Παν. Κονδύλης: Οι προοπτικές της μαζικής δημοκρατίας και το «τέλος της ιστορίας»…


από 

Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης

Πρέπει να τονίσουμε ακόμα μιά φορά ότι στην πραγματεία αυτή συζητούνται μονάχα εκείνα τα φαινόμενα της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, στα όποια συμπυκνώνονται τα ειδοποιά γνωρίσματα της λειτουργίας και του χαρακτηριστικού σχήματος σκέψης της μετααστικής και μεταφιλελεύθερης μαζικής κοινωνίας ή δημοκρατίας. Δεν υπάρχει άλλη μεθοδολογική πρόσβαση για τη σύλληψη του χαρακτήρα μιας εποχής ή ενός κοινωνικού σχηματισμού από την οριοθέτηση τους απέναντι σε αντίστοιχα μορφώματα. Ωστόσο, η σύλληψη της εποχής και η εποχή είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ήτοι η εποχή ως συγκεκριμένη πολυδιάστατη και ετερογενής πραγματικότητα δεν συνίσταται μονάχα από φαινόμενα, στα όποια γίνονται πρόδηλα τα ειδοποιά της γνωρίσματα. Το φάσμα της κοινωνικής ζωής στον εκάστοτε δεδομένο χρόνο περιλαμβάνει επί πλέον επόψεις, οι οποίες εν μέρει ανατρέχουν στο πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν και εν μέρει φαίνονται να υπερπηδούν τα όρια του παρόντος — και όλα αυτά πάλι διαδραματίζονται στο πλαίσιο μιας καθημερινότητας, όπου το τετριμμένο και κοινότοπο συχνά επιζεί και δρα με τις αρχαϊκές του μορφές. Η συγκεκριμένη σύλληψη μιας εποχής στην πολυδιαστατικότητα και στην ετερογένειά της μας προφυλάσσει από τον πειρασμό να βασίσουμε τις προγνώσεις μας για το μέλλον σε μιάν αφηρημένη της σύνοψη και να μεθοδεύσουμε τις αναλύσεις μας σαν να ήταν ποτέ δυνατή η ευθύγραμμη προβολή μιας μονοσήμαντης κατάστασης πραγμάτων.

Ο Επαμεινώνδας Θωμόπουλος (Πάτρα, 1878 – Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 1976)
Επαμεινώνδας Θωμόπουλος (Πάτρα, 1878 – Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 1976), Αγρότισσες

Οι γραμμικές προβολές είναι επί πλέον ανεπίτρεπτες επειδή η αδιάκοπα μεταβαλλόμενη διεύθυνση της συνισταμένης, η οποία προκύπτει από τη δυναμική και συχνά αστάθμητη διαπάλη των ιστορικά ενεργών παραγόντων, προσδίδει στην ιστορική εξέλιξη τη μορφή μιας τεθλασμένης, έτσι ώστε κάθε ευθεία γραμμή, η οποία θα προεκτεινόταν πέρα από το μήκος του προσωρινά τελευταίου κλάσματος της τεθλασμένης, αναγκαστικά θα έπεφτε στο κενό. Εξ ίσου είναι ανεπίτρεπτο να ανακηρύξουμε ορισμένους χαρακτηριστικούς τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς της μαζικής δημοκρατίας, που πρόσφατα ονομάσθηκαν «μεταμοντερνισμός», σε αναντίστρεπτη τάση της ιστορίας, η οποία στο έξης θα καθορίσει την πορεία της, υποβιβάζοντας ολόκληρη την ίσαμε τώρα ιστορία σε προϊστορία. Κατάφερα, ελπίζω, να καταδείξω την εσώτερη συνάφεια της μεταμοντέρνας σκέψης με το ήθος και το έθος της μαζικής δημοκρατίας· όμως ακριβώς η κατάδειξη της ιστορικότητας μιας σκέψης μας απαγορεύει να παίρνουμε στην ονομαστική του αξία τον τρόπο, με τον όποιο αυτή κατανοεί τον εαυτό της, και να συνάγουμε την πορεία της ιστορίας από τους ισχυρισμούς της για την πορεία της ιστορίας.

Πράγματι, ένα μεγάλο εμπόδιο για τη νηφάλια αποτίμηση της φυσιογνωμίας του παρόντος και των προοπτικών του μέλλοντος έγκειται στο ότι οι κρατούσες αντιλήψεις για τη σημερινή πραγματικότητα συγχέονται με τα όσα συμβαίνουν μέσα στην πραγματικότητα τούτη. Με άλλα λόγια: με αφετηρία τις ιδεολογικές αντιλήψεις, τις όποιες χρειάζεται η συγκαιρινή πραγματικότητα για να λειτουργήσει έτσι όπως λειτουργεί, επιχειρείται η διάγνωση του τρόπου λειτουργίας και των εσώτερων τάσεων της πραγματικότητας της ίδιας. Το γεγονός π.χ. ότι στην πνευματική παραγωγή των τελευταίων εκατό χρόνων τον τόνο συχνά τον έδωσαν «απαισιόδοξα» μοτίβα, γίνεται κατανοητό ή αισθητό ως ένδειξη ή απόδειξη του ότι στο ίδιο διάστημα η ιστορία προχωρούσε απλώς από το κακό στο χειρότερο. Έτσι παραγνωρίζεται η αποφασιστική πολεμική διάσταση αυτής της απαισιοδοξίας, η όποια δεν αναφερόταν σε οποιαδήποτε «πραγματικότητα» (άλλωστε η πραγματικότητα γνωρίζει μονάχα συμβάντα και όχι τις ηθικά εμπνευσμένες αποτιμήσεις τους· πραγματικές είναι μονάχα οι υπάρξεις που επιχειρούν τέτοιες αποτιμήσεις, καθώς και οι συνέπειες της δράσης, την οποία υποκινούν οι αποτιμήσεις αυτές), αλλά στρεφόταν ως ιδέα εναντίον άλλων ιδεών, και μάλιστα εναντίον της αστικής αισιοδοξίας της προόδου. Παρόμοια, η κατάλυση των αστικών ηθικών και αισθητικών κανονιστικών άρχων ανάγεται σε μια βαθειά κρίση «της» κοινωνίας και «του» ανθρώπου, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι ακριβώς χάρη στην κατάλυση τούτη μπόρεσαν να επιβληθούν εκείνοι οι τρόποι σκέψης και συμπεριφοράς που αποδείχθηκαν απαραίτητοι για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας. Αν άλλωστε παίρναμε την έννοια της κρίσης στην κυριολεξία της και αθροίζαμε όλες τις κρίσεις, όσες ισχυρίσθηκαν διάφοροι ότι έλαβαν χώρα σε διάφορα χρονικά σημεία των Νέων Χρόνων, τότε θα αναγκαζόμαστε να συμπεράνουμε ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες από καιρό θα έπρεπε να έχουν καταρρεύσει. Ο λόγος περί κρίσεως στην πραγματικότητα συμπεριλαμβάνεται στους κοινούς τόπους του τρόπου, με τον οποίο οι Νέοι Χρόνοι κατανοούν τον εαυτό τους, εφ’ όσον οι Νέοι Χρόνοι κήρυξαν ως εσώτερο νόμο τους την πρόοδο και επομένως υποχρεώθηκαν να ζουν στη σκιά της πραγματικής ή υποτιθέμενης έλλειψης της προόδου, δηλαδή στη σκιά της κρίσης. Με δεδομένη την προσδοκία της προόδου, όποιος συνέδεε τις δικές του αξιώσεις ισχύος με την επαγγελία της προόδου έπρεπε να χαρακτηρίσει τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων ως απαράδεκτη, ήτοι ως κατάσταση στασιμότητας και κρίσης, ενώ συνάμα έπρεπε να ερμηνεύσει την κρίση ως ένδειξη της αναγκαιότητας να ξεπεραστεί η τέτοια κατάσταση. Αντίστροφα, όσοι αντιπαρέθεταν τη δική τους αξίωση ισχύος στην αξίωση ισχύος που πρόβαλλε στο όνομα της προόδου έπρεπε να ισχυρισθούν ότι το εγχείρημα των εχθρών τους θα κατέστρεφε δοκιμασμένους θεσμούς και θα προκαλούσε ανησυχία η ανασφάλεια, δηλαδή θα έφερνε την κρίση. Όπου η αλλαγή βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και επιβάλλονται αντίστοιχες φιλοσοφίες της ιστορίας, όπως έγινε στις κοινωνίες μας μετά την κατάρρευση της societas civilis, εκεί αναγκαστικά γίνεται συνεχώς λόγος για κρίση, αδιάφορο αν κάποιος χαιρετίζει ή φοβάται την αλλαγή.

Ε. Θωμόπουλος, Η αρχή του φθινοπώρου (αχρονολόγητο;). Λάδι σε μουσαμά, 100 εκ. x 65 εκ. Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.
Ε. Θωμόπουλος, Η αρχή του φθινοπώρου (αχρονολόγητο;). Λάδι σε μουσαμά, 100 εκ. x 65 εκ. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Επίσης φίλοι και εχθροί διαπίστωσαν, συμφωνώντας αρνητικά, την αποσύνθεση «του» ανθρώπινου προσώπου ή και την εξαφάνιση «του» ανθρώπου· ό,τι για τους μεν ήταν απελευθέρωση από τον κούφιο και στατικό αστικό ανθρωπισμό για τους δε σήμαινε μιαν ανεπανόρθωτη απώλεια. Σ’ αυτό το παράδειγμα γίνεται ιδιαίτερα αισθητή η ανάγκη να ξεχωρίζουμε την πραγματικότητα από τις ερμηνείες της. Γιατί όταν γίνεται λόγος για την αποσύνθεση ή την εξαφάνιση του προσώπου και του ανθρώπου, αυτό δεν μπορεί να έχει νόημα πραγματικό, παρά μόνο πολεμικό. Είναι οφθαλμοφανές ότι και στον αιώνα μας, όπως και σ’ όλους τούς προηγούμενους, υπάρχουν άνθρωποι που διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα τους, που αναπτύσσουν δραστηριότητες στους πιο διαφορετικούς τομείς κι έρχονται μεταξύ τους στις πιο διαφορετικές σχέσεις και που, τέλος, έχουν αισθήματα και σκέψεις και τις εκφράζουν σε διαφορετικά επίπεδα και με διαφορετικά μέσα. Όσα λέγονται για «μαζοποίηση» και «εκπεσμό του πολιτισμού» επίσης δεν αντέχουν σε κριτική, αν κανείς θελήσει να τα κατανοήσει κυριολεκτικά και συγκριτικά. Δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι όσοι άνθρωποι ζούσαν λ.χ. σε παραδοσιοκρατικές κοινωνίες ανέπτυσσαν περισσότερη πρωτοτυπία και πρωτοβουλία από τους σημερινούς ή ότι ο παπάς του χωριού και το καπηλειό συνέβαλλαν περισσότερο στον εμπλουτισμό της προσωπικότητας απ’ ό,τι σήμερα το σχολείο ή η τηλεόραση. Από την άλλη πλευρά, η πνευματική παραγωγή των τελευταίων εκατό χρόνων μπορεί από κάθε άποψη να αναμετρηθεί μ’ εκείνη κάθε άλλου αιώνα — ακόμα και τα πολιτισμικά απορρίμματα που προορίζονται για τη μαζική κατανάλωση ίσως αναλογικά να μην είναι περισσότερα σήμερα, αν αναλογισθούμε ότι η συγκαιρινή μας μαζική κουλτούρα αντικατέστησε μορφές παραδοσιακής και παραδοσιοκρατικής μαζικής κουλτούρας. Αν λοιπόν αφαιρέσουμε τις πολεμικές αιχμές, τα λεγόμενα για το τέλος «του» ανθρώπου μπορούν μόνο να σημαίνουν ότι μιά ορισμένη εικόνα για τον άνθρωπο, που επικρατούσε σε ορισμένη εποχή και σε ορισμένους πολιτισμικούς φορείς, έχασε την ισχύ και την επήρεια της ή ότι η προβληματική του ανθρώπου γενικά δεν βρίσκεται πια στο επίκεντρο της πνευματικής προσοχής. Η αστική εικόνα για τον άνθρωπο και ο αστικός ανθρωποκεντρισμός μπορεί πράγματι να έχουν πεθάνει, όμως αυτό σημαίνει απλώς ότι οι εχθροί τούτων των αντιλήψεων έχουν επιβληθεί ιδεολογικά. Όμως οι εχθροί τούτοι είναι κι αυτοί άνθρωποι, επομένως και πάλι άνθρωποι αποφασίζουν ότι ο άνθρωπος ως εννοιολογική η αισθητική κατασκευή δεν θα κυριαρχεί πιά στο ιδεολογικό φάσμα. Με άλλα λόγια: ο λόγος περί του τέλους «του» ανθρώπου δεν μπορεί να σημαίνει ούτε τη φυσική ούτε την ιστορική εξάλειψη του ανθρώπου, παρά μόνο την παρακμή εκείνου του πολιτισμού και εκείνης της κοσμοθεωρίας που έθεταν στην πρώτη σειρά των προτεραιοτήτων τους ανθρωπολογικές σκέψεις ή ανθρωπιστικές μέριμνες. Τόσο αυτός ο πολιτισμός κι αυτή η κοσμοθεωρία όσο και εκείνες, που δεν θέλουν να δώσουν τέτοια προνομιούχα θέση στον λόγο περί ανθρώπου, φτιάχνονται εξ ίσου από ανθρώπους, οι οποίοι σκέπτονται πολεμικά και διαμορφώνουν το περιεχόμενο των κοσμοθεωρητικών τους αποφάσεων με βάση τη συγκεκριμένη πολεμική συγκυρία. Η αστική κοσμοθεώρηση τόνισε τον ανθρωποκεντρισμό στην πάλη της εναντίον του θεοκεντρισμού της θεολογίας, και το αναλυτικό συνδυαστικό σχήμα σκέψης της μαζικής δημοκρατίας υποχρεωτικά καταπολέμησε τον αστικό ανθρωποκεντρισμό, αφού τούτος εδώ κατά μεγάλο μέρος παρέμενε προσκολλημένος στη μεταφυσική ουσιολογική σκέψη. Ώστε δεν πεθαίνει ο άνθρωπος, παρά ο ανθρωποκεντρισμός, ακριβώς όπως πρωτύτερα είχε πεθάνει ο θεοκεντρισμός. Τίποτε δεν δείχνει ότι μετά τον θάνατο του ανθρωποκεντρισμού οι άνθρωποι θα συμπεριφέρονται διαφορετικά από πριν, ακριβώς όπως και η αντικατάσταση του θεοκεντρισμού από τον ανθρωποκεντρισμό δεν συνεπέφερε σχετικά δραματικές αλλαγές — πάντως όχι αλλαγές τέτοιες, οι όποιες κατ’ αρχήν θα μας εμπόδιζαν να κατανοήσουμε γενικά τα κίνητρα και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων του παρελθόντος.

Τούτη η ομοιότητα της συμπεριφοράς εδράζεται σε ορισμένες σταθερές, ανάμεσα στις όποιες καθοριστική είναι η επιδίωξη της αυτοσυντήρησης μέσω της διεύρυνσης της οικείας ισχύος. Όμως οι σταθερές αυτές ενεργοποιούνται μόνο μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις και μόνο σε τέτοιες καταστάσεις έχουν συγκεκριμένη υπόσταση και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Τελικά, λοιπόν, το ουσιώδες είναι η σύλληψη αυτιών των καταστάσεων, και η προσπάθεια μας στη μελέτη αυτήν ήταν ακριβώς να συλλάβουμε τη συγκεκριμένη κατάσταση μέσα στη μαζική δημοκρατία. Αν θέλουμε να κάμουμε λόγο για το μέλλον της μαζικής δημοκρατίας, τότε πρέπει πρώτα πρώτα να ορίσουμε με ποιες μορφές θα ενεργοποιηθεί εντός της η επιδίωξη της ισχύος και ιδιαίτερα τι είδους πολιτική θα γεννήσει. Η πολιτική, όπως ασκήθηκε ίσαμε σήμερα μέσα στη μαζική δημοκρατία, συνδεόταν με ιδεολογίες, οι όποιες βέβαια δεν ήσαν όλες τους φιλελεύθερες, όμως είχαν διαμορφωθεί στην αστική φιλελεύθερη εποχή και σε αντιπαράθεση με τον φιλελευθερισμό. Ανάμεσα στη σημερινή μαζικοδημοκρατική πραγματικότητα και στην πολιτική που ασκείται ίσαμε σήμερα εντός της υπάρχει επομένως μιά ασυμμετρία, η οποία καταφαίνεται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο των θεμελιωδών εννοιών του συντηρητισμού, του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας αντιστοιχεί όλο και λιγότερο σε συγκεκριμένες πραγματικότητες. Μονάχα γύρω στο 1848 υπήρξαν παράλληλα —και αλληλοπολεμήθηκαν— και τα τρία αυτά ρεύματα ως λίγο πολύ απτές και σαφείς εναλλακτικές λύσεις με συγκεκριμένους κοινωνικούς φορείς. Αλλά ο συντηρητισμός ήταν ήδη αγιάτρευτα εξασθενημένος και απορροφήθηκε βαθμιαία από τον αστικό (ολιγαρχικό) φιλελευθερισμό, ενώ συνάμα άρχισε η δημοκρατική μεθερμηνεία των φιλελεύθερων άρχων, η οποία συνόδευσε τη στροφή από τη φιλελεύθερη μαζική κοινωνία στη μαζική δημοκρατία. Μετά τον κοινωνικό θάνατο της κληρονομικής αριστοκρατίας η έννοια του συντηρητισμού επιβίωσε βέβαια, όμως στο έξης υπηρετούσε απλώς πολεμικούς σκοπούς: η αριστερά τη χρειαζόταν για να εξομοιώνει τον αστικό φιλελευθερισμό με την «αντίδραση», ενώ οι φιλελεύθεροι την ιδιοποιήθηκαν για να θέσουν διαχωριστικά όρια ανάμεσα στην αστική τοποθέτηση και στη δημοκρατική μεθερμηνεία του φιλελευθερισμού. Τούτος εδώ έχασε πάλι την εννοιολογική του διαύγεια στον βαθμό που, λόγω της ανάπτυξης της μαζικής δημοκρατίας και της παράλληλης παρακμής της αστικής τάξης και της ολιγαρχικής πολιτικής, η μεθερμηνεία του κέρδισε έδαφος και μάλιστα αποδείχθηκε και πλεονεκτική στο κομματικό παιγνίδι μετά την καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Τέλος, η επικράτηση κομμουνιστικών καθεστώτων κάθε άλλο παρά συνεπέφερε την αποσαφήνιση της έννοιας του σοσιαλισμού, γιατί τώρα, εξ αιτίας της διάσπασης των σοσιαλιστών σε μια μεταρρυθμιστική και σε μιάν επαναστατική πτέρυγα, δόθηκε η δυνατότητα της χρήσης της κατά βούληση, έτσι ώστε μπορούσε να σημαίνει πράγματα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, από τις τάσεις προς το κοινωνικό κράτος στις χώρες της Δύσης ίσαμε τις εθνικιστικές δικτατορίες στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Με δεδομένη αυτήν την αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών, οι όποιες αποτελούσαν κληρονομιά του 19ου αι., πρέπει να αναμένεται ότι ή μελλοντική πολιτική της μαζικής δημοκρατίας θα διαμορφωθεί σε νέα βάση, και μάλιστα σε στενή συνάφεια με τις ανάγκες της πλανητικής πολιτικής, η φυσιογνωμία της οπαίας επίσης μόλις τώρα αρχίζει να διαγράφεται καθαρότερα. Η κατάρρευση όσων πολιτικών κινημάτων επικαλούνταν τον μαρξισμό λενινισμό θα επιταχύνει αυτήν τη διαδικασία, γιατί τώρα θα εκλείψει ένας σοβαρός λόγος πού προκαλούσε την πολεμική χρήση του λεξιλογίου του 19ου αι. και επομένως την παραμονή στον αντίστοιχο κύκλο ιδεών. Από την άποψη αυτήν αποτελεί βέβαια οπτική άπατη να ερμηνεύουμε την κατάρρευση του μαρξισμού ως νίκη του φιλελευθερισμού. Μάλλον πρέπει να πούμε ότι μαζί με τον μαρξισμό εξαφανίσθηκαν και τα τελευταία κατάλοιπα της αστικής κοσμοθεωρίας. Άλλωστε ο μαρξισμός ήταν η τελευταία μεγάλη κοσμοθεωρητική σύνθεση που διαμορφώθηκε σε στενή επαφή με την αστική σκέψη και συμμεριζόταν τις ουσιαστικές της προϋποθέσεις: οικονομισμός και ανθρωπισμός συμπορεύονταν και στο δικό του πλαίσιο, και μάλιστα συνάπτονταν με μιάν αίσθηση του κόσμου προσανατολισμένη κατά πρώτο λόγο στον χρόνο και στην ιστορία· εδώ ο ανθρωποκεντρισμός απηχούνταν στην αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός του ιστορικού σύμπαντος. Στον βαθμό που ο μαρξισμός ενστερνίσθηκε τους μύθους των Νέων Χρόνων, παρέμεινε εξ ίσου με την αστική κοσμοθεώρηση προσκολλημένος στην ουσιοκρατική σκέψη· γι’ αυτό και η ήττα του σημαίνει ότι το αναλυτικό συνδυαστικό σχήμα σκέψης παραμέρισε τον τελευταίο του μεγάλο αντίπαλο. Αυτό είναι το αληθινό νόημα της μεταμοντέρνας έκφρασης για «το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων».

Επαμεινώνδας Θωμόπουλος (Πάτρα, 1878 – Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 1976). Σπίτι στο χωριό
Επαμεινώνδας Θωμόπουλος (Πάτρα, 1878 – Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 1976). Σπίτι στο χωριό

Η αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών του 19ου και του 20ου αι. δεν θα συνεπιφέρει το τέλος των αγώνων ισχύος ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, έθνη και κράτη — αυτό δεν θα γινόταν ούτε και στην άκρως απίθανη περίπτωση όπου θα σταματούσαν οι πόλεμοι στη διακρατική τους μορφή. Μερικοί πολιτικοί επιστήμονες και ιστορικοί δέχονται να χρησιμοποιήσουν τον όρο «εποχή των ιδεολογιών» μονάχα για την περίοδο που άρχισε με τη γαλλική Επανάσταση, θέλοντας έτσι να υποδηλώσουν ότι η αποχώρηση αυτών των ιδεολογιών από την ιστορική σκηνή θα προκαλέσει μια διαρκή η και προϊούσα εξασθένιση των φανατισμών και των αντιθέσεων· το «τέλος των ιδεολογιών» θα έφερνε έτσι αναγκαστικά το «τέλος της ιστορίας». Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η διάσπαση του ιδεολογικού χώρου σε αντιμαχόμενες κοσμοθεωρίες διόλου δεν αποτελεί απαραίτητο όρο για τη γένεση και διεξαγωγή συγκρούσεων μέγιστης έντασης. Ο ιδεολογικός διαφορισμός, ο όποιος συνοδεύει τον διαφορισμό του κοινωνικού σώματος σε εχθρικές ομάδες ή παρατάξεις, μπορεί να συντελεσθεί μέσα στο πλαίσιο μιας και μόνης κοσμοθεωρίας που κατ’ αρχήν γίνεται αποδεκτή από όλες τις πλευρές· στην περίπτωση αυτήν, η κάθε ομάδα ή παράταξη δεν επικαλείται τη δική της αυτοτελή κοσμοθεωρία, αλλά την ερμηνεία που δίνει η ίδια στη γενικά αποδεκτή. Σύμφωνα μ’ αυτό το πρότυπο διεξάγονταν άλλωστε οι κοινωνικοί αγώνες πριν από την «εποχή των ιδεολογιών», δηλαδή κατά τους μακρούς αιώνες της societas civilis. Όμως ακόμα και μιά ολοκληρωτική εξαφάνιση των ιδεολογιών σε όλες τους τις μορφές δεν μπορεί να σημαίνει αυτόματα ότι μαζί τους θα εξαφανισθούν και οι συγκρούσεις. Γιατί είναι βέβαια δυνατές συγκρούσεις σε καθαρά υπαρξιακή βάση χωρίς κανένα ιδεολογικό ψιμύθιο, κι αυτές ίσως να ήσαν ακόμα πιο τραχείες και αμείλικτες απ’ όσες έχουν ιδεολογικά κίνητρα· το «τέλος των ιδεολογιών» θα είχε τότε ως συνέπεια όχι το «τέλος της ιστορίας» προς την κατεύθυνση ενός ακτινοβόλου μεταϊστορικού μέλλοντος, αλλά την επιστροφή της ιστορίας στο πρωτόγονο στάδιο της στοιχειακής υπαρξιακής αντιπαράθεσης. Για να είμαστε ακριβέστεροι, πρέπει να προσθέσουμε ότι ο λόγος περί του τέλους της ιστορίας δεν εμφανίσθηκε στις τελευταίες δεκατίες επειδή το ζήτημα τέθηκε εμπράγματα, αλλά επειδή για τούς λόγους πού εξηγήσαμε στα προηγούμενα οι νοητικές κατηγορίες, οι οποίες επικρατούν στη μαζική δημοκρατία, προσανατολίζονται προς τον χώρο και όχι πια προς τον χρόνο. Όμως ο ανιστορικός τρόπος σκέψης θα μπορούσε να συνεπιφέρει το τέλος της ιστορίας μονάχα αν η ιστορία συνέπιπτε με τη σκέψη. Αλλά τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα: οι ανιστορικοί τρόποι σκέψης έχουν εξ ίσου όσο και οι ιστοριστικοί ιστορικές ρίζες και ιστορικές συνέπειες.

Αν ο λόγος περί του τέλους της ιστορίας έχει κάποιο πραγματικό νόημα, τότε πρέπει να εννοηθεί ως νέα έκδοση της φιλελεύθερης προσδοκίας του19ου αι. ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο και θα εγκαινιάσει μιά δραστήρια βέβαια, αλλά ειρηνική εποχή. Εδώ φυσικά τίθεται το ερώτημα γιατί να πετύχει ο μάνατζερ εκείνο που δεν κατόρθωσε ο αστός. Πάντως η μακρά και σχετικά ειρηνική ανοδική εξέλιξη της βιομηχανίας και του εμπορίου στον 19ο αι. δημιούργησε ένα δυναμικό πολιτικών συγκρούσεων ή τουλάχιστον —αν δεν θέλουμε να δεχθούμε αυτήν την αιτιώδη ερμηνεία— δεν μπόρεσε να εμποδίσει τη δημιουργία του. Συχνά λέγεται ότι η απασχόληση με την τεχνολογία και την οικονομία κάνει τη σκέψη πραγματιστική και αποτρέπει από τη χρήση μη πραγματιστικών ή καταστροφικών μεθόδων και μέσων. Τούτο είναι αμφίβολο καθ’ αυτό, όμως και αν ακόμα το δεχθούμε παραμείνει γεγονός ότι, όπως γνωρίζουμε, ακόμα και η τεχνολογικά εξελιγμένη μαζική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει μονάχα αν η τεχνική ορθολογικότητα συνδεθεί στο πλαίσιο της με ουσιωδώς διαφορετικούς τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, οι όποιοι συχνά στρέφονται ενάντια στον «εργαλειακό» Λόγο. Η εσωτερική τούτη αντίφαση αποτελεί μια πιθανή εστία αναταραχών, μπορούμε όμως να φαντασθούμε και άλλη μια πιθανότητα: η τεχνολογία και η συναφής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι όποιες ακόμα σήμερα απασχολούν τόσο έντονα τα πνεύματα λόγω της ιστορικής τους καινοφάνειας, θα μπορούσαν μια μέρα εν μέρει να αδρανήσουν και εν μέρει να γίνουν τόσο αυτονόητο θεμέλιο ή συστατικό της κοινωνικής ζωής, ώστε να επηρεάζουν τη νοοτροπία και τη ζωή των ατόμων τόσο λίγο όσο λ.χ. και το κλίμα. Με δεδομένο ένα πολύ υψηλό επίπεδο παραγωγικότητας, η τεχνική ορθολογικότητα θα γινόταν υπόθεση μιας μειοψηφίας, της οποίας η λειτουργία μέσα στην κοινωνία θα ήταν ανάλογη με εκείνη των σημερινών αγροτιών που φέρνουν περίσσεια αγαθών στην αγορά χωρίς κατά τα άλλα να ασκούν σημαντική κοινωνική επιρροή. Σε μια τέτοια περίπτωση, ή αντίθεση ανάμεσα σε τεχνική ορθολογικότητα και σε ηδονιστική η ανορθολογιστική τοποθέτηση απέναντι στη ζωή θα έχανε την οξύτητα της ή και τη σημασία της, και οι συγκρούσεις θα διεξάγονταν σε βάση εντελώς διαφορετική. Αυτό δεν σημαίνει ότι συγκρούσεις, και μάλιστα οξείες, δεν είναι δυνατές ή πιθανές όσο επικρατούν ηδονιστικές σκάσεις. Μας φαίνεται βέβαια ότι άνθρωποι με ηδονιστική τοποθέτηση ρέπουν λιγότερο προς τις συγκρούσεις, αλλά στην πράξη δεν υπάρχει καμμιά αναγκαία συνάφεια ανάμεσα σε ό,τι συνεπάγεται λογικά μιά τοποθέτηση και σε ό,τι κάνουν οι εκπρόσωποι της· άλλωστε από καθαρά λογική άποψη θα ήταν απρόσβλητος και ο ισχυρισμός ότι οι ασκητικοί άνθρωποι δεν προκαλούν έριδες, εφ’ όσον χρειάζονται λιγότερα αγαθά από τους άλλους κι επομένως η πλεονεξία τους είναι μικρότερη.

Το «τέλος των ιδεολογιών» δεν είναι και για έναν ακόμη λόγο σε θέση να εγκαθιδρύσει την αιώνια ειρήνη επί γης. Η έλευση του προφητεύθηκε ή διαπιστώθηκε σε συνάφεια με την επίκληση ορισμένων ιδεωδών και άξιων, δηλαδή ορισμένων ιδεολογημάτων, τα όποια από την πλευρά τους χρειάζονται συγκεκριμένη ερμηνεία και γι’ αυτό μέσα σε δεδομένες συνθήκες μπορούν ν’ αποτελέσουν μήλο της έριδος. Το τι σημαίνει Λόγος, συναίνεση ή δικαιοσύνη πρέπει κάθε φορά να ορίζεται δεσμευτικά και να φορτίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο από μέρους μιας αρχής ή μιας βαθμίδας δικαιοδοσίας. Η σοβαρότητα της κατάστασης θα καθορίσει αν ο αγώνας γύρω από τέτοιες έννοιες θα είναι εντονότερος από τον αγώνα γύρω από τις προηγούμενες ιδεολογίες. Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν να γίνουν υπόθεση εκρηκτική, αν π.χ. κάτω από δύσκολες οικολογικές συνθήκες εμπεριείχαν και το δικαίωμα για αέρα και για νερό. Δεν μπορούμε να υπολογίζουμε με σιγουριά ότι ο πλουραλισμός, ο όποιος σήμερα ακόμα θεωρείται ως γενική πανάκεια, θα απαλύνει ή θα κρατάει σε «λογικά» όρια τέτοιες αντιθέσεις. Πλουραλισμός, δηλαδή πολλότητα και ποικιλία, υπάρχει μόνον εκεί όπου υπάρχει και χώρος για πολλούς και πολλά, γι’ αυτό και η έλλειψη τέτοιου χώρου αναγκαστικά θα επηρεάσει αρνητικά ή θα καταργήσει τον πλουραλισμό ως αρχή και ως πράξη. Άλλωστε ο πλουραλισμός της μαζικής δημοκρατίας εξακολουθεί πάντοτε να έχει πολεμική λειτουργία, δηλαδή στρέφεται ενάντια σε ό,τι ο μεταμοντερνισμός ονομάζει ολοκληρωτισμό του Λόγου. Στον βαθμό που αυτός ξεθωριάζει και ξεχνιέται, θα πάψει και ο πλουραλισμός να γίνεται αισθητός ως αγαθό καθ’ αυτό και να επιδιώκεται συνειδητά — ας μην ξεχνούμε ότι υπήρξαν και πολύ μακρές περίοδοι στην ιστορία, όπου τον θεωρούσαν ως κάτι κακό. Το ίδιο ισχύει για όλες τις άξιες και όλα τα ιδεατά μέσα, όσα επιστρατεύθηκαν για να καταλυθεί η αστική σύνθεση. Μόνο να εικάσουμε μπορούμε το τι θ’ απογίνουν όταν θα έχουν πια εκπληρώσει την πολεμική τους αποστολή και δεν θα διαθέτουν πιά έναν απτό εχθρό ως λόγο ύπαρξης. Αναλογίες από το παρελθόν δείχνουν πάντως ότι καμμιά έννοια δεν μπορεί να σταθεί για πολύν καιρό αν δεν έχει απέναντι της την αντίθετη της έννοια. Η μελλοντική κοινωνία και ιστορική εξέλιξη δεν είναι λοιπόν καθόλου υποχρεωμένη να κατευθυνθεί σύμφωνα με τις έννοιες και τις αξίες που επικρατούν σήμερα. Οι έννοιες και οι αξίες δεν συνιστούν κατευθυντήριες γραμμές, που δείχνουν στα όσα συμβαίνουν ποιόν δρόμο πρέπει να πάρουν, παρά συναρτήσεις και λειτουργίες των όσων συμβαίνουν, μέσα σε όλες τους τις μεταπτώσεις και τις ταλαντεύσεις. Και δεν υπάρχει λόγος για να υποθέσουμε πως ό,τι ίσχυε ίσαμε τώρα ως προς αυτό δεν θα ισχύει και στο μέλλον.

Πηγή: απόσπασμα από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Το πέρασμα από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1995 (β΄έκδοση).


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/05/09/%CF%80%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CE%AE/

Παν. Κονδύλης: Πόλεμος και ειρήνη στο Αιγαίο…


Πώς θα μπορέσει η Ελλάδα να εξουδετερώσει τα γεωπολιτικά της μειονεκτήματα στην περίπτωση ενός πολέμου με την Τουρκία; Το θέμα αυτό πραγματεύεται ο συγγραφέας στο κείμενο που προδημοσιεύει «Το Βήμα».

Η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική και συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή με εξαίρεση το μικρό ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας) χώρο συμπαγή και ολότμητο, ενώ ο ελληνικός χώρος (και μάλιστα η κρίσιμη ως θέατρο πολέμου περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρμένα και μεμονωμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα που δίνει η τέτοια κατανομή του χώρου στην τουρκική πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά· ο εχθρός δεν είναι υποχρεωμένος να εμπλακεί στην πολεμική περιπέτεια κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειμένου ν’ αποσπάσει ένα τμήμα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο μπορεί· αφού καταλάβει ένα τμήμα, έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση, δημιουργώντας σε σχετικά σύντομο διάστημα τετελεσμένα γεγονότα. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis, στο τραγικό δίλημμα του 1922.

Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.
Έλληνες στρατιώτες στη Μικρά Ασία, 1922.

Πώς μπορεί η Ελλάδα να εξουδετερώσει, σε περίπτωση πολέμου, τα σοβαρά γεωγραφικά της μειονεκτήματα; Θα επισημάνουμε τέσσερα σημεία. (…) Ας αρχίσουμε από το ζήτημα των πιθανών εδαφικών απωλειών και κερδών, καθώς μου φαίνεται προφανές ότι η τουρκική πλευρά θα συνδέσει την αιτιολόγηση και τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της με εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλομένων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε οι Τούρκοι θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν μικρό ή εκ των υστέρων φαινόταν «δυσανάλογο» (η έννοια είναι βέβαια σχετική) προς τις αντίστοιχες θυσίες. Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Το πού πρέπει να αναζητηθούν τα κέρδη αυτά, με δεδομένο τον κατά βάση συμπαγή και ολότμητο χαρακτήρα του τουρκικού εθνικού χώρου, μας το δείχνει μια γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέμου: της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου. Στη Θράκη, ή μάλλον στον Έβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευμάτων και από τις δύο πλευρές σημαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραμμές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αμέσως, μ’ έναν κυκλωτικό ελιγμό σχεδόν επί τόπου, μεγάλες εχθρικές μονάδες.

Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάμεις θα πρέπει εξ αρχής να επιδιώξουν με κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού μετώπου και να μην αρκεσθούν σε μιαν παθητική άμυνα. Μια γρήγορη προέλαση τεθωρακισμένων μονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το πεδινό έδαφος και οι περιορισμένες αποστάσεις, θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα το σημαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές.

Πράγματι, πουθενά αλλού εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισμένη κι αν κρίνει κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η μόνη πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο και με συνέπεια. Στο θέατρο του Αιγαίου, καθώς είπαμε, δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρωμάτων στη μικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώματα αυτά θα μπορούσαν να κρατηθούν για λίγο· η μόνη ενέργεια, η οποία θα μπορούσε ν’ αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν μια κατάληψη της Ιμβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούμε θεμελιώδη και αυτονόητη τόσο σε μιαν απόβαση στα νησιά όσο και σε μιαν προέλαση στη Θράκη· όμως το πρόβλημα της κυριαρχίας στον εναέριο χώρο είναι τόσο κρίσιμο, ώστε θα μιλήσουμε γι’ αυτό χωριστά).

Τέλος, στην Κύπρο η ελληνική πλευρά πολύ λίγα πράγματα έχει να περιμένει. Και αν μπορέσει να υπερασπίσει κάτι, αυτό θα είναι δυνατόν μονάχα εάν ο κυπριακός πληθυσμός στο σύνολό του φανεί διατεθειμένος να πολεμήσει, αν χρειαστεί, με νύχια και με δόντια. Αυτό δυστυχώς, δεν έγινε το 1974, όταν είδαμε βέβαια την τραγωδία των Κυπρίων, αλλά δεν είδαμε μιαν επίμονη παλλαϊκή αντίσταση μέχρις εσχάτων. Όμως τούτη τη φορά δεν υπάρχει νότος για να καταφύγει κανείς. Υπάρχει μόνον η θάλασσα.

Το δεύτερο σημείο, που επιθυμούμε να υπογραμμίσουμε, είναι η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ’ εαυτόν ουτοπικός. Η αριθμητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων της τής δίνει εξ αντικειμένου ορισμένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων με σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασμός του κατακερματισμού των δυνάμεων. Αντίστοιχα μεγάλη επαγρύπνηση και διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθμητικής μειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε όλα τα καίρια επιχειρησιακά σημεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα μοίρα την προάσπιση πόλεων και αμάχων πληθυσμών και να επικεντρώσει τα διαθέσιμά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, εκεί όπου αυτές θα ρίξουν το βάρος τους και ει δυνατόν πριν προλάβουν να αναπτυχθούν πλήρως. Προκειμένου να εκπληρωθεί ο υπέρτατος αυτός σκοπός ίσως χρειασθεί να διακινδυνεύσει ο αριθμητικά υποδεέστερος την απώλεια εδαφών ή και τη διεξαγωγή επιχειρήσεων με ανοιχτά τα πλευρά του, πράγμα που θα πρέπει ν’ αναπληρώνει με ευελιξία και ταχύτητα.

Όμως η τελική έκβαση θα κριθεί με βάση τα όσα θα γίνουν στο επίπεδο εκείνο που άπτεται της ίδιας της ουσίας του πολέμου. Πόλεμος σημαίνει πρωταρχικά επιδίωξη συντριβής των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων, απ’ αυτήν εξαρτώνται κι απ’ αυτήν απορρέουν όλα τα άλλα. Και εάν αυτή επιτευχθεί, τότε αναπληρώνονται αργά ή γρήγορα όλα, όσα θυσίασε κανείς θέλοντας να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του την αποφασιστική στιγμή στο αποφασιστικό σημείο.

Κατά τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου και περιορισμένο βάθος του χώρου γύρω τους. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί. Το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του με όπλα μικρότερου βεληνεκούς (ήδη η Τουρκία αποκτά αμερικανικούς πυραύλους ATACMS με βεληνεκές 120-300 χλμ.) καθώς και με αεροπλάνα που διαθέτουν μικρότερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά. Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς (η Τουρκία έφτασε να συζητεί ακόμα και με την Κίνα την αγορά πυραύλων εδάφους – εδάφους μεγάλου βεληνεκούς) καθώς και αεροπλάνα με μεγαλύτερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως· ας σημειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα μπορούν, ξεκινώντας από τα μακρινότερα ως προς εμάς αεροδρόμια της Ανατολίας (Μπάτμαν, Ερζουρούμ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόμα βρίσκονται μέσα στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές μέσα στην ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόμια των μικρασιατικών παραλίων. Ετσι, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική πλευρά, ακόμα κι αν θα επιθυμούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο με ένα προληπτικό χτύπημα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορμό των αεροπορικών δυνάμεων στα πλησιέστερα αεροδρόμια.

Το κρίσιμο τούτο πρόβλημα λύνεται μόνον με πυραυλικά συστήματα κατάλληλου βεληνεκούς και με ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασμού των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. μεταξύ Κρήτης και Κύπρου). Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με de facto μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα, αν δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιούνταν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα από το τι ανέχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως casus belli η Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και τα νώτα της τουρκικής επικράτειας. Στο κάτω – κάτω η Ελλάδα είναι εξ ίσου εγγυήτρια Δύναμη του κυπριακού κράτους και επομένως έχει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα με την Τουρκία να εγκαταστήσει εκεί τις ένοπλες δυνάμεις της. Αλλά τέτοιες παλικαριές ούτε καν να τις ονειρευθεί δεν τολμά όποιος είναι υποχρεωμένος να επαιτήσει το τελευταίο ανταλλακτικό και την τελευταία βίδα.

Τέταρτο και τελευταίο, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. Αν η ελληνική πλευρά, λέγοντας «αμυντικό δόγμα», εννοεί ότι, φοβούμενη μήπως εκτεθεί στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης και των συμμάχων, προτίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση (γενικού) πολέμου να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και το πλεονέκτημα του πρώτου (μαζικού) πλήγματος στον εχθρό, τότε έχει κατά πάσα πιθανότητα υπογράψει μόνη της και εκ προοιμίου την καταδίκη της. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά.

Σε παλαιότερους πολέμους, διεξαγόμενους στην ξηρά, μπορούσε ενδεχομένως να αφεθεί στον εχθρό η επιθετική πρωτοβουλία ως ότου εξαντλήσει τις δυνάμεις του. Όμως αυτό προϋπέθετε ότι ο αμυνόμενος κατείχε θέσεις φυσικά ή τεχνητά οχυρές που του επέτρεπαν να κρατήσει τις δικές του δυνάμεις σχετικά αλώβητες ώσπου να περάσει στην αντεπίθεση. Σήμερα, η δύναμη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η μετάθεση του πολεμικού κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάμεις, και το (μαζικό) πρώτο πλήγμα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των μέσων μιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίμακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό μέγεθος, με άλλα λόγια προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέμου καθοριστική σημασία· ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν’ αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι’ αυτό και το πρώτο πλήγμα, το οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέμου, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μαζικότερο και καιριότερο. Πρώτο πλήγμα, με τη στρατηγική σημασία του όρου, δεν είναι ο πρώτος τυχόν πυροβολισμός που πέφτει κατά το πρώτο «θερμό επεισόδιο» μιας πολεμικής αντιπαράθεσης· είναι μια συντονισμένη και ακαριαία ενέργεια όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων προς εκμηδένιση των ζωτικών σημείων του εχθρικού πολεμικού δυναμικού, ιδίως όσων εμφανίζονται κρίσιμα μέσα στη δεδομένη συγκυρία.

Μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. 

Μπορεί να καταφερθεί στο πλαίσιο της κλιμάκωσης ενός τοπικού «θερμού επεισοδίου», αλλά και πολύ νωρίτερα ακόμα, όταν δηλαδή διαπιστωθεί ότι επίκειται έτσι κι αλλιώς εχθρική επίθεση· το επιτελικό σχέδιο του πρώτου πλήγματος πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο συρτάρι ήδη από καιρό ειρήνης, χωρίς αυτό να σημαίνει καθόλου ότι όποιος το έχει καταστρώσει και όποιος θα το εφαρμόσει είναι αναγκαία ο επιτιθέμενος με την ιστορική και πολιτική έννοια του όρου. Καθώς το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται, ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία· ανεξάρτητα από εθνικές μυθολογίες, το γεγονός τούτο δεν έχει καμμία σχέση με ηθικές ή φυλετικές ιδιότητες, αλλά οφείλεται στη διαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων, και τα πράγματα θα αντιστρέφονταν αν αντιστρεφόταν και ο συσχετισμός των δυνάμεων. Αλλά όποιος, θέλοντας και μη, υιοθετεί αμυντική στρατηγική στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο υποχρεωμένος να υιοθετήσει αμυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο επίπεδα δεν πρέπει να συγχέονται κατά κανένα τρόπο.

Άλλο είναι η άμυνα ως ιστορικοπολιτικός σκοπός και άλλο η άμυνα ως στρατιωτικό μέσο, άλλο ο αμυντικός χαρακτήρας ενός πολέμου και άλλο η αμυντική διεξαγωγή ενός πολέμου. Άλλωστε από στρατιωτική άποψη η καθαρά αμυντική διεξαγωγή πολέμου στερείται νοήματος και είναι πρακτικά αδύνατη. Αν την παίρναμε στα σοβαρά, θα σήμαινε ότι ο επιτιθέμενος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει ατιμώρητα, διατρέχοντας απλώς τον κίνδυνο να επανέλθει στην αρχική του θέση και να προετοιμασθεί για να ξαναδοκιμάσει. Καμμιά άμυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εμπεριέχει μια δραστική τιμωρία του επιτιθέμενου, όμως η τιμωρία αυτή δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αμυνόμενος πυροβολεί με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιον σκοπό όπως και ο επιτιθέμενος.

Πηγή: Το πιο πάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη «Θεωρία του πολέμου» (Εκδόσεις Θεμέλιο). Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 9.11.1997 ως προδημοσίευση της κυκλοφορίας του βιβλίου την επομένη. https://piotita.gr


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/03/23/28728%CF%80%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B1/

Παν. Κονδύλης: Το εμπόριο του πολέμου…


Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης

Δύο μόνο χρόνια πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ένα βιβλίο, που μόλις είχε δημοσιευθεί, τράβηξε την προσοχή του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, έγινε θέμα συζητήσεων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ και μεταφράστηκε αμέσως σε πολλές γλώσσες. Συγγραφέας του ήταν ο βρετανός δημοσιολόγος Norman Angell και τίτλος του The Great Illusion, η μεγάλη ψευδαίσθηση. Θύματα της μεγάλης αυτής ψευδαίσθησης ήσαν, κατά τον Angell, όσοι από πολέμους και κατακτήσεις προσδοκούσαν την αύξηση της ισχύος και της ευημερίας του έθνους τους. Η σημερινή έκταση των διαπλοκών της παγκόσμιας οικονομίας, έλεγε, οι πυκνές και γρήγορες επικοινωνίες, και προπαντός ο διεθνής χαρακτήρας του χρηματοοικονομικού και του πιστωτικού συστήματος είχαν πλέον καταστήσει απαρχαιωμένη την παραδοσιακή πολιτική της ισχύος και μετατρέψει τα μικρά και οικονομικώς εύρωστα έθνη σε ισότιμους συναγωνιστές των μεγάλων.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Μολονότι ο Angell αμφισβητούσε ριζικά τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος για την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας και μολονότι κατηγορούσε με την ίδια δριμύτητα τόσο τους βρετανούς όσο και τους γερμανούς υποστηρικτές τέτοιων απόψεων, ωστόσο αποδεχόταν τη χρήση μη οικονομικών μέσων πίεσης με σκοπό την «αποκατάσταση και τήρηση της τάξης» και την προστασία του ελεύθερου εμπορίου. Όπου ήδη υφίσταται η δημόσια τάξη, έγραφε, όπως στις πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης, εκεί οι κατακτήσεις περιττεύουν. Από την άλλη μεριά η Γερμανία, λ.χ., θα είχε το δικαίωμα να ακολουθήσει το βρετανικό παράδειγμα στις Ινδίες και να επιβάλει την τάξη στην οθωμανική επικράτεια. Ο Angell δεν εξέταζε τι θα γινόταν σε περίπτωση όπου μια πλευρά θα επεφύλασσε στον εαυτό της τον ρόλο του φύλακα της τάξης σε όλες τις νευραλγικές περιοχές.

Άλλωστε αυτό δεν αποτελούσε ούτε το μόνο κενό ούτε το μόνο σφάλμα της επιχειρηματολογίας του. Από οικονομική άποψη είχε βέβαια δίκιο όταν διαπίστωνε ότι η αποικιακή επέκταση, όπως ασκήθηκε από τον 16ο ως τον 19ο αι., είχε γίνει ασύμφορη λόγω των στρατιωτικών δαπανών και θα έπρεπε να αντικατασταθεί με τον λιγότερο ή περισσότερο άμεσο οικονομικό έλεγχο. Η διαπίστωση όμως τούτη δεν αρκούσε από μόνη της για να αποδείξει τη γενική θέση ότι, σε κοσμοϊστορικό επίπεδο, οι σχέσεις μεταξύ οικονομικής και πολιτικοστρατιωτικής ισχύος είχαν οριστικά αντιστραφεί. Ο Angell παραδεχόταν έμμεσα αυτό το λογικό άλμα όταν δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να ισχυρισθεί την απιθανότητα μεγάλων μελλοντικών πολέμων, αλλά απλώς να αποδείξει ότι ο πόλεμος έγινε άπαξ διά παντός οικονομικά άχρηστος, και μάλιστα επιζήμιος.

Συνέχεια

Παν. Κονδύλης: Ο πελατειακός χαρακτήρας των νεοελληνικών κομμάτων και η εκποίηση του κράτους…


Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης

Όπως η εξ αντικειμένου ένταξη της Ελλάδας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα είχε ουσιώδεις επιπτώσεις στην οικονομία της, έτσι και η παράλληλη ένταξη της στο διεθνές πολιτικό σύστημα, και μάλιστα σε εποχή συνεχούς όξυνσης του ανατολικού ζητήματος, επέδρασε αποφασιστικά πάνω στη διαμόρφωση των πολιτικών της δομών. Η εισαγωγή τού βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού στη χώρα, και μάλιστα πάνω στη βάση της καθολικής ψηφοφορίας, δεν υπήρξε αναγκαια κι αναπόδραστη απόρροια εσωτερικών διεργασιών, αλλά κατά πρώτο λόγο η απάντηση των Δυτικών Δυνάμεων στην ανυπακοή της οθωνικής κυβέρνησης σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής (υποστήριξη των αλυτρώτων κτλ.) και συνάμα το μέσο, με το όποιο οι Δυνάμεις αυτές φαντάζονταν ότι στο έξης θα μπορούσαν να ασκήσουν πιο τελεσφόρα την επιρροή τους. Άλλα, ανεξάρτητα από τα αίτια της, η εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού έθεσε σε κίνηση διαδικασίες πού αποδείχθηκαν κρίσιμες για τον σχηματισμό της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας τού νεοελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογενετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, Όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, με μιά κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και άξιες. Πριν από την εισαγωγή, ή μάλλον την επιβολή, του κοινοβουλευτισμού το κράτος ήταν υποτυπώδες και, παρά τη συχνά γραφική απλώς επίφαση της βασιλικής αυταρχίας, μόλις μετά βίας συγκρατούσε σε μιάν ενότητα τους τοπικούς πόλους ισχύος, καθώς δεν κατείχε ούτε καν το μονοπώλιο της ένοπλης βίας· σε σχέση με το κράτος της οθωμανικής περιόδου είχε κάνει βέβαια ορισμένα βήματα προς την κατεύθυνση του σύγχρονου έννομου κράτους, όμως οι νόμοι και τα διατάγματά του σε πλείστες όσες περιπτώσεις δεν έφθαναν ίσαμε τη βάση της κοινωνίας, όπου η ζωή ρυθμιζόταν από το πατριαρχικό εθιμικό δίκαιο.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Ο κοινοβουλευτισμός, σε συνδυασμό με την καθολική ψηφοφορία, συνεπέφερε μιά κοινωνική κινητικότητα ίσως ακόμα εντονότερη απ’ αυτήν που γέννησε η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, γιατί όχι μόνο δημιούργησε ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας για άτομα με αντίστοιχες φιλοδοξίες, αλλά και άνοιξε σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Και οι δύο αυτές πλευρές της κοινωνικής κινητικότητας, οι οποίες απέρρευσαν από το κοινοβουλευτικό παιγνίδι, σήμαιναν αυτόματα τη διόγκωση τού κρατικού μηχανισμού και παράλληλα την ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους -αν και η ενίσχυση αυτή, όπως θα δούμε, έγινε συχνότατα με τρόπο που ευνοούσε την ικανοποίηση συμφερόντων μερικών εις βάρος των γενικών κι έτσι από πολλές απόψεις υπέσκαψε τον σύγχρονο χωρισμό κράτους και κοινωνίας αντί να τον εμπεδώσει, κάνοντας συνάμα το κράτος εντολοδόχο του γενικού συμφέροντος. Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού εξ αιτίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της καθολικής ψηφοφορίας ήταν αναπόδραστη, γιατί εκείνο που είχαν να προσφέρουν τα κόμματα για την προσέλκυση ή τη συγκράτηση ψηφοφόρων ήσαν οι κρατικές θέσεις, οι οποίες ήσαν τόσο πιο περιζήτητες όσο η καχεξία της οικονομίας και γενικότερα η κοινωνική στενότητα έκαναν τις υπόλοιπες επαγγελματικές διεξόδους λιγοστές και αβέβαιες. Εφ’ όσον το κράτος παρέμενε ο πιο σίγουρος και ανθεκτικός εργοδότης, πρώτο μέλημα του κόμματος ήταν η κατάκτηση και η νομή του κράτους, ειδάλλως θα έχανε την πίστη των οπαδών του στην ικανότητα του να υπερασπίσει τα συμφέροντα τους. Όταν η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική, τότε μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση, διατηρώντας όμως το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας: ο κοινοβουλευτικός πατριάρχης, είτε κομματικός ηγέτης είναι είτε τοπικός κομματάρχης, απαιτεί από τους «ανθρώπους του» υπακοή (εμπνεόμενη λιγότερο από αφηρημένα-κοσμοθεωρητικά και περισσότερο από συγκεκριμένα-προσωπικά κίνητρα), όμως ταυτόχρονα αναλαμβάνει να «ενεργήσει για τις υποθέσεις τους», δηλαδή τους βοηθεί να «τακτοποιηθούν» και τους εξασφαλίζει με την επιρροή του πλεονεκτήματα στον συναγωνισμό με τους οπαδούς άλλων κομμάτων.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Ο πατριαρχικός ή πελατειακός χαρακτήρας του κοινοβουλευτισμού και συνάμα η σπάνη των θέσεων στην ελεύθερη αγορά εργασίας είχαν ως συνέπεια να παίξει ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα ρόλο ανάλογο μ’ εκείνον που έπαιξαν τα βιομηχανικά αστικά κέντρα στη Δύση: απορρόφησε μάζες αγροτικής προέλευσης, αλλά για να τις διοχετεύσει και να τις χρησιμοποιήσει με τρόπο πολύ διαφορετικό και προ παντός πολύ λιγότερο παραγωγικό. Σε σχέση με το δικό μας πρόβλημα, δηλαδή την αστική τάξη και τον αστικό πολιτισμό στην Ελλάδα, πρέπει να τονίσουμε ότι η τέτοια διόγκωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους ούτε από κάποια εντόπια αστική τάξη υποκινήθηκε ούτε και την αστική τάξη ωφέλησε· απεναντίας μάλιστα, ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη για τη διοχέτευση πόρων και ενεργειών σύμφωνα με τις ανάγκες μιας αμιγούς καπιταλιστικής ανάπτυξης. Είναι γεγονός ότι, για λόγους που εξηγούνται παρακάτω, η εμπέδωση της αστικής κυριαρχίας στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης συνεπέφερε μιά διόγκωση της γραφειοκρατίας πολύ πέρα από ό,τι είχε γνωρίσει οποιαδήποτε απολυταρχία· αληθεύει επίσης ότι η διόγκωση αυτή έγινε με μεθόδους συχνότατα πελατειακές και διόλου αξιοκρατικές. Όμως η διαφορά από την ελληνική εξέλιξη παρέμεινε ουσιαστική, γιατί εκεί η διόγκωση αυτή αντισταθμιζόταν από τη συνεχή αύξηση της οικονομικής απόδοσης και τον συνεχή διαφορισμό του κοινωνικού σώματος, ενώ παράλληλα η γραφειοκρατία συνεισέφερε και θετικά στη θεσμική προώθηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Με την έννοια αυτήν το κράτος ήταν -για μεγάλο διάστημα τουλάχιστον- κράτος της αστικής τάξης. Στην Ελλάδα, απεναντίας, την εκπoίηση του κράτους στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού παιγνιδιού την εγκαινίασαν και την καλλιέργησαν με τρόπους απείρως ευρηματικούς τα πολιτικά «τζάκια» με την προαστική-πατριαρχική τους νοοτροπία, και οι μέθοδοί τους έγιναν δεσμευτικές και υποδειγματικές για όλες τις ελληνικές πολιτικές παρατάξεις μέχρι σήμερα, ανεξάρτητα από τα εκάστοτε ιδεολογικά τους πρόσημα. Οι αναλύσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτικής συνήθως υποπίπτουν στο σφάλμα να αποκαθιστούν ευθύγραμμες σχέσεις ανάμεσα σε «τάξεις» και σε «κόμματα», ερμηνεύοντας την πολιτική των κομμάτων ως έκφραση λίγο-πολύ συγκροτημένων κοινωνικών τάσεων και ρευμάτων. Όμως κάτι τέτοιο συνιστά υπερβολή ακόμη και για χώρες με κοινωνίες αδρομερείς, μέσα στις οπoίες διαφαίνονται με σαφήνεια οι ταξικoι πόλοι των συλλογικών συσπειρώσεων. Σε καμμιά περίπτωση, και πολύ περισσότερο στην περίπτωση την ελληνική, δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιγνιδιού ως πελατειακής σχέσης μεταξύ πολιτικού και ψηφοφόρου, κατά την όποια ο μεν ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία, ενώ ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος, δηλαδή να θεμελιώνει την ισχύ του στη δυνατότητα να διανέμει -αυτός, κι όχι κάποιος άλλος- προσοδοφόρες θέσεις και αξιώματα. Τούτη η αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιγνιδιού κάνει κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές τις «ιδεολογικές» κτλ. αντιθέσεις, ήτοι τις λεγόμενες αντιθέσεις «αρχών»· στο ιδεολογικό φάσμα ένας πολιτικός καταλαμβάνει ορισμένη θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες, και είναι πρόθυμος, αν το κρίνει συμφέρον, να εγκαταλείψει τη θέση πού κατέλαβε αρχικά, αν κενωθεί κάποια άλλη. Μονάχα σ’ αυτήν την προοπτική μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά το χαρακτηριστικό για τη νεοελληνική πολιτική φαινόμενο της συνεχούς μετατόπισης πολιτικών σε διάφορες θέσεις του παραπάνω φάσματος. Πολύ λιγότερο μετατοπίσθηκε η συγκεκριμένη πολιτική πράξη, δηλαδή η άσκηση της πολιτικής ως πελατειακής σχέσης. Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε εξ ίσου έργο των «δεξιών» όσο και των «φιλελεύθερων» ή «δημοκρατικών» κομμάτων. Όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν δηλαδή, μ’ αυτήν την πολύ χειροπιαστά έννοια, κόμματα κρατιστικά, ανεξάρτητα από το πως αντιμετώπιζαν το κράτος στο επίπεδο των προγραμματικών τους άρχων.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Ο πελατειακός χαρακτήρας των κομμάτων δεν τα έκανε όμως μονάχα κρατιστικά στην πράξη, αλλά και «λαϊκά», εφ’ όσον η ταυτόχρονη ανάγκη εξυπηρέτησης όχι μόνο πλείστων ατόμων αλλά και διαφόρων ομάδων ή «κλάδων» μέσω του κράτους καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την άσκηση μονοσήμαντης και συνεπούς ταξικής πολιτικής. Θέμα ταξικής πολιτικής δεν έμπαινε άλλωστε πιεστικά σε μιά χώρα όπου η βαθμιαία αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε, ως κύριο τμήμα τού κοινωνικού κορμού, μιάν ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι όποιοι μπορούσαν εξ ίσου καλά να ανήκουν σε ένα «δεξιό», σε ένα «φιλελεύθερο» ή σε ένα «αριστερό» κόμμα. Ό,τι μπορεί να ονομασθεί ελληνική αστική τάξη, δηλαδή οι επιχειρηματίες, οι τραπεζίτες, οι εφοπλιστές και ορισμένα τμήματα των ελεύθερων επαγγελμάτων, κατά κανόνα διασπειρόταν επίσης από πολιτική άποψη σε διαφορετικά, κατά προτίμηση όμως στα δύο εκάστοτε μεγαλύτερα κόμματα. Οι διάφορες ομάδες, οι όποιες συνιστούσαν τη χαλαρή τούτη «τάξη», ικανοποιούσαν τα αιτήματα τους με τις ίδιες ουσιαστικά πελατειακές μεθόδους όπως και οι απλοί ψηφοφόροι, αν και στο επίπεδο αυτό η σχέση υπακοής και προστασίας μπορούσε να παρουσιάσει πάμπολλες περιπλοκές που έφθαναν συχνά ίσαμε την αντιστροφή των ρόλων. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι τα αιτήματα τούτα δεν αντέβαιναν στη γενική κρατιστική τάση, αφού η πραγμάτωση τους σχεδόν πάντοτε σήμαινε περισσότερη κρατική παρέμβαση – αδιάφορο αν αυτή γινόταν υπέρ των φορέων της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας». Με βάση αυτά τα θεμελιώδη δεδομένα μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική «αστική τάξη» δεν στάθηκε ποτέ αρκετά συγκροτημένη, ομοιογενής και ισχυρή ώστε να ταυτισθεί αναμφίλογα με την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας, μολονότι συχνά η πολιτική επιρροή της μπορεί να ήταν (κατά πολύ) μεγαλύτερη από εκείνη άλλων κοινωνικών στρωμάτων ή ομάδων πιέσεως. Στον χώρο των πολιτικών κομμάτων η υποχώρηση πατριαρχικών δομών παλαιού τύπου, οι όποιες κυριαρχούσαν ολοκληρωτικά ως τις αρχές τού εικοστού αιώνα, δεν σήμανε τη ραγδαία άνοδο πολιτικών με αστική καταγωγή, αστική συνείδηση και αστικά συμφέροντα, αλλά, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, τη δυνατότητα πολιτικής σταδιοδρόμησης στοιχείων μικροαστικής ή αγροτικής προέλευσης με πανεπιστημιακή μόρφωση και ενίοτε καλές σχέσεις προς τους (πρώην) προύχοντες της πολιτικής· τα στοιχεία αυτά διαπνέονταν συχνά από τάσεις μικροαστικού ριζοσπαστισμού («το δίκιο του φτωχού») και αντιμετώπιζαν την αστική τάξη σύμφωνα με τις σκοπιμότητες της στιγμής και τις ανάγκες της πολιτικής τους ανόδου, χωρίς πάντως να είναι σαρξ εκ της σαρκός της. Ακόμα λιγότερο κατάλληλος για την άσκηση σαφούς αστικής πολιτικής ήταν ο κρατικός μηχανισμός, όπως διαμορφωνόταν υπό την επήρεια τού κομματικού ανταγωνισμού και των πελατειακών σχέσεων. Το γεγονός, ότι η μεγάλη μάζα των δημοσίων υπαλλήλων όλων των βαθμίδων προερχόταν από στρώματα καθυστερημένα από πολιτισμική άποψη, είχε σοβαρές επιπτώσεις στο ποιόν του κρατικού μηχανισμού, του οποίου η λειτουργία πρόσκοπτε αδιάκοπα όχι μόνο στην αγραμματοσύνη, τη στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά ή τη συμπλεγματικότητα, αλλά επίσης στην ανυπέρβλητη ανικανότητα τού μέσου υπαλλήλου να προσανατολίσει τη δραστηριότητα του σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές, εφ’ όσον η νοοτροπία του εμφορούνταν από τις άξιες της πατριαρχικής κοινωνίας, ήτοι την πρωταρχική νομιμοφροσύνη του προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, τους συγγενείς του, τους φίλους του, τους φίλους των φίλων του, τους προστάτες και τους προστατευόμενους του. Από τη συνάντηση ενός ανθρώπινου τύπου γαλουχημένου σε περιβάλλον προορατικό και προαστικό με τον μηχανισμό της σύγχρονης γραφειοκρατίας, ο όποιος ενσαρκώνει και απαιτεί στάση και συμπεριφορά ορθολογική, προέκυψαν συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστoί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι, συνδυασμοί που ακόμα περιμένουν τον σατιρικό και τον διηγηματογράφο τους. Η μεγάλη ζήτηση κρατικών θέσεων έδινε θεωρητικά στο κράτος τη δυνατότητα να επιλέγει με αξιοκρατικά κριτήρια υψηλού επιπέδου τους υπάλληλους του και να βελτιώνει έτσι συνεχώς τη λειτουργία του. Όμως αυτό δεν το επέτρεπε η διανομή των θέσεων μέσω πατριαρχικών-πελατειακών διαδικασιών, πρόσθετη συνέπεια των οποίων ήταν η συνεχής αύξηση των επίμαχων θέσεων πέρα από τα όρια των αντικειμενικών λειτουργικών αναγκών. Έτσι δημιουργήθηκε το εξής παράδοξο: προκειμένου να ικανοποιήσει κατά το δυνατόν πολυάριθμα πελατειακά αιτήματα, το κράτος υποχρεώθηκε να δίνει κατά μέσο όρο χαμηλές αμοιβές, με άλλα λόγια η μιζέρια του ήταν η αναγκαία αντίστροφη όψη και η προϋπόθεση της μεγαλοθυμίας του. Η φαινομενικά ανεξάντλητη δυνατότητα του να «βολεύει» τους πάντες εμπέδωσε σιγά-σιγά στη λαϊκή φαντασία την εντύπωση ότι είναι ένας πάμπλουτος και παντοδύναμος δότης, αρκεί να θέλει να δώσει, ενώ παράλληλα υπήρχαν και σοβαροί λόγοι να θεωρείται ως απατεώνας και τύραννος τόσο μεγάλος, ώστε η χρήση των οιωνδήποτε πλάγιων οδών από μέρους των υπηκόων του θα έπρεπε να λογίζεται ως κατανοητό και συγγνωστό μικροπαράπτωμα. Με βάση τέτοιες και παρόμοιες παρατάσεις διαμορφώθηκαν οι πολυσχιδέστατοι εκείνοι μηχανισμοί, χάρη στους οποίους ισοσταθμιζόταν η δυσκαμψία και η αναποτελεσματικότητα του κράτους. Ό,τι δεν κατόρθωνε η τήρηση των ορθόδοξων διαδικασιών το κατόρθωνε το «παραθυράκι» και το «ρουσφέτι». Τα πλάγια μέσα δεν αποτελούσαν πια την παράβαση των κανόνων, αλλά τον μόνο δυνατό τρόπο λειτουργίας τους· δεν συνεπέφεραν την άρση του συστήματος, αλλά του παρείχαν μιά δικλείδα ασφαλείας όποτε πάθαινε εμπλοκή. Επιπλέον το «ρουσφέτι» είχε την πρόσθετη γενική ιδιότητα να εξειδικεύει και να εξατομικεύει το κάθε πρόβλημα και την κάθε λύση, έτσι ώστε η μακρόπνοη συλλογική συσπείρωση με σκοπό την ανοιχτή και έννομα θεμελιωμένη προάσπιση συλλογικών συμφερόντων έχανε την έλξη της στα μάτια των αμέσως ενδιαφερομένων. Και στην περίπτωση αυτή φαίνεται ποιους φραγμούς έθετε στην άσκηση οποιασδήποτε «ταξικής» πολιτικής η σύσταση της κύριας μάζας του κοινωνικού σώματος από μικροαστούς και μικροϊδιοκτήτες, με νοοτροπία διαμορφωμένη από τους όρους της πελατειακής πολιτικής.

ARKAS -The Original Page

Καθώς η διόγκωση τού κράτους ήταν, κατά μέγα μέρος τουλάχιστον, αποτέλεσμα της κυριαρχίας των πατριαρχικών-πελατειακών σχέσεων στη σφαίρα του κοινοβουλευτικού παιγνιδιού, ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας, αντί να επιτείνεται από την ενδυνάμωση του πρώτου, απεναντίας αμβλυνόταν. Με άλλα λόγια, ή ποσοτική ενδυνάμωση του κράτους δεν εξέφραζε πρωταρχικά τον ποιοτικό του διαφορισμό από την κοινωνία και τη βούληση του να της επιβληθεί ως φορέας οικονομικής ανάπτυξης και θεσμικού εκσυγχρονισμού· μάλλον απηχούσε τον βαθμό, στον όποιο μία κοινωνία, στο σύνολο της μάλλον αδρανής, απομυζούσε τον κρατικό μηχανισμό για να αυτοδιαιωνισθεί. Η διάκριση κράτους και κοινωνίας, που στη δυτική και κεντρική Ευρώπη εγκαινιάσθηκε από το απολυταρχικό κράτος και άνοιξε τον δρόμο της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της αστικής τάξης, στην Ελλάδα έμεινε ημιτελής, γιατί η κρατική γραφειοκρατία περισσότερο αντικαθρέφτισε την κοινωνία και την κυρίαρχη ακόμη πατριαρχική-προαστική νοοτροπία της παρά της αντιπαρατέθηκε για να την καθοδηγήσει και να τη μετασχηματίσει. Έτσι το κράτος από μόνο του πολύ λίγο μπόρεσε να καλύψει την έλλειψη μίας τάξης κυρίαρχης, συνεκτικής και συνάμα δυναμικής από παραγωγική και από ιδεολογική άποψη. Για να παίξει αυτόν τον ρόλο θα έπρεπε να είναι μιά στιβαρή και συνάμα πεφωτισμένη δεσποτεία· όμως ήταν, αντίθετα, κοινοβουλευτικό και έπρεπε να αντιπαλέψει με τις συνέπειες ενός γηγενούς κοινοβουλευτισμού που όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιων προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δυνάμεων και νοοτροπιών. Είναι χαρακτηριστικό -και εύγλωττο, για όποιον τουλάχιστον έχει ασκηθεί στη συγκριτική μελέτη των ιστορικών φαινομένων πάνω στη βάση ξεκάθαρων εννοιών και εννοιολογικών διακρίσεων- ότι οι πρώτοι και κοινωνικά σημαντικότεροι αντίπαλοι της «δεσποτείας» και υπέρμαχοι του «συνάγματος» στη μετεπαναστατική Ελλάδα προήλθαν από τους κύκλους των τοπικών προυχόντων, οι οποίοι με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν να εκχωρήσουν τα πατριαρχικά τους δικαιώματα στο σύγχρονο κράτος. Τα «τζάκια» συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον από τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν, είτε ασκώντας επιρροή πάνω στη μοναρχία είτε -ακόμα περισσότερο- μέσω του πελατειακού κοινοβουλευτισμού. Όμως το έλεγξαν για να το αδρανοποιήσουν, όπως άλλωστε τους υπαγόρευε να κάμουν ό κοινωνικός τους χαρακτήρας, που ρίζωνε σε προκρατικές συνθήκες και έξεις. Έτσι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί καταδικάσθηκαν σε υποπλασία (αν τους θεωρήσουμε με κριτήριο την εκσυγχρονιστική τους λειτουργικότητα) και συνάμα σε υπερτροφία (αν τους θεωρήσουμε με κριτήριο το ειδικό τους βάρος μέσα στο σύνολο της νεοελληνικής πραγματικότητας). Το φαινόμενο αυτό δεν εξαφανίσθηκε όταν τα «τζάκια», με την παλαιά έννοια του όρου, πέρασαν, εν μέρει τουλάχιστον, στο περιθώριο, γιατί και οι διάδοχοι τους αδυνατούσαν εξ ίσου να ποδηγετήσουν δυναμικά ένα ευέλικτο κράτος, θέτοντας το στην υπηρεσία σαφών κοινωνικών σκοπών. Η υποπλασία των μηχανισμών συνέχισε λοιπόν να αντανακλά την πλαδαρότητα η ρευστότητα των τάξεων, ενώ η υπερτροφία τους άσκησε εν μέρει ανασταλτική και εν μέρει παραμορφωτική επίδραση στις συγκρούσεις μεταξύ των πλαδαρών ή ρευστών αυτών κοινωνικών τάξεων. Τούτο σημαίνει ότι αντιθέσεις, οι όποιες υπό συνθήκες χωρισμού κράτους και κοινωνίας θα συνιστούσαν αντιθέσεις ταξικής υφής, τώρα αμβλύνθηκαν και (εν μέρει) άλλαξαν χαρακτήρα καθώς εμφανίζονταν ως αντιπαραθέσεις διαφορετικών δυνατών κατευθύνσεων της κρατικής πολιτικής. Το υπερτροφικό κράτος έγινε με άλλα λόγια πεδίο σύγκρουσης διαφόρων «κλάδων», καθένας από τους οποίους αγωνιζόταν να αποσπάσει τα περισσότερα από τον δημόσιο κορβανά. Η ταξική σύγκρουση αμβλυνόταν γιατί όλοι οι «κλάδοι» στρέφονταν ταυτόχρονα προς τη μεριά του κράτους, ικετεύοντας ή απειλώντας το, και όχι σε πρώτη γραμμή ο ένας εναντίον του άλλου.

Ο ατελής χωρισμός κράτους και κοινωνίας είναι εξ ίσου χαρακτηριστικός για τη νεοελληνική κοινωνία όσο και η ασάφεια των σχέσεων ανάμεσα σε έθνος και κράτος. Η σύμπτωση έθνους και κράτους μέσα στα όρια του σύγχρονου εθνικού κράτους, το όποιο στο εσωτερικό του είχε ξεπεράσει κάθε είδους φεουδαλικούς και πατριαρχικούς κατακερματισμούς ή τοπικισμούς, ενώ προς τα έξω πρόβαλλε ως ομοιογενές και συμπαγές οικονομικό και πολιτισμικό σύνολο, αποτέλεσε τη μορφή, με την οποία πραγματώθηκε ο αστικός εθνικισμός και κατ’ επέκταση η πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, σε τυπικές τουλάχιστον ιστορικές περιπτώσεις. Απ’ αυτό συνάγεται αρνητικά, αλλά ξεκάθαρα, ότι η διηνεκής διάσταση έθνους και κράτους στη νεοελληνική ιστορία, ήτοι η αδυνατότητα σύμπτωσης τους με τη μορφή του εθνικού κράτους, αποτελεί αυτή καθ’ αυτή σημείο ελλιπούς ανάπτυξης τού αστικού στοιχείου.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Βέβαια θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς σε θεωρητικό επίπεδο τη δυνατότητα δημιουργίας ενός σύγχρονου (με την αστική έννοια) κράτους, το όποιο ναι μεν δεν θα αγκάλιαζε το σύνολο του έθνους (με την πολιτισμική και φυλετική έννοια), ωστόσο θα αποτελούσε πόλο έλξης του, όντας το πιο προχωρημένο από κοινωνική και πολιτική άποψη τμήμα του. Αν η δυνατότητα αυτή είχε υλοποιηθεί, τότε η διάσταση έθνους και κράτους θα σήμαινε απλώς ότι κάποια τμήματα του έθνους δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν το κράτος και έτσι το έθνος μπόρεσε να εκσυγχρονισθεί, δηλαδή να αστικοποιηθεί, μονάχα στην περιορισμένη εκείνη έκταση πού υπαγόρευαν τα όρια του κράτους. Στην πραγματικότητα όμως έγινε κάτι ουσιαστικά διαφορετικό: το κράτος συγκροτήθηκε κυρίως σε προαστική, ήτοι πατριαρχική κοινωνική βάση, και η συνεχής πίεση που ασκούσε πάνω του το πάντοτε άλυτο εθνικό πρόβλημα επέδρασε ανασχετικά τόσο στην κοινωνική όσο και στην ιδεολογική εκδίπλωση του αστικού στοιχείου. Το γεγονός, ότι το έθνος παρέμεινε μέγεθος ευρύτερο από το κράτος και επομένως ανεξάρτητο από την ιδέα της σύγχρονης θεσμικής οργάνωσης, επέτρεψε και επιβοήθησε την αποσύνδεση του από την αστική αντίληψη του αστικού κράτους. Όταν όμως το έθνος δεν αρθρώνεται ούτε και συλλαμβάνεται ως κράτος με τη σύγχρονη έννοια του κράτους, όπως αύτη διαμορφώθηκε μέσα από την κατάλυση της φεουδαλικής κοινωνίας στην Ευρώπη, τότε είναι πρωτίστως έννοια πατριαρχική, στηρίζεται δηλαδή σε πραγματικούς ή φανταστικούς φυλετικούς και πολιτισμικούς (γλώσσα, θρησκεία) παράγοντες, ενώ η έποψη της οικονομικής του βάσης, της κοινωνικής του υφής και της θεσμικής του οργάνωσης περνά στο περιθώριο. Όπως είναι προφανές, μιά τέτοια έννοια για το έθνος μπορούν να την ενστερνισθούν και να την προβάλλουν κοινωνικές δυνάμεις προαστικές-πατριαρχικές, στρέφοντας την παράλληλα εναντίον της αστικής εκσυγχρονιστικής σύζευξης έθνους και κράτους.

Πηγή: Απόσπασμα από τη εισαγωγή του βιβλίου Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Το πέρασμα από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1995.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης (στα γερμανικά: Panajotis Kondylis· 17 Αυγούστου 1943 – 11 Ιουλίου 1998) υπήρξε Έλληνας φιλόσοφος, συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννήθηκε το 1943 στο Δρούβα Ηλείας, κοντά στην Αρχαία Ολυμπία. Έγραψε κυρίως στα γερμανικά και μετέφραζε ο ίδιος τα βιβλία του στα ελληνικά. Το έργο του τον τοποθετεί στη συνέχεια της παράδοσης των Θουκυδίδη, Νικολό Μακιαβέλι και Μαξ Βέμπερ. Σπούδασε κλασική φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθώς και φιλοσοφία της μεσαιωνικής και σύγχρονης και νεότερης ιστορίας και πολιτικής επιστήμης στα Πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και της Χαϊδελβέργης.[4] Το 1977 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα από το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Στις 21 Μαρτίου 1991 του απονεμήθηκε το «Μετάλλιο Γκαίτε» (Goethe-Medaille), καθώς και το βραβείο του «Ιδρύματος Χούμπολτ» (Humboldt-Stiftung) την ίδια χρονιά. Από το Σεπτέμβριο του 1994 μέχρι τα τέλη Ιουλίου του 1995 υπήρξε Wissenschaftskollege στο Βερολίνο, υπότροφος και εταίρος του Ιδρύματος Ανωτάτων Σπουδών.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: https://www.facebook.com/ARKAS-The-Original-Page-352589524877216/


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/02/06/%CF%80%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1/

Το μέλλον του έθνους στην Ευρώπη του αύριο…


Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης*

Την περασμένη Κυριακή δημοσιεύθηκε το πρώτο μέρος του άρθρου «Το Έθνος στην Πλανητική Εποχή», του οποίου σήμερα δημοσιεύουμε με τη συνέχεια. Το ερώτημα που διατυπωνόταν ήταν: «θα αποδειχθούν το έθνος και το εθνικό κράτος η καλύτερη οργανωτική μορφή, για τη συμμετοχή στον αγώνα κατανομής, θ’ αποτελέσουν την ανταγωνιστικότερη πολιτική και οικονομική μονάδα σε πλανητικό επίπεδο;». Το σημερινό, δεύτερο μέρος του άρθρου, αντιμετωπίζει το ερώτημα αυτό, σε σχέση με την Ευρώπη και τις ιδιαιτερότητές της.

Είναι παράδοξο, και όμως αληθινό: οι μεγάλοι ενδοευρωπαϊκοί πόλεμοι ή σαν δυνατοί, επειδή η Ευρώπη κυριαρχούσε στον κόσμο• σήμερα είναι αδύνατοι επειδή η Ευρώπη έπαψε πια να είναι η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ιστορίας.
Είναι παράδοξο, και όμως αληθινό: οι μεγάλοι ενδοευρωπαϊκοί πόλεμοι ή σαν δυνατοί, επειδή η Ευρώπη κυριαρχούσε στον κόσμο• σήμερα είναι αδύνατοι επειδή η Ευρώπη έπαψε πια να είναι η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ιστορίας.

Σε σχέση με την Ευρώπη, το εθνικό ζήτημα εμφανίζεται περίπλοκο επειδή τα σημαντικότερα έθνη της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης είναι, με πλανητικά μέτρα, μεσαίες Δυνάμεις, δηλ. Δυνάμεις οι οποίες ούτε μπορούν να σταθούν παράμερα ούτε και να διατηρήσουν τη θέση τους αυτοδύναμα το καθένα (πολύ λιγότερο αν το καθένα στραφεί εναντίον των υπολοίπων). Οι Δυνάμεις αυτές συνειδητοποιούν τη νέα κατάσταση πραγμάτων βαθμιαία μόνον, επειδή παλιές νοοτροπίες τις εμποδίζουν να συλλάβουν τις πλανητικές πλέον διαστάσεις των προβλημάτων και επειδή εν μέρει ακόμη ζουν από τα τεράστια αποθέματα της ιμπεριαλιστικής εποχής. Όσο διαρκούσε αυτή η εποχή, ο ανταγωνισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών μεταξύ τους δεν εμπόδισε την οικουμενική επικράτηση της Ευρώπης – απεναντίας μάλιστα: ο ανταγωνισμός ωθούσε προς την επέκταση προκειμένου ο καθένας να μην υστερήσει σε σχέση με την επέκταση των ανταγωνιστών του.

Η κατάσταση αυτή, που κράτησε πάνω από τέσσερις αιώνες, άλλαξε τώρα διπλά: μειώνεται τόσο το ειδικό (οικονομικό, δημογραφικό, γεωπολιτικό) βάρος της Ευρώπης όσο και η κοσμοϊστορική σημασία των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Ο πλανήτης δεν συνομαδώνεται πια γύρω από τον άξονα των ανταγωνισμών αυτών, παρά τα ευρωπαϊκά έθνη υποχρεώνονται τώρα να συνομαδωθούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών. Είναι παράδοξο, και όμως αληθινό: οι μεγάλοι ενδοευρωπαϊκοί πόλεμοι ή σαν δυνατοί, επειδή η Ευρώπη κυριαρχούσε στον κόσμο• σήμερα είναι αδύνατοι επειδή η Ευρώπη έπαψε πια να είναι η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ιστορίας. Αυτό το ωμό γεγονός –και όχι η «λογική» ή οι «πικρές ιστορικές εμπειρίες», όπως λένε οι πανηγυρικές ομιλίες- τοποθετεί σε νέα βάση το πρόβλημα του εθνικισμού στη δυτική και κεντρική Ευρώπη. Αυτό είναι βέβαιο, αβέβαιο παραμένει όμως με ποιες υπερεθνικές οργανωτικές μορφές μπορεί να αντιμετωπιστεί η πρόκληση των καιρών.

Siege of Szigetvar, 1566
Siege of Szigetvar, 1566

Συνέχεια

Ο συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο…


από 

Ας το πάρουμε απόφαση: κερδίζει ο οργανωμένος εγωισμός. Σκίτσο του Αλτάν

Ας το πάρουμε απόφαση: κερδίζει ο οργανωμένος εγωισμός. Σκίτσο του Αλτάν

Κείμενο: Παναγιώτης  Κονδύλης*

Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ένταξη του συντηρητισμού ως κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου στο συνολικό φάσμα των Νέων Χρόνων σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτός δεν συνιστά ιστορική ή ανθρωπολογική σταθερά, παρά ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που συνδέεται με ορισμένη εποχή και με ορισμένο τόπο και που παρέρχεται μαζί μ’ αυτήν την εποχή ή και πριν ακόμη από το τέλος της· και δεύτερον, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί με αφετηρία την εχθρότητα του προς τη γαλλική Επανάσταση, αλλά ότι το καλύτερο είναι να ξεκινήσουμε από την αντιπαράθεση του με ορισμένα ειδοποιά γνωρίσματα των Νέων Χρόνων εν γένει, τα οποία οι συντηρητικοί θεώρησαν ως επαναστατικά. Ακόμα όμως κι αν επικρατούσε συμφωνία πάνω σε τούτη τη διπλή θέση, έτσι χοντρικά διατυπωμένη, και πάλι δεν θα είχαμε κερδίσει πολλά πράγματα από άποψη περιεχομένου, εφ’ όσον δεν θα έχουν προσδιορισθεί με την αναγκαία σαφήνεια τα κρίσιμα για τον προβληματισμό μας χαρακτηριστικά της εποχής, μέσα στην οποία ο συντηρητισμός διαμορφώνεται, δραστηριοποιείται και τελικά αποσυντίθεται —και επί πλέον, εφ’ όσον δεν θα έχει δοθεί ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα ποιες είναι οι έσχατες πηγές της συντηρητικής σκέψης μέσα στην ιστορία της κοινωνίας και των ιδεών.

Γιατί η διαπίστωση, ότι μόνον μέσα από την αντιπαράθεση με ορισμένα γνωρίσματα των Νέων Χρόνων συμπυκνώθηκαν ορισμένες ιδεολογικές θέσεις για να συγκροτήσουν ό,τι εκ των υστέρων ονομάσθηκε «συντηρητισμός», δεν εξυπονοεί eo ipso ότι αυτές γεννήθηκαν ex nihilo και αναγκαστικά μέσα σε τούτη την αντιπαράθεση και εξ αιτίας της. Πράγματι, η ένταση του αγώνα στο προσκήνιο έκαμε να λησμονηθεί το παρασκήνιο της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, έτσι ώστε εύκολα μπορούσε να δημιουργηθεί η οπτική απάτη ότι ο συντηρητισμός —όχι απλώς ως συνεκτικά εκλογικευμένη και εκσυγχρονισμένη κοινωνικοπολιτική στάση, αλλά ήδη ως στοιχειωδώς δομημένος κύκλος ιδεών— δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά την αντιστροφή της (ιδεολογικής και πολιτικής) επανάστασης, άρα κάτι εν τέλει παράγωγο. Ας πούμε ωστόσο προκαταβολικά ότι η καθ’ εαυτήν ευπρόσδεκτη και κατά τα φαινόμενα ήδη επικρατούσα τάση να τοποθετείται χρονικά η απαρχή του συντηρητισμού όχι στην εχθρότητα απέναντι στη γαλλική Επανάσταση, αλλά ήδη στην απόρριψη του ορθολογισμού του Διαφωτισμού, από μόνη της δεν επαρκεί καθόλου, αν θέλουμε να εξαντλήσουμε το ιστορικό και ιδεολογικό του περιεχόμενο· γιατί αφ’ ενός το χρονικό διάστημα, για το οποίο πρόκειται, είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο συνήθως νομίζεται και αφ’ ετέρου έτσι στενεύει κατά τρόπο ολέθριο —ιδιαίτερα σε σχέση με τούτο το πρόβλημα— η προοπτική της κοινωνικής ιστορίας.

Συνέχεια

Εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου…Παναγιώτης Κονδύλης, 1943─1998…


Στίς 11 Ιουλίου του 1998, έφυγε πρόωρα από τη ζωή ο Παναγιώτης Κονδύλης. Με την αφορμή αυτή αναδημοσιεύουμε την εκτενή συνέντευξη που έδωσε στον Σπύρο Τσακνιά για το περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, (Απρίλιος 1998).


Παναγιώτης Κονδύλης, Σπύρος Τσακνιάς, Αιμίλιος Καλιακάτσος, 1997

Παναγιώτης Κονδύλης, Σπύρος Τσακνιάς, Αιμίλιος Καλιακάτσος, 1997

Παναγιώτης Κονδύλης: Εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου

Σπύρος Τσακνιάς: Ο αναγνώστης των βιβλίων και των άρθρων σας παρατηρεί τελευταία ένα είδος στροφής του στοχασμού σας προς την πολιτική ανάλυση. Πού αποδίδετε αυτή τη στροφή;

Παναγιώτης Κονδύλης: Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης δεν συμπίπτει αναγκαστικά με την ορατή χρονολογική σειρά των δημοσιεύσεων: Τα πρώτα μου βιβλία πραγματεύονταν, βέβαια, θέματα που σύμφωνα με τις συχνά παραπλανητικές τρέχουσες ταξινομήσεις θεωρούνται «φιλοσοφικά» ή πάντως «θεωρητικά». Όμως στην πραγμάτευση αυτών των θεμάτων δεν με ώθησε το αποκλειστικό ενδιαφέρον για τη «φιλοσοφία» και η ανυπαρξία πολιτικών ενδιαφερόντων, αλλά πολύ περισσότερο ένας προβληματισμός συνυφασμένος εξ αρχής με την πολιτική, τόσο υπό την ευρεία όσο και υπό την στενότερη έννοια του όρου. Η Γένεση της Διαλεκτικής, όπου ψιλοκοσκινίζονται οι πιο αφηρημένες φιλοσοφικές έννοιες του μετακαντιανού γερμανικού ιδεαλισμού, προέκυψε π.χ. από την επίμονη διερεύνηση των πνευματικών ριζών και προϋποθέσεων του μαρξισμού, η οποία εν πορεία έγινε διερεύνηση της προϊστορίας του εγελιανισμού ως μιας από τις μήτρες του μαρξισμού. Στο παράδειγμα αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές, νομίζω, πώς πολιτικά ενδιαφέροντα μετοχετεύονται φυσικότατα σε φιλοσοφικές αναζητήσεις ακόμα και με την πιο τεχνική έννοια του όρου – αν, εννοείται, η ανάγκη της εμβάθυνσης και της διεύρυνσης γίνεται επιτακτικά αισθητή. Μολονότι τα εξωτερικά ερεθίσματα δεν δρουν από μόνα τους όπου λείπουν οι προσωπικές προδιαθέσεις και κλίσεις, οφείλω να πω ότι η ενασχόληση με τη μαρξιστική θεωρία, εφ’ όσον δεν αποτελούσε απλώς τροφή για τον κορεσμό ιδεολογικών-εσχατολογικών αναγκών, παρείχε ένα περιεκτικό πνευματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η συνύπαρξη και η αλληλοσυμπλήρωση φιλοσοφικών και πολιτικών ενδιαφερόντων ήταν περίπου αυτονόητη.

Ωστόσο εικάζω ότι εσείς υπονοείτε κάτι πιο συγκεκριμένο, δηλαδή τις αναλύσεις της πλανητικής πολιτικής που δημοσίευσα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Προτού φτάσω εκεί, επιβάλλεται και μιά δεύτερη εισαγωγική παρατήρηση. Τα παλαιότατα πολιτικά ενδιαφέροντα, για τα οποία μίλησα, δεν είχαν εξαντληθεί στην επισταμένη παρακολούθηση της τρέχουσας εγχώριας και διεθνούς πολιτικής, αλλά είχαν επεκταθεί σε μιαν ουσιαστική μελέτη της αρχαίας και νεώτερης πολιτικής θεωρίας, οι καρποί της οποίας συγκεντρώθηκαν σε μιαν εκτεταμένη μελέτη για τον Machiavelli και αργότερα στη μονογραφία μου για την συντηρητική ιδεολογία· στον ίδιο κύκλο ανήκει η εργασία μου για τον Montesquieu, η οποία είχε σχεδιασθεί πολύ πριν από τη συγγραφή και τη δημοσίευση της. Τη γέφυρα ανάμεσα στη μελέτη της πολιτικής θεωρίας και στην αδιάλειπτη παρακολούθηση των πολιτικοστρατιωτικών εξελίξεων την έριχνε η ενασχόληση με τους καλύτερους σύγχρονους μελετητές των διεθνών σχέσεων ανάμεσα τους αξίζει ιδιαίτερη μνεία ο RaymondAron, όχι μόνο για τη νηφαλιότητα και το υψηλό πνευματικό του ήθος, αλλά και για την ευρύτερη κοινωνιολογική και φιλοσοφική του παιδεία. Σχεδόν αναπόδραστα και ανεπαίσθητα συντελέστηκε από δω και πέρα η αύξουσα εξοικείωσή μου με τα προβλήματα της στρατηγικής, της γεωπολιτικής και της στρατιωτικής ιστορίας. Το βιβλίο μου για τη Θεωρία του πολέμου (πρωτοδημοσιεύθηκε στη Γερμανία το 1988) δεν συνιστά απλώς μιά νέα ερμηνεία του Clausewitz και έναν επαναπροσδιορισμό των βασικών μορφών του νεώτερου πολέμου, αλλά και μιαν εφαρμογή της θεωρητικής συγκομιδής σε ουσιώδη στρατηγικά ζητήματα του Ψυχρού Πολέμου, όπως π.χ. τέθηκαν κατά τη διαμόρφωση του τότε ισχύοντος σοβιετικού στρατιωτικού δόγματος.

Συνέχεια