Ο Ουμπέρτο Έκο και οι μάχες στο όνομα των θρησκειών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

«Το όνομα του ρόδου» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1980. Προκάλεσε πάταγο και τιμήθηκε στη χώρα του, την επόμενη χρονιά, με το βραβείο Strega και το 1982 στη Γαλλία με το βραβείο Medicis Etranger ως καλύτερο ξενόγλωσσο έργο. Αν και πέρασαν περισσότερα από τριάντα χρόνια εξακολουθεί να πουλά σε όλο τον κόσμο και για πολλούς είναι το καλύτερό μυθιστόρημα του Έκο. Δεν είναι η αριστοτεχνική ιστορική αναπαράσταση του μεσαίωνα που απογειώνει το έργο, ούτε η ασφυκτική οικονομία του χρόνου που φιλοξενεί τη δράση – όλα εκτυλίσσονται σε εφτά μόνο μέρες – ούτε η πρωτοπρόσωπη, ημερολογιακή καταγραφή των γεγονότων από τον Άντσο (που μαζί με τον Γουλιέλμο πλαισιώνουν το δίδυμο των κεντρικών χαρακτήρων), ούτε καν η αστυνομική πλοκή που κάνει το ρυθμό δαιμονισμένο. Είναι η ισορροπία που καταφέρνει να συνταιριάξει όλα τα παραπάνω, σαν κονσέρτο καλά δουλεμένο. Ο Έκο ελίσσεται ανάμεσα σ’ ένα βουνό αρχειακού υλικού, που ξεγυμνώνει το μεσαίωνα, και στους κανόνες γραφής που μπορούν να καθηλώσουν το σύγχρονο αναγνώστη. Η βραδύτητα του μεσαιωνικού μυστικισμού από τη μια και η ταχύτητα των φονικών εξελίξεων του αστυνομικού μυστηρίου από την άλλη, ξετυλίγουν ένα αγωνιώδες σήμα κινδύνου – που αφορά αποκλειστικά το παρόν – αποκλείοντας και την ελάχιστη παραφωνία. Γιατί όλο το μείγμα της μεσαιωνικής ανάπλασης και των δολοφονικών προεκτάσεων που κινούν τα νήματα της ιστορίας δεν θα είχαν κανένα ενδιαφέρον, πέρα από την προφανή ψυχαγωγική εμπειρία, αν δεν μετουσίωναν τη δράση σε κάτι βαθύτερο, κάτι περισσότερο δραματικό και υπόγειο, την ιδεολογική απόκλιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων που μόνο ως διεκδίκηση εξουσίας μπορούν να έχουν υπόσταση.

«Το όνομα του ρόδου» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1980. Προκάλεσε πάταγο και τιμήθηκε στη χώρα του, την επόμενη χρονιά, με το βραβείο Strega και το 1982 στη Γαλλία με το βραβείο Medicis Etranger ως καλύτερο ξενόγλωσσο έργο.
«Το όνομα του ρόδου» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1980. Προκάλεσε πάταγο και τιμήθηκε στη χώρα του, την επόμενη χρονιά, με το βραβείο Strega και το 1982 στη Γαλλία με το βραβείο Medicis Etranger ως καλύτερο ξενόγλωσσο έργο.

   Ο νεαρός Άντσο μαθητεύει στον σοφό και καταξιωμένο Φραγκισκανό, τον Γουλιέλμο της Μπάσκερβιλ, σε μια ασαφή και μυστηριώδη αποστολή που αφορά αρχαία αβαεία, ώσπου φτάνουν στο τρομερό Οικοδόμημα, «…ένα οκταγωνικό κτίριο που από μακριά έμοιαζε τετράγωνο…….η απρόσιτη τοποθεσία του το έκανε πιο τρομερό και άξιο να γεννήσει το φόβο στον ταξιδιώτη που το πλησίαζε σιγά- σιγά. Ευτυχώς, εκείνο το καθαρό χειμωνιάτικο πρωινό, το κτίριο δεν μου φανερώθηκε με τη μορφή που το είδα τις ημέρες της θύελλας». Η καθαρά μεσαιωνική λεπτομερής περιγραφή του κτιρίου, σε συνδυασμό με την υπόθεση που δεν αργεί να αποκαλυφθεί και που αφορά μυστηριώδεις θανάτους μοναχών, δεν είναι παρά οι συνθήκες του μακάβριου που πλαισιώνουν το ανατριχιαστικό ενός θρίλερ. Το μυστηριακό δηλαδή του 14ου αιώνα και η εκφοβιστική, στα όρια του παραλυτικού δέους, αρχιτεκτονική, δεν εξυπηρετούν απλώς την μυθιστορηματική ανάπλαση μιας εποχής που θα ανασύρει την κεντρική ιδέα της έννοιας των θρησκειών, αλλά αποτελούν και το ιδανικότερο σκηνικό της αστυνομικής υποδομής που θα λειτουργήσει σύμφυτα με το μεταφυσικό τρόμο. Η ίδια η παρουσίαση του Γουλιέλμου ως αστυνομική ιδιοφυία, που, θυμίζοντας Σέρλοκ Χολμς, επισκιάζει τους πάντες επιδεικνύοντας πρωτοφανές πνευματικό εκτόπισμα, προοιωνίζει μια σύγκρουση, που, μοιραία, θα πάρει προσωπικό χαρακτήρα, χωρίς όμως να υπονομεύσει ούτε στο ελάχιστο την κοινωνική της διάσταση. Γιατί ο Γουλιέλμος δεν είναι απλά ένα εργαλείο εξιχνίασης μυστηρίων που θα προωθήσει το μύθο, είναι η φωνή της λογικής μέσα στην εποχή του παραλόγου. Είναι ο ορθολογισμός μες το μεταφυσικό ντελίριο. Είναι ο άνθρωπος που παραγκωνίζοντας κάθε φόβο αναζητά την αλήθεια μέσα στα γεγονότα και μόνο τα γεγονότα. Υπό αυτές τις συνθήκες, σχεδόν αναγκαστικά, δεν συγκρούεται με το μυστηριώδη δολοφόνο του μοναστηριού που σκορπά τον τρόμο, συγκρούεται μ’ ένα ολόκληρο πλέγμα φανατισμού που μόνο η παραφροσύνη μπορεί να συνθέσει. Σε ελάχιστες μόνο σελίδες, ο Έκο, καταφέρνει τα πάντα. Και το ιστορικό πλαίσιο και την δημιουργία ατμόσφαιρας και το καταλληλότερο σκηνικό και την παρουσίαση των ηρώων και την απαραίτητη ψυχολογική διαμόρφωση του αναγνώστη μπροστά στο μυστηριώδες που ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί και που μόνο η καχυποψία μπορεί να εκφράσει.

Il nome della rosa (1985) (Το όνομα του Ρόδου). Συνοδεύτηκε από το "Επιμύθιο στο όνομα του Ρόδου".
Il nome della rosa (1985) (Το όνομα του Ρόδου). Συνοδεύτηκε από το «Επιμύθιο στο όνομα του Ρόδου».

 Ο χειρισμός των κλασικών μεσαιωνικών μυστηριακών στερεοτύπων λειτουργούν τόσο ανώδυνα φυσικά που όχι απλώς δεν κουράζουν, ως κοινότοπα τερτίπια, αλλά κρίνονται μάλλον απαραίτητα καθώς επιτείνουν αυτόν ακριβώς τον ιδανικό συνδυασμό της δράσης και του ιστορικού πλαισίου. Εξάλλου, όλοι οι μηχανισμοί είναι τόσο καλά μελετημένοι που αποκλείουν οποιαδήποτε παραδρομή. Η σκηνή του λαβυρίνθου στη βιβλιοθήκη, πέρα από αναμφισβήτητο αποκορύφωμα δράσης, αποτελεί τεκμηριωμένη μελέτη, αφού ο Έκο, όπως ομολογεί και στο Επιμύθιο, μελετούσε την αρχιτεκτονική του λαβυρίνθου για μήνες αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του αερισμού του, ζήτημα υψίστης σημασίας για την εξέλιξη. Η εξονυχιστική περιγραφή του επιβεβαιώνει την, από θέση αρχής, διάθεση του Έκο να λεπτολογήσει σε βάθη, που μόνο η συστηματικότητα της επιστημονικής τεκμηρίωσης μπορεί να φτάσει. Γιατί ο λαβύρινθος δεν έπρεπε να είναι αληθοφανώς πειστικός, αλλά ολοκληρωμένη αλήθεια. Και κάπως έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αναπαράσταση που καθρεφτίζει τόσο χειροπιαστά μια εποχή που ξεπερνά κάθε μυθιστορία και γίνεται πραγματικό ντοκουμέντο. Γιατί ιστορία τελικά δεν είναι μόνο η καταγραφή των γεγονότων, αλλά η ερμηνεία τους (θα λέγαμε κυρίως η ερμηνεία τους) κι ο Έκο ερμηνεύει ξεδιπλώνοντας τα πλοκάμια ενός μοναστηριακού χρονικού που συμπυκνώνει όλες τις μεσαιωνικές αλήθειες. Η αποκάλυψη όλου αυτού του αλαφιασμένου τσούρμου, των τρελών, των φανατικών, των φοβισμένων και των απόκληρων και η κλειστοφοβία του αδιαπέραστου μοναστηριακού τοίχους, με όλη τη φρικαλέα θεατρικότητά του, δεν είναι παρά ένα βασανιστικό οδοιπορικό ήττας, που δεν μπορεί παρά να προεξοφλεί τη συθέμελη εξαφάνιση. Το τελικό κάψιμο του μοναστηριού, πέρα από τη θεαματικότητα, λειτουργεί κι ως επιστέγασμα της καταστροφής που ήταν δεδομένη από την πρώτη σελίδα.

Σκηνή από την ταινία Il nome della rosa (1980) (Το όνομα του Ρόδου)
Σκηνή από την ταινία Il nome della rosa (1980) (Το όνομα του Ρόδου)

        Η θρησκεία δεν είναι παρά το νήμα που ενώνει όλες αυτές τις πτυχές της μεσαιωνικής τρέλας. Ο θρησκευτικός φανατισμός παίρνει τη μορφή ταγμάτων, αιρέσεων, αιματηρών συγκρούσεων, βασανιστηρίων και κάθε είδους ακρότητας που μετουσιώνεται σε άκαμπτη ιδεολογία. Αυτό που μονίμως αναζητείται, μέσα από λουτρά αίματος, είναι η καθαρότητα της πίστης, δηλαδή η θρησκευτική ακεραιότητα. Όλοι διεκδικούν τη μοναδική αλήθεια χωρίς το ελάχιστο ίχνος ανοχής. Όλοι είναι διατεθειμένοι να θυσιαστούν για την θρησκευτική αλήθεια που πρεσβεύουν. Όλοι αντανακλούν το πρωτόγονο της ύπαρξης, υπηρετώντας βουνά βαρβαρότητας στο όνομα ενός θεού που, αναντίρρητα, πρεσβεύει την αγάπη. Όμως, το παράλογο του θρησκευτικού φανατισμού είναι αδύνατο να ερμηνευτεί ως αποκλειστική μεταφυσική πεποίθηση, κι αυτό ο Έκο το ξέρει καλά. Παρακολουθώντας την εξουσία του Πάπα βρισκόμαστε μπροστά στον καταφανέστατο κοσμικό της χαρακτήρα. Μαζεύει τον πλούτο, κινεί το στρατό, διορίζει διαχειριστές εξουσίας, καθορίζει σχεδόν αποκλειστικά τα πολιτικά παιχνίδια, εξαπολύει πολέμους, βάζει φόρους, υποδουλώνει λαούς. Μπροστά στην απόλυτη παπική κυριαρχία αρχίζουν να υψώνονται φωνές που διεκδικούν αναμφίβολα κοσμικά δικαιώματα. Διεκδικούν να διαχειρίζονται τις τύχες τους, διεκδικούν δηλαδή ανεξαρτησία, και το κυριότερο, οικονομική αυτονομία. Το θρησκευτικό πεδίο ήταν η μόνη συγκρουσιακή διέξοδος, καθώς μόνο η θρησκευτική διαφωνία μπορούσε να κλονίσει την παπική κυριαρχία. Η θρησκεία, λειτουργώντας ως απόλυτος εξουσιαστικός μηχανισμός, νομιμοποιούσε τον Πάπα, ως ελέω θεού, να απομυζεί ολόκληρη την Ευρώπη. Ο μόνος τρόπος απαλλαγής ήταν η δημιουργία ενός νέου ελέω θεού που μόνο η θρησκευτική διαφωνία θα νομιμοποιούσε. Γι’ αυτό ήταν τόσο επικίνδυνες οι αιρέσεις. Γι’ αυτό ήταν τόσο αμείλικτοι οι θρησκευτικοί αγώνες. Γιατί στην ουσία ήταν πολιτικοί, κρυμμένοι κάτω από το θρησκευτικό προσωπείο. Η θρησκεία, ως καθαρό μέσο εξουσίας διεκπεραίωνε κάθε οικονομική διεκδίκηση. Η Ευρώπη, χωρισμένη σε θρησκευτικές – οικονομικές φατρίες πάλευε μέχρις εσχάτων σ’ ένα κλίμα μεταφυσικής νοσηρότητας. Ο μεσαίωνας ως αποθέωση της θρησκευτικής κυριαρχίας καταφανούς κοσμικού προσανατολισμού, δεν είναι παρά η κοινωνιολογική προσέγγιση των θρησκειών, που σχεδόν πάντα κρύβουν κοσμική δύναμη. Οι θρησκείες, ως καταλυτικός μηχανισμός συσπείρωσης ανθρώπων είναι αναγκασμένες, θα λέγαμε σχεδόν εξ ορισμού, να έχουν δύναμη εξουσίας, δηλαδή πολιτική απόχρωση. Κάθε ιδέα που συσπειρώνει τις μάζες κρύβει κοινωνική δύναμη, αφού η ίδια η έννοια των μαζών αποτελεί δύναμη καθώς εύκολα μετατρέπεται σε στρατό. Όσο περισσότερο κόσμο συσπειρώνει μια ιδέα τόσο μεγαλύτερη κοινωνική απήχηση έχει, δηλαδή τόσο μεγαλύτερη ισχύ. (Ακόμη και οι οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων αποτελούν δύναμη εξουσίας που φυσικά καρπώνεται η ίδια η ομάδα.) Η καθαρότητα που διεκδικούν οι θρησκείες και η πεποίθηση της μοναδικής αλήθειας που πρεσβεύουν δεν είναι παρά ο ίδιος μεσαιωνικός μηχανισμός που διαχωρίζει τις φατρίες. Που επισημοποιεί δηλαδή τα σύνορα της εμβέλειας της μιας θρησκευτικής εξουσίας από την άλλη. Όσο για την τακτική της καθαρότητας των ιδεών και της κατοχής της αλήθειας, την παρακολουθούμε σε μόνιμη βάση και σε πολιτικούς χώρους που μ’ αυτό τον τρόπο οριοθετούν είτε την υπεροχή τους, καθιστώντας την ιδεολογία εμπόρευμα, που (φυσικά) μόνο αυτοί κατέχουν, είτε το διαχωρισμό τους από άλλους, δηλαδή την οριοθέτηση του δικού τους μαγαζιού. Η λειτουργία των θρησκειών με πολιτικούς όρους και η χρήση θρησκευτικών στρατηγικών από πολιτικούς χώρους είναι η απονέκρωση του πολιτικού λόγου, δηλαδή η έσχατη πολιτική ανωριμότητα.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2013/06/27/%CE%BF-%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CE%BA%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CF%89/

Ο Ουμπέρτο Έκο, το εκκρεμές και η επιστήμη της ανιστορικότητας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

«Το εκκρεμές του Φουκώ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε το 1988, οχτώ χρόνια μετά το «Όνομα του Ρόδου».
«Το εκκρεμές του Φουκώ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε το 1988, οχτώ χρόνια μετά το «Όνομα του Ρόδου».

«Το εκκρεμές του Φουκώ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο και κυκλοφόρησε το 1988, οχτώ χρόνια μετά το «Όνομα του Ρόδου». Αν «το Όνομα του Ρόδου» αφορούσε το θρησκευτικό φανατισμό και την απήχηση της μεταφυσικής αλήθειας που προβάλλεται ως μοναδική αλήθεια και που δεν είναι παρά η συγκάλυψη της διεκδίκησης εξουσίας με καθαρά κοσμικό προσανατολισμό, το «Εκκρεμές του Φουκώ» είναι η επιβολή της παράπλευρης ιστορίας (θα λέγαμε της παραϊστορίας), που στηρίζεται αποκλειστικά στο ανυπόστατο και που αφορά την παγκόσμια συνωμοσιολογία παρασύροντας τις μάζες και τσαλαπατώντας κάθε λογική (για την ακρίβεια καθιστώντας άχρηστη κάθε λογική), αφού η λογική δεν αποτελεί κριτήριο ερμηνείας του κόσμου, αλλά τροχοπέδη του αχαλίνωτου, που η παράπλευρη ιστορία εμπορεύεται με επαγγελματικούς όρους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ιστορία χάνει κάθε νόημα, αφού μόνο η ομαδική παραφροσύνη κρίνεται ικανοποιητική. Το περιττό της αλήθειας επιβεβαιώνεται καθημερινά, αφού μόνο ο προσωπικός μύθος νοηματοδοτεί την ύπαρξη απελευθερώνοντας δυνάμεις πρωτοφανείς, που λειτουργούν μέχρις εσχάτων για την αναπαραγωγή του. Όμως κανένα ατομικό παραμύθι δεν ευδοκιμεί αν δεν ενταχθεί στη συλλογικότητα. Το συλλογικό παραμύθι δεν είναι απλώς η ταύτιση των ατομικών παραμυθιών, είναι ο ενωτικός κρίκος χιλιάδων υπάρξεων που αναζητούν νόημα, δηλαδή δρόμο για την επιβίωση. Η κατάργηση του ομαδικού μύθου δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που λέμε σύγκρουση ιδεών ή πολιτισμών ή οπτικών ή οτιδήποτε τέτοιο, είναι η προσωποποιημένη απειλή της ίδιας της ύπαρξης και γι’ αυτό πρέπει να εξοντωθεί. Το ομαδικό παραμύθι είναι η συναισθηματική έξαρση που περιχαρακώνει την ομάδα, είναι δηλαδή η ιδεολογική ασφάλεια του αληθούς (που μόνο η συλλογικότητα εξασφαλίζει), η επιβεβαίωση της συμμετοχής και η εξασφάλιση της αντιπαλότητας με τις υπόλοιπες ομάδες. Η αντιπαλότητα είναι εξίσου απαραίτητη με την υιοθέτηση της αλήθειας, αφού αλήθεια χωρίς εχθρούς στερείται υπόστασης. Η λογική, που από θέση αρχής, ελέγχει τα συναισθήματα, απαξιώνεται, ας πούμε θυσιάζεται, μπροστά στα συναισθηματικά κέρδη της ένταξης, που αναμφισβήτητα είναι προτιμότερα. Καθίσταται δηλαδή περιττή, όπως και κάθε αλήθεια, εξυψώνοντας το παράλογο ως μοναδικό παράγοντα συμπεριφοράς. Κάπως έτσι φτάνουμε μπροστά σε μια νέα μεταφυσική, που βασίζεται στους ίδιους θρησκευτικούς μηχανισμούς και αφορά τις ραδιουργίες των αντιπάλων, σατανικά σχέδια, σκοτεινές συνωμοσίες, απόκρυφα μυστικά, κωδικοποιημένα μηνύματα και πάει λέγοντας, που τελικά δεν είναι παρά οι εκδοχές της ίδιας νοσηρής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της κατοχής του μυστικού, δηλαδή της άκρατης γνώσης που η μοναδικότητά της σηματοδοτεί όλο το κύρος της ύπαρξης. Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι μόνο η ανάγκη της κλειδαρότρυπας. Είναι η αποκατάσταση της ματαιωμένης αλήθειας που όσο λιγότεροι τη γνωρίζουν, τόσο πιο σπουδαία είναι. Ο κοινωνός του μυστικού είναι ο ξεχωριστός άνθρωπος που οφείλει να το διαλευκάνει μέχρι τέλους. Με δυο λόγια, οι θεωρίες συνωμοσίας καλύπτουν ένα τεράστιο κενό της ύπαρξης. Μετουσιώνουν την υπόστασή της σε κάτι πέρα από αυτήν, που είναι αόρατο και άυλο και που ταυτόχρονα την καθορίζει με καθαρά μεταφυσικές δομές, προεκτείνοντας κάθε πεδίο δράσης σε αναζήτηση του εσφαλμένου, που μόνο η συνωμοτικότητα των εχθρικών κύκλων μπορεί να εξηγήσει. Κι αυτό, αφού λειτουργεί ως πεμπτουσία της γνώσης, αναπόφευκτα γίνεται και πεμπτουσία της υπεροχής.

Αποκρυφισμός, κωδικοποιημένα μηνύματα, ιερά σύμβολα, μυστικιστικοί αριθμοί, υπόγειες δραστηριότητες, περιζήτητοι χάρτες, Ροδόσταυροι, Ναϊτες, μυστικές συναντήσεις, μια παγκόσμια πλεκτάνη. Η δουλειά πάει ρολόι και τα κορόιδα συρρέουν. Μια φλέβα χρυσού.
Αποκρυφισμός, κωδικοποιημένα μηνύματα, ιερά σύμβολα, μυστικιστικοί αριθμοί, υπόγειες δραστηριότητες, περιζήτητοι χάρτες, Ροδόσταυροι, Ναϊτες, μυστικές συναντήσεις, μια παγκόσμια πλεκτάνη. Η δουλειά πάει ρολόι και τα κορόιδα συρρέουν. Μια φλέβα χρυσού.

Ο Έκο, βαθύς γνώστης της συνωμοσιολογικής – παραθρησκευτικής αναγκαιότητας, φέρνει στο φως το «Εκκρεμές του Φουκώ» ως ιστορική φάρσα που επιβεβαιώνει την ολοκληρωτική επικράτηση του παραλόγου. Εκδοτικός οίκος που παραπαίει οικονομικά εστιάζει τη θεματολογία του σ’ αυτό που λέμε παγκόσμια συνωμοσία, εκμεταλλευόμενος συγγραφείς ψώνια που πληρώνουν αδρά για να εκδώσουν τις αποκαλύψεις τους. Αποκρυφισμός, κωδικοποιημένα μηνύματα, ιερά σύμβολα, μυστικιστικοί αριθμοί, υπόγειες δραστηριότητες, περιζήτητοι χάρτες, Ροδόσταυροι, Ναϊτες, μυστικές συναντήσεις, μια παγκόσμια πλεκτάνη. Η δουλειά πάει ρολόι και τα κορόιδα συρρέουν. Μια φλέβα χρυσού. Με πρωτοφανή κυνισμό ο ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια το χειρισμό του κορόιδου μέχρι να του αποσπάσει τα λεφτά. Επιτηδευμένη ευγένεια, άκρατη σοβαρότητα, χειριστικοί τρόποι, αναγνώριση της εκδοτικής σπουδαιότητας του έργου, οικονομικές δυσκολίες, ανάγκη χρηματοδότησης, βεβαίωση επιστροφής των χρημάτων με τις πωλήσεις, αποδεικτικά στοιχεία της τεράστιας εμπορικότητας του οίκου, τύπωμα του βιβλίου με ελάχιστο κόστος κι επιστροφή των βιβλίων στο συγγραφέα, γιατί δυστυχώς οι ανάγκες της αγοράς και η ανωριμότητα του κοινού δεν έφεραν τα αναμενόμενα. Σ’ ένα ντελίριο ιλαρότητας, οι υπάλληλοι του εκδοτικού οίκου εκδίδουν κι ένα δικό τους βιβλίο πρωτοφανούς αναξιοπιστίας, μπλέκοντας τα πάντα σ’ ένα παραλήρημα ανιστορικότητας. Η κατασκευή των μύθων με τις ημερομηνίες που πάντα αποκαλύπτουν τα υπόγεια μηνύματα της συνωμοσίας δεν είναι παρά προσθέσεις κι αφαιρέσεις: «Τριάντα έξι ιππότες για τον καθένα από τους έξι τόπους μας κάνει 216, του οποίου το εσωτερικό άθροισμα είναι 9. Και καθώς οι αιώνες είναι έξι, αν πολλαπλασιάσουμε το 216 με το 6 έχουμε 1296, του οποίου το εσωτερικό άθροισμα είναι 18, δηλαδή τρεις φορές έξι, 666». Η εμπλοκή του Χίτλερ και του Σαίξπηρ στα πλοκάμια της παγκόσμιας συνωμοσιολογίας είναι ο χλευασμός του Έκο που γίνεται απροκάλυπτος και τερατώδης. Δεν υπάρχει ιστορική περίοδος που να μην παρερμηνεύεται, ημερομηνία που να μην προσθαφαιρείται, ιστορικό πρόσωπο που να μην εμπλέκεται, σ’ ένα ντελίριο ειρωνείας. Τα αληθινά ιστορικά ψήγματα που υπάρχουν υπηρετούν το στήσιμο της εξωφρενικότητας, που είναι καταδικασμένη στην επιτυχία. Όσο πιο εξωφρενικό, τόσο πιο πιστευτό. Η άκρατη υπερβολή σηματοδοτεί την κωμικότητα ενός παραλόγου που μόνο κωμικό δεν είναι. Η δαιμονισμένη πλοκή, το αδυσώπητο ανθρωποκυνηγητό και η τελική συντριβή των ηρώων από τη δύναμη της ίδιας τους της φάρσας, δεν είναι παρά το ανίκητο της ομαδικής παραφροσύνης που θα εκδηλωθεί σχεδόν νομοτελειακά κι όσο εναρμονισμένο είναι το τερατώδες της ανιστορικότητας με το ενδιαφέρον των συνωμοσιολάγνων, άλλο τόσο εναρμονίζεται και η υπερβολή της δράσης με την πραγματικότητα. Γιατί η ομαδική παραφροσύνη δεν θα μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο μ’ αυτό το τσούρμο των τρελών και των απόκληρων, των ολοκληρωτικά κατεστραμμένων ανθρώπων. Γιατί το αμείλικτο της αλήθειας δεν θα μπορούσε να διοχετευτεί παρά με την άκρατη βαρβαρότητα που μοιραία γεννάνε τα άκρα. Γιατί η τρέλα απαξιώνει όλα τα όρια και κάπως έτσι κλονίζονται ακόμα και οι ήρωες του Έκο, αφού παραπαίουν στο ανεξέλεγκτο που ορίζει η λαγνεία του μυστικού: «Μια συνωμοσία, για να είναι συνωμοσία, οφείλει να είναι μυστική. Είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε πως υπάρχει κάποιο μυστικό για να μη νιώθουμε πια απογοητευμένοι……..Υπάρχει άραγε κάποιο μυστικό τόσο ακτινοβόλο; Βεβαίως, αρκεί να μην το γνωρίσεις ποτέ. Αν αποκαλυφθεί, δεν μπορεί παρά να μας απογοητεύσει……».

Η λαγνεία του μυστικού δεν είναι παρά η διαρκής αναζήτηση αιτίων που ρυθμίζουν τον κόσμο και που αναγκαστικά κρύβουν κάτι αποκρουστικό, κάτι προκαθορισμένο και ραδιούργο. Μιλάμε για θεωρίες συνωμοσίας που αφορούν Εβραίους, Μασόνους κτλ.
Η λαγνεία του μυστικού δεν είναι παρά η διαρκής αναζήτηση αιτίων που ρυθμίζουν τον κόσμο και που αναγκαστικά κρύβουν κάτι αποκρουστικό, κάτι προκαθορισμένο και ραδιούργο. Μιλάμε για θεωρίες συνωμοσίας που αφορούν Εβραίους, Μασόνους κτλ.

Η λαγνεία του μυστικού δεν είναι παρά η διαρκής αναζήτηση αιτίων που ρυθμίζουν τον κόσμο και που αναγκαστικά κρύβουν κάτι αποκρουστικό, κάτι προκαθορισμένο και ραδιούργο. Μιλάμε για θεωρίες συνωμοσίας που αφορούν Εβραίους, Μασόνους κτλ. Για τελετουργικά και ιστορικά μυστικά και δεσμούς αίματος και μαγείες και μυστικές χειρονομίες. Γιατί οι καθημερινές κακοτυχίες πρέπει να αποδοθούν κάπου και γιατί σίγουρα υπάρχει κάποιο μυστικό που τις ερμηνεύει: «Το ίδιο ισχύει για την καθημερινή μας ζωή. Όπως τα κραχ στο χρηματιστήριο. Συμβαίνουν επειδή όλοι κάνουν από μια λανθασμένη κίνηση, κι όλες οι λανθασμένες κινήσεις μαζί δημιουργούν πανικό. Κι έπειτα, όποιος δεν έχει γερά νεύρα αναρωτιέται: μα ποιος οργάνωσε αυτή τη συνωμοσία, ποιον ωφελεί; Κι αλίμονο αν δε βρεις έναν εχθρό που συνωμότησε, θα νιώσεις ένοχος. Ή μάλλον, επειδή νιώθεις ένοχος, επινοείς μια συνωμοσία ή πολλές. Και για να τις νικήσεις πρέπει να οργανώσεις τη δική σου συνωμοσία». Κι εδώ βέβαια δεν μιλάμε για τα δεδομένα συμφέροντα των ισχυρών, ούτε για τα επίσης δεδομένα πολιτικά παρασκήνια ή τη διαπλοκή της πολιτικής κλπ. Μιλάμε για τις αναπόδεικτες θεωρίες παραθρησκευτικού χαρακτήρα, που παραφράζουν συνειδητά την ιστορία και σπέρνουν τον πανικό κινδυνολογώντας. Που ξέρουν να απευθύνονται στις μάζες κάνοντας το λαϊκισμό επάγγελμα και διαχωρίζοντας τον κόσμο πάντα εθνικά και ποτέ ταξικά. Που η δημιουργία εχθρών είναι το βασικότερο μέλημά τους και που μοιραία αποκτούν φασίζουσες διαστάσεις, αφού υποθάλπουν την ψεύτικη εθνική έπαρση και το φόβο. Που εμπορεύονται την επιστημονική ανιστορικότητα ανακατεύοντας τον εθνικισμό με τη συνωμοσιολαγνεία. Και φυσικά, ύψιστη φροντίδα είναι ο εχθρός να μην κατονομάζεται ποτέ. Γιατί αν κατονομαστεί χάνει το μυστήριο. Το ορατό δεν ενδείκνυται για συνωμοσίες.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2013/07/01/%CE%BF-%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CE%BA%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84/

Ουμπέρτο Έκο – Τι είναι η φιλοσοφία…


Το παρακάτω κείμενο είναι το πρώτο μέρος της εισαγωγής στον πρώτο τόμο της σειράς Ιστορία της Φιλοσοφίας, σε επιστημονική επιμέλεια Ουμπέρτο Έκο και Ρικάρντο Φεντρίγκα. Η μετάφραση στα ελληνικά είναι της Βασιλικής Πατίκα, από την ειδική έκδοση για την εφημερίδα Το Βήμα.

Τι είναι η φιλοσοφία

του Ουμπέρτο Έκο

Αν αφήσουμε στην άκρη την αρχική ετυμολογία, σύμφωνα με την οποία «φιλοσοφία» σημαίνει «αγάπη για τη σοφία», το να ορίσουμε τη φιλοσοφία είναι δύσκολο, δεδομένου ότι το νόημα της λέξης αλλάζει ανά τους αιώνες. Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν ότι ο άνθρωπος ξεκίνησε να φιλοσοφεί (όπως έλεγε ο Αριστοτέλης) ως αντίδραση στα παράδοξα φαινόμενα, αλλά σε παράδοξα φαινόμενα απαντά η ερώτηση «ποιος έχει κάνει όλα όσα μας περιστοιχίζουν;» (ερώτηση οπωσδήποτε φιλοσοφική, αν και κοινή σε όλες τις θρησκείες), καθώς και η ερώτηση «πώς γίνεται όλα τα μηρυκαστικά να έχουν κέρατα, εκτός από την καμήλα;» – μία ερώτηση στην οποία ο Αριστοτέλης προσπάθησε να απαντήσει, αλλά σήμερα την απευθύνουμε προς την επιστήμη και όχι τη φιλοσοφία.

Ακόμα κι αν η επιστήμη καλείται σήμερα να μας εξηγήσει την προέλευση και τη φύση των μηρυκαστικών και είναι σε θέση να μας εξηγήσει ότι αυτά αποτελούν προϊόντα της φυσικής εξέλιξης, απομένει μία ερώτηση καθαρά φιλοσοφική για την οποία ακόμα δεν υπάρχει σαφής απάντηση: «ακόμα κι αν τα μηρυκαστικά είναι προϊόντα της φυσικής εξέλιξης, υπάρχει ένα ανώτερο σχέδιο το οποίο όρισε τους νόμους της φύσης που καθόρισαν την εξέλιξή τους με αυτόν τον τρόπο (και λόγω αυτού κάθε βόδι σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο έχει κέρατα);» Επανερχόμαστε, λοιπόν, στο πρόβλημα της ύπαρξης (ή όχι) του θεού. Η επιστήμη μάς λέει ότι δεν είναι απαραίτητο να υποθέτουμε την ύπαρξη ενός δημιουργού προκειμένου να εξηγήσουμε την προέλευση του σύμπαντος και της ζωής, αλλά δεν μπορεί να μας αποδείξει ότι ο θεός δεν υπάρχει – ακριβώς όπως δεν μπορεί να αποδείξει και ότι υπάρχει, παρόλο που κατά τον Μεσαίωνα ο Θωμάς Ακινάτης πίστευε ότι μπορούσε να αποδείξει την πίστη με τη λογική και διατύπωσε πέντε (φιλοσοφικές) αποδείξεις για την ύπαρξη του θεού. Έπειτα όμως ο Καντ υποστήριξε ότι αποδείξεις τέτοιου τύπου δεν ευσταθούν σύμφωνα με τη λογική και ότι η ύπαρξη του θεού θα μπορούσε να τεθεί ως αξίωμα μόνο για ηθικούς λόγους. Και κάπως έτσι, όσο κι αν η φιλοσοφία διευρύνει το έδαφος της επιστήμης, συνεχίζει (ας μας επιτραπεί η έκφραση) να χώνει τη μύτη της παντού.

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι, παρόλο που από την αρχαιότητα έως σήμερα η ανθρωπότητα έχει αναθέσει στην επιστήμη να βρει απαντήσεις για ορισμένα ερωτήματα, υπάρχουν άλλα για τα οποία η επιστήμη δεν έχει απαντήσεις (παραδείγματος χάριν, τι είναι το καλό και το δίκαιο, υπάρχει η ιδέα μίας Πολιτείας ανώτερης από τις άλλες, γιατί υπάρχει το κακό και ο θάνατος, και ούτω καθεξής) και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο της φιλοσοφικής έρευνας. Κάποιος, άλλωστε, είπε ότι η φιλοσοφία είναι η επιστήμη που ασχολείται με τα ερωτήματα για τα οποία δεν υπάρχουν απαντήσεις.

Πρόκειται για μία υπερβολική διατύπωση. Πράγματι, υπάρχουν ερωτήματα για τα οποία δεν υπάρχουν απαντήσεις, αλλά το ίδιο συμβαίνει και στον χώρο των επιστημών, για παράδειγμα ποιος είναι ο μεγαλύτερος μονός αριθμός: με το πρόβλημα αυτό ασχολείται η επιστήμη των μαθηματικών ή, πιο σωστά, η επιστήμη της φιλοσοφίας των μαθηματικών. Η φιλοσοφία όμως ασχολείται με ερωτήματα για τα οποία οι άλλες επιστήμες δεν βρίσκουν απαντήσεις, όπως: Τι σημαίνει είναι; Έχει διαφορά να πούμε εγώ είμαι, με την έννοια του υπάρχειν, ή να πούμε ότι τα σκυλιά είναι θηλαστικά ή ότι είμαι γεννημένος το έτος τάδε ή ακόμα και να αναρωτηθούμε τι είναι ο χρόνος. Υπάρχουν διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους αποδεχόμαστε ότι μία ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες και ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί; Αν εγώ πιστεύω ότι είναι αλήθεια ότι τα σκυλιά είναι θηλαστικά, ότι τώρα βρέχει, ότι οι Τρεις Μάγοι επισκέφθηκαν τον Ιησού, ότι ο Ναπολέων πέθανε στην Αγία Ελένη και η ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες, όλες μου αυτές οι πεποιθήσεις είναι με την ίδια έννοια «αληθείς»; Και τι είναι η αλήθεια; Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχουν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, αλλά, αντίθετα, έχουν δοθεί υπερβολικά πολλές και υπάρχουν διαφορετικοί ορισμοί της αλήθειας.

Ίσως το εξέχον φιλοσοφικό ερώτημα ήταν και είναι «γιατί να υπάρχει κάτι και όχι τίποτα;».

Αυτά τα ερωτήματα μπορεί να είναι δύσκολα, και ορισμένοι ίσως σκεφτούν ότι οι φιλόσοφοι δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν και ασχολούνται με αυτά. Αλλά ας αναλογιστούμε έναν άνθρωπο κακορίζικο, τσακισμένο από τη δυστυχία ή την αρρώστια, που αναρωτιέται «Μα γιατί να γεννηθώ; Δεν γινόταν οι γονείς μου να μη με έφερναν στον κόσμο;». Ο ταλαίπωρος αναρωτιέται κάτι βασικό για τον ίδιο, κι όμως φιλοσοφεί, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνει, ακριβώς όπως η γνωστή φιγούρα του Μολιέρου δεν κατάλαβε ποτέ ότι μιλούσε σε πρόζα.

Ιδού μερικά άλλα ερωτήματα, κατά βάση φιλοσοφικά, που ακόμα και οι φυσιολογικοί άνθρωποι θέτουν στον εαυτό τους: Υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτόν τον κόσμο; Γιατί πρέπει να υποφέρουμε; Υπάρχει μετά θάνατον ζωή όπου θα αποζημιωθώ για τα βάσανά μου; Ο σύντροφός μου μού φαίνεται ο πιο όμορφος στον κόσμο, αλλά τι είναι η ομορφιά; Είναι καλύτερα να είμαστε όλοι ίδιοι ή να ανταμείβεται ο καθένας για τα προτερήματά του; Μία ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες, και το πιστεύω, αλλά είναι εξίσου αλήθεια ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, ή μήπως θα αρκούσε ένας αθάνατος για να καταρρίψει αυτή την πεποίθηση; Αν εξωγήινοι έρχονταν στη Γη με έναν ιπτάμενο δίσκο, θα πίστευαν και αυτοί ότι μία ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες; Τα ζώα έχουν ψυχή; Εγώ έχω; Και τι είναι η ψυχή; Και που βρίσκεται; Και τι είναι η μνήμη, δεδομένου ότι αν κάποιος χάσει εξ ολοκλήρου τη μνήμη του, μοιάζει να μην έχει πια ούτε ψυχή; Γιατί κλαίω με όσα συμβαίνουν σε πρόσωπα της μυθοπλασίας, παρόλο που ξέρω ότι είναι ψέματα; Είναι καλύτερα να πλουτίσει κανείς ξαποστέλνοντας όλους τους άλλους ή να ζει αλτρουιστικά; Λένε ότι ένας χοίρος είναι εξυπνότερος από ένα σκυλί· τότε εγώ γιατί προτιμώ να βγάζω βόλτα τον σκύλο; Έχει να κάνει με τη φιλία, την αγάπη, την ταύτιση; Και τι είναι η φιλία, η αγάπη, η ταύτιση; Γιατί πιστεύω ότι ο άνθρωπος που αγαπώ είναι τέλειος, ο καλύτερος απ’ όλους· αν ήμουν σε άλλο γραφείο ή ζούσα σε άλλη πόλη θα είχα αγαπήσει κάποιον άλλον; Τι διαφορά έχει να αποδεικνύεις σε κάποιον με τεκμήρια μία μαθηματική αλήθεια (για παράδειγμα το Πυθαγόρειο θεώρημα) και να πείθεις κάποιον (για παράδειγμα να ψηφίσει ένα συγκεκριμένο κόμμα και όχι ένα άλλο); Αν η απόδειξη ενός θεωρήματος μας φαίνεται «λογική», το να πειστούμε για την ψήφο μας εξαρτάται από επιλογές «μη λογικές»; Ή από επιλογές απλώς «εύλογες»; Η απόδειξη του θεωρήματος δεν κάνει επίκληση στο συναίσθημα, ενώ η απόφαση της ψήφου βασίζεται πέρα απ’ όλα τα άλλα σε προτιμήσεις, αισθήματα, συναισθήματα, θα πρέπει άρα να έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους μαθηματικούς (στους τεχνικούς) απ’ ό,τι στους πολιτικούς; Τι διαφορές υπάρχουν μεταξύ της λογικής, της νόησης, του συναισθήματος, της πεποίθησης, των προτιμήσεων, των επιλογών από συνήθεια; Σε τι βαθμό το σώμα μας επεμβαίνει στον εγκέφαλό μας;

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον: είναι όλα φιλοσοφικά ερωτήματα και δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής φιλοσοφίας για να τα διατυπώσει. Τα φιλοσοφικά ερωτήματα αφορούν τον καθένα από εμάς.

Φυσικά, μπορείτε να αποφασίσετε ότι όλα αυτά τα ερωτήματα είναι χάσιμο χρόνου και ότι μπορούμε να ζήσουμε μια χαρά διασκεδάζοντας, βγάζοντας χρήματα ή πεθαίνοντας της πείνας χωρίς αυτά να μας επηρεάσουν. Αλλά, πέραν του ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να αντισταθούν στην έλξη προς αυτά τα ερωτήματα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας αυτά τα «ασήμαντα» ερωτήματα καθόρισαν τον τρόπο ζωής μας, ώθησαν ομάδες σε θρησκευτικούς πολέμους, επηρέασαν ριζικά τις έρευνες των επιστημόνων, καθόρισαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη ζωή, τη διασκέδαση, το κέρδος και τα βάσανά μας, ακόμα και αυτών που δεν το αντιλήφθηκαν ποτέ.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/01/28/%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CE%BA%CE%BF-%CF%84%CE%B9-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1/

Ουμπέρτο Έκο – Πώς να αποφεύγετε τις μεταδοτικές ασθένειες …


Το κείμενο βρίσκεται στη συλλογή ευθυμογραφημάτων του Ουμπέρτο Έκο, Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως.

Πώς να αποφεύγετε τις μεταδοτικές ασθένειες

του Ουμπέρτο Έκο

Πριν από πολλά χρόνια ένας ηθοποιός της τηλεόρασης, που δεν έκρυβε την ομοφυλοφιλία του, είπε σ’ ένα χαριτωμένο νεαρό τον οποίο ολοφάνερα προσπαθούσε να γοητεύσει: «Μα πηγαίνεις με γυναίκες; Δεν ξέρεις ότι θα πάθεις καρκίνο;». Η φράση ακόμα ακούγεται τους διαδρόμους του Κόρσο Σεμπούνε, μα ο καιρός γι’ αστεία έχει πια περάσει. Διαβάζω ότι ο καθηγητής Ματρέ ανακάλυψε ότι η ετεροφυλοφιλική επαφή προκαλεί καρκίνο. Καιρός ήταν. Θα προσθέσω ότι η ετεροφυλοφιλική επαφή προκαλεί το θάνατο tout court: ακόμα και τα παιδιά το ξέρουν ότι χρησιμεύει για την αναπαραγωγή και όσος περισσότερος κόσμος γεννιέται, τόσος περισσότερος κόσμος πεθαίνει.

Μ’ έναν τρόπο κάθε άλλο παρά δημοκρατικό η ψύχωση του AIDS απειλούσε να περιορίσει τη δραστηριότητα αποκλειστικά των ομοφυλοφίλων. Τώρα θα περιορίσουμε και τις ετεροφυλοφιλικές δραστηριότητες και θα είμαστε και πάλι όλοι ίσοι. Παραήμασταν ξέγνοιαστοι και η επιστροφή στις μαλάξεις μάς προσφέρει μια πιο αυστηρή συναίσθηση των δικαιωμάτων και των καθηκόντων μας.

Θα ήθελα ωστόσο να υπογραμμίσω ότι το πρόβλημα του AIDS είναι πιο σοβαρό απ’ όσο πιστεύουμε και δεν αφορά μόνο στους ομοφυλοφίλους. Δε θα ήθελα να ενσπείρω τον πανικό, μα επιτρέψτε μου να επισημάνω μερικές ακόμα κατηγορίες υψηλού κινδύνου.

Ελεύθερα επαγγέλματα

Μη συχνάζετε σε πρωτοποριακά θέατρα της Νέας Υόρκης: ως γνωστόν, για λόγους φωνητικής οι αγγλοσάξονες ηθοποιοί φτύνουν πολύ, αρκεί να τους δείτε προφίλ κόντρα στο φως• και τα πειραματικά θεατράκια φέρνουν το θεατή σε άμεση επαφή με τα σταγονίδια του ηθοποιού. Αν είστε βουλευτής, αποφύγετε τις σχέσεις με τη Μαφία, για να μην είστε υποχρεωμένος να φιλάτε το χέρι του Νονού. Δε θα σας συμβουλεύαμε ούτε την ένταξη στην Καμάρα εξαιτίας της τελετής του αίματος. Όποιος προσπαθεί να σταδιοδρομήσει πολιτικά μέσω της Εκκλησίας θα πρέπει ν’ αποφεύγει τη Μετάληψη που μεταφέρει τα μικρόβια από στόμα σε στόμα μέσω των δακτύλων του ιερέα• και ας μη μιλήσουμε για τους κινδύνους της κατ’ ιδίαν εξομολόγησης.

Απλοί πολίτες και εργάτες

Στην υψηλότερη θέση κινδύνου βρίσκουμε τους ανέργους με τα χαλασμένα δόντια, διότι είναι επικίνδυνη η επαφή με τον οδοντογιατρό που βάζει στο στόμα τους τα χέρια του που άγγιξαν άλλα στόματα. Η κολύμβηση σε θάλασσα μολυσμένη από πετρελαιοφόρο αυξάνει τους κινδύνους μόλυνσης, διότι το ελαιώδες μετάλλευμα μεταφέρει σταγονίδια σιέλου άλλων ανθρώπων που λίγο νωρίτερα το κατάπιαν και το έφτυσαν. Όποιος καπνίζει περισσότερα από ογδόντα Γκολουάζ τη μέρα αγγίζει με τα δάχτυλά του, που έχουν αγγίξει κι άλλα πράγματα, την άκρη του τσιγάρου και έτσι τα μικρόβια μπαίνουν στις αναπνευστικές οδούς. Αποφύγετε να ενταχθείτε στο Ταμείο Ανεργίας, διότι θα περνάτε όλη τη μέρα τρώγοντας τα νύχια σας. Προσέξτε να μη σας απαγάγουν σαρδηνοί βοσκοί ή τρομοκράτες: οι απαγωγείς χρησιμοποιούν συνήθως την ίδια κουκούλα σε όλες τους τις απαγωγές. Μην ταξιδεύετε με τρένο στη διαδρομή Φλωρεντία-Μπολόνια, διότι η έκρηξη σκορπίζει με μεγάλη ταχύτητα τα οργανικά υπολείμματα και σ’ αυτές τις στιγμές της σύγχυσης είναι δύσκολο να προστατευτεί κανείς. Αποφύγετε να βρίσκεστε σε περιοχές που πλήττονται από πυρηνικές κεφαλές: μπροστά στο θέαμα του ατομικού μανιταριού ο άνθρωπος έχει την τάση να φέρνει τα χέρια στο στόμα (χωρίς να τα έχει πλύνει!) μουρμουρίζοντας «Θεέ μου!».

Επί πλέον, υψηλό ποσοστό κινδύνου διατρέχουν οι ετοιμοθάνατοι που φιλούν το σταυρό· οι καταδικασμένοι σε θάνατο (διότι η λάμα της γκιλοτίνας δεν έχει αποστειρωθεί πριν από τη χρήση)· τα παιδιά των ορφανοτροφείων και των βρεφοκομείων που η κακιά καλόγρια τα υποχρεώνει να γλείψουν το πάτωμα, αφού πρώτα τους έχει δέσει το ένα πόδι στην κούνια.

Τρίτος Κόσμος

Η απειλή είναι τεράστια για τους Ινδιάνους: το πέρασμα του καλουμέτ από στόμα σε στόμα προκάλεσε, ως γνωστόν, την εξαφάνιση του ινδιάνικου γένους. Οι Μεσανατολίτες και οι Αφγανοί διατρέχουν κινδύνους από το γλείψιμο της καμήλας· αρκεί να δούμε το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας στο Ιράν και στο Ιράκ. Οι αντιφρονούντες κινδυνεύουν πολύ, όταν οι βασανιστές τους εξαγριώνονται και τους φτύνουν κατάμουτρα. Οι Καμποτζιανοί και οι κάτοικοι των λιβανέζικων στρατοπέδων θα πρέπει ν’ αποφεύγουν τα λουτρά αίματος, όπως συστήνουν εννιά γιατροί στους δέκα (ο δέκατος, ο πιο ανεκτικός, είναι ο δόκτωρ Μένγκελε).

Οι νέγροι της Νοτίου Αφρικής είναι εκτεθειμένοι σε μολύνσεις, όταν οι λευκοί τούς κοιτάζουν περιφρονητικά και στραβώνουν το στόμα τους που είναι γεμάτο σάλια. Οι πολιτικοί κρατούμενοι κάθε φυλής πρέπει να καταβάλλουν φροντίδες, για ν’ αποφεύγουν τα ντιρέκτ των αστυνομικών πάνω στα δόντια, μια και σίγουρα έχουν αγγίξει τα ούλα άλλων ανακρινομένων. Οι πληθυσμοί που μαστίζονται από λιμούς πρέπει ν’ αποφεύγουν να ξεροκαταπίνουν συχνά, προκειμένου ν’ απαλύνουν τις δαγκωνιές της πείνας, διότι το σάλιο έρχεται σ’ επαφή με τα μιάσματα του περιβάλλοντος και προσβάλλει την πεπτική οδό.

Οι αρχές και ο Τύπος θα πρέπει ν’ ασχοληθούν με τέτοιου είδους καμπάνιες υγιεινής αντί να σκανδαλοθηρούν σε άλλα προβλήματα, η λύση των οποίων μπορεί λογικότατα ν’ αναβληθεί επ’ αόριστον.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/02/23/%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CE%BA%CE%BF-%CF%80%CF%8E%CF%82-%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CF%84/

Ουμπέρτο Έκο – Το κατηγορητήριο εναντίον της μαζικής κουλτούρας…


Το κείμενο αποτελεί κεφάλαιο του βιβλίου Κήνσορες και θεράποντες. Έχουν αφαιρεθεί η βιβλιογραφικές υποσημειώσεις.

Το κατηγορητήριο εναντίον της μαζικής κουλτούρας

του Ουμπέρτο Έκο

Τα κατηγορητήρια εναντίον της μαζικής κουλτούρας, όταν υποστηρίζονται από οξυδερκείς και προσεκτικούς συγγραφείς, έχουν διαλεκτική λειτουργία μέσα σε μια συζήτηση για το φαινόμενο. Έτσι, τα pamphlets κατά της μαζικής κουλτούρας μπορούν να διαβαστούν και να μελετηθούν ως ντοκουμέντα που πρέπει να συμπεριληφθούν σε μια ολόπλευρη έρευνα, ωστόσο θα πρέπει να έχουμε συνείδηση των ασαφειών που συχνά βρίσκονται στη βάση τους.

Κατά βάθος, η πρώτη τοποθέτηση για το πρόβλημα αυτό έγινε από τον Νίτσε, που εντόπισε την «ιστορική ασθένεια» και μια από τις περίοπτες μορφές της, τη δημοσιογραφία. Μάλιστα, ο γερμανός φιλόσοφος είχε ήδη μέσα του το σπέρμα του πειρασμού, που ενυπάρχει σε κάθε τέτοια πολεμική: τη δυσπιστία απέναντι στην εξίσωση, τη δημοκρατική άνοδο των πλειοψηφούν, τις ομιλίες που γίνονται από τους αδύναμους για τους αδύναμους, το σύμπαν που δεν δομείται στα μέτρα του υπεράνθρωπου, αλλά του κοινού ανθρώπου. Πιστεύουμε ότι και η πολεμική του Ορτέγκα υ Γκάσετ έχει κοινή ρίζα, και θα ήταν σκόπιμο, στα θεμέλια της αποστροφής για τη μαζική κουλτούρα, να ψάξουμε για μια αριστοκρατική μάζα, μια έλλειψη εκτίμησης που μόνο φαινομενικά στρέφεται εναντίον της μαζικής κουλτούρας, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνεται εναντίον των μαζών και μόνο φαινομενικά κάνει τον διαχωρισμό της μάζας σε όχλο και κοινότητα υπεύθυνων ατόμων, η οποία υφίσταται μαζικοποίηση και αγεληδόν αφομοίωση: διότι στο βάθος επιζεί η νοσταλγία μιας εποχής, τότε που οι πολιτιστικές αξίες αποτελούσαν ταξικό κληροδότημα και δεν βρίσκονταν σε αδιάκριτη κοινή διάθεση.

Συνέχεια

Ουμπέρτο Έκο – Πώς να μην αφήνετε τον καιρό σας να πάει χαμένος…


από

Το κείμενο βρίσκεται στη συλλογή ευθυμογραφημάτων του Ουμπέρτο Έκο, Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως.

του Ουμπέρτο Έκο

Όταν τηλεφωνώ στον οδοντογιατρό μου, για να κλείσω ένα ραντεβού, κι εκείνος μου λέει ότι για ολόκληρη την επόμενη εβδομάδα δεν έχει ούτε μια ώρα ελεύθερη, εγώ τον πιστεύω. Είναι ένας αξιοπρεπής επαγγελματίας. Αλλά, όταν κάποιος με προσκαλεί σ’ ένα συνέδριο, σ’ ένα στρογγυλό τραπέζι ή με παρακαλεί ν’ αναλάβω την οργάνωση ενός συλλογικού έργου, να γράψω ένα δοκίμιο, να συμμετάσχω σε μια κριτική επιτροπή κι εγώ του λέω ότι δεν έχω ελεύθερο χρόνο, δε με πιστεύει. «Ελάτε τώρα, κύριε καθηγητά, λέει, ένας άνθρωπος, όπως εσείς, πάντα βρίσκει χρόνο». Προφανώς εμείς των ανθρωπιστικών επιστημών δε θεωρούμαστε σοβαροί επαγγελματίες, είμαστε χασομέρηδες.

Κάθισα και τα λογάριασα. Και παρακαλώ τους συναδέλφους που κάνουν ανάλογα επαγγέλματα να δοκιμάσουν κι αυτοί και να μου πουν αν έχω δίκιο. Σ’ ένα μη δίσεκτο χρόνο υπάρχουν 8.760 ώρες. Οχτώ ώρες ύπνου, μια ώρα για ξύπνημα και τουαλέτα, μισή ώρα για γδύσιμο και για να βάλεις το χωνευτικό πάνω στο κομοδίνο και όχι περισσότερο από δυο ώρες για γεύματα μας κάνουν 4.170 ώρες. Δύο ώρες για τις μετακινήσεις στην πόλη μάς κάνουν 730 ώρες.

Με τρία δίωρα μαθήματα την εβδομάδα και ένα απόγευμα συναντήσεων με τους φοιτητές το Πανεπιστήμιο μου παίρνει, για τις είκοσι εβδομάδες στις οποίες συμπυκνώνεται η εκπαιδευτική περίοδος, 220 ώρες διδασκαλίας και πρέπει να προσθέσω άλλες 24 ώρες εξετάσεων, 12 συζητήσεων πτυχιακών εργασιών και 78 διαφόρων συνελεύσεων και συμβουλίων. Αν υπολογίσουμε ένα μέσο όρο πέντε πτυχιακών εργασιών ανά έτος, από 350 σελίδες η μία, οι οποίες διαβάζονται τουλάχιστον δύο φορές, πριν και μετά από την πρώτη παρουσίαση, με μέσο όρο τρία λεπτά ανά σελίδα, φτάνω στις 175 ώρες. Όσον αφορά τις ασκήσεις, επειδή πολλές τις κοιτάζουν οι συνεργάτες μου, περιορίζομαι στο να υπολογίσω τέσσερις ανά εξεταστική περίοδο, από τριάντα σελίδες η μία, πέντε λεπτά τη σελίδα μεταξύ ανάγνωσης και προκαταρκτικής συζήτησης και φτάσαμε στις 60 ώρες. Χωρίς να υπολογίζουμε την έρευνα, είμαστε ήδη σ’ ένα σύνολο 1.465 ωρών.

Διευθύνω ένα περιοδικό σημειακικής, το VS, που εκδίδεται τρεις φορές το χρόνο μ’ ένα σύνολο 300 σελίδων. Χωρίς να υπολογίζουμε τα χειρόγραφα που διαβάζω και απορρίπτω, αφιερώνοντας δέκα λεπτά στη σελίδα (αξιολόγηση, διόρθωση, δοκίμια), φτάσαμε στις 50 ώρες. Ασχολούμαι με δύο σειρές που άπτονται των επιστημονικών μου ενδιαφερόντων: αν υπολογίσουμε έξι βιβλία το χρόνο μ’ ένα σύνολο 1.800 σελίδων, δέκα λεπτά η σελίδα μάς κάνουν 300 ώρες. Για τα δικά μου κείμενα που μεταφράζονται, δοκίμια, βιβλία, άρθρα, εισηγήσεις σε συνέδρια, αν υπολογίσουμε μόνον τις γλώσσες που μπορώ να ελέγξω, βάζω ένα μέσο όρο 1.500 σελίδες το χρόνο με είκοσι λεπτά τη σελίδα (ανάγνωση, έλεγχος του πρωτοτύπου, συζήτηση με το μεταφραστή αυτοπροσώπως, τηλεφωνικά ή γραπτά) και φτάνουμε στις 500 ώρες. Έπειτα υπάρχουν τα πρωτότυπα κείμενα. Ακόμα κι αν πούμε ότι δε γράφω ένα βιβλίο, μεταξύ δοκιμίων, παρεμβάσεων σε συνέδρια, εισηγήσεων, σημειώσεων για τα μαθήματα κτλ., φτάνουμε εύκολα στις τριακόσιες σελίδες. Αν υπολογίσουμε ότι μέχρι να σκεφτώ, να κρατήσω σημειώσεις, να δακτυλογραφήσω, να διορθώσω, μου παίρνει τουλάχιστον μια ώρα η σελίδα, φτάνουμε στις 300 ώρες. «Το Φακελάκι της Αθηνάς», με αισιόδοξους υπολογισμούς, μέχρι να βρω το θέμα, να κρατήσω σημειώσεις, να συμβουλευτώ κάποιο βιβλίο, να το γράψω, να το φέρω στις κατάλληλες διαστάσεις και να το στείλω ή να το υπαγορεύσω, μου παίρνει τρεις ώρες: πολλαπλασιάζω επί πενήντα δύο εβδομάδες και έχω 156 ώρες (δεν υπολογίζω τα έκτακτα άρθρα). Τέλος η αλληλογραφία, στην οποία αφιερώνω, μην μπορώντας να την αποφύγω, τρία πρωινά την εβδομάδα από τις εννιά ως τη μία, μου παίρνει 624 ώρες.

Υπολόγισα ότι μέσα στο 1987, αποδεχόμενος μόνον το δέκα τοις εκατό των προτάσεων που μου γίνονται και παριστάμενος μόνο σε συνέδρια αυστηρά του κλάδου μου, παρουσιάσεις εργασιών που διηύθυνα προσωπικά εγώ και οι συνεργάτες μου, αναπόφευκτες υποχρεώσεις (ακαδημαϊκές τελετές, συγκεντρώσεις των αρμόδιων υπουργείων), δαπάνησα 372 ώρες ουσιαστικής παρακολούθησης (χωρίς να υπολογίζω το νεκρό χρόνο). Καθώς πολλές απ’ αυτές τις υποχρεώσεις ήταν στο εξωτερικό, υπολογίζω 323 ώρες μετακινήσεων. Στον υπολογισμό μου αυτό πήρα υπόψη μου ότι μια διαδρομή Μιλάνο – Ρώμη παίρνει τέσσερις ώρες ανάμεσα σε ταξί για το αεροδρόμιο, αναμονή, ταξίδι, ταξί στη Ρώμη, τακτοποίηση στο ξενοδοχείο και μετακίνηση στο χώρο της συνάντησης. Ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη παίρνει 12 ώρες.

Το συνολικό άθροισμα είναι 8.094 ώρες. Αν τις αφαιρέσουμε από τις 8.760 που έχει ένας χρόνος, έχουμε ένα υπόλοιπο 666 ώρες, δηλαδή μια ώρα και σαράντα εννιά λεπτά την ημέρα, χρόνο τον οποίο αφιέρωσα σε: σεξ, συναντήσεις με φίλους και συγγενείς, κηδείες, ιατρικές θεραπείες, ψώνια, σπορ και θεάματα. Όπως βλέπετε, δεν υπολόγισα το χρόνο ανάγνωσης διαφόρων εντύπων (βιβλία, άρθρα, κόμικς). Αν δεχτούμε ότι διάβαζα στη διάρκεια των μετακινήσεών μου, μέσα σε 323 ώρες, με πέντε λεπτά τη σελίδα (καθαρή και απλή ανάγνωση και σημειώσεις), κατάφερα να διαβάσω 3.876 σελίδες, δηλαδή μόλις 12,92 βιβλία 300 σελίδων το καθένα. Και το κάπνισμα; Με εξήντα τσιγάρα τη μέρα, μισό λεπτό μέχρι να βρω το πακέτο, ν’ ανάψω και να σβήσω, είναι 182 ώρες. Δε γίνεται. Πρέπει να κόψω το κάπνισμα.


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2017/05/11/umberto-eco-xamenos-kairos/

Η αντι-βιβλιοθήκη του Ουμπέρτο Έκο…


από 

Στο σπίτι του Έκο

Η Ιαπωνική λέξη τσουντόκου περιγράφει την πράξη του να αφήνεις κάποιο βιβλίο αδιάβαστο αφού το έχεις αγοράσει, συνήθως τοποθετώντας το σε στοίβες μαζί με άλλα αδιάβαστα βιβλία. Τα σαράντα χιλιάδες βιβλία του Ουμπέρτο Έκο δικαιολογούν την ύπαρξη της λέξης, κι ας λείπει από τις περισσότερες γλώσσες. Και στο βιβλίο «Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως», ο Έκο δικαιολογεί την ύπαρξη μιας ιδιωτικής βιβλιοθήκης.

Όταν κάποιος επισκέπτης στο σπίτι του, βλέποντας το πλήθος των βιβλίων στα ράφια που κάλυπταν σχεδόν κάθε δωμάτιο του σπιτιού του, αναφωνούσε «Τι πολλά βιβλία! Τα έχεις διαβάσει όλα;», ο Έκο δυσφορούσε, θεωρώντας πως η βιβλιοθήκη του έδινε την εντύπωση στον επισκέπτη πως ήθελε να κάνει επίδειξη. Λόγω των επαναληπτικών επεισοδίων σαν το παραπάνω, ο Έκο βάλθηκε να βρει την κατάλληλη απάντηση στο ερώτημα. Η απάντηση, όμως, «Δεν έχω διαβάσει κανένα, αλλιώς γιατί να τα κρατάω εδώ;» προκαλεί την επόμενη ενοχλητική ερώτηση «Και πού τα βάζεις όταν τα διαβάσεις;»· ενώ η απάντηση «Και πολλά ακόμα, αγαπητέ, πολλά ακόμα», αν και κάνει τον επισκέπτη να το βουλώσει με μια αίσθηση δέους και θαυμασμού, είναι μάλλον πολύ ανελέητη και αγχωτική. Ο Έκο κατέληξε στην απόκριση «Όχι, αυτά είναι όσα πρέπει να διαβάσω μέχρι το τέλος του μήνα. Τα υπόλοιπα τα έχω στο γραφείο», η οποία κάνει τον περίεργο επισκέπτη να βιαστεί να αποχωρήσει.

Για τον Έκο, η βιβλιοθήκη ήταν ένα εργαλείο δουλειάς, όχι μια αποθήκη ή ένα μέρος για να επιδείξει κανείς «πέντε αστυνομικά και μια παιδική εγκυκλοπαίδεια σε τόμους». Ο συγγραφέας Nassim Taleb αποκαλεί μια τέτοια βιβλιοθήκη ως «αντι-βιβλιοθήκη», η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τις γνώσεις του κατόχου της αλλά και όσα δεν γνωρίζει ακόμα. Το ποσοστό όμως των αδιάβαστων βιβλίων σε σχέση με τα διαβασμένα δεν πρόκειται να πέσει για όσους διατηρούν αντι-βιβλιοθήκες· όσο διαβάζουν, τόσο διευρύνουν τα πεδία γνώσης τους και ανακαλύπτουν πόσα πράγματα ακόμα δεν γνωρίζουν.

Μπορεί κανείς να ρίξει μια ματιά στη βιβλιοθήκη του σπιτιού του Έκο, που περισσότερο μοιάζει με βιβλιοπωλείο, στο παρακάτω βίντεο:

Συνέχεια