Ξεχαρβαλώθηκε η Ζωή: Η Γραφή, η Ανάγνωση και η Ελευθερία…


Φιλήμονας Πατσάκης

Ο τίτλος μάς πηγαίνει πολύ πίσω, στον Σαίξπηρ και τις μεγάλες τραγωδίες του, αλλά μας δίνει το στίγμα των καιρών μας τόσο μα τόσο μεστά. Η λογοτεχνία συχνά υποτιμάται ως μια απλή στιγμή τέρψης, όμως πηγαίνει πολύ πέρα από αυτό. Ακολουθώντας συγκεκριμένα χνάρια στον λαβύρινθο των υπέροχων δημιουργιών της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μένουμε άφωνοι από την πυκνότητα των ερωτημάτων που τα έργα αυτά εκτόξευσαν προς τον εμβρόντητο άνθρωπο. Η έννοια της χρησιμότητας δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει στην τραγικότητα της ύπαρξης. Μια τραγικότητα που θέτει υπό αμφισβήτηση τα θέσφατα με τα οποία οι εξουσίες μπολιάζουν και αδρανοποιούν τη ζωή. Το χάσμα της ασυμφωνίας αυτής η εξουσία το γέμιζε με φόβους, πολέμους, ταυτότητες, αποκλεισμούς, εμπέδωση ορισμών, χρήση σκοπών και στόχων – τίποτα δεν μπόρεσε να καλύψει την έλλειψη συνοχής. Τίποτα δεν απομένει πέρα από τον δισταγμό και τον φόβο.

Στα μεγάλα έργα έχεις την αίσθηση μιας έντονης μοναξιάς αλλά και μια εξαντλητική πορεία μιας νέας συγκρότησης. Ο άνθρωπος αναλογίζεται και οριοθετεί, αλλά ταυτόχρονα μετακινεί διαρκώς τα όρια. Καθώς τα όρια που καθόρισαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η χρήση των δύο ατομικών βομβών όρισαν και τις διαστάσεις της εξουσιαστικής φρίκης και καθώς η απειλή όλων αυτών μας ξανακυκλώνει, γνωρίζουμε πλέον ότι δεν φτάνουν πια οι επικαλύψεις επιθυμιών που στηρίζονταν στις πλαστές οικονομικές ανάγκες για να απαντήσουν στο πώς να ζήσουμε και στα γιατί που μας αγχώνουν. Όλα δείχνουν να ξανατίθενται από την αρχή.

Στο υπέροχο βιβλίο του Mahi Binebine «Τα αστέρια του Σίντι Μούμεν», από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο ήρωας είναι ήδη νεκρός. Διαβάζουμε λοιπόν: «Εξάλλου δεν τράβηξα μπροστά στη ζωή μου γιατί δεν υπήρχαν και πολλά να κάνω. Και θέλω να δηλώσω ευθύς εξ αρχής, δεν λυπάμαι που τελείωσα. Δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία των δεκαοκτώ βασανισμένων χρόνων της δύσκολης ζωής που μου δόθηκε να ζήσω». Το Σίντι Μούμεν είναι ένα προάστιο της Καζαμπλάνκας. Για την ακρίβεια η χωματερή της, όπου ζουν οι απόκληροι. Αυτό που ο Μπάουμαν θα πει «Ανθρώπινα απόβλητα». Οι άνθρωποι χωρίς φωνή, ο φόνος χωρίς ένοχο. Η πρόοδος που έταξαν έχει θαφτεί κάτω από αυτό το «δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία». Η λογοτεχνία ανιχνεύει τη ζωή σε αυτή τη ρωγμή, όπως έκανε στις στιγμές όπου τα καθεστώτα επέβαλλαν τη σιωπή της λογοκρισίας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Ρωσία και την σχεδόν εξωπραγματική λογοτεχνία που βγήκε από εκεί. Οι τσάροι έπεσαν πάνω σε κάθε προϊόν ελεύθερης σκέψης με μίσος. Εκκαθαρίσεις στα πανεπιστήμια, στυγνή λογοκρισία, παντού μυστικοί πράκτορες, ρητή απαγόρευση κρίσεων και συζητήσεων στον τύπο και όπου αλλού πάνω σε ό,τι αφορούσε στο καθεστώς. Όμως έγινε φανερό ότι σταδιακά η λογοτεχνία στη Ρωσία αντικατέστησε τη φιμωμένη φωνή της κοινωνίας, άνοιξε το λαρύγγι της, αποκατέστησε τον διαλυμένο διάλογο των ιδεών, έδωσε πνοή σε οράματα και ελπίδες. Μόνο η λογοτεχνία με την ιδιόρρυθμη φύση της μπορούσε να στεγάσει τα αιτήματα της εποχής. Οι κοινωνικές ιδέες βρήκαν αμέσως θέση στα λογοτεχνικά κείμενα. Πίσω από τις μορφές που αναδείχθηκαν στη ρωσική λογοτεχνία, εύκολα ψηλαφεί κανείς τους δεσμούς με την κοινωνική συνείδηση της εποχής. Μια νέα στάση ζωής ενσαρκωνόταν μέσα από τις σελίδες της. Το ίδιο δεν συνέβη και στην Αμερική του Μακάρθι όπου άνθησε η επιστημονική φαντασία;

O άνθρωπος αναζητά και πάλι τη σκουριασμένη πανοπλία του Δον Κιχώτη. Από τη γραφή ζητάμε ένα νόημα απόλυτα παρόν, ένα νόημα που θα ανατέμνει τις μέχρι τώρα βεβαιότητες, ζητώντας τον τόπο που ακόμη δεν είναι εδώ. Η ποίηση μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ανθρώπινη άγνοια που δημιουργεί καινούργια πράγματα, την αυτοσυνείδηση που μας οδηγεί να μεταμορφωνόμαστε σε όσα έχουμε κάνει, αναλογιζόμενοι τις δυνατότητες αυτών που μπορούμε ακόμη, και στην ανάγκη για την αυτεξούσια πορεία πέρα από τη διάχυτη απελπισία. Τα έργα δεν είναι ούτε ψυχές ούτε πράγματα ούτε ανανεώσιμα αρχέτυπα σε ένα γλωσσικό σύμπαν προς μελέτη. Είναι αμυντικές διεργασίες σε συνεχή μεταβολή. Αυτά υπάρχουν ως δυνατότητες μέσα σε μια προσπάθεια ελέγχου τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης.

Ένα παιχνίδι παλλόμενων αντιθέσεων βρίσκεται στη βάση της εναλλασσόμενης παρόρμησης προς την ασφάλεια ή την εξέγερση. Σήμερα αισθανόμαστε να ασφυκτιούμε μέσα στη λογική των νόμων. Υπάρχει μέσα μας κάτι παθιασμένο, γενναιόψυχο και ελεύθερο, που υπερβαίνει τις παραστάσεις της λογικής. Χάρη σε αυτή την υπέρβαση είμαστε ανθρώπινοι. Αυτό γίνεται, στη σημερινή σήψη, αντικείμενο ποινικής αντιμετώπισης. Τι γίνεται τώρα που η ευτυχία εξαφανίζεται από τον πυρήνα της ανθρώπινης επιδίωξης; Οι ορισμοί και οι μύθοι πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η σημερινή δομή καταρρέουν και η αυτεξουσιότητα προβάλλει ως μια στιγμή που θα κάνει την αλληλεγγύη κάτι πολύ πέρα από μια προσωπική στιγμή: θα την κάνει μέρος μιας συνολικής αλλαγής παραδείγματος.

Η τέχνη έχει από καιρό φύγει από τη σφαίρα του όποιου φορμαλισμού, σήμερα μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο να υποσκάψει και να υπονομεύσει τις συνήθειες και τις αυτοματοποιημένες αντιλήψεις. Θα το κάνει; Καθώς ο αυταρχισμός του μονολογισμού υποχωρεί, προτείνοντας μια βίαιη καταστολή, μένουμε κοιτώντας τις εμπειρίες της πολυφωνικότητας, τις πολλές φωνές που συνθέτουν το ανθρώπινο. Οι μονοφωνικοί περιορισμοί υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη μιας νέας ανακουφιστικής συλλογικότητας, το υποκείμενο αναγνωρίζει δειλά δειλά την ανάγκη για την επικύρωση της αλληλεγγύης, για μια πληθυντική επένδυση στο σώμα, για μια διαρκή υπέρβαση των κατατεθειμένων ορίων.

Άλλο ένα σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι η δυνατότητα της αφήγησης να υπερβαίνει τη λήθη, την επικύρωση της εξουσίας. Σε αυτή την ανάγκη εμπλέκονται αρχικά οι μαρτυρίες για το Άουσβιτς και η σιωπή γύρω από το Γκουαντάναμο. Τι παρήγαγε το Άουσβιτς; Στη βάση ποιας λογικής δομήθηκε ως δυνατότητα; Κάθε εξουσία φέρνει εντός της αυτή τη δυνατότητα. Η γραφή μπορεί να απομακρύνει την ύβρη της λήθης που λειτουργεί ως κατασταλτικός μηχανισμός και που εμφανίζει τέτοιες δομές ως λογικές. Καθώς παρακολουθούμε τα πτώματα που ξεβράζονται στις ακτές της Δύσης, αισθανόμαστε μια ροή συνέχειας των εποχών. Άνθρωποι οι οποίοι πολλές φορές δεν ταυτοποιούνται, των οποίων ο χώρος ταφής μένει άγνωστος, αυτοί οι άνθρωποι είναι αυτοί των οποίων η αφήγηση συντρίφθηκε, στων οποίων την υπόσταση έχει συντελεστεί μια σημαντική αλλοίωση Ξέρουμε αρκετά για να μπορούμε να πούμε ότι κάθε ολοκληρωτισμός θέλησε να δομήσει μια αξιολογική γλώσσα, μια γλώσσα του αποκλεισμού. Ο ορισμός του τι μπορεί να νοηθεί ως σωστό και λάθος, καλό και κακό, καλύπτει τότε το σύνολο της ζωής. Πολλά νοήματα αποκτούν στην ουσία μια ποινική διάσταση.

Η γραφή που μας ενδιαφέρει κινείται στους αντίποδες μιας τέτοιας λογικής. Διαλύει τη συνενοχή και ορίζει τις στιγμές που βγαίνουμε έξω από την αλλοτρίωση. Είναι στιγμές που η λογοτεχνία αποβλέπει στη διάρρηξη της ιεραρχίας μέσα στην επικράτεια των γεγονότων. Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει η αξία χρήσης μιας κοινωνίας που θέλει να δει το έξω, αυτό υπάρχει στη φύση της ως δυνατότητα, όπως αντίστοιχα υπάρχει και η δυνατότητα να παίξει τον ρόλο της επικύρωσης του υπάρχοντος.

Στην ανθρωπότητα, το αίτημα για εξέγερση τίθεται εκ νέου ως αντίθεση στη διογκούμενη καταπίεση και τον αυξανόμενο δεσποτισμό. Η φαντασία αρχίζει πάλι να αναζητά την αυτοτελή ενέργεια και την ορμή, οσμίζεται την αναδυόμενη ανάγκη για αξιοπρέπεια και κινείται να τη συναντήσει σε νέα εδάφη. Σε αυτή τη διάλυση όλων των παραγωγών ταυτοτήτων, η λογοτεχνία βρίσκει και πάλι τον χώρο για να κινηθεί και να διηγηθεί. Είναι δύσκολο να γράφεις ξέροντας πως η ζωή σου ξεγλιστρά, την ώρα που ο χρόνος χάνει τη δύναμη για απόφαση, ξέροντας ότι με αυτό τον τρόπο τίποτα δεν μπορεί να αρχίσει. Είναι εξαιρετικά εύκολο να αποδυθείς στον αγώνα του εμπορεύματος, της συνήθειας, του κοινού και κατασκευασμένου γούστου· όμως, από μακριά έρχεται μια συνειδητοποίηση της γραφής ως μέρος μιας επώδυνης αυτογνωσίας, ως συστατικό στοιχείο του αναστοχασμού.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύεται στο Περιοδικό Βαβυλωνία #Τεύχος 19

image_pdfimage_print
____________________________________________________________

Ιστορίες ενός Μπάρμαν (2)…


Νίκος Κουφόπουλος

 

Ντράι Μαρτίνι

Η βαρια πορτα του μπαρ ανοιξε αργα. Η ωρα ηταν ακριβως τρεις και τεταρτο μετα τα μεσανυχτα.
Ενας καλοντυμενος τυπος, με κοστουμι μαυρο, λευκο πουκαμισο με χρυσα ξενοκουμπα και γραβατα, πλησιασε αργα προς την μπαρα.
-«Σερβίρετε Ντράι Μαρτίνι ;» ρωτησε με ένα καπως υπεροπτικο υφος.
-«Φυσικα», απαντησε ο μπαρμαν, σε σχετικα αναλογο υφος. «Το πιο ντράι που μπορειτε να φανταστειτε».
-«Τι εννοειτε;» ρωτησε ο τυπος, βγαζοντας ταυτοχρονα και αφηνοντας μπροστα του πανω στην μπαρα ένα πακετο Καρελια Εξελενς και έναν Ντυπον ασημενιο αναπτηρα. Ένα μεγαλο χρυσο ομορφο δαχτυλιδι στολιζε τον παράμεσο του αριστερου του χεριου.
-«Πώς πίνετε συνηθως το Ντράι Μαρτινι σας;», ρωτησε ο μπαρμαν.
-«Αναλογα με την διαθεση μου», απαντησε ο τυπος. «Όταν ειμαι χαρουμενος, θελω αρκετες σταγονες βερμουτ. Ισως και πανω από δεκα. Όταν ειμαι λυπημενος, μου αρκουν δυο τρεις».
-«Τωρα τι διαθεση εχετε;», ρωτησε ο μπαρμαν.
-«Την χειροτερη που θα μπορουσα», απαντησε λυπημενα, σχεδον θλιμμενα ο τυπος και για πρωτη φορα εγινε καπως συμπαθης στα ματια του μπαρμαν.
-«Θα σας φτιαξω λοιπον το Ντράι Μαρτίνι που χρειαζεστε ακριβως», απαντησε ο μπαρμαν και αρχισε να παγωνει το ποτηρι και να βαζει παγακια στο σέηκερ.
-«Θελετε να μου πειτε πώς θα το φτιαξετε;» επεμεινε ο τυπος, ανάβοντας ταυτοχρονα ένα Καρελια Εξελενς.
-«Μα είναι απλο», απαντησε ο μπαρμαν. «Εναι σαφες ότι χρειαζεστε ένα αληθινο Ντράι Μαρτινι. Θα βαλω λοιπον το Τζιν που πρεπει και την ωρα που θα το ανακατευω στον παγο, θα γυρισω και… θα κοιταξω και το Βερμουτ. Θα του ριξω απλα μια ματια. Νομιζω ότι θα είναι αρκετο».
– «Σας ευχαριστω πολύ», απαντησε ο τυπος.
Ο μπαρμαν σερβιρε το Ντραι Μαρτινι, και μετα αφου εβαλε στο πικαπ το κονσερτο νουμερο πεντε του Μοτσαρτ με τον υπεροχο Βιατοσλαβ Ριχτερ στο πιανο, εβαλε και για τον εαυτο του ένα σφηνακι παλιο ουσικυ και αρχισε να το πινει το σιγα σιγα απολαμβανοντας το..

Ο Νέστωρας και η τρίχα στη μπυρα

Η πορτα ανοιξε αποτομα και ο Νέστωρας μπηκε φουριοζος ως συνηθως στο μπαρ.
Ηταν νωρις ακομα. Δυο ωρες περιπου πριν τα μεσανυχτα.
Ντι τζευ εκεινον τον καιρο ο Νεστωρας σε ένα κλαμπ με ροκ μουσικες.
Παντα περναγε πριν παει για δουλεια, για να πιει ένα ένα- δυο ποτα.
Νευρώδης, με χιουμορ και ισως λιγο παραπανω… ομιλητικός.
Τον συμπαθουσε όμως ο μπαρμαν.
Όταν δεν ειχε πολύ δουλεια, μιλουσαν μαζι για μουσικες.
Όταν ηταν απασχολημενος με αλλους πελατες ο μπαρμαν, ο Νεστωρας του απευθύνονταν με χιουμορ στον πληθυντικο.
Ετσι εγινε και εκεινη την μερα:
-«Mπορω να εχω ένα ποτο σας παρακαλω», ειπε και σταθηκε στην ακρη του μπαρ ορθιος.
-«Φυσικα κυριε», απαντησε ο μπαρμαν. «Τι θα πιειτε σημερα;»
Περιπτωση ο Νεστωρας στα ποτα. Δεν ηξερες ποτε τι θα πιει. Την μια επινε ουισκυ, την άλλη μπυρα, τη τριτη βοτκα, την άλλη κρασι. Άλλες φορες ζητουσε διαφορα κοκτειλ. Πολλες φορες τα ανακατευε.
-«Μια πολύ παγωμενη μπυρα παρακαλω», απαντησε.
-«Μαλιστα κυριε, αμεσως», ειπε ο μπαρμαν και τον σερβιρε γυριζοντας στην συνεχεια προς καποιους καινουριους που μπηκαν στο μπαρ.
Υπαρχουν καποιες ατυχες στιγμες σε όλα. Μια από αυτές συνεβη κι εκεινο το βραδυ:
Ο Νεστωρας, γελωντας φυσικα, καλεσε τον μπαρμαν κοντα του και χαμηλοφωνα για να μην ακουσουν οι διπλανοι του ειπε:
-«Κυριε, με συγχωρητε, αλλα μεσα στο ποτηρι της μπυρας μου υπαρχει μια τριχα».
Αμηχανια για λιγο, αλλα το χαμογελαστο προσωπο του Νεστωρα και η γνωριμια τους, αφηνε σαφως περιθωρια στον μπαρμαν για χιουμορ:
-«Νομιζω κυριε πως δεν μου ζητησατε μπυρα χωρις τριχα», ειπε και ταυτοχρονα πηρε το ποτηρι της μπυρας και το εχυσε.
-«Η αληθεια είναι πως όχι», απαντησε ο Νεστωρας συνεχιζοντας και αυτος με χιουμορ. «Σας ζητω συγνωμη. Επρεπε να ειμαι πιο ακριβης».
-«Ας μην το κανουμε θεμα. Σας συγχωρω.», απαντησε ο μπαρμαν και γελωντας εβαλε μια καινουρια μπυρα στο Νέστωρα και για τον εαυτο του ένα σφηνακι παλιο ουισκυ που αρχισε να το πινει σιγα σιγα απολαμβανοντας το.

Iορδάνης Τσομίδης

Ανοιξε η πορτα, και ο Ιορδανης Τσομιδης μπηκε στο μπαρ.
Ο μπάρμαν σε νεαρή ηλικία. Το μπαρ στην πλατεία Εξαρχειων.
Ο μπαρμαν ακουγε φυσικα και ρεμπετικα. Επαιζε και λιγο μπουζουκι.
Γνωριζε τον Ιορδανη Τσομιδη. Μεγαλος δεξιοτεχνης του μπουζουκιου. Και με χαρακτηριστικη πολύ βαρια, μπασα φωνη.
Για πολλα χρονια ο Τσομιδης ηταν στην Αμερικη.
«Πιτσιρίκο, ξηγησου ένα Τζωνυ μαυρο με ένα παγο», του ειπε και καθισε στην μπαρα.
Φορουσε ένα καλοραμενο βαθυ μωβ κουστουμι και γραβατα.
«Μαλιστα κυριε Τσομιδη, αμεσως», απαντησε ο μπαρμαν.
Φανηκε να του αρεσει που τον αναγνωρισε ο νεαρος τοτε μπαρμαν.
Σερβιρε το ουισκυ, και εστειλε τον βοηθο του στο περιπτερο να αγορασει ένα καλο πουρο. Το προσφερε στον Τσομιδη:
«Για σας κυριε Τσομιδη», του ειπε. «Για τις ομορφες πενιες που μας εχετε χαρισει. Και το ουσκυ κερασμενο από εμας».
Χαμογελασε πλατια. Αναψε το πουρο και πιανοντας το ποτηρι το σηκωσε σε χαιρετισμο:
«Στην υγεια σας αλανια», ειπε και κατεβασε μια γερη γουλια.
Ο μπαρμαν ειχε εκεινη τη μερα κεφια. Θελησε να τον πειραξει. Δεν το σκεφτηκε πολύ:
-«Κυριε Τσομιδη, εχω ακουσει ότι στην Αμερικη, οι μπλουζμεν με τις κιθαρες τους σας …σκιζανε εσας με τα μπουζουκια στα παιξιματα. Είναι αληθεια ».
Καταλαβε το πειραγμα και την προκληση του νεαρου μπαρμαν.
Συνεχισε για λιγο να πινει και να καπνιζει. Ένα μικρο χαμογελο ζωγραφιστηκε στα χειλη του και ο μπαρμαν κρεμαστηκε σε αυτά:
-«Ακου να δεις σπορε», απαντησε χαμογελωντας τωρα πλατια. «Όταν ο Τσομιδης εμπαινε στα μαγαζια τους, σηκωνοντουσαν ολοι ορθιοι και εκαναν υποκληση. Το επιασες αυτό;».
Ο μπαρμαν ηξερε ότι αυτό ηταν αληθεια. Το ειχε ακουσει και από αλλους.
Ο Τσομιδης ηταν παιχταρας.
«Το έπιασα ακριβως», απαντησε ο μπαρμαν γελωντας κι αυτος μαζι του,
και βαζοντας ένα σφηνακι παλιο ουισκυ, αρχισε να το πινει σιγα σιγα
απολαμβανοντας το.

H Αλέκα της οδού Βουκουρεστίου

Ανοιξε η πορτα. Το χαμογελαστο προσωπο της Αλεκας φανηκε για λιγο και ακουστηκε να λεει βιαστικα:
-«Καλη δουλεια ομορφοπαιδα».
– «Επισης, καλα κουβέρ», απαντησε ο μπαρμαν που εκεινη την ωρα σκουπιζε με την λευκη πετσετα τα κολονατα ποτηρια του κρασιου.
Ο βοηθος πιο διπλα γεμιζε τα ψυγεια. Το βραδυ μολις ξεκινουσε.
Το εντονο και βαρυ αρωμα της Αλεκας γεμισε τον χωρο.
Βγηκε το ιδιο βιαστικα και πηρε την θεση της λιγο πιο πανω από τον αριθμο δεκατεσσερα της Βουκουρεστιου που ηταν το μπαρ.
Η Αλεκα ηταν ένα από τα «κοριτσια» της Βουκουρεστιου.
Εκει ηταν η ακριβή πιάτσα. Λιγα τα κοριτσια. Δυο τρεις ολες κι ολες. Πιο κατω, στην πιατσα της Σολωνος υπηρχε πολυκοσμια.
Στην Σολωνος τα κοριτσια ζητουσαν πενηντα ευρω, ενώ στην Βουκουρεστιου, εκατον πενηντα.*
Ήταν «κορίτσι πολυτελείας» η Αλεκα…
Μολις το μπαρ εκλεινε, σταθερα στις δυο κάθε βραδυ, και ο μπαρμαν με τον βοηθο μαζευαν το μαγαζι, πολλες φορες εμπαινε για μια καληνυχτα:
-Πως πηγε σημερα, ειχε δουλιτσα;
-Μπα ησυχια, απαντουσε ο μπαρμαν.
-Κι εγω γαμώτο νέκρα. Δυο κουβερ όλα κι όλα.
Στην ορολογια των σερβιτορων όταν προκειται για φαγητο, οι πελατες «ονομαζονται» και κουβέρ. Κάθε πελατης και ένα κουβέρ.
Η Αλεκα δανείστηκε από τους φιλους της τους σερβιτορους την λεξη.
Άλλα βράδια, τα πραγματα ηταν σαφως καλυτερα.
Η Αλεκα εμπαινε τοτε στο μπαρ χαρουμενη, πετωντας πανω στην μπαρα το μικρο τσαντακι της. Καποιες φορες το ξεχνουσε ανοιχτο, και ξεχυνονταν από μεσα κραγιον, κολόνιες, και προφυλακτικα. Τα δικα της εργαλεια.
Φωναζε χαρουμενη προς τον μπαρμαν:
-«Κερνανε οι πουτανες σημερα μικρε. Πιασαμε τα δεκα κουβερ. Βαλε να πιω και βαλε και σε σας ό,τι γουσταρετε».
Της εβαζε ο μπαρμαν μια βοτκα πορτοκαλι που επινε παντα και μια μπυρα στον βοηθο του.
Εβαζε κι αυτος ένα σφηνακι παλιο ουισκυ και το επινε σιγα σιγα απολαμβανοντας το.

*Η Αλεκα ηταν στην Βουκουρεστιου όταν το νομισμα ηταν η δραχμη.
Η μετατροπη σε ευρω εγινε για ευνόητους λογους.

Υ.Γ. Εδώ Ελεύθερα Εξάρχεια

image_print
__________________________________________________________

Από: http://www.babylonia.gr/2017/03/12/istories-enos-mparman-2/#sthash.TJvmS3h8.dpuf

Η υγεία και η εξέλιξη του πολιτισμού…


%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%af%ce%b1

Οι πρώτοι πληθυσμοί που έκαναν την εμφάνισή τους κατά την προϊστορία, επιβιώνουν εκπληκτικά καλά αν τους συγκρίνουμε με την πραγματική καταγραφή της ανθρώπινης ιστορίας και όχι με τις ρομαντικές εικόνες της πολιτισμικής εξέλιξης. Ο πολιτισμός δεν υπήρξε τόσο επιτυχής στην εγγύηση της ανθρώπινης ευημερίας, όπως μας αρέσει να πιστεύουμε, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας μας. Προφανώς, οι βελτιώσεις στην τεχνολογία και στην οργάνωση δεν αντισταθμίζουν εξ ολοκλήρου τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την αύξηση του πληθυσμού· πάρα πολλά από τα σχέδια και τις δραστηριότητες των πολιτισμένων τρόπων ζωής έχουν δημιουργήσει και αρνητικές επιπτώσεις παράλληλα με τα οφέλη.

Δεν υπάρχουν στοιχεία ούτε από εθνογραφικές αναφορές, ούτε από αρχαιολογικές ανασκαφές που να υποδηλώνουν ότι τα ποσοστά του τυχαίου τραυματισμού ή της διαπροσωπικής βίας μειώθηκαν σημαντικά με την υιοθέτηση πιο πολιτισμένων μορφών οργάνωσης. Στην πραγματικότητα, κάποια στοιχεία από αρχαιολογικούς χώρους και από ιστορικές πηγές δείχνουν ακριβώς το αντίθετο.

Συνέχεια

Ο μύθος του Μινώταυρου: Mια αφήγηση για τη σύγκρουση της αγριότητας με τον πολιτισμό…


minot

Η μυθολογία εν γένει και η ελληνική ειδικότερα βρίθουν συμβολισμών και πλούσιων φιλοσοφικών αναζητήσεων πάνω στη ζωή και στην ύπαρξη. Είναι μια αφήγηση που συνδέει την πεζή πραγματικότητα με τη φαντασία, φανερώνοντας όχι απλώς το πολυδιάστατο του ανθρώπινου βίου, αλλά και την εκ βάθρων ανάγκη των έλλογων όντων, να λεκτικοποιήσουν σκέψεις, απόψεις και συναισθήματα. Ίσως αυτό να είναι και το μόνο που μας διαχωρίζει απ’ τα ζώα∙ η φαντασία. Ίσως, πάλι, αυτή η ίδια να μας ξαναενώνει μαζί τους. Ο μύθος του Μινώταυρου, στο σύνολό του, περιλαμβάνει στοιχεία που δεν τα συναντάμε εύκολα σ’ άλλους μύθους. Και μάλιστα, τα στοιχεία αυτά παρέμειναν σταθερά και αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου. Ο μύθος του ενέπνευσε την τέχνη διαχρονικά μέχρι σήμερα.

Συνέχεια

Ο μύθος του Μινώταυρου: Mια αφήγηση για τη σύγκρουση της αγριότητας με τον πολιτισμό…


minot

Η μυθολογία εν γένει και η ελληνική ειδικότερα βρίθουν συμβολισμών και πλούσιων φιλοσοφικών αναζητήσεων πάνω στη ζωή και στην ύπαρξη. Είναι μια αφήγηση που συνδέει την πεζή πραγματικότητα με τη φαντασία, φανερώνοντας όχι απλώς το πολυδιάστατο του ανθρώπινου βίου, αλλά και την εκ βάθρων ανάγκη των έλλογων όντων, να λεκτικοποιήσουν σκέψεις, απόψεις και συναισθήματα. Ίσως αυτό να είναι και το μόνο που μας διαχωρίζει απ’ τα ζώα∙ η φαντασία. Ίσως, πάλι, αυτή η ίδια να μας ξαναενώνει μαζί τους. Ο μύθος του Μινώταυρου, στο σύνολό του, περιλαμβάνει στοιχεία που δεν τα συναντάμε εύκολα σ’ άλλους μύθους. Και μάλιστα, τα στοιχεία αυτά παρέμειναν σταθερά και αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου. Ο μύθος του ενέπνευσε την τέχνη διαχρονικά μέχρι σήμερα.

Συνέχεια

ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ: Για τη φιλία και την αγάπη…..Με αφορμή την κυκλοφορία της πρώτης βιογραφίας για τον Έλληνα φιλόσoφο από τον François Dosse με τίτλο Une vie


Στo γαλλικό πνευματικό τοπίο των τελευταίων πενήντα χρόνων, ο Κορνήλιος Καστοριάδης παραμένει μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αν και τα γραπτά του παραμένουν μακριά από την ύλη των πανεπιστημίων και την ευρύτερη αναγνώριση, ο Καστοριάδης ήταν εξίσου κεντρικό πρόσωπο στη γαλλική πνευματική ζωή στη δεκαετία του ’50, μαζί με τους Ντελέζ, Ντεριντά,  Φουκώ και  Μπουρντιέ. Η σκέψη του Καστοριάδη προτείνει ένα δρόμο που στηρίζεται στην αξία των κοινωνικών δεσμών, της κοινωνικής και πολιτικής αυτονομίας και της αυτό-διαχείρισης. Η βάση της φιλοσοφίας του ανιχνεύεται πίσω από πολλούς διανοούμενους σήμερα στα ζητήματα της αυτονομίας, της χειραφέτησης και της φαντασίας. Η πρώτη βιογραφία του Κορνήλιου Καστοριάδη μόλις κυκλοφόρησε από Γάλλο ιστορικό και φιλόσοφο, François Dosse, με τον τίτλο Une vie. Με αφορμή της κυκλοφορία της, επιλέξαμε μερικά διαχρονικά αποσπάσματα του Έλληνα φιλοσόφου.

Συνέχεια