Αναπαραγωγικά δικαιώματα εν κινήσει: ο αγώνας των γυναικών προσφύγων στην Ελλάδα για πρόσβαση στην αντισύλληψη…


αναδημοσιευση από τον ιστότοπο null

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα στην ιστοσελίδα openDemocracy 50.50. Η Zoe Holman είναι δημοσιογράφος, έχει αρθρογραφήσει για μέσα όπως ο Guardian, ο Economist, το Vice και το Al Jazeera. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. (φωτό Μάριος Λώλος)

 

Η Marwa (ψευδώνυμο) ανασηκώνει το παντελόνι της για να μου δείξει τους κιρσούς και τις μελανιές που καλύπτουν τις γάμπες της. Η 34χρονη Σύρια λέει πως χειροτέρεψαν από το καθημερινό περπάτημα στο πετρώδες, ανώμαλο έδαφος του στρατοπέδου προσφύγων, έξω από την Αθήνα, όπου έμενε για πέντε μήνες.

Όταν συναντηθήκαμε τον Ιούνιο, η Marwa είχε μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα, ήταν εννέα μηνών έγκυος και αγωνιζόταν να περπατήσει. Το μωρό που περίμενε θα ήταν το έκτο της. Η εγκυμοσύνη, όπως εξήγησε, ήταν απρόσμενη – και ανεπιθύμητη.

Παγκοσμίως, εκατομμύρια γυναίκες πρόσφυγες πρέπει να παλεύουν με θέματα αναπαραγωγικού ελέγχου έξω από το οικιακό τους περιβάλλον. Παρά τις εμφανείς ανάγκες, η πρόσβαση στην αντισύλληψη παραμένει χαμηλή προτεραιότητα μεταξύ των κυβερνήσεων και των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται γύρω από τους πρόσφυγες.

Τα Ηνωμένα Έθνη υπολογίζουν πως μισό εκατομμύριο εκτοπισμένες Σύριες γυναίκες, σαν την Marwa, θα μείνουν έγκυοι φέτος. [Η Marwa] προέρχεται από τη Χομς, έφυγε από μαζί με την οικογένεια της πέρυσι, όταν ο άντρας της τραυματίστηκε από αυτοσχέδια βόμβα.

Φτάνοντας στην Ελλάδα – που προσπαθεί να «φιλοξενήσει» (στμ. τα εισαγωγικά δικά μου) 60000 πρόσφυγες στο μέσο μιας συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης – το ζευγάρι και τα πέντε του παιδιά προσπάθησε να περάσει στη Μακεδονία, τη στιγμή που τα σύνορα σφραγίστηκαν εξαιτίας της αμφιλεγόμενης συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας.

Η Marwa μου είπε πως μέσα στο χάος τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της (τότε 10 και 8 ετών) ξεγλίστρησαν μέσα από τα σύνορα πριν κλείσουν. Δεν τα ξαναείδε από τότε – αν και έχει τακτική επαφή μαζί τους από τη στιγμή που έφτασαν σε ξενώνα ασυνόδευτων ανηλίκων στην Γερμανία.

Η υπόλοιπη οικογένεια της ζούσε σε στρατόπεδο προσφύγων στη βόρεια Ελλάδα μέχρι που έκλεισε και μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο έξω από την Αθήνα πέρυσι. Εξαντλημένη, λέει η Marwa, λιποθύμησε και έκανε εμετό στο ταξίδι αυτό. Αρκετές εβδομάδες αργότερα, συνειδητοποίησε πως ήταν έγκυος. «Η κατάσταση μας ήταν τόσο άσχημη… σκέφτηκα ‘δε μπορώ να το κάνω αυτό’» μου είπε η Marwa. Ο άντρας της όμως «ήταν πολύ αγχωμένος γιατί φοβόμασταν το θεό, έτσι αποφασίσαμε να κρατήσουμε το μωρό». Όταν συναντηθήκαμε, ήταν και εκείνη αγχωμένη με την γέννα γιατί την εμπόδιζε στο ταξίδι της προς «τη Γερμανία, να ενωθεί ξανά με τα παιδιά της». Ήταν, όπως είπε, «πολύ επικίνδυνο» να ταξιδέψει στη κατάστασή της.

Αναπαραγωγικά δικαιώματα εν κινήσει

 

Η ιστορία της Marwa αντανακλά τους πρακτικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς παράγοντες που περιορίζουν τον έλεγχο των γυναικών προσφύγων στα σώματά τους. Πέρα από τοπικές ακαδημαϊκές έρευνες και μελέτες ΜΚΟ υπάρχουν πολύ λίγα δεδομένα πάνω στα θέματα αυτά. Αλλά ακόμα και όσα υπάρχουν δείχνουν τι βλέπουν, να συμβαίνει στη πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι σε υποστήριξη και υγεία: χαμηλή και συνήθως με πτωτικά ποσοστά χρήση αντισύλληψης μέσα σε συνθήκες κινητικότητας και αβεβαιότητα. Αν και το 60 τις εκατό των γυναικών αναφέρουν κάποιο είδος οικογενειακού προγραμματισμού στην προπολεμική Συρία, μια πρόσφατη έρευνα έδειξε πως το νούμερο αυτό είναι μόλις 37 τις εκατό μεταξύ των παντρεμένων Σύριων γυναικών που ζουν ως πρόσφυγες στο Λίβανο.

Στην Ελλάδα η Λια Μότσκα, υπεύθυνη σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα (ΓΧΣ), μου είπε πως οι συνηθισμένες μορφές αντισύλληψης που είναι διαθέσιμες στη χώρα δεν είναι κατάλληλες για τις γυναίκες πρόσφυγες. Πολλές γυναίκες που είδαν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, χρησιμοποιούσαν ενέσιμα αντισυλληπτικά και εμφυτεύματα, που όπως εξηγεί η Μότσκα είναι «για τους ανθρώπους σε κίνηση… κάποιες από τις καλύτερες λύσεις», συνεχίζει όμως: «οι μέθοδοι αυτές δεν είναι διαθέσιμες στην Ελλάδα. Αυτό είναι το κύριο πρόβλημα».

Στην Ελλάδα οι γυναίκες συνήθως χρησιμοποιούν προφυλακτικά, χάπια ή ενδομήτριους μηχανισμούς (σπιράλ). Όμως όπως εξηγεί η Μότσκα, θρησκευτικοί κανόνες και ο καθημερινός σωβινισμός κάνουν τη χρήση προφυλακτικών μη ρεαλιστική λύση και τα χάπια δεν είναι πρακτική λύση για γυναίκες που το περιβάλλον και η ρουτίνα τους είναι σε μια διαρκή κατάσταση ρευστότητας.

Οι ΓΧΣ προωθούν και χορηγούν ενδομήτριους μηχανισμούς, όμως αυτοί απαιτούν ιατρική επέμβαση να τοποθετηθούν. Κάποιες γυναίκες που είναι λίγότερο εξοικιωμένες με αυτή τη μορφή αντισύλληψης, διστάζουν να τις χρησιμοποιήσουν.

Τα ενέσιμα αντισυλληπτικά είναι βασική επιλογή για τις γυναίκες στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Για παράδειγμα είναι η κυρίαρχη μορφή αντισύλληψης στο Αφγανιστάν, την Ερυθραία και την Σομαλία. Η εισαγωγή τους και η πώληση τους όμως είναι παράνομη στην Ελλάδα. Οι ΓΧΣ είναι ο μεγαλύτερος πάροχος υπηρεσιών σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας στους πρόσφυγες στην Ελλάδα, και προσπάθησε – ανεπιτυχώς – να πιέσει το Υπουργείο Υγείας να αλλάξει το καθεστώς εισαγωγής αντισυλληπτικών. «Έχουμε πλέον μια μεγάλη κοινότητα γυναικών προσφύγων και μεταναστών που τα έχουν ανάγκη», μας είπε « όμως πρέπει να τους λέμε στις συμβουλευτικές συνεδρίες μας πως μπορούμε να τους προσφέρουμε περιορισμένες μεθόδους… και συχνά μας λένε όχι, δεν τις θέλουν».

Μοιράστηκε μαζί μας την ιστορία μιας νεαρής Αφγανής γυναίκας που ζήτησε την επικουρική δόση των ενέσιμων αντισυλληπτικών και όταν της είπαν πως δεν είναι διαθέσιμα, αρνήθηκε τις εναλλακτικές. Τρεις μήνες αργότερα, επέστρεψε ζητώντας τον τερματισμό μια ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Στην Αθήνα εθελοντικό ιατρικό προσωπικό και μαίες που προσφέρουν υπηρεσίες σε καταλήψεις στέγης προσφύγων, τα εισήγαγαν παράνομα μόνοι τους και τα χορήγησαν στις γυναίκες που ζήτησαν τις επικουρικές δόσεις. Για κάποιες από τις γυναίκες πρόσφυγες που ζουν στις καταλήψεις αυτές, αυτό μπορεί να αποτελεί μια βραχυπρόθεσμη λύση, για άλλες η πρακτική αυτή δείχνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στο να έχουν αναπαραγωγικό έλεγχο.

Ανεξάρτητα από τη μέθοδο, προσθέτει η Μότσκα, οι γυναίκες πρόσφυγες συχνά δεν λένε στους συντρόφους τους πως χρησιμοποιούν αντισύλληψη και πρέπει να υπάρχει αυστηρή εμπιστευτικότητα στην παροχή αυτών των υπηρεσιών – όπως και στην περίπτωση άμβλωσης.

Η άμβλωση είναι νόμιμη στην Ελλάδα αν και εξακολουθεί να είναι μια τρομακτική και δύσκολα διαχειρίσιμη προοπτική. «Φανταστείτε είστε μια γυναίκα που ζει σε ένα στρατόπεδο μακριά έξω από την Αθήνα και το μόνο άτομο με το οποίο μπορεί να μετακινηθείς είναι ο άντρας σου» λέει η Μότσκα. «Φοβάται γιατί ο άντρας της δεν το ξέρει, είναι αβέβαιη για την απόφαση και συχνά έχει γονείς που παρακολουθούν κάθε της κίνηση». Τέτοιοι περιορισμοί, προσθέτει,  σημαίνει πως κάποιες γυναίκες υποβάλλονται σε επικίνδυνες εκτρώσεις μέσα στα στρατόπεδα. «Είχαμε περιπτώσεις που γυναίκες ερχόντουσαν σε εμάς αιμορραγώντας και ξέρουμε πως είναι επειδή το προσπάθησαν με τον επικίνδυνο τρόπο… Δεν τολμούν να το πουν, αλλά ξέρουμε πως συμβαίνει».

«Ένας συνεχής κίνδυνος σεξουαλικής βίας»

Ο βιασμός και η σεξουαλική βία – που πραγματοποιούνται από δουλέμπορους, αρχές και άλλους μετανάστες – δεν είναι ασυνήθιστα φαινόμενα στο δρόμο προς την Ευρώπη. Μελέτες συγκεκριμένων μεταναστευτικών οδών, για παράδειγμα μέσω Λιβύης, δείχνουν πως κάποιες γυναίκες παίρνουν αντισυλληπτικά πριν ταξιδέψουν έχοντας κατά νου ακριβώς αυτό το κίνδυνο1.

Η διευθύντρια της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Προσφύγων της Ερυθραίας2 Mero Estinfanos, μου είπε πως γυναίκες που έχουν αφετηρία την Ερυθραία έχουν πιθανότητες να υποστούν βιασμό τουλάχιστον δυο φορές πριν φτάσουν στην Ευρώπη. «Οι γυναίκες τώρα παίρνουν πολύ ισχυρά αντισυλληπτικά πριν φύγουν για να αποφύγουν τον επιπρόσθετο κίνδυνο μιας εγκυμοσύνης» μας είπε προειδοποιώντας πως αυτό μπορεί να τους αφήσει «με χρόνιες ζημιές και αναπαραγωγικά προβλήματα».

Στην Ελλάδα μια μελέτη σε εννέα στρατόπεδα προσφύγων3 βρήκε πως οι ανασφαλείς συνθήκες έχουν αφήσει πολλές γυναίκες εκτεθειμένες σε μόνιμο κίνδυνο σεξουαλικής και έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένου βιασμού, εξαναγκασμού σε πορνεία και εμπόριο σαρκός. Οι δράστες, αναφέρει περιλαμβάνουν «εθελοντές» και άλλους πρόσφυγες.

Στους ΓΧΣ η «εγκυμοσύνη από σεξουαλική βία είναι ένας μεγάλος κίνδυνος, ιδιαίτερα όταν περνάνε τα σύνορα». Έχουν υπάρξει ηχηρές εκκλήσεις σε διεθνές επίπεδο – μεταξύ τους και η οργάνωση UN Women – ώστε να γίνουν περισσότερα  για να αυξηθεί η πρόσβαση σε ασφαλή αντισύλληψη και παροχή υπηρεσιών σεξουαλικής υγείας για γυναίκες πρόσφυγες και μετανάστες. Ωστόσο τέτοιες προσπάθειες έχουν μείνει με ανεπαρκείς πόρους.

Η ίδια η υπηρεσία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες σημειώνει πως η αναπαραγωγική υγεία είναι «κρίσιμη για την πνευματική και κοινωνική ευημερία του ατόμου». Οι περιοχές όμως που μαστίζονται από συγκρούσεις εξακολουθούν να λαμβάνουν 50 τις εκατό χαμηλότερη χρηματοδότηση για τις υπηρεσίες αυτές από ότι ζώνες ελεύθερες συγκρούσεων.

Στην Αθήνα το έκτο παιδί της Marwa, ένα κοριτσάκι, γεννήθηκε το περασμένο μήνα. Μείναμε σε επαφή και μου είπε πως είναι ευτυχισμένη και αναρρώνει από το τοκετό και προσπαθεί να προετοιμαστεί για το ταξίδι στη Γερμανία για να ενωθεί με τα άλλα παιδιά της.

Στο μεταξύ σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι μισές από τις γυναίκες που ζητούν άσυλο είναι στην γονιμότερη αναπαραγωγική ηλικία, μεταξύ 18 και 34 ετών. Με τόσο μικρό έλεγχο πάνω στο περιβάλλον τους, πως μπορούν να διατηρήσουν τον έλεγχο πάνω στα σώματά τους; Για πολλές είναι και αυτό ζήτημα ζωής, θανάτου και επώδυνα περιορισμένων επιλογών.

  1. https://www.amnesty.org/en/latest/news/2016/07/refugees-and-migrants-fleeing-sexual-violence-abuse-and-exploitation-in-libya/
  2. Aπό:http://www.provo.gr/reproductive-rights-on-the-move/

«Αγοράζοντας ένα μετανάστη-σκλάβο στη Λιβύη σού δίνουν και χαρτί…» Η σοκαριστική μαρτυρία ενός διασώστη…


metanastes_foyskoto_1

Ιάσονας Αποστολόπουλος

Aναδημοσιεύσουμε από την efsyn.gr τη μαρτυρία ενός διασώστη που δρα στο πιο ματωμένο κομμάτι της Μεσογείου, μεταξύ Λιβύης και Ιταλίας

Tρίτη 23 Μαΐου 2017. Κανονικό χάος. Ξυπνήσαμε στις 6 το πρωί, όταν η βάρδια εντόπισε 10 βάρκες με πρόσφυγες να πλησιάζουν. Μετέφεραν περισσότερα από 100 άτομα η καθεμία, κάποιες ήταν μισοδιαλυμένες και γεμάτες νερά, έτοιμες να βυθιστούν. Πολύ σύντομα φάνηκαν κι άλλες βάρκες να πλησιάζουν.

Στην περιοχή ήμασταν μόνο τρία διασωστικά καράβια με σχετικά μικρή χωρητικότητα, ενώ τα πλοία των ιταλικών και ευρωπαϊκών αρχών απουσίαζαν, όπως το κάνουν σταθερά τους τελευταίους μήνες.

Παρ’ όλο που βρισκόμασταν σε διεθνή ύδατα, 15 μίλια μακριά από τις ακτές της Λιβύης, εμφανίστηκαν δύο σκάφη του λιβυκού Λιμενικού, ένα μικρό ταχύπλοο και ένα μεγάλο σκάφος περιπολίας, με τέσσερα ενσωματωμένα πολυβόλα.

Το μεγάλο σκάφος άρχισε να κάνει κύκλους γύρω μας, προκαλώντας κύματα, με τεράστιο κίνδυνο ανατροπής των υπερφορτωμένων βαρκών. Ευτυχώς είχαμε προλάβει να μοιράσουμε σωσίβια στους περισσότερους πρόσφυγες, κίνηση που λίγο αργότερα αποδείχτηκε σωτήρια για τη ζωή τους.

Στη συνέχεια, άρχισαν να χρησιμοποιούν τα σταθερά πολυβόλα από τα σκάφη τους και να ρίχνουν στα τυφλά. Επικράτησε πανικός.

Όσοι ήταν πάνω στο πλοίο μας έτρεξαν να καλυφθούν, εμείς όμως στα φουσκωτά δεν είχαμε αυτή τη δυνατότητα. Δύο από αυτούς έκαναν ρεσάλτο στις βάρκες με τους πρόσφυγες και άρχισαν να τους χτυπούν, να τους ληστεύουν και να πυροβολούν με τα καλάσνικοφ στον αέρα.

Έβαλαν μπρος τη μηχανή και ξεκίνησαν να μεταφέρουν με τη βία τους ανθρώπους πίσω στη Λιβύη. Οι πρόσφυγες το κατάλαβαν και έπεσαν στη θάλασσα για να γλιτώσουν. Τρέξαμε να τους περισυλλέξουμε. Γύρω μας, τουλάχιστον 100 άτομα μέσα στη θάλασσα φώναζαν για βοήθεια, καθώς τα κύματα τους παρέσερναν μακριά. Πολλοί κατάφεραν να κολυμπήσουν μόνοι τους ως το καράβι μας.

Παρ’ όλο που ζητούσαμε απεγνωσμένα βοήθεια, το ιταλικό Λιμενικό δεν φάνηκε ποτέ. Αντί γι’ αυτό, οι Ιταλοί όρισαν τους Λίβυους επικεφαλής της διάσωσης. Αυτό σημαίνει ότι, τυπικά, ήμασταν υποχρεωμένοι να τους υπακούμε.

Στην πρώτη βάρκα που επιτέθηκαν οι Λίβυοι λιμενικοί, οι μετανάστες έπεσαν στο νερό και γλίτωσαν. Στη δεύτερη βάρκα, οι Λίβυοι ήταν πιο βίαιοι και σημάδευαν απευθείας τους ανθρώπους.

Ένας Μαροκινός αψήφησε τα όπλα και πήδηξε στη θάλασσα χωρίς σωσίβιο. Οι Λίβυοι δεν έκαναν καμιά ενέργεια διάσωσης, τον άφησαν να πνιγεί.

Όταν πλησιάσαμε να τον περισυλλέξουμε, ο άνθρωπος κρεμόταν από τα σκοινιά του φουσκωτού μας και μας εκλιπαρούσε «σας παρακαλώ, μην αφήσετε να με πάρουν». Οι Λίβυοι μας απαγόρεψαν να τον σώσουμε, δίνοντας την εντολή «όχι, αφήστε τον στη θάλασσα».

Όταν τελείωσαν οι σφαίρες

Μετανάστες σε βάρκα διάσωσης
ΦΩΤ.: ANDERS HANSSON

Προσπαθήσαμε να διαπραγματευτούμε. «Μόνο ένας είναι, μόνο ένας, σας παρακαλούμε, αφήστε μας να τον πάρουμε», λέγαμε, και τελικά υποχώρησαν. Όταν ο άνθρωπος ανέβηκε στο φουσκωτό μας, μας φίλαγε τα χέρια κι έκλαιγε από χαρά.

Οι ναυαγοί μας είπαν ότι οι λιμενικοί τους λήστεψαν και τους πήραν ό,τι πολύτιμο είχαν πάνω τους. Μας είπαν επίσης ότι, όταν τελείωσαν οι σφαίρες του καλάσνικοφ του λιμενικού, έπεσαν στη θάλασσα. «Αν βουτούσαμε νωρίτερα, θα μας σκότωναν σαν μύγες», είπαν. Παρά το απόλυτο χάος, καταφέραμε να διασώσουμε 1.004 ανθρώπους, αριθμό-ρεκόρ για το πλοίο μας, που χωράει μόνο 500.

Δυστυχώς, περίπου 100 πρόσφυγες επιστράφηκαν με τη βία στη Λιβύη, παρ’ όλο που όλοι οι ναυαγοί έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν στη θάλασσα παρά να γυρίσουν στη Λιβύη.

Οι περισσότεροι, άλλωστε, έχουν ήδη αποπειραθεί δύο και τρεις φορές να δραπετεύσουν από την κόλαση της Λιβύης. Κάθε φορά, το λιβυκό Λιμενικό τους γυρνούσε πίσω και τους παρέδιδε σε κάποια από τις συμμορίες, για να πουληθούν ξανά δούλοι ή να βασανιστούν, προκειμένου να πληρώσουν λύτρα οι οικογένειές τους για να τους γλιτώσουν.

Βασανιστήρια

Τα κορμιά όλων ανεξαιρέτως όσων διασώζουμε έχουν τραύματα από πυροβολισμούς, βασανιστήρια και ξυλοδαρμούς.

Η Λιβύη αυτή τη στιγμή είναι ένα μωσαϊκό ένοπλων ομάδων, συμμοριών και μαφιόζων που διεκδικούν μερίδιο στην εξουσία. Δεν υπάρχει κεντρική κυβέρνηση. Περίπου 180 ένοπλες πολιτοφυλακές συγκρούονται μεταξύ τους για τον έλεγχο της Τρίπολης και άλλων κεντρικών περιοχών.

Σχεδόν κάθε συμμορία έχει το δικό της αυτοσχέδιο, ιδιωτικό κέντρο κράτησης – μια εγκαταλειμμένη αποθήκη, ένα υπόγειο σπιτιού, ένα περιφραγμένο αγρόκτημα.

Εκεί φυλακίζουν εκατοντάδες μετανάστες που αιχμαλωτίζουν στον δρόμο και τους κάνουν απάνθρωπα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και ακρωτηριασμούς, για να πείσουν την οικογένειά τους να στείλει χρήματα. Αν η οικογένεια δεν έχει χρήματα, τους πουλάνε δούλους σε κάποιο αφεντικό για να κάνουν κάθε είδους βαριά, απλήρωτη εργασία, «donkey jobs» όπως τις λένε.

Μπορεί κάποιος να πάει και να αγοράσει μετανάστη νόμιμα στα κέντρα κράτησης όπως και σε υπαίθριες αγορές σκλάβων, παίρνοντας μάλιστα και σχετικό χαρτί. Μιλάμε για κανονική δουλεία 17ου αιώνα.

Μας έλεγαν οι μετανάστες ότι, έτσι και κάνεις το λάθος να ζητήσεις αμοιβή για την εργασία σου, στο τέλος της δουλειάς σ’ εκτελούν επιτόπου. Εκτελούν ανθρώπους για ασήμαντη αφορμή. Όλοι στη Λιβύη οπλοφορούν. Όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά. Δεν έχει νόημα να δραπετεύσεις από κάπου. Όποιος σε βρει, θα σου κάνει τα ίδια.

Στην τελευταία διάσωση είχαμε 35 νεαρούς από το Σουδάν. Μας είπαν ότι αγοράστηκαν και πουλήθηκαν δούλοι τέσσερις φορές, από συμμορία σε συμμορία. Ένα από τα πιο κοινά βασανιστήρια ήταν να τους πηγαίνουν στα ντους και να ρίχνουν γυμνά καλώδια στο πάτωμα για να τους κάνουν ηλεκτροσόκ.

Άλλοι μας είπαν ότι οι φρουροί του κέντρου εκτέλεσαν για παραδειγματισμό κάποιους μετανάστες και άφησαν τα πτώματά τους σε κοινή θέα, επειδή το προηγούμενο βράδυ έγινε απόδραση.

Αγορά πορνείας

Μετανάστες ενώ μεταφέρονται σε πλοίο
ΦΩΤ.: KENNY KARPOV

Οι περισσότερες γυναίκες που διασώζουμε έχουν υποστεί ομαδικούς βιασμούς και κάθε είδους σεξουαλική βία μέσα στα κέντρα κράτησης. Πολλές είναι θύματα τράφικινγκ και προορίζονται για την ευρωπαϊκή αγορά πορνείας. Οι διακινητές συχνά απάγουν τις γυναίκες αυτές και τις κλείνουν σε οίκους ανοχής στη Λιβύη, τα λεγόμενα «connection houses».

Όποιος επιβιώσει ύστερα από 4-5 μήνες σ’ αυτή την κατάσταση, μπορεί να κερδίσει μια δωρεάν θέση στις βάρκες για την Ευρώπη. Αφού τους ξεζουμίσουν, οι Λίβυοι τους διώχνουν, ώστε να εξασφαλιστεί η ροή ανθρώπων στη Λιβύη. Περίπου 1,2 εκατομμύριο μετανάστες ζουν σήμερα σε αυτές τις συνθήκες.

Μεγάλο μέρος της οικονομίας της χώρας βασίζεται σε αυτό το καθεστώς. Όσοι καταφέρνουν να ελευθερωθούν, κυκλοφορούν μόνο νύχτα ή ντύνονται με μουσουλμανικές μαντίλες και γυναικεία ρούχα για να περνάνε απαρατήρητοι.

Το εξωφρενικό είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια ιστορική στιγμή βαρβαρότητας, αναγνωρίζει ως εταίρο το «λιβυκό λιμενικό», το χρηματοδοτεί και το χρησιμοποιεί για να φρουρεί τα θαλάσσια σύνορα, παρόλο που πίσω του βρίσκονται πολιτοφυλακές που περιφρονούν πλήρως τα δικαιώματα και εκμεταλλεύονται τους πρόσφυγες.

Η Συμφωνία της Μάλτας, που υπογράφηκε τον Φεβρουάριο 2017 από τους ηγέτες της Ε.Ε., προβλέπει άφθονη χρηματοδότηση 200 εκατομμυρίων ευρώ και παροχή τεχνικού εξοπλισμού στις 40 πολιτοφυλακές της Τρίπολης για να εμποδίσουν τη μετανάστευση. Ηδη οι Λίβυοι πήραν από την Ιταλία τέσσερα καινούργια καταδιωκτικά σκάφη για να στήσουν το «λιβυκό Λιμενικό».

Ενενήντα Λίβυοι λιμενικοί εκπαιδεύτηκαν από την Ε.Ε. με βασικό καθήκον να αναχαιτίζουν τις βάρκες με τους πρόσφυγες και να τους επιστρέφουν στην κόλαση των κέντρων κράτησης της φιλοδυτικής κυβέρνησης.

Ραγδαία επιδείνωση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν μιλάει για τις φρικαλεότητες που συμβαίνουν στα κέντρα αυτά, έξω από τα οποία φιγουράρει το σήμα του ΟΗΕ, αλλά χρηματοδοτεί τις ομάδες που τα διαχειρίζονται, τις έχει εντάξει στον αντιμεταναστευτικό και αντιπροσφυγικό σχεδιασμό της και θέλει να φτιάξει περισσότερα τέτοια κέντρα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το μεγαλύτερο ποσοστό της ευρωπαϊκής οικονομικής βοήθειας προς τη Λιβύη, που υποτίθεται ότι προορίζεται για τη σταθεροποίηση της χώρας μετά τον πόλεμο, πηγαίνει στη δημιουργία τέτοιων κέντρων κράτησης.

Μετά τη Συμφωνία της Μάλτας, η κατάσταση στη θάλασσα έχει επιδεινωθεί ραγδαία. Πλέον το Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης στη Ρώμη καλεί πρώτα το λιβυκό Λιμενικό να κάνει τη διάσωση, στην πραγματικότητα την επαναπροώθηση της βάρκας στη Λιβύη, ακόμα και όταν η βάρκα έχει εισέλθει στα διεθνή ύδατα, κάτι παράνομο σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Μόνο αν δεν μπορεί να ανταποκριθεί το Λιμενικό, επειδή του λείπουν σκάφη και υποδομές, καλεί η Ιταλία τις διασωστικές οργανώσεις.

Στις 11 Μαΐου, το λιβυκό Λιμενικό παραλίγο να διεμβολίσει το διασωστικό πλοίο της Sea-watch την ώρα που διέσωζε μετανάστες.

Οι Λίβυοι εμφανίστηκαν από το πουθενά, παρ’ όλο που βρίσκονταν σε διεθνή ύδατα, απαγόρεψαν στους διασώστες να συνεχίσουν την επιχείρηση και γύρισαν με τη βία όλους τους πρόσφυγες πίσω στη Λιβύη.

Στις 26 Μαΐου, τo λιβυκό Λιμενικό πυροβόλησε εναντίον του σκάφους του ιταλικού Λιμενικού σε διεθνή ύδατα και αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη. Όπως είπαν οι Λίβυοι, το πέρασαν για βάρκα με πρόσφυγες.

Ρατσισμός στο κόκκινο

Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί, καθώς από τον Απρίλιο το ιταλικό Λιμενικό έχει αποτραβηχτεί από την περιοχή, έπειτα από την τεράστια πολιτική πίεση που δέχεται στο εσωτερικό της Ιταλίας. Βοηθά μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης, γεγονός που σημαίνει ότι χρειάζονται 12 ώρες να φτάσουν στην περιοχή από τη στιγμή που θα τους καλέσουμε.

Η Frontex και ο ευρωπαϊκός στόλος της Επιχείρησης «Σοφία» έχουν μειώσει δραστικά τον αριθμό των πλοίων τους. Οι διασωστικές οργανώσεις έχουν αφεθεί μόνες τους, τη στιγμή που δέχονται ολομέτωπη επίθεση από τα μέσα ενημέρωσης με κατασκευασμένες ειδήσεις, φωτομοντάζ και πλαστά στοιχεία.

Το κράτος συγκρότησε ειδική επιτροπή στη Βουλή για τις διασωστικές οργανώσεις και μας έχει καλέσει ήδη δύο φορές για ακρόαση. Η αντιμεταναστευτική υστερία στην Ιταλία χτυπάει κόκκινο, ο ακροδεξιός ρατσιστικός λόγος κυριαρχεί.

Η βασική θέση της Frontex και του ιταλικού κράτους είναι ότι οι διασωστικές οργανώσεις είμαστε πόλος έλξης μεταναστών και προσφύγων και ότι συνεργαζόμαστε με τους Λίβυους διακινητές. Μας αποκαλούν «ταξί για την εισβολή των παράνομων μεταναστών». Σε κάθε λιμάνι, οι αρχές μας κάνουν εξονυχιστικό έλεγχο και προσπαθούν να βρουν στοιχεία για να μας συνδέσουν με τους διακινητές.

Ως αποκορύφωμα της πίεσης, στις 28 Ιουνίου η Ιταλία απείλησε ότι θα κλείσει τα λιμάνια της στα πλοία των διασωστικών οργανώσεων που δεν είναι ιταλικές και δεν θα επιτρέπει στους διασωθέντες να αποβιβάζονται.

Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: πλήρης ανάθεση των επιχειρήσεων διάσωσης στο λιβυκό λιμενικό, πίσω από το οποίο βρίσκονται ομάδες που έχουν το ελεύθερο να αναχαιτίζουν τις βάρκες και να επιστρέφουν τους πρόσφυγες στην κτηνωδία των λιβυκών κέντρων κράτησης, εφαρμόζοντας την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική πολιτική της Ε.Ε., που έχει μετατρέψει τη Μεσόγειο στο πιο θανατηφόρο θαλάσσιο πέρασμα του κόσμου, με περισσότερους από 5.000 καταγεγραμμένους νεκρούς το 2015 και πολύ περισσότερους μη καταγεγραμμένους.

*Ο Ιάσονας Αποστολόπουλος συμμετέχει ως διασώστης στο διασωστικό σκάφος «Aquarius» (στελεχώνεται και χρηματοδοτείται από τη SOS Mediterranée και τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα) που περιπολεί στα ανοιχτά της Λιβύης με σκοπό τη διάσωση προσφύγων και μεταναστών που κινδυνεύουν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να αναζητήσουν διεθνή προστασία στην Ευρώπη.

Το έργο της διάσωσης και μεταφοράς των ναυαγών στην Ιταλία παρεμποδίζεται ανοιχτά από τις πολιτικές αποτροπής της Ε.Ε., που ανέχεται, αν δεν παροτρύνει, πυροβολισμούς κατά προσφύγων και την επιστροφή τους στη φρίκη του εκτεταμένου δουλεμπορίου και των βασανιστηρίων της Λιβύης.

Η πρώτη επαφή του κ. Αποστολόπουλου με επιχειρήσεις διάσωσης ήταν το περασμένο καλοκαίρι στη Λέσβο, όπου υπήρξε για έξι μήνες ο κυβερνήτης της διασωστικής ομάδας του Πλατάνου που επιχειρούσε στη Σκάλα Συκαμιάς.

________________________________________________________________________

Από:http://www.toperiodiko.gr/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7-%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF/#.WWYCfFSLRWc

 

in seconds – «πότε θα τελειώσουμε με σας;»…


Άλλη μια σύντομη ιστορία απ’ το Χαλέπι, κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της επανάστασης στη Συρία, η μαρτυρία του Μάζεν.

 

PrintFriendly and PDFεκτυπώστε ή κατεβάστε σε PDF, το άρθρο


Από:http://thecricket.gr/2017/07/in-seconds-another-story-from-aleppo/

in seconds – πίσω απ’ τον ήλιο | μια ιστορία απ’ το Χαλέπι …


Μια μικρή αφήγηση, ένα ασήμαντο περιστατικό, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε την ιστορία όχι με όρους αποφάσεων ηγετών και βαρυσήμαντων διπλωματικών εξελίξεων, αλλά όπως τη βιώνουν και τη δημιουργούν οι άνθρωποι.

PrintFriendly and PDFεκτυπώστε ή κατεβάστε σε PDF, το άρθρο


Από:http://thecricket.gr/2017/06/in-seconds-safi-aleppo/

Integration | οι πρόσφυγες στην γερμανική κοινωνία…


από τη Μύριαμ Κλαπή

 Ορισμός

Ηλέξη Integration έχει λατινική ρίζα. Προέρχεται από το λατινικό integer και μετέπειτα Integrat- που αρχικά σήμαινε “έχω ολοκληρώσει κάτι” (μτφ. Αγγλ. made whole). Η λέξη χρησιμοποιείται στην Αγγλική από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στην Γερμανία ίσως είναι από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες έννοιες που συχνάζουν στους τίτλους των ΜΜΕ αλλά και στους κύκλους της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Ακμάζουν στα γραφεία των δημόσιων υπηρεσιών. Η χρήση της λέξης πολλαπλασιάστηκε ειδικότερα μετά το μεγάλο πληθυσμό προσφύγων που δέχθηκε η Γερμανία από τα τέλη του 2015 κι έπειτα. Το λεξικό Duden ορίζει το Integration ως την εγκόλπωση μιας ομάδας ανθρώπων σε μια κοινωνική και πολιτισμική ενότητα. Στα ελληνικά ο αντίστοιχος όρος σε ελεύθερη μετάφραση είναι ενσωμάτωση στην κοινωνία. Μια ελάχιστη εκδοχή επιτυχούς ενσωμάτωσης σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο Goethe περιλαμβάνει την εκμάθηση γλώσσας και την επαγγελματική αποκατάσταση. Η ενσωμάτωση στην θεωρία της κοινωνικής πολιτικής στηρίζεται σε τεσσερις βασικούς άξονες στην Γερμανία: α)Γλώσσα και αξίες, β)Σχολεία και Νηπιαγωγεία, γ)Στέγαση και Δόμηση και τέλος δ) Εκμάθηση επαγγέλματος, Σπουδή και Εργασία.

Η Γερμανία (Αλμάνια- ألمانيا) για τους περισσότερους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τον τόπο τους τα τελευταία τρία χρόνια αποτελεί (μαζί με τις σκανδιναβικές χώρες) τελικό προορισμό του ταξιδιού τους, φερόμενη ως άλλη γη της επαγγελίας, ο δυτικός παράδεισος της ευημερίας, όπου το κράτος παρέχει τα απαραίτητα για ένα νέο ξεκίνημα. Η υποδομή και η οικονομία της Γερμανίας διαθέτουν τον κατάλληλο χώρο για ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν σε έναν ασφαλή τόπο ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν.

Πως διαχειρίστηκε η γερμανική πρωτεύουσα τον ερχομό των προσφύγων στην πράξη και πως αποπειράται να τους ενσωματώσει στην κοινωνία;

 

“Θα τα καταφέρουμε” Angela Merkel 11.09.2015

 

Reuters/Fabrizio Bensch

Η Αγγελα Μερκελ τον Σεπτέμβριο του 2015 σχολιάζοντας την πολυάριθμη έλευση των προσφύγων στην Γερμανία είπε προς μεγάλη έκπληξη των ευρωπαίων πολιτών: “θα τα καταφέρουμε” /Wir schaffen das, απαντώντας στην σκληρή κριτική των αντιπάλων για τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων στην χώρα. Λίγους μόνο μήνες πριν είχε απαντήσει δημόσια μπροστά στο τηλεοπτικό κοινό σε ένα μικρό κορίτσι από την Παλαιστίνη που ήθελε να παραμείνει στην Γερμανία πως “δεν μπορούμε να σας δεχτούμε όλους στην χώρα”. Η ανησυχία ωστόσο των Γερμανών εκείνη την περίοδο διογκονώταν χάρη στην αγωνιώδη ενασχόληση του Τύπου με το προσφυγικό. Εκείνο το φθινόπωρο οι στατιστικές δήλωναν πως 51% των πολιτών δεν επιθυμούν την παραμονή των προσφύγων στην Γερμανία.

Η υποδοχή

Κοιτώντας πίσω, τον Σεπτέμβριο του 2015 ο γερμανικός κρατικός μηχανισμός βρέθηκε τόσο απροετοίμαστος, που επί δύο μήνες επικράτησε ένα πρωτοφανές χάος παρεμφερές με τα ελληνικά δεδομένα όπως τα έχουμε γνωρίσει. Καταυλισμοί σε πάρκα, διανυκτερεύσεις στην οδό Turmstraße μπροστά στο υπουργείο, ουρές δεκάδων μέτρων για να λάβουν έναν αριθμό καταχώρησης και περαιτέρω οδηγίες για την στέγαση τους. Άκουσα μαρτυρίες ανθρώπων που περίμεναν ένα και δύο εικοσιτετράωρα στην ουρά. Φήμες κυκλοφόρησαν πως υπήρχαν μόνο τρεις υπάλληλοι στην υποδοχή των αιτήσεων στο υπουργείο (Landesamt für Gesundheit und Soziales) και κανένας μεταφραστής. Επί μήνες ολόκληρους οι ώρες αναμονής στο υπουργείο δεν περιορίζονταν κατά μέσο όρο σε λιγότερες από έξι. Το γερμανικό κράτος στηρίχτηκε τόσο πολύ στους εθελοντές που τον Ιανουάριο του 2016 από ευγνωμοσύνη το Βερολίνο τιμητικά παραχώρησε ελεύθερη είσοδο σε όλα τα αξιοθέατα και πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.

Σχετικά γρήγορα όμως κινήθηκαν τα πράγματα στα κέντρα υποδοχής. Κανείς δεν έμεινε άστεγος. Γήπεδα, εκθεσιακοί χώροι, μέχρι και το παλιό αεροδρόμιο του Tempelhof τέθηκαν σε λειτουργία για να δώσουν ένα κρεβάτι στους χιλιάδες αυτούς ανθρώπους. Ονομάστηκαν Κέντρα έκτακτης ανάγκης καθότι ήταν προσωρινά. Οι άνθρωποι μεταφέρθηκαν από τα “κέντρα έκτακτης ανάγκης” (γήπεδα και εκθεσιακά κέντρα) σε καλύτερες εγκαταστάσεις περιπου 18 μήνες μετά.

Όσον αφορά στην περίθαλψη, ειδικές μονάδες ψυχιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης εξειδικευμένες σε PTSD και ανθρώπους με τραυματικές εμπειρίες λειτούργησαν σχεδόν άμεσα και αποτελεσματικά σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα νοσοκομεία και πανεπιστήμια του Βερολίνου. Δεκάδες μεταφραστές και διερμηνείς εργάζονταν με υπερωρίες παρελαύνοντας από την μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη.

Μέσα σε λίγους μόνο μήνες τέθηκαν σε λειτουργία δεκάδες προσφυγικά κέντρα για να στεγάσουν τις χιλιάδες ανθρώπων που κατέφθασαν. Μια βόλτα σε δυο τρία από αυτά αρκούσε για να σχηματίσω εικόνα. Μεγαλόσωμοι και αγενείς σεκιουρητάδες στις εισόδους και τους διαδρόμους. Λιγότερες τουαλέτες και ντουζιέρες από αυτές που χρειάζονται. Το φαγητό της καντίνας μου θύμισε τον λαπά που είχαν σερβίρει στην μάνα μου στο Λαϊκό νοσοκομείο. Αποκρουστικό στην όψη κι αδιάφορο στην γεύση. Τα δωμάτια συνήθως εξοπλισμένα με κουκέτες, υποδέχονταν 8 εως 10 άτομα. Σε άλλα camp η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Κλειστά αθλητικά γήπεδα που στέγαζαν κρεβάτια στην ανοιχτή τους σάλα. Το ίδιο και στο παλιό αεροδρόμιο του Τεμπελχοφ. Οι κοινωνικοί λειτουργοί των camp δεν έφταναν για να καλύψουν τις νέες θέσεις εργασίας. Κάπως έτσι το ηθικό των προσφύγων μέσα σε τέτοιο περιβάλλον κατρακυλούσε. Η φασαρία, ο μηδενικός προσωπικός χώρος, εκνευρισμοί και βίαια περιστατικά προστέθηκαν στα υπόλοιπα βάσανα της νέας πραγματικότητας.

foto: UNHCR, Ivor Prickett, (proasyl.de)

Η ενσωμάτωση των άλλων

Στην πόλη του Βερολίνου παρατηρεί κανείς μια σημαντική πολυπολιτισμικότητα. Πόλος έλξης όλων των εθνικοτήτων τα τελευταία χρόνια χάρη στην επαναστατική και ανεκτική φήμη της πόλης. Χιλιάδες ξένοι ζουν στην πόλη, κι ενώ το σύστημα τους αναγκάζει να μάθουν την γλώσσα, η ενσωμάτωση στην ουσία δεν πραγματώνεται. Τα Αγγλικά αρκούν στους περισσότερους που καταφθάνουν για την εμπειρία και προσβλέπουν να περάσουν μερικούς μήνες στην πόλη. Οι expat όπως αυτοχαρακτηρίζονται συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων (καθώς προέρχονται απο πόλεις που τα ενοίκια είναι τριπλάσια) και στο hype της πόλης. Ο πληθυσμός των Τούρκων όμως θεωρείται ο λιγότερο ενσωματωμένος στην Γερμανία. Παρότι μιλούν την γλώσσα και επιχειρούν σε πολλούς κλάδους, δεν έρχονται σε διάδραση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν συμμετέχουν στα κοινά δρώμενα. Τηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους αυστηρά και έχουν δημιουργήσει περιοχές ομοεθνούς συσπείρωσης.Οι έφηβοι Τούρκοι (αλλά και Άραβες τρίτης γενιάς) από την άλλη αποσχίστηκαν τόσο από τους υπόλοιπους εφήβους που δημιούργησαν μια νέα διάλεκτο (Kiezdeutsch) στα προάστια της γερμανικής Πρωτεύουσας.

Για να μην παραξηγηθούμε, η γερμανική κουλτούρα δεν φημίζεται για τον ανοιχτό της τύπο. Δεν είναι εύκολο να κοινωνικοποιηθείς με Γερμανούς. Είναι μακριά από όλα τα μεσογειακά πρότυπα και η δυσπιστία των ανθρώπων απέναντι στους μετανάστες είναι εμφανής. Η πόλη μοιάζει να έχει καταληφθεί από τη μία από μόνιμους περιπλανητές και μπον βιβερ που εκθειάζουν την εναλλακτικότητα και το ελευθεριακό της πνεύμα και από την άλλη από φοβισμένους πρόσφυγες που δεν ξέρουν πως να ανταπεξέλθουν στις παράλογες απαιτήσεις του συστήματος.

Μαθαίνοντας την γλώσσα

Είναι δύσκολο να αποδώσω μια εικόνα έτσι όπως την έζησα μέσα από τις αφηγήσεις των μαθητών μου και μέσα από προσπάθειες να τους βοηθήσω να τα βγάλουν πέρα με την φρικτή γραφειοκρατία του γερμανικού συστήματος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Άλεμ από την Ερυθραία:

Ο Άλεμ προέρχεται από την Ερυθραία και είναι 50 χρονών. Έμεινε στην φυλακή της Ερυθραίας 19 χρόνια υπό την εντολή της δικτατορίας της χώρας του. Κατάφερε να διασχίσει τα νερά της Μεσογείου μέχρι την Λαμπεντουσα κι έπειτα να βρει τον δρόμο του μέχρι το Βερολίνο. Ο Άλεμ δεν έχει πάει σχολείο στην πατρίδα του. Παλιά ήταν ελαιοχρωματιστής και χτίστης. Η συνεννόηση με τον Άλεμ που μιλάει ελάχιστα αραβικά αλλά κυρίως Τανγκρινιαν, γίνεται με τα χέρια. Ζει σήμερα σε ένα προσφυγικό κέντρο, νότια του Βερολίνου μαζί με την γυναίκα του, με την οποία επανενώθηκε μετά από 20 χρόνια. Φοιτεί στο δημόσιο σχολείο ενηλίκων του Neukölln στο νοτιοανατολικό Βερολίνο. Η φοίτηση είναι καθημερινή πεντάωρη. Τα χέρια του είναι ταλαιπωρημένα. Πιάνει το μολύβι και το σφίγγει για να γράψει το Άλφα, κάθε καμπύλη, κάθε γραμμή της γραφής του αντανακλά την περηφάνεια της λευτεριάς. Όταν τελειώνει την άσκηση με φωνάζει και με ρωτά: “ Τα πάω καλά;” Για τον Άλεμ τα γερμανικά δεν είναι αγγαρία. Είναι δίψα για ελευθερία, είναι εισητήριο για αυτήν την άλλη ζωή, η πόρτα για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν έχω ξαναδει άλλον μαθητή με τόση θέληση. Ο ζήλος αυτός αποτελεί τεκμήριο του απίστευτου κουράγιου του. Τα πρωινά είναι ο πρώτος που φτάνει στην τάξη. Έχει λαχτάρα στα μάτια μαζί και αγωνία, πασχίζει να ενσωματωθεί, θέλει να φύγει από το camp, να δουλέψει και να μοιραστεί τις σκέψεις του. Μια μέρα μου λέει με σκόρπιες σπαστές γερμανικές λέξεις: “το camp δεν είναι καλό, θέλω να βρεθώ με Γερμανούς να μιλήσω.”

Την πρώτη μέρα στην τάξη (για αναλφάβητους επίπεδο Α0) βρήκα τον Άλεμ να κλαίει, γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος στην επίσημη λίστα του υποργείου. Το κλάμα αυτό, το παράπονο, κι η αγωνία του Αλεμ να μάθει γράμματα, φέρνουν στο φως το άκαμπτο του γερμανικού συστήματος, που δεν μπορεί να ελιχθεί δεν μπορεί να λάβει υπόψιν τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητες του. Αν δεν είσαι στην λίστα υποχρεούσαι να περιμένεις άλλον ένα μήνα.

Έκλαιγε όμως επειδή βρισκόταν πολλούς μήνες σε αναμονή μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο και ειδικότερα να βρεθεί μια τάξη στα μέτρα του. Τα τμήματα για αναλφάβητους των λεγόμενων Integrationskurse (που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο μεταναστευσης και προσφυγων) , τα οποία υποχρεούται ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας να παρακολουθήσει (βάσει του νέου νόμου Integrationsgesetz 2016), ασχέτως εκπαιδευτικού επιπέδου, ηλικίας και προηγούμενων, είναι ελάχιστα στο Βερολίνο. Τεράστιες λίστες αναμονής, μήνες απραξίας και χαμένοι χρόνοι. Κάπως έτσι απελπίστηκε ο Άλεμ που πριν εξι μήνες είχε γραφτεί στην λίστα αναμονής και την πρώτη μέρα του σχολείου η υπεύθυνη του εξήγησε πως δεν γίνεται να παρακολουθήσει το μάθημα λόγω γραφειοκρατικού λάθους. Οι δασκάλες συνεννοηθήκαμε και τον κρατήσαμε στην τάξη χωρίς να υπογράφει στις λίστες του υπουργείου, παράνομα. Την επόμενη μέρα που κάθισε στην τάξη τα μάτια του γελούσαν. Ξεγελάσαμε το σύστημα.

Τον δεύτερο μήνα μαθημάτων, μια Δευτέρα ο Άλεμ αργοπόρησε στο μάθημα γιατι έπρεπε να πάει στο Jobcenter να ενημερώσει πως θα απουσιάσει για τον γάμο του αδερφού του στο Düsseldorf. H αρμόδια υπηρεσία ζήτησε από τους διδάσκοντες το απουσιολόγιο (κι ας μην έχει τέτοια δικαιοδοσία) για να ελέγξει τις ημέρες απουσίας του Άλεμ από το σχολείο. Ο υπεύθυνος είχε την εξουσία να απαγορεύσει σε αυτόν τον άνθρωπο να ταξιδέψει, να χαρεί με την χαρά της οικογενειας του, επειδή ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας είναι υποχρεωμένος να τηρεί κατά γράμμα τις οδηγίες της υπηρεσίας, αν θέλει να συνεχίσει να παίρνει το επίδομα.

Ο ξεριζωμός της Bivsi

Η πρόσφατη περίπτωση της 14χρονης Bivsi που προβλήθηκε από τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης υπογραμμίζει το αδιάφορο του κράτους απέναντι στην αληθινή κοινωνική ενσωμάτωση. Οι γερμανικές αρχές αγνοούν κάθε κοινωνικό επίτευγμα και όλες τις ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Ο νόμος πρέπει να τηρηθεί, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις: Η Bivsi γεννήθηκε το 2002 στο Duisburg. Οi γονεις της έφυγαν απο το Νεπαλ πριν 20 χρόνια και εγκατασταθηκαν στην Γερμανία. Το 2016 έλαβε χώρα η τελευταία εξέταση του ασύλου και απορρίφθηκε. Την τελευταία Δευτέρα του Μαΐου 2017, αστυνομικές αρχές έβγαλαν από την τάξη την Bivsi από το σχολείο που φοιτούσε και δεν της παραχώρησαν καν χρόνο να αποχαιρετήσει τους συμμαθητές της. Μαζι με τους γονείς της την έβαλαν σε ένα αεροπλάνο για το Νεπαλ το ίδιο απογευμα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Το τέρας της γραφειοκρατίας αποφάνθηκε.

Συμμαθητές και γονείς διαδηλώνουν κατά της απέλασης της 14χρονης
foto: Christoph Reichwein (rp-online.de)

Επίλογος

Προφανώς δεν υπάρχει καμία άψογη κοινωνία που να έχει υποδεχθεί πρόσφυγες χωρίς να υπάρξουν δυσκολίες. Στο γερμανικό παράδειγμα όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: Η Γερμανία είναι μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, η οποία άνοιξε τις πόρτες σε αυτούς τους ανθρώπους όταν άλλες ύψωναν τον φράχτη. Δυστυχώς όμως ο ταχύς συντονισμός, οι αμέτρητες υποδομές, η αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ο ακριβής σχεδιασμός, και οι χιλιάδες πρόθυμοι εθελοντές βρίσκουν στο αντίβαρο μια ανελέητα ψυχρή γραφειοκρατία μαζί με την δυσκαμψία του γερμανικού συστήματος. Αυτά τα δυο τελευταία είναι αρκετά για να προκαλέσουν μπόλικη δυστυχία στην καθημερινότητα.

Ο Άλεμ και η Bivsi δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας που υπογραμμίζει το παράλογο ενός αυστηρού μηχανισμού που παραβλέπει την ψυχική υπόσταση, οποιοδήποτε συναίσθημα -τελικά χάνει το δέντρο μέσα στο δάσος- και αποδεικνύει πως η αληθινή ενσωμάτωση του ατόμου δεν αφορά το γερμανικό κράτος. Τι κι αν η Bivsi μιλούσε άπταιστα γερμανικά; Τι κι αν οι συμμαθητές της την αγαπούσαν τόσο ώστε να διαδηλώνουν ώστε να την φέρουν πίσω; Δεν της άφησαν χρόνο ούτε να αποχαιρετίσει τους φίλους της.

Πολλοί πρόσφυγες νοιώθουν αποδυναμωμένοι εξαιτίας της δυσκολίας της γλώσσας. Νοιώθουν πως κανείς δεν μπορεί να τους καταλάβει. Υπομένουν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στα camp που τους στερούν ιδιωτικότητα και λίγη ησυχία. Ταυτόχρονα νοιώθουν στιγματισμένοι, φοβισμένοι από την ανερχόμενη ισλαμοφοβία (βλ. PEGIDA, AfD) και αβοήθητοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Δυο χρόνια μετά, ελάχιστοι πρόσφυγες κατορθώνουν να έχουν νοικιάσει σπίτι, ακόμα πιο λίγοι έχουν καταλάβει τι τους ζητάνε και πως θα ανακτήσουν την αυτονομία τους. Δυο χρόνια μετά κι ακόμη δεν έχουν βρει καμιά νέα ταυτότητα, κοπιάζουν να ανταπεξέλθουν στα ζητούμενα της γερμανικής γραφειοκρατίας και τελικά βαλτώνουν σε μια μαύρη απραξία που μόνο δυσχεραίνει την ευάλωτη ψυχολογία τους.

____________________________________________________________

«Στη φωτογραφία ενός ανθρώπου που μόλις βγαίνει από μία βάρκα στο Αιγαίο, εγώ βλέπω ένα παράδειγμα ανθεκτικότητας»…


Συνέντευξη στην Αγγελική Μπούμπουκα

 

Από τις εμπόλεμες ζώνες της Μέσης Ανατολής μέχρι τη Βόρεια Ευρώπη, κι από τα ναυάγια της Μεσογείου μέχρι τα hot-spots και τους καταυλισμούς, υπάρχει κάτι που ποτέ δεν λείπει από τις αποσκευές ενός πρόσφυγα: Η οδύνη. Οδύνη για όσους και όσα έχασε για πάντα ή άφησε πίσω του, για όσα δεν τολμά να συζητήσει ή ακόμη και να ξαναφέρει στο νου.

Στο Κέντρο Ημέρας “Βαβέλ”, τη μοναδική δημόσια δομή στην Ελλάδα που ασχολείται με θέματα ψυχικής υγείας προσφύγων και μεταναστών από το 2008, η διαχείριση αυτής της οδύνης είναι πλέον βασικό αντικείμενο. Αλλά, όπως επισημαίνει ο ψυχολόγος της “Βαβέλ”, Νίκος Γκιωνάκης, δεν πρέπει κανείς να παγιδεύεται στην οδύνη, πρέπει να βλέπει και τι κέρδισε τελικά ο καθένας μέσα από όσα έζησε, και πώς συνεχίζει.

Με αφορμή τη συμμετοχή του Ν.Γκιωνάκη στη συζήτηση “No Direction Home: Με το Βλέμμα στην απώλεια και την ελπίδα”, που διοργάνωσε πρόσφατα το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, συνομιλήσαμε μαζί του μαζί του για τα περιστατικά που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη δομή τα τελευταία χρόνια, και μας βοηθάει να ξανασκεφτούμε τον πόνο της προσφυγιάς πέρα από τα στερεότυπα.
Η συζήτηση διοργανώθηκε με αφορμή την τελευταία έκδοση του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, με τίτλο “No Direction Home”, στην οποία περιλαμβάνονται 235 φωτογραφίες 30 ελλήνων φωτογράφων που αποτυπώνουν την πρόσφατη προσφυγική εμπειρία.

* * * 

“No Direction Home”, φωτογραφικό λεύκωμα από το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, με 235 φωτογραφίες 30 ελλήνων φωτογράφων για το προσφυγικό​​​​​​​

-Τι είδους τραύματα συνοδεύουν την προσφυγική εμπειρία και τι περιστατικά αντιμετωπίζετε στη Βαβέλ;

«Η αλήθεια είναι ότι εμείς προσεγγίζουμε τα πράγματα με μια διαφορετική άποψη και ορολογία. Δεν μιλάμε ευθύς εξαρχής για τραύματα. Λέμε ότι οι άνθρωποι εκτίθενται σε σοβαρές αντιξοότητες και μπορεί αυτές να τους τραυματίζουν. Εμείς βλέπουμε τις συνέπειες της αντιξοότητας σε έναν άνθρωπο να διαρθρώνονται σε διαφορετικές κατηγορίες. Συνέπεια αρνητική μπορεί να είναι το τραύμα, ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν στοιχεία σε έναν άνθρωπο, σε μια οικογένεια, σε μια κοινότητα, που μένουν ανέπαφα, παρά την αντιξοότητα π.χ. έναν πόλεμο. Και ταυτόχρονα λέμε ότι πολλοί άνθρωποι – αν όχι όλοι- αποκτούν νέα θετικά χαρακτηριστικά και νέες ποιότητες, ακριβώς επειδή εκτίθενται σε αντιξοότητες.

Αυτό σημαίνει, λοιπόν, ότι όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο, δεν τον βλέπουμε μονάχα μέσα από το πρίσμα του τραύματος. Προσπαθούμε να δούμε πώς βιώνει τις συνέπειες, σε αυτές τις τρεις μεγάλες κατηγορίες. Και προσπαθούμε να τού δώσουμε να το καταλάβει και ο ίδιος. Υπό την έννοια ότι αν τραυματίζεται κάτι μετά από την έκθεση σε μια αντιξοότητα ή σε μια σειρά αντιξοοτήτων, αυτή είναι η πολυπλοκότητα της πραγματικότητας. Βλέπουμε μόνο μια διάσταση των πραγμάτων: «πω πω πω, τι έπαθα!» Άμα, όμως, έχουμε τη δυνατότητα να τα δούμε πιο ψύχραιμα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι η πολυπλοκότητα διατηρείται, χρειάζεται να την ανακαλύψουμε και να την αξιοποιήσουμε.

Όταν έρχεται κάποιος άνθρωπος σε μας -συνήθως παραπεμφθείς από άλλους συναδέλφους που δουλεύουν στο πεδίο- θα ακούσουμε καταρχάς τον πόνο του, την οδύνη του. Μπορεί να έχει βιώσει απώλειες, που είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων των προσφύγων: Απώλεια του δικού του χώρου, προσφιλών προσώπων, της ασφάλειας, της σταθερότητας, των προοπτικών κλπ. Αυτό δημιουργεί διάφορα ζητήματα.

Ταυτόχρονα, προσπαθούμε να διαπιστώσουμε τι έχει μείνει ανέπαφο σε αυτούς τους ανθρώπους, μετά την έκθεση στην αντιξοότητα, και τι έχουν κερδίσει –όσο κι αν φαίνεται παράδοξο- από αυτήν. Πολλοί άνθρωποι έχουν κερδίσει νέες ικανότητες επιβίωσης, που δεν θα μπορούσαν να έχουν σκεφτεί ότι τις έχουν, επειδή δεν τις είχαν πριν φύγουν από το σπίτι τους.

Με δυο λόγια, στη φωτογραφία ενός ανθρώπου που μόλις βγαίνει από μια βάρκα, μόλις έχει έρθει σε ένα ελληνικό νησί, εγώ βλέπω ένα παράδειγμα ανθεκτικότητας, όχι ένα παράδειγμα τραύματος.
Το ίδιο το τραύμα, όταν υπάρχει, το βλέπουμε πάλι μέσα από μια διττή σκοπιά: Το τραύμα σημαίνει διάρρηξη της συνέχειας, μια τρύπα. Ταυτόχρονα, όμως, σημαίνει και ότι μπορώ να σβήσω κάτι, είναι μια ευκαιρία να κάνω μια νέα αρχή».

– Μπορείτε να ομαδοποιήσετε τα περιστατικά που αντιμετωπίζετε;

Συνέχεια

λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης …


από το βυτίο

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

image-5124

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

image-5125

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

image-5126

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

image-5127

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».