Νοσταλγία, κουλτούρα και εξιδανίκευση…


Νοσταλγία, κουλτούρα και εξιδανίκευση: Πως ο διαχωρισμός έργου – καλλιτέχνη, νομιμοποιεί συστημικές καταπιέσεις

Στη «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι, ο ήρωας Γκορσακόφ εισέρχεται σε ένα εγκαταλελειμμένο, περίπου ονειρικό σπίτι, σαν να περνάει μέσα από μία πύλη προς άλλη διάσταση για να συνομιλήσει με τον χαρακτήρα Ντομένικο που στην ουσία είναι μία πτυχή του ίδιου του του εαυτού, κολλημένη όπως και ο ίδιος, στην Nοσταλγία. Εκεί ο Ντομένικο του ζητάει να περπατήσει κατά μήκος των ιαματικών λουτρών κρατώντας ένα αναμμένο κερί και αν αυτό το κερί παραμείνει αναμμένο σε όλη την πορεία του, τότε ολόκληρος ο κόσμος θα έχει σωθεί.

Διαπιστώνω πώς σίγουρα στην γενιά μου, γεννημένη μέσα στις παρυφές της νεωτερικότητας, η έννοια της νοσταλγίας προστρέχει σε μία εντελώς αντιδραστική, εξωραϊστική, στρεβλά ρομαντική αντίληψη για αυτό που νομίζουμε πως είναι παιδικότητα αλλά στην πραγματικότητα είναι η θνησιγενής εφηβεία μας. Θνησιγενής διότι πριν ακόμα μπορέσουμε να προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε εκείνα τα στοιχεία της κουλτούρας μας που φαινόντουσαν ελπιδοφόρα, πριν μπορέσουμε καν να ανάψουμε το κερί, καπελώθηκαν αίφνης από τα προστάγματα λογιών-λογιών τοξικότητας.

Το ζήτημα με τις παιδικές μας κουλτούρες και αυτό που αντιμετωπίζουμε ως αναντίρρητα «αγνό», τοποθετώντας το σε ένα βάθρο και βάζοντας τους εαυτούς μας τοποτηρητές και προστάτες του απέναντι σε οποιαδήποτε κριτική, είναι ακριβώς αυτό – ότι οι κουλτούρες μας δεν είναι τελικά άσπιλα παιδικές αλλά η ιστορικότητά τους είναι βαθιά και βαριά «ενήλικη», είναι βαθιά και βαριά χτισμένη πάνω σε χρόνιες ασχήμιες.

Όταν λοιπόν προστατεύουμε τη φαντασίωση αυτών των κουλτούρων πάνω και πέρα από την αποδοχή ότι, ναι, είναι ένα κομμάτι των εαυτών μας, το κάνουμε συνδέοντάς το αυθαίρετα με μία επίκληση στην ουτοπία χωρίς να γνωρίζουμε ή χωρίς να θέλουμε να καταλάβουμε, ότι αυτή η ουτοπία δεν εδράζεται σε κάποιον φανταστικό άχρονο ού-τοπο, αλλά αντιθέτως εγκολπώνεται στην αφήγηση μιας ιστορίας, παρακλάδι ενός προβληματικού παρόντος βουτηγμένου μέσα στον πολιτισμικό εθνικισμό οπου τα πάντα όσο εκτρωματικά και να είναι στην ωμή ουσία τους, αποκτούν μία φαρισαϊκή όψη και ενδύονται την σοβαροφάνεια της παράδοσης, τη στιβαρότητα του παραπλανητικά οικείου, εξυπηρετώντας τι τελικά; Ένα είδωλο της συντήρησης με φαντασιακή επικάλυψη.

Βασικό εργαλείο χειραγώγησης προς αυτή την κατεύθυνση είναι η τετριμμένη άποψη ότι το καλλιτεχνικό έργο πρέπει πάντα να διαχωρίζεται από τον δημιουργό σε κάθε επίπεδο – όταν βέβαια βολεύει. Μέσα σε αυτόν τον πυρήνα υποβόσκει μία εγγενής μουσειακή ψυχρότητα η οποία δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε τυχαία. Εξυπηρετεί αντιδραστικές ανάγκες.

Ο ύστατος φόβος του κάθε αμετανόητου θιασώτη της ολότητας της κουλτούρας που τον γαλούχησε, όποια και να είναι αυτή, είναι να ομαδοποιηθεί κριτικά οπουδήποτε εκτός της εσκαπιστικής αγκαλιάς του υπερσυνόλου στο οποίο θεωρεί ότι ανήκει (ώστε να του παρέχεται άσυλο και απαλλαγή από την ευθύνη).

Αυτός είναι ο λόγος που τα κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης δεν είναι δημοφιλή στις πλειοψηφίες μέσα στις υποκουλτούρες. Φοβίζει η αποκάλυψη της ωμής θέασης του υποκειμένου στον καθρέφτη δίχως την μεταμφίεση της εθελοτυφλίας. Αυτό συμβαίνει διότι το κινηματικό υπερκείμενο (πρέπει να) είναι δυσανεκτικό στην ωχαδερφιστική ανεμελιά, και άρα ξεβολεύει.

Όταν όλα τα υποκείμενα που συμμετέχουν στην καλλιτεχνική διαδικασία επιστεγάζουν την συμμετοχή τους με μόνο γνώμονα την ευφορία της αισθητικοποίησης για την αισθητικοποίηση, τότε το καταληκτικό παραγόμενο δεν είναι τίποτε άλλο από μία απενοχοποίηση της καλοπέρασης.

Οι κουλτούρες – και οι τέχνες που αυτές παράγουν και εξυμνούν – έχουν όμως ευθύνη να είναι συμπεριληπτικές και ανθρώπινες στο διηνεκές, όχι μόνο στο στιγμιότυπο κάποιας απόλαυσης.

Αυτό είναι αδύνατο να επιτελεστεί αποδρώντας στην αποστασιοποίηση της αγκαλιάς της νοσταλγίας, που θα σε εξοπλίσει με βολικά τεχνάσματα δήθεν να φιλτράρεις και δήθεν επιλεκτικά και αποστειρωμένα να εκτιμάς την ομορφιά των πρωτοποριακών γλυπτών του φιλοναζί Joseph Beuys, φιλοσοφικού παραγιού του Steiner, τα απόκοσμα κιθαριστικά ρίφς του hvis lyset tar oss που γνωρίζεις ότι συνέθεσε ο μισαλλόδοξος Varg Vikernes ή να λατρεύεις την τεχνική αρτιότητα της ποίησης του αντισημίτη T.S. Eliot. Αντίθετα με τις όποιες απονευρωμένες και αμέτοχες θέσεις, δεν (πρέπει να) νοείται καλλιτεχνικό βίωμα με όρους ασπόνδυλους και με προκατασκευασμένα,  χειρουργικά, ακαδημαϊκά στεγανά.

Όποιος ισχυρίζεται ότι εκτίθεται στο καλλιτέχνημα ενός «μεγάλου» δημιουργού που είναι ταυτόχρονα και άθλιος άνθρωπος, αλλά μπορεί και βιώνει την αποσταγμένη ομορφιά του αποτελέσματος μέσα από τη γενική ασχήμια της πηγής, πέρα από παραπλανημένος ή ψεύτης, είναι και ο ίδιος, τελικά, συνένοχος.

Όταν η προβληματικότητα ή ακόμα και το εξόφθαλμο μίσος δωσμένο μέσα απο ένα έργο τέχνης, προσδιοριστεί, είναι προφανές ότι και το άτομο που το παρήγαγε είναι όμοια κατακριτέο και άρα το ψευδοδίλημμα του διαχωρισμού είναι ακριβώς αυτό – ψευδοδίλημμα. Όταν ένα έργο τέχνης ενός προβληματικού δημιουργού δεν έχει ορατά προβληματικά στοιχεία ή ακόμα-ακόμα δεν έχει καθόλου προβληματικά στοιχεία, ένας διαχωρισμός μπορεί μόνο να αποτελεί συγχωροχάρτι. Διότι, εάν ένα κατά τα άλλα μη προβληματικό καλλιτεχνικό έργο δεν ήταν αρκετό να εξοβελίσει το μίσος που περιέχεται σε αυτόν που το δημιούργησε, γιατί να το εξοβελίσει και με τι επιτελεστικούς όρους, από τα άτομα που θα εκτεθούν σε εκείνο; Συνεπώς τουλάχιστον σε έναν υπερβατικό βαθμό, το έργο αυτό απέτυχε στην αποστολή του.

Εάν η απάντηση λοιπόν είναι ότι δεν θα μας εξυψώσει με αυτούς τους όρους που αναμένουμε να επενεργούν όταν ένα άτομο βιώνει την τέχνη, τότε το επόμενο ερώτημα είναι πού, πόσο και γιατί χρειαζόμαστε αυτή την τέχνη από αυτούς τους καλλιτέχνες, διότι τελικά ενδεχομένως αυτή η τέχνη να μπορεί να διασκεδάσει – να ενισχύσει ουσιαστικά και επιδραστικά το ανθρώπινο στοιχείο όμως, όχι.

Υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να εισπράξουμε αποδομώντας την ματσίλα του William Burroughs ή του Hemingway – ή την εύθραυστη αρρενωπότητα του Polanski και του Woody Allen – αλλά αυτό το σύστημα μπορεί να είναι λειτουργικό μονάχα, όχι αν προσεγγιστεί με την ιερότητα του λατρευτικού ιστού μιας κουλτούρας που εργαλειοποιεί το τέχνασμα απόστασης μεταξύ δημιουργού και έργου, αλλά που αντίθετα θεωρεί αυτά τα δύο αλληλένδετα και αντικείμενα προς εννιαία κρίση. Όταν κάποιο άτομο δημιουργεί τέχνη, αναπόδραστα μοιράζεται ένα κομμάτι του, συνεπώς το ποιό είναι αυτό το άτομο έχει οντολογική σημασία στην αλληλουχία με το ποιά είναι αυτή η τέχνη.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι αυτοί είναι άντρες. Η ιστορικότητα της αντίληψης του «Μεγαλού Δημιουργού» ή της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, επικοινωνούνταν πάντα με φαλλοκεντρικούς όρους.  Όλα αυτά τα κακοποιητικά στοιχεία που συναποτελούν τις ηθικές και καλλιτεχνικές πλευρές αυτών των «μεγάλων αντρών των τεχνών και των γραμμάτων», είναι στοιχεία που οι κοινωνιές ιστορικά επέλεγαν αντί να τα βλέπουν ως αποκρουστικά, αντιθέτως ευλαβικά και κατανυκτικά τα θεοποιούσαν μασκαρεύοντάς τα ως «εκκεντρικότητα» ή «ιδιομορφία» ή «στιβαρότητα» και τα εξυμνούσαν ώς μια εννιαία και αδιαίρετη σκεπτομορφή δημιουργού-έργου, πράττωντας παραδόξως ακριβώς το αντίθετο απο όταν αποδομηθούν και καταπέσουν αυτοί οι ήρωες, και έρθουν οι απολογητές τους  απαρέγκλιτα να επικαλεστούν διαχωρισμό καλλιτέχνη – καλλιτεχνίματος. Τον ίδιο διαχωρισμό που δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν όταν τους προσκυνούσαν ως μυθικά είδωλα.

Εάν δεν αρθεί η μεμβράνη συστημικής προστασίας με την οποία χρόνια επενδύουμε το βίωμα των κουλτούρων μας, μόνο και μόνο για να συντηρούμε αντιδραστικά την μνήμη των προνομιακών εαυτών μας μέσα σε αυτές, λέγοντας δήθεν ότι πάντοτε κατείχαμε το μαγικό σουρωτήρι πού κρατάει το χρήσιμο και απομονώνει το άχρηστο, τότε ποτέ δεν μπορούσαμε και ούτε θα μπορέσουμε να διακρίνουμε πέρα από την θεοποίηση της νοσταλγίας που μας διαφεντεύει.

Τελικά εκεί που η ουτοπία εξαπλώνεται μένουνε δύο τινά. Από την μια η ανάγκη του ατόμου να την ψάχνει στο διηνεκές και να αυτοτυφλώνεται μπροστά στο γεγονός ότι πλέον δεν είναι ουτοπία αλλά καταστροφική άρνηση ενός προβληματικού παρόντος, και από την άλλη, η οικειοθελής, ενσυνείδητη και αέναη άρνηση αυτού του προβληματικού παρόντος ως προβληματικού.

Ο τρόπος να αντιμετωπίσουμε τη Νοσταλγία μας τελικά, τον «πόνο της μνήμης» όπως λέει η λέξη που επινόησε ένας Ελβετός, το βάδισμά μας με το αναμμένο κερί, είναι, αντί του έργου απο τον δημιουργό, να διαχωρίσουμε το συναίσθημα από τη μνήμη καθότι τελικά η νοσταλγία είναι πλέον μια λάθος λέξη διότι δεν έχει σχέση με το μνημονικό. Η μνήμη είναι η (επί)γνωση. Η νοσταλγία τελικά καταλήγει να γίνεται ενα εργαλείο ενεργής ή υπολανθάνουσας Λήθης μπροστά στον οχετό των φονταμενταλισμών,των σεξισμών, και των εθνικισμών που παράγουν οι κουλτούρες μας, σε παλιές και νέες βερσιόν.

Καλό βάδισμα και ας μην ξεχνάμε οτι δεν υπάρχει τίποτα πιο Ολιστικό από το Ανθρώπινο.

Κώστας Ντέμος

Ο ποιητής οφείλει να διαφυλάξει τη μνήμη και τη φύση…Ένα κείμενο για τον ρώσο ποιητή Αρσένι Ταρκόφσκι…


tarkofski-arseny

Γράφει ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος

Η ζωή ξεκινά με τον λόγο και με την ποίηση αποκαλύπτεται. Η ποίηση είναι που “σπάει” τη σιωπή και μας παραδίδει τον αέναο παλμό της ζωής που μεταφέρεται σε αδάμαστα κύματα ανέμου. Η ποίηση σαφώς και προϋπάρχει του ποιητή. Αυτή επιλέγει σε ποιον θα εμπιστευθεί τη μεταμορφωτική, αποκαλυπτική δύναμη της. Το σώμα που θα τη δεχτεί πρέπει να είναι έτοιμο να δεχτεί τα χτυπήματα της, τον πόνο που κουβαλά, γιατί η ποίηση έρχεται από πολύ μακριά και η πορεία της είναι δοκιμασία, βάσανο και πόνος. Πώς αλλιώς, όταν η ίδια δοκιμάζεται στο αρχέγονο πεδίο της φύσης, εκεί που ξεκίνησαν -και ξεκινούν- όλα, και “ματώνει” μαζί της, “γεννιέται”, “πεθαίνει”, “ανασταίνεται” μαζί της. Ο χρόνος φιλτράρεται στην αδιάκοπη εναλλαγή των εποχών και τα σημάδια αποτυπώνονται και στο σώμα μας. Το σημαντικό είναι ότι πάντα κάτι μένει πίσω, κι αν το ξεχάσεις, σιγά-σιγά, θα χαθείς μέσα στο τοπίο και θα ξεχαστείς μια για πάντα. Ο ποιητής, λοιπόν, οφείλει να διαφυλάξει τη μνήμη και τη φύση. Τέτοια είναι η περίπτωση του Αρσένι Ταρκόφσκι.

Συνέχεια

Αντρέι Ταρκόφσκι Ο ποιητής της Νοσταλγίας μιλάει για τις συγκρούσεις, τη ζωή και την τέχνη, τη νοσταλγία εντός μας…


Andrei_Tarkovsky-1
Μετάφραση-επιμέλεια: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος
_______________________________________

Στις 4 Απριλίου του 1932, γεννιέται ένας από τους μεγάλους του κινηματογράφου: ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Ένας από τους ποιητές της εικόνας, που μας έχουν κάνει να αγαπήσουμε τον κινηματογράφο. Πέθανε 29 Δεκεμβρίου 1986.

Έζησε μακριά από τη χώρα του, την ΕΣΣΔ, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στην Ιταλία δημιούργησε ίσως την καλύτερη ταινία της καριέρας του. Τη Νοσταλγία.

Ανήμερα των γενεθλίων του αναδημοσιεύουμε το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησής του με τον Γκίντεον Μπάχμαν (Gideon Bachmann), η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της Νοσταλγίας. Στη συνέντευξη αυτή μιλάει για την ταινία, την εμπειρία του στη Δύση και την αντίληψή του για την Τέχνη. Δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1984 στο σουηδικό περιοδικό Chaplin, τεύχος 193, αφιερωμένο στον Ταρκόφσκι. Το κείμενο το επιμελήθηκε, τότε, η Μαριάν Μπρόντεσον (Marianne Brodesson) η οποία και έδωσε την άδειά της αναρτηθεί στον πιο γνωστό –περί Ταρκόφσκι- διαδικτυακό τόπο. Το nostalghia.com.

Συνέχεια