατικών κοινοτήτων, των καντονιών, ένα δώρο για τους ανθρώπους όλου του κόσμου.

image_pdfimage_print
___________________________________________________________