‘Μανιφέστο’, Μπρεχτ …


download (1)

Σε άλλες εποχές η πείνα βασάνιζε τον κόσμο, όταν οι σιτοβολώνες άδειαζαν.

Τώρα όμως, κι αυτό είναι αδιανόητο, πεινάμε όταν αυτοί παραείναι γεμάτοι…

Την ίδια στιγμή που κάπου το ύφασμα στοιβάζεται σε μπάλες, κάπου αλλού οι

ξεπαγιασμένες ρακένδυτες οικογένειες, που έχουν πεταχτεί σε μια μέρα έξω από το νοικιασμένο

σπίτι, διασχίζουν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα που πλέον είναι χωρίς κατοίκους.

Αχ, αυτός που δούλεψε τόσο ακούραστα, ξορκίζοντας την εκμετάλλευση, δε βρίσκει σήμερα

κανέναν να τον εκμεταλλευτεί κι άλλο. Αδιάκοπα διασχίζει την πόλη αναζητώντας εργασία.

Η γιγάνταια δομή της κοινωνίας που έχει οικοδομηθεί από πολλές γενιές βυθίζεται στη βαρβαρική

προιστορική εποχή. Και γι’αυτό δεν ευθύνεται η έλλειψη. Η υπερπληθώρα, το πάρα πολύ είναι αυτό που την κάνει να κλονίζεται.

Γιατί το σπίτι δεν είναι προορισμένο για κατοικία και το ύφασμα δεν είναι προορισμένο για ένδυση,

Ούτε το ψωμί είναι προορισμένο για φάγωμα. Όχι, πρέπει να αποφέρουν κέρδος…μόνο κέρδος

Τα εκατομμύρια εργατών όμως…τα στοιβάζει τώρα σε εργοστάσια κάτεργα για να

τα πετάξει μετά ξανά έξω από τα κάτεργα στους παγωμένους δρόμους. Αυτά τα εκατομμύρια

εργατών συνειδητοποιούν την αλήθεια. Την ψιθυρίζουν έκπληκτοι μεταξύ τους…

Ο κόσμος της αστικής τάξης…είναι πολύς στενός για να περιλάβει τον πλούτο που έχει δημιουργήσει…

Μανιφέστο”, Μπρεχτ

_______________________________________

Από: http://agkarra.com/

Χαράλαμπος Δημοσθένους: Η διαλεκτική του διαλεκτικού μας ποιητή…


χαραλάμπους

Γράφει: Ο Πυγμάχος

———-

Στο εισαγωγικό του μάθημα για τον Αριστοτέλη, ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ  έκρινε σκόπιμη την εξής αναφορά σχετικά με την βιογραφία του φιλόσοφου από τα Στάγειρα: «Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε, εργάστηκε και πέθανε». Αυτό που επεδίωξε ο Γερμανός στοχαστής με την συμπυκνωμένη του αναφορά, ήταν να αναδείξει την ασημαντότητα και την αδιαφορία που έχει για τους άλλους ανθρώπους η ζωή του φιλοσόφου ή οποιουδήποτε άλλου δημιουργού -ανεξαρτήτως χώρου δράσης- σε σχέση με το έργο που αυτός παράγει. Η συνειδητή προσπάθεια διαχωρισμού του βίου με το έργο του δημιουργού, οφείλεται εν πολλοίς ή/και ενδεχομένως αποκλειστικά, στο γεγονός ότι η ίδια η φιλοσοφική σκέψη του Χάιντεγκερ απετέλεσε μια από τις θεωρητικές ναυαρχίδες του εθνικοσοσιαλισμού αναφορικά με την ανωτερότητα του Γερμανικού λαού και την δυνατότητα μετάβασης του «εις άλλο γένος». Αυτό όμως που θα μας απασχολήσει εδώ δεν είναι κατά πόσον η σκέψη του Χαιντεγκέρ και σε ποιο βαθμό συνέστησε ένα ευνοϊκό θεωρητικό υπόβαθρο για την στήριξη της ναζιστικής ιδεολογίας, αλλά η υπόθεση ότι έργο και βίος συνιστούν δυο μέρη μιας αδιάσπαστης ύπαρξης, όπως είναι ο δημιουργός, που διαιρείται μόνο για σκοπούς θεωρητικών τεχνασμάτων. Βάση αυτής της συλλογιστικής, η ζωή του λαϊκού μας ποιητή Χαράλαμπου Δημοσθένους δεν αποτελεί μια ξεχωριστή διάσταση από το έργο του και αντίστροφα, αλλά μάλλον αναφέρεται σε μια διαλεκτική σχέση που συμπεριέλαβε στοιχεία που συσχετιζόταν απρόσκοπτα μεταξύ τους όπως η ποίηση, η οργανοπαιξία, η αγροτική και η βυζαντινή ψαλμωδία.

Συνέχεια

Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και αδημοσίευτα ποιήματά του



Της ζωής μου τα δυο μεγάλα σφάλματα/ τα πλέρωνα εβδομήντα χρόνια. Πρώτο:/ ζητούσα την αλήθεια σ’ ό,τι μάθαινα/ και δεύτερο: την έλεγα στα πλήθη
 
Ένα ποίημα αφιερωμένο στον Κώστα Βάρναλη που το βρήκαμε στο «Ριζοσπάστη» του 1936 (15/2). Είναι λίγο μετά την αποχώρηση του Βάρναλη από την εφημερίδα «Ανεξαρτητός» εξαιτίας του αντικομμουνισμού της και την έναρξη της συνεργασίας με το Ριζοσπάστη»:

 
Πρωτοποριακή ποίηση
Στον Κώστα Βάρναλη
Στον αγαπητό ποιητή της μάζας
 
Προσκυνητής μιανής Ιδέας
τραβάμε για το Λυτρωμό!!!
Κι είναι ο πόθος μας ιερέας
Δίχως σταβρό!!
 
Δεν είμαστε! Όχι! Μοιρολάτρες:
Σκλάβοι δεν είμαστε της βιάς!!
Σκλάβ’ είμαστε μαζί και λάτρες
της λεφτεριάς!!
 
Οπου σταθούμε κι όπου πάμε
κρούομε τη Λύρα δυνατά…
Τα’ ανθί που κλαίει δεν ττραγουδάμε
και που μαδά…  
 
Χύνουμε φως μέσα στα σκότη
Και στις αποκληρες καρδιές…
Που τις ματών’ η ανθρωπότης
με τις ψευτιές…
 
και την αλήθεια αναζητούμε
με τη σπαθάτη μας ματιά…
(Στα στήθια η πίστη η Θεία που
Κλειούμε μας οδηγά…)
 
Προσκυνητές μιανής Ιδέας
τραβάμε για το Λυτρωμό…
Κι είνε ο πόθος μας Ιερέας
δίχως σταβρό…
ΑΝΘΟΣ ΧΙΛΙΩΤΗΣ
(Από την Ανέκδοτη συλλογή «Τραγούδια των σκλάβων»)
Ήλιος, βουνά και θάλασσα χρυσά
κι’ οι μέσα κόσμοι, ο αγέρας που φυσά.
Χρυσομήνας, χρυσάνθια, χρυσοπώρες,
χρυσές κι’ απ’ την αυγή ως τα δυσμά οι ώρες.
 
Τράβ’ ανοιχτά στον Παρνασσό. Φαντάσου
τη Μούσα να πορεύεται κοντά σου.
Πιες το νερό τ’ αθάνατο στη βρύση.
Θα βγει ο Λοξίας να σε καλωσορίσει,
 
να στεφανώσει τα χρυσά μαλλιά σου:
-«Νιάτα και γεια και πρώτε στη δουλιά σου,
βλογημένε απ’ τη Μοίρα και την Πλάση,
δεν μπόρεσε η Κακία να σε χαλάσει!».
 
«Με τα φτερά κατάκορφα σηκώσου,
το κάθε ψήλος τ’ ουρανού δικό σου.
Στην πιο ΄μορφη πατρίδα όμορφα ζήσε,
της Ομορφιάς ο πλαστουργός εσύ ΄σαι»!
 
Μαύρο φως, λάσπη γύρα, σκλάβα γνώμη
κι’ ούτε Μάνα-Πατρίδα κι’ ούτε Νόμοι
κι’ ούτε Ομορφιά κι’ Αλήθεια κι’ Αρετή.
Τα πάντα λεία του ξένου Πειρατή.
 
Ξύπνα Λαέ, κι’ όλ’ οι Λαοί μετά σου,
να καθαρίσεις τα καθάρματά σου!
Τότε μονάχα θα ΄ναι αληθινά
κατάχρυσα ήλιος, θάλασσα, βουνά!
 
Τότε θα ΄χεις πατρίδα, θα ΄χεις δίκιο,
θα ΄χεις γνώμη και λόγο κι’ αίμ’ αντρίκιο.
Κι’ όλα δικά σου κι’ όχι των Ολίγων!
Όλα των δουλευτάδων, των κολλήγων!
 
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
 
 

«Αρχαίο τραγούδι»

 
Το ποίημα «Αρχαίο τραγούδι» δημοσιεύτηκε στο 4οτεύχος του περιοδικού «ΗΓΗΣΩ» το 1907. Ο Κώστας Βάρναληςδε το συμπεριέλαβε σε καμία συλλογή του.
 
ΑΡΧΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Κι αν μου τη τραγουδάν κάθε βραδιά
βαθιόλαλες κιθάρες πούμαι θεά των άστρων,
ο αμούστακος ποιητής δε μ’ αγαπά,
που πήρε, τη δροσιά έχοντας των ίων,
το δεύτερο στεφάνι των Διονυσίων.
 
Κι ενώ έχω τόσα πλούτια περισσά,
στα ρόδα μέσα των γλεντιών σκορπάει το βιός του
και αδειάζοντας της Κύπρος τα κρασιά
τις διαλεχτές μαγεύει της Μιλήτου
με τα σοφά του λόγια και με το φιλί του
 
Κ’ οι ώμοι του περιστέρια είναι λευκά
ανάμεσά των σαν μες σε ναού κολώνες!
Κι όμως μου λεν πώς είμαι μια θεά!..
Ω! ας ήμουν, να μπορώ ν’ αλλάζω φύση,
να γίνομαι ένας έφηβος, ή πλήθια βρύση
 
Του ερωτά μου μ’ αντρίκια ελευθεριά
στα πιο γλυκόσωμα κορίτσια να στερεύει,
και στην καρπόβριθην ακρογιαλιά
της Καλυψώς, με νιου βασιλιά χάρη,
να εναυαγούσα μια νυχτιά με το φεγγάρι!…
Κ. I. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Ακόμη ένα άγνωστο ποίημα του Κώστα Βάρναλη;

 

Ο Κώστας Βάρναλης σύχναζε σε ταβέρνες και καφενεία. Συναναστρεφόταν με τους θαμώνες και συχνά στιχουργούσε. Σε καφενείο της Αίγινας γράφτηκε το ποίημα «Μουνάκια» το καλοκαίρι του 1974, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην  ιντερνετική λίστα συζήτησης Hellas και έκανε ευρύτερα γνωστό ο Νίκος Σαραντάκος.     
Το ποίημα που αναδημοσιεύουμε σήμερα είναι από μαρτυρία του σκιτσογράφου Γιώργου Ψαρόπουλου  που καταθέτει στο blogτου. Εμείς το αναδημοσιεύουμε και το θέτουμε υπόψη των ειδικών προς συζήτηση. Διερευνήσαμε τη δυνατότητα να έρθουμε σε επικοινωνία με τον κύριο Ψαρόπουλο, τόσο για να του ζητήσουμε τη συγκατάθεση για την αναδημοσίευση όσο και για κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Δεν τα καταφέραμε να επικοινωνήσουμε. Ελπίζουμε όμως κάποια στιγμή να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε μαζί του και να επανέλθουμε στη σημερινή ανάρτηση.
  
 
 
Εκεί στην οδό Σωκράτους 9 και Θεάτρου στη Βαρβάκειο Αγορά, βρίσκεται μία υπόγεια ταβέρνα, καπηλειό θα λέγαμε, το «Δίπορτο».
Ταμπέλα δεν υπάρχει. Οι πόρτες είναι βαμμένες καφέ λαδομπογιά σκούρα.
Οι σκάλες από τη μια πλευρά  της Σωκράτους είναι απότομες και λίγο επικίνδυνες.
Από την άλλη είσοδο δηλαδή την οδό Θεάτρου είναι περισσότερο βατές και με μεγαλύτερο άνοιγμα.
Τα τραπέζια όλα και όλα καμμιά δεκαριά.
Άρα το πολύ – πολύ καμιά τριανταριά «νομάτοι» χωράνε όλοι και όλοι.
Βέβαια και δύο «παράθυρα», που μπαίνει ένα υποτυπώδες φως, καλύτερα θα τα λέγαμε φεγγίτες, των οποίων η οροφή είναι η «ισάδα» με το πεζοδρόμιο έξω και έχουν σκάρες σιδεριένιες.
Ταβέρνα χωρίς βαρέλια δεν γίνεται έτσι λοιπόν και εδώ έχουμε γύρω στα δέκα βαρέλια του κρασιού και από εκεί βάζει κρασί ο «κάπελας».
Για να δώσουμε μια ακόμη πιο ακριβή περιγραφή του χώρου, θα σας πω ότι κατεβαίνοντας από την είσοδο της Σωκράτους στο δεξί μας χέρι υπάρχει ο «νιπτήρας» για να πλένει κανείς τα χέρια του, δίπλα ένα ψυγείο και η λάντζα των ποτηριών με μια βρύση για το νερό.
Από την αριστερή πλευρά του «έμπα» υπάρχει ένα παράθυρο – «φεγγίτης», και ένα τραπέζι για τέσσερα άτομα, που πολλές φορές γίνεται και εξάρι ή οκτάρι, ανάλογα με την παρέα (διότι από την πλευρά του τοίχου υπάρχει ένας πάγκος).
Αυτό το τραπέζι είναι «ιστορικό».
Γιατί είναι ιστορικό όμως????
Σ’ αυτό το τραπέζι καθόταν και έγραφε κάπου κάπου κανένα ποίημα ή εν πάση περιπτώσει σε ώρες οίστρου απάγγελνε στην παρέα του, που συνήθως ήταν ένας ή δύο «νομάτοι»….
Ο Κώστας Βάρναλης.. ναι καλά διαβάσατε ο μέγας Κώστας Βάρναλης!!!
Εκεί λοιπόν τα μεσημέρια με το μισόκιλο απαραίτητη παρέα, κάπου κάπου καμία φάβα ή καμιά φασολάδα το χειμώνα, αλλά ενίοτε η σαρδέλα της σκάρας με τη συνοδεία της ντοματοσαλάτας με αγγούρι και πράσινη καυτερή πιπεριά και τις ελιές τις πράσινες τις τσακιστές.
Εκεί λοιπόν κάποιο μεσημέρι επειδή δεν υπήρχε άλλη θέση με έβαλε ο Μήτσος – ο σημερινός ιδιοκτήτης του «Δίπορτου» – να κάτσω μαζί με τον  μπάρμπα Κώστα… Ναι τον Κώστα Βάρναλη!!!!
Ένα γεροντάκι με ένα σακάκι ριγωτό, σταυρωτό, τριμμένο, ένα πουκάμισο που οι γιακάδες δεν είχαν μπανέλες και γύριζαν προς τα πάνω και με ένα πουλόβερ χειροποίητο, μπλεγμένο με χοντρή πλέξη.
Βλέπω το πρόσωπό του, είναι ένα οβάλ μακρυπρόσωπο κεφάλι ,με σπαστά ψαρρά μαλλιά, με χοντρά χείλη, που το κάτω κρεμότανε.
Στο αριστερό χέρι ένα τσιγάρο σέρτικο, χωρίς φίλτρο, κοιτάζοντας το τσιμεντένιο και «αφιασίδωτο» πάτωμα.
Το πρόσωπο σκαμμένο από τις βαθιές ρυτίδες.
Χαίρεται λέω!!
Μπορώ να καθίσω??
 «Κάτσε» μου λέει κοφτά.
Όμως αυτό το «κάτσε» δεν ήταν προσταγής, δεν ήταν συναίνεσης, ήταν ένα «κάτσε» ανοικτόκαρδο, φιλικό, έτσι όπως λέμε σε ένα μουσαφίρη που έχουμε να δούμε πολύ καιρό… και κάθισα!
Ήρθε ο Μήτσος και παράγγειλα το μισόκιλο, τη σαρδέλα και τη σαλάτα.
Έρχεται πρώτα η σαλάτα, το ψωμί μέσα στο χαρτί που στρώνει τα τραπέζια ο Μήτσος και το μισόκιλο.
Να προσφέρω λέω στο γέρο??? Με μια κίνηση μου φέρνει το άδειο ποτήρι του κοντά μου.
Του βάζω μέχρι τη μέση, έτσι όπως συνηθίζεται, βάζω και γω, τσουγκράμε, «εις υγεία» λέω, «γειά μας» μου αποκρίνεται … αυτή ήταν η αρχή!
Από εκείνη την ημέρα πήγαινα τακτικά στο Δίπορτο, όποτε βέβαια μπορούσα και δεν είχα δουλειά.
Εκεί έβρισκα πάντα ή σχεδόν πάντα τον μπάρμπα Κώστα, καθισμένο στην ίδια θέση.
Με την πλάτη στον τοίχο στον «καναπέ» και να βλέπει προς τη σκάλα και τον νιπτήρα.
Είχε δεν είχε θέση, εγώ στριμωχνόμουνα και καθόμουνα δίπλα του.
Ξέρετε οι περισσότεροι δεν γνώριζαν ποιος ήτανε και έτσι δεν τους ενδιέφερε.
Αυτοί θέλανε να φάνε τη φασολάδα τους ή να πιούνε την «κούπα» τους και να ξαναπάνε στη δουλειά τους ή να πάνε για «ξέζεμα» δηλαδή για το σπίτι.
Αυτή λοιπόν η παρέα μου με τον Βάρναλη είχε και επακόλουθα. Παρακαλούσα και τον προκαλούσα να μου πει κανένα ποίημα.
Και γω προσπαθούσα να το γράψω στο πακέτο των τσιγάρων μου που είχε χώρο, διότι ήταν κασετίνα «Δελφοί» φίλτρο.
Έτσι λοιπόν προσπαθούσα να γράψω τα ποιήματά του. Όμως τις περισσότερες φορές δεν τον προλάβαινα.  Τότε λοιπόν παρακαλούσα τον μπάρμπα Κώστα να μου το ξαναπεί.
Σας παρακαλώ μπάρμπα Κώστα μου ξαναλέτε την προηγούμενη στροφή?
«Αύριο πάλι Γιωργάκη με άλλο μισόκιλο» έλεγε χαμογελώντας.
Το βάζω τώρα έλεγα εγώ….
«Όχι τώρα να μη μεθύσουμε κιόλας»!!
Για να γράψω το ποίημα που ακολουθεί πλήρωσα αρκετά μισόκιλα…..
Χαλάλι του όμως γιατί αξίζει και βέβαια δεν είναι γραμμένο στα άπαντά του.. είναι ανέκδοτο …
Το παραθέτω!
Κρατώ στα χέρια μου εκατό σαράντα φράγκα!
Δούλεψα μια βδομάδα για να τ’ αποκτήσω
Πρέπει με αυτά να ζήσω
Και είναι μια καλοκαιριάτικη βραδιά
Λιώνει  από πόθο η καρδιά
Μα δε μπορώ να προχωρήσω
 
Σε ένα στενόμακρο γραφείο καθισμένος
Εγώ που θα’ μουν ποιητής φιρμαρισμένος
Ενώ άλλοι τον έρωτα ζουν
Οι έμποροι του θανάτου της  σαρκός
Φαίνονται γίγαντες, ενώ είναι νάνοι
Μα τους επλάνεψε και ο καιρός και η πλάνη
 
Κρατώ στα χέρια μου εκατόν σαράντα φράγκα
Μα στα πετώ στα μούτρα ψεύτρα κοινωνία
 
Μ’ αυτά τι να αγοράσω
Φάρμακα για την άρρωστη τη μάνα
Πιστόλι για να αυτοκτονήσω
ή μια μεγάλη χάλκινη καμπάνα
στους σκλάβους ή τους νεκρούς για να ξυπνήσω?
Αυτό το ποίημα είναι ανέκδοτο, αλλά άξιζε τον κόπο να το αναφέρουμε, ιδιαιτέρως για την τελευταία στροφή του!
Σαν ελάχιστο φόρο τιμής στον μπάρμπα Κώστα του έκανα ένα σκίτσο και το  έβαλα πάνω από το τραπέζι, που καθότανε!

 
 
Πηγή,   Blogger.com