Bayer: Ναζί και ηρωίνη, μια ιστορία ντροπής…


Μια συνοπτική παρουσίαση του… ενδιαφέροντος της για την υγεία

Η Bayer, είναι μια γερμανική εταιρεία με ειδίκευση στα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα. Ήταν θυγατρική από το 1925 της εταιρείας που ξεχώρισε στο φασιστικό καθεστώς της Γερμανίας, IG Farben, κατασκευάστρια του χημικού «Zyklon Β» που χρησιμοποίησαν οι Ναζί στους θαλάμους αερίων. Αποδεδειγμένα υπό τη διεύθυνση του Fritz Τer Meer, η IG Farben ήταν αυτή που παρασκεύαζε το θανατηφόρο αέριο που χρησιμοποιούσαν οι Ναζί στους θαλάμους αερίων.

Ήταν το μεγαλύτερο καρτέλ του κόσμου εκείνη την εποχή και η μεγαλύτερη εταιρεία στην Ευρώπη. Η IG Farben ήταν αναμφισβήτητα συντηρητική και αντιτίθεντο στις πιο φιλελεύθερες πολιτικές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μεγάλες δωρεές από την IG Farben δόθηκαν στους Ναζί.

Η ηγεσία της Bayer / IG Farben εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα από το 1937, παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενορχήστρωση της ναζιστικής θηριωδίας. Μάλιστα ακολουθούσε τα ναζιστικά στρατεύματα και αναλάμβανε σημαντικά τμήματα της βιομηχανίας χημικών, άνθρακα και πετρελαίου στα κατεχόμενα έθνη. Όλα αυτά τεκμηριώνεται και στο βιβλίο του Joseph Borkin, το έγκλημα και η τιμωρία του IG Farben. Εξάλλου στις δίκες εγκληματιών πολέμου στη Νυρεμβέργη, το καρτέλ IG Farben ήταν κι αυτό κατηγορούμενο.

Κι ενώ πολλοί καταδικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου στη Νυρεμβέργη, κανένα από τα στελέχη της IG Farben δεν εξέτισε ποινή μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών και όλοι ήταν σε θέση να συνεχίσουν την εταιρική τους σταδιοδρομία.

Από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στα εργαστήρια της IG Farben πραγματοποιήθηκαν έρευνες, παρασκευάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν διάφορα αέρια χημικού πολέμου, όπως  το νευροτοξικό«αέριο μουστάρδας».

Οι εφευρέσεις αερίων χημικού πολέμου συνεχίστηκαν και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα. Όπως το Sarin, το αέριο που χρησιμοποιήθηκε στο Τόκιο σε επίθεση στο μετρό το 1995 και σκότωσε 12 ανθρώπους, και πιο πρόσφατα, κατά της Συρίας σκοτώνοντας μεμιάς 1.200 σουνίτες αντάρτες.

Η μεγάλη επίσης επιτυχία της Bayer ήταν η ανακάλυψη και η παρασκευή της ηρωίνης, που την λάνσαρε ως αντιβηχικό φάρμακο και ως μη εθιστικό υποκατάστατο της μορφίνης και πωλούνταν ελεύθερα από το 1898 ως το 1910.

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η Bayer ανεξαρτητοποιήθηκε και πάλι και σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα, και καθιερώθηκε σε πολύ λίγα χρόνια ως μία από τις μεγαλύτερες φαρμακοβιομηχανίες του κόσμου. Περιορίστηκε στην παραγωγή και την εμπορία των προϊόντων της στις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Αγγλία και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης. ‘Ομως, για να κρύψει το παρελθόν της και να συνεχίσει την εταιρική ηγεμονία της στις ΗΠΑ, η Bayer ενορχήστρωσε μια συγχώνευση με την Monsanto το 1954, που οδήγησε στην Mobay Corporation.

Το 1964, όμως, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ «είδε» τις επιθετικές πρακτικές της Mobay Corporation και κατέθεσε αγωγή εναντίον της, για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας των ΗΠΑ, ζητώντας να «σπάσει». Το 1967, ένας ομοσπονδιακός δικαστής αποφάνθηκε υπέρ και διέταξε τη Monsanto να «επιστρέψει» το 50 τοις εκατό της Mobay στη Bayer.

Επίσης, η θυγατρική της Bayer, Cropscience, αναπτύσσει σήμερα τεχνολογίες για τη μετάλλαξη του καλαμποκιού αλλά και φυτοφάρμακα. Εν ολίγοις ψεκάζουμε με τα φυτοφάρμακά  τις μεταλλαγμένες τροφές που φτάνουν στο πιάτο μας και έπειτα, όταν αρρωσταίνουμε, παίρνουμε το χημικό χάπι της για να αντέξουμε.

Όσο κι αν η Bayer προσπαθεί να μας κάνει να ξεχάσουμε το παρελθόν της, «διαφημίζοντας» την εφεύρεση της ασπιρίνης το 1898, το σκοτεινό παρελθόν της την κατατρέχει.


Διαβάστε επίσης το άρθρο «Τι θα φάμε; Ρώτα την Bayer…» για την μονοπωλιακή συμφωνία ένωσης της Bayer και της Monsanto.

 


*Το παρόν αποτελεί απόσπασμα άρθρου στο tvxs με τίτλο,  Bayer – Monsanto: Το σκοτεινό παρελθόν του μελλοντικού μονοπωλίου
_____________________________________________________________

Darkest Hour | η τρομαχτική αγιογραφία του Τσόρτσιλ… Όταν ο αντικομμουνιστής, ρατσιστής, «αποικιολάγνος» μετατρέπεται σε εικόνισμα…


Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

… θα πολεμήσουμε σε θάλασσες και ωκεανούς, θα πολεμήσουμε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους αιθέρες, θα υπερασπίσουμε το νησί μας, ό,τι και να μας κοστίσει, θα πολεμήσουμε στους διαδρόμους προσγείωσης, θα πολεμήσουμε στα χωράφια και στους δρόμους, θα πολεμήσουμε στους λόφους. Δεν θα παραδοθούμε ποτέ!

Το ακούσαμε στην «Δουνκέρκη» του Nolan πριν κάποιους μήνες και το ακούμε ξανά. Σε πιο μουγκρισμένη εκδοχή αυτή την φορά και από τον «άλλοτε-κινηματογραφικό-χαρακτήρα-της-εργατικής-τάξης-που-μετατρέπεται-στο-ακριβώς-αντίθετο-της-για-λεφτά-και-Όσκαρ-Gary-Oldman» (σ.σ. με συγχωρείται για τον υπερβάλλων νεολογισμό) στην «Πιο σκοτεινή ώρα». Εκεί όπου η πασίγνωστη τούτη μορφή με το πούρο στο χέρι και το scotch ουίσκι του είναι στρεσαρισμένος στο πατρικό του ανάκτορο(!) λίγο πριν την συνάντηση με τον βασιλιά του, λίγο πριν πάρει το χρίσμα του πρωθυπουργού και μεταπλασθεί στους αιώνες των αιώνων αμήν από κτηνώδη αστό σε… χαρισματικό ηγέτη. «Η πιο σκοτεινή ώρα» ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε πως είναι η στιγμή που ο Τσόρτσιλ παίρνει την έγκριση της επίσημης και κυρίαρχα γραμμένης Ιστορίας και ταυτόχρονα της επίσημης και κυρίαρχα ευπώλητης τέχνης του 21ου αιώνα.

Εμείς ωστόσο δεν τον εγκρίνουμε εξαρχής και μεροληπτούμε. Πίσω από τον χαρισματικό Ουίνστων Τσόρτσιλ βλέπουμε μια πολιτική μορφή της Ιστορίας που πάνω του συγκρούονται δυο αλήθειες ή καλύτερα δυο αντικρουόμενα συμφέροντα. Ο Τσόρτσιλ συμβολίζεται στην Ιστορία διττά: Από την μία είναι προσωποποιημένος ο αντικομμουνισμός, ο ρατσισμός, ο «αποικιολάγνος» ιμπεριαλισμός, ο βαθύς αντεργατισμός και η εφιαλτική «αστικότητα» και από την άλλη η πλήρης αθώωση του και η ανάδειξη του σε ήρωα της ηπείρου και του κόσμου ολόκληρου που «δεν παραδόθηκε ποτέ» στον ναζισμό με το πούρο πάντοτε στο χέρι, την υπεροπτική του αυθάδεια ευθύβολη στα πορτρέτα του. Εμείς μεροληπτούμε γιατί διαλέγουμε την πρώτη εκδοχή. Διότι δεν δεχόμαστε να ξεχάσουμε τους τόνους εγκλημάτων και υποκρισίας που κουβαλάει στις αποσκευές του. Μεροληπτούμε όπως ακριβώς κάνουν και οι παραγωγοί της ταινίας και διάφοροι καλοθελητές διαλέγοντας την δεύτερη. Κατασκευάζοντας το απόλυτα αγιοποιημένο και εξωραϊσμένο πορτρέτο του Τσόρτσιλ υποκρύπτοντας τα ουσιώδη αλλά και τα φαινομενικά. Η προσέγγιση τους είναι χυδαία, είναι εκνευριστική και ταυτόχρονα γελοία. Κάθε σοβαρότητα άλλωστε θα ακύρωνε de facto τον σκοπό τους.

Δεν χρειάζονται πολλαπλές γνώσεις και αναγνώσεις του κινηματογραφικού μέσου για να γίνει κατανοητή η πιο αισχρή λαθροχειρία που λαμβάνει χώρα μπρος στα μάτια του θεατή. Η άποψη που πλασάρεται είναι τόσο εσκεμμένα τραβηγμένη νοηματικά και κινηματογραφικά που δεν μπορεί παρά να είναι κατακριτέα αμφότερα (νοηματικά και κινηματογραφικά). Άλλωστε οι νικητές (και εδώ μιλάμε για τους Βρετανούς και τον Τσόρτσιλ) γράφουν την παγκόσμια ιστορία. Τόσο που αντλούν κάθε δικαίωμα για τον ηγέτη τους να τον καταγράψουνε στο παρελθόν και να τον μεταφέρουνε στον παρόν κατά πως τους βολεύει. Η παραπλάνηση αποτελεί λοιπόν πέρα από κοινή γνώση, με αφορμή τούτη την κινηματογραφική υπερπαραγωγή και κάτι το απόλυτα προφανές. Δεν θα τοποθετηθούμε, λοιπόν, αν η ταινία επιζητεί ιστορικές ή βιογραφικές αξιώσεις.

Ο Τσόρτσιλ δηλώνει υπεροπτικά την νίκη του: στην Ιστορία όπως και στην συνείδηση του κοινού


Ο Τσόρτσιλ μια persona προσόντων και προτερημάτων ως δηλωμένος στόχος της ταινίας


Ο Τσόρτσιλ ανάβει πούρο. Ο Τσόρτσιλ προχωρά σκυφτός και σκεπτικός με το βάρος της παγκόσμιας ευθύνης στους ώμους του προς το υπόγειο πολεμικό συμβούλιο και ελέγχει τους χάρτες των επιχειρήσεων. Ο Τσόρτσιλ φιλάει την γυναίκα του στα χείλη, η γυναίκα του βάφεται σκεπτόμενη τον Τσόρτσιλ ενώ δίπλα του είναι καλοσιδερωμένη η στρατιωτική στολή του Τσόρτσιλ. Ο Τσόρτσιλ κατοχυρώνει, συμβολοποιεί και τεκμηριώνει το V της νίκης. Ο Τσόρτσιλ δίνει πύρινους λόγους, έχει ταυτόχρονα χιούμορ (κάνει και καμιά γκάφα) αλλά ο Τσόρτσιλ αυθεντικά αντιπαθεί τους ναζί. Ο Τσόρτσιλ αγαπάει τους συνεργάτες του και εκτιμά την γραμματέα του και σέβεται τους εχθρούς του. Ο Τσόρτσιλ αγαπάει το έθνος του και ο Τσόρτσιλ δέχεται επευφημίες σύσσωμα από αυτό. Ο Τσόρτσιλ είναι μια persona προσόντων και προτερημάτων. Γυρνάς από εδώ ο Τσόρτσιλ. Γυρνάς από την άλλη ο Τσόρτσιλ και πάλι… Αυτή πράγματι θα μπορούσε να είναι η σύνοψη της πλοκής της ταινίας και ως εκ τούτου το «Darkerst Hour» -που δεν επιτρέπει να παρεισφρήσει στην αφήγηση του τίποτε άλλο πέρα από την ανάδειξη και τον εξωραϊσμό του Τσόρτσιλ- θα μείνει στην μνήμη και την συνείδηση μας ως μια από τις πιο σκοτεινές ώρες της κινηματογραφικής τέχνης εφάμιλλο –και καθόλου με το συμπάθιο- με τον ναζιστικό «Θρίαμβο της Θέλησης». Εξάλλου η ίδια θέληση θριάμβευσε, ή προσπάθησε να θριαμβεύσει, και τις δυο φορές: Από την μία η (αποτυχημένη) θέληση της συντήρησης και μεγέθυνσης του Τρίτου Ράιχ και η εξόντωση της ανθρωπότητας και από την άλλη η (επιτυχημένη σε ένα βαθμό) θέληση για συντήρηση και μεγέθυνση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η (πάλι) εξόντωση της ανθρωπότητας. «Να μείνουμε, λοιπόν, πιστοί στο καθήκον μας και να αντέξουμε ώστε αν η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Κοινοπολιτεία της διαρκέσουν χίλια χρόνια, η ανθρωπότητα θα λέει πως “αυτή ήταν η ωραιότερη στιγμή τους”» μας… απειλεί (ιστορικά, όχι φιλμικά) ο Τσόρτσιλ σε έναν από τους περίφημους, περισπούδαστους και προβαρισμένους λόγους του. Πόσο διαφέρει τούτη η υπεροπτικά νοσηρή δήλωση από τη παρομοίως νοσηρή επιδίωξη των χιτλερικών για μια χιλιόχρονη «Νέα Ευρώπη»; Ίδια η ρητορεία, ίδια τα όνειρα και ίδια… τα εγκλήματα. Ο ένας καταγράφηκε ως Βρετανός αστός και ήρωας και ο άλλος καταγράφηκε σαν τρελός ναζί και εγκληματίας. Δυο παραπλανητικά στημένες και συντηρημένες εικόνες από την τέχνη και την ιστορία που αμφότερες στηρίζουν βολικά τις πολιτικές προθέσεις του συστήματος. Και άντε ο θεατής του σήμερα να βγάλει άκρη. Δεν χρειάζεται άλλωστε. Ο σεβασμός προς τον θεατή οφείλει καλλιτεχνικές αξιώσεις από τον δημιουργό. Εδώ ωστόσο αποζητά μονάχα την ιδιοτελή χειραγώγηση του. Βραβεία, εισιτήρια και παραμυθιασμένους θεατές που χειροκροτούνε τους θύτες τους. Τα καταφέρνει: Η οθόνη έχει γεμίσει ασφυκτικά από το πορτρέτο του Τσόρτσιλ για ένα δίωρο όπου αδυνατούμε να εκφράσουμε αμφιβολίες. Μετατρεπόμαστε σε θαυμαστές και σε ακραίο βαθμό καταγοητευμένοι. Οτιδήποτε άλλο έξω από την θριαμβευτική του παρουσία και υπεροχή απλώς ξεχνιέται. Το συγκεκριμένο σινεμά είναι παράδειγμα της δυναμικής του: χειραγωγεί συναισθήματα και συνειδήσεις.

Και πάλι… Δουνκέρκη. Έγνοιες, πράγματι, βρέθηκαν να έχουν οι Βρετανοί και επανέρχονται σε αυτή την ιστορία εις διπλούν την ίδια χρονική συγκυρία. «Που πρέπει να είμαστε στο τέλος αυτού του πολέμου;» ρωτάει κάποια στιγμή στο Κοινοβούλιο ο Τσόρτσιλ. Και ο θεατής αναζητά μια απάντηση στην σημερινή πραγματικότητα: η πιο σοβαρή οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών έχει χτυπήσει την Ευρώπη δίχως να αφήνει απ’ έξω μήτε την Μεγάλη Βρετανία. Η δύναμη της άλλοτε ευημερούσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας γεωπολιτικά μειώνεται. Προϋποθέσεις ενός γενικευμένου πολέμου αναβιώνουν από στιγμή σε στιγμή και έτσι μοιάζει να υπάρχει μια επείγουσα «πατριωτική» ανάγκη: η μυθική συντήρηση του δοξασμένου παρελθόντος της και η υλική διατήρηση των σύγχρονων προνομίων της. Ένας νέος ηγέτης πρέπει να κατασκευασθεί. Ένας ηγέτης κατασκευασμένος όπως και ο Τσόρτσιλ που θα μπορέσει να υπερασπιστεί το έθνος.

Και ορίστε ο Gary Oldman με την βραχνή φωνή του και το αγέρωχο ύφος του ηγέτη που δεν έχει τίποτα να «προσφέρει παρά αίμα, κόπο, δάκρυα και ιδρώτα» πείθοντας την σκοτεινιασμένη Βουλή –που αποκτά αναγκαστικά κι αυτή προς άγρα κινηματογραφικής ταύτισης κινηματογραφικό κλίμα της πιο σκοτεινής ώρας- να συμμετάσχει η Βρετανία στο πόλεμο. Και να υπερασπιστεί την Δουνκέρκη. Προφανώς σε αυτή την μάχη, δεν μάτωσε, δεν κόπιασε, δεν δάκρυσε και δεν ίδρωσε ο Τσόρτσιλ μα ούτε και ο Gary Oldman. Η ταινία δεν αναπαριστά τον πόλεμο παρά σε μετρημένα πλάνα. Απεικονίζει μονάχα τις επαύλεις, τα ανάκτορα και τα στρατιωτικά συμβούλια. Οι φαντάροι και αίμα και δάκρυα και κόπο και ιδρώτα ρίξανε. Μακελεύτηκαν. Όσο προλαβαίνουμε φυσικά να το δούμε σε αυτά τα μετρημένα πλάνα. Μακελεύτηκαν όπως επίσης και οι αποικιοκρατούμενοι λαοί της Αφρικής και της Ασίας καθ’ όλη την διάρκεια της παντοκρατορίας του και που παρομοίως δεν βλέπουμε ποτέ μας. Η μουσική –ακριβώς την στιγμή του φημισμένου λόγου του- δραματική. Σχεδόν επική. Πομπώδης. Είναι πομπώδες έπος άλλωστε να καταφέρνεις να υποκρίνεσαι για τις πραγματικές οικονομικές και πολιτικές προθέσεις σου εξοντώνοντας στρατιώτες και λαούς, γινόμενος τελικά και εκ των υστέρων ήρωας.

Ο Τσόρτσιλ αφουγκράζεται τον αγγλικό λαό και παίρνει την σωστή «πατριωτική» απόφαση


Η ευτελή χυδαιότητα πάνω στην πραγματικότητα


Έτσι είναι τα παραμύθια. Καλομαγειρεμένα και καλοταΐστα. Το είπαμε: Τον αγαπάει η γυναίκα του. Τον σέβονται οι εχθροί του. Σε slow motion τον λατρεύει ο αγγλικός λαός. Όρθιο και συγκινημένο τον χειροκροτεί το Κοινοβούλιο. Ο ίδιος ο βασιλιάς άναυδος «λιώνει» με δέος μπρος στην περπατησιά του και η βροχή, ο καιρός και η ίδια η πραγματικότητα συνάδει με την «ιστορικής κλίμακας» παρουσία του. Σε μια τέτοια απεικόνιση ο θεατής τι μπορεί να κάνει πρακτικά; Να αποτελέσει εξαίρεση; Αναγκάζεται κι αυτός να τον λατρέψει. Νιώθει ρίγος μπρος στις δηλώσεις του. Ευγνώμων. Γιατί αυτός είναι ο στόχος της ταινίας και ο πολιτικός στόχος των καιρών. Να αναζητούμε ηγέτες. Ο φιλμικός Τσόρτσιλ δεν σταματά διόλου την νικηφόρα του πορεία. Υπερβαίνει και το έσχατο: παρατάει την λιμουζίνα του, μπαίνει δίχως σωματοφύλακες –και για πρώτη φορά στην ζωή του όπως τονίζει- στο υπόγειο μετρό του Λονδίνου. Έχει έρθει η ώρα της μεγαλύτερης απόφασης της Ιστορίας και στέκεται δίπλα δίπλα με την… πλέμπα. Για να την αφουγκραστεί. Ο Τσόρτσιλ της ταινίας μετατρέπεται σε μια θυμόσοφη πατρική φιγούρα αγγίζοντας το πατριωτικό αίσθημα του λαού του. Το feedback με τους χαμογελαστούς εργάτες και έναν(!) μαύρο που τους δίνει χειραψία και τους χτυπά την πλάτη είναι καθοριστικό. Η απόφαση πάρθηκε: Η Βρετανία σύσσωμη, με εθνική ενότητα μπαίνει στον πόλεμο. Η δημοκρατικότητα του Τσόρτσιλ επιβεβαιώθηκε. Αθωώθηκε και… μυθοποιήθηκε όσο ποτέ άλλοτε κινηματογραφικά.

Τι κι αν μακέλεψε εργατικές απεργίες στέλνοντας 50000 ένοπλους εναντίον τους στηρίζοντας τις σιδηροδρομικές εταιρίες ή δολοφονώντας εργάτες στο Λίβερπουλ; Τι κι αν έφερνε ως σκλάβους αυτούς «τους κτηνώδεις ανθρώπους με την κτηνώδη θρησκεία» από τις αποικίες ή που πρότεινε λίγα χρόνια νωρίτερα πως «η αναπαραγωγή των διανοητικά ασθενέστερων αποτελεί τρομακτικό κίνδυνο για την φυλή μας»Τι κι αν έστειλε στην αποικία του την Ινδία το 1943 με προμελετημένο λοιμό 5 εκατομμύρια ανθρώπους στο τάφο; Ή που χαιρέτησε τον Μουσολίνι λέγοντας του κατ’ ιδίαν πως «το κίνημα σας πρόσφερε υπηρεσία σε ολόκληρο τον κόσμο και αν ήμουν Ιταλός, θα ήμουν ολόψυχα μαζί σας από την αρχή μέχρι το τέλος στον θριαμβευτικό σας αγώνα ενάντια στα κτηνώδη πάθη του λενινισμού»; Τι, τέλος, κι αν άνοιξε πυρ στον λαό της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944 και «έτσι ετελείωσε η μάχη που διήρκεσε έξι εβδομάδες και που έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξει η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό» που έγραφε στην αυτοβιογραφία του; Η ταινία δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Είναι μια κυνική, για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, τοποθέτηση και στήνει προσκυνητάρι για αποδοχή και λατρεία του: κάνει την πιο λαθραία αγιογραφία του που ούτε ίσως το ίδιο το υποκείμενο δεν θα επιδίωκε…

Το «Darkest Hour» επιδιώκει, προαναγγέλοντας τον, τον θάνατο του κινηματογράφου. Η ίδια αφηγηματική λειτουργία που έκανε τις ναζιστικές προπαγανδιστικές ταινίες εχθρικές προς τον πολιτισμό και την κουλτούρα άλλο τόσο εχθρική πρέπει να νοηθεί και η συγκεκριμένη. Η ιστορική τούτη αναπαράσταση μεταλλάσσει τόσο πολύ την πραγματικότητα που την εξαγοράζει και την σερβίρει με φαινομενικά τα πιο φίνα και γκουρμέ υλικά:έξοχη σκοτεινή και ομιχλώδη φωτογραφία, τσορτσιλική πομπώδη ερμηνεία (μιας και ο ίδιος ο Τσόρτσιλ την υποκριτική την είχε «σπουδάσει» και απεχθανόταν κάθε δημόσια προσέγγιση της realpolitik), αφηγηματική ενότητα και αριστοτελική ανάπτυξη της πλοκής σε τέμπο αλάνθαστο. Ταύτιση, συγκίνηση, χειραγώγηση.Καθώς Ιστορία της ρητορείας έτσι και σινεμά της ρητορείας. Μια σκόπιμη ιδεολογική και αισθητική επίθεση άνευ όρων όπως μονάχα θα μπορούσαν να σκεφτούν και να υλοποιήσουν οι αστοί, αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές όλου του κόσμου ενωμένοι. Και όποιος μείνει ζωντανός ή αλώβητος. Πράγματι έτσι είναι δυστυχώς. Το πούρο του θα συνεχίσει να σιγοκαίει υστερόφημα και υπεροπτικά σε μια γωνία της παγκόσμιας Ιστορίας.

 

___________________________________________________________

Αποχή (πάλι) της Ελλάδας στον ΟΗΕ από την καταδίκη του ναζισμού…


Η Ελλάδα απείχε και πάλι,  από την στήριξη ψηφίσματος που καταδικάζει το ναζισμό και τον νεοναζισμό και «άλλες πρακτικές που πυροδοτούν σύγχρονες μορφές του ρατσισμού, φυλετικών διακρίσεων, ξενοφοβίας και μη ανεκτικότητας».  Η ψηφοφορία έγινε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της  Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Το ψήφισμα, που κατατίθεται όλα τα τελευταία χρόνια κυρίως με πρωτοβουλία της Ρωσίας (με την ηγεσία Πούτιν προφανώς να επιδιώκει να ικανοποιήσει τα δικά της συμφέροντα και σχεδιασμούς) καταψηφίστηκε από τρεις χώρες: τις ΗΠΑ, την Ουκρανία και τα νησιά Παλάου.

Οι ΗΠΑ καταψηφίζουν σταθερά το ψήφισμα επικαλούμενες διάφορα περί «ελευθερίας του λόγου» και άλλες γελοιότητες ενώ επί της ουσίας σε πρώτο επίπεδο θεωρούν ότι το ψήφισμα αποτελεί «μέσο προώθησης ρωσικής προπαγάνδας  και σχεδίων» και σε δεύτερο, με βάση την υπάρχουσα εμπειρία, δεν έχουν κανένα πρόβλημα στήριξης τέτοιου είδους δυνάμεων όπως προσφάτως έγινε και στο Κίεβο. Η Ουκρανία μάλλον δεν χρειάζεται εξήγηση γιατί καταψήφισε. Αφού Ναζί βρίσκονται στην κυβέρνηση δεν θα αυτοαναιρεθούν κιόλας.  Τα νησιά Παλάου μπορεί κανείς να τα αναζητήσει και στο χάρτη.

Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται και στις χώρες που απείχαν. Ήταν 48 συνολικά (3 λιγότερες από πέρυσι καθώς ολοένα περισσότερες χώρες στηρίζουν το ψήφισμα) και σε αυτές συμπεριλαμβάνονται σχεδόν όλες οι χώρες της ΕΕ. Τυχαίο; Προφανώς όχι. Πρόκειται για συνειδητή ενιαία στάση της ΕΕ, η οποία προσεταιριζόμενη τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ ως «αγορές προς πλήρη εκμετάλλευση», έχει κάνει τα στραβά μάτια στην άνοδο τέτοιων δυνάμεων ακόμη και στην εξουσία. Είναι μια συνειδητή στάση της ΕΕ η οποία έχει ανάγει σε σταθερή θέση την ταύτιση ναζισμού – κομμουνισμού, και δεν ενοχλείται διόλου από συνόδους τέτοιου περιεχομένου όπως αυτή που έγινε προ λίγων μηνών στην Εσθονία.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι προς την ΕΕ και τις χιλιοχρησιμοποιημένες και χιλιοειπωμένες «ευρωπαϊκές αξίες» που αναρωτιέται κανείς πώς εκφράζονται μέσα από την ανοχή, αν όχι τη συνενοχή, στο ναζιστικό παρελθόν και στο νεοναζιστικό παρόν. Και ένα ακόμη ερώτημα αφορά την ίδια την τωρινή κυβέρνηση, η οποία, ο ΣΥΡΙΖΑτουλάχιστον, από τη θέση της αντιπολίτευσης καταδίκαζε με σφοδρότητα τη στάση αυτή των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων. Τώρα όμως από τη θέση της κυβέρνησης, ακολουθεί την ίδια ακριβώς στάση. Αλήθεια, τι έχει αλλάξει;


Από:http://www.toperiodiko.gr/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE-%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BF%CE%B7%CE%B5-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7/#.Whc-YU6LRWc

Εθνικιστές Μαίανδροι και Combat 18 (βλ. Adolf Hitler) στο Μενίδι «Βοά ο τόπος» για τη δράση των φασιστών με πρόσχημα την υποβάθμιση και τα ναρκωτικά…


menidi

Με αφορμή τον αδιανόητο θάνατο από αδέσποτη σφαίρα του 11χρονου Μάριου, προ λίγων ημερών, στο Μενίδι κάποιοι λέγαμε ότι είναι εμφανής η προσπάθεια «κάποιων» να καπηλευτούν τη δίκαιη οργή για την υποβάθμιση της γειτονιάς τους σε σούπερ μάρκετ λαθρεμπορίου ναρκωτικών, όπλων και του οτιδήποτε άλλου και σε «ξέφραγο αμπέλι», και να την μετατρέψουν σε ρατσιστικό και φασιστικό μένος, παντελώς ακίνδυνο για το σύστημα που γεννά την υποβάθμιση και τους πραγματικούς ενόχους. Αυτό που όλοι αντιλαμβανόμασταν, παίρνει όνομα και μορφή στο ενδιαφέρον ρεπορτάζ του Αλέξανδρου Καλαφάτη που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», στο οποίο όχι μόνο καταγράφεται η δράση φασιστικών, ναζιστικών ομάδων που, παρά τα αλλότρια ονόματά τους, έχουν δομή και λογική παρόμοια με αυτές της Χρυσής Αυγής,  όπως φαίνεται και μέσα από δηλώσεις μελών τους.

Συνέχεια

Λιθουανία: Τιμά θύματα του Ολοκαυτώματος αρκεί να μην πολέμησαν τους Ναζί…


Όταν το χυδαίο και τραγικό αγγίζει το γελοίο με την εξίσωση ναζισμού – κομμουνισμού

t1larg.yadvashem

Το Πανεπιστήμιο του Βίλνιους στη Λιθουανία ανακοίνωσε ότι θα τιμήσει μετά θάνατο τους εβραίους φοιτητές που έχασαν τη ζωή τους στο Ολοκαύτωμα, υπό έναν όρο όμως: Να μην έχουν πολεμήσει με τους αντάρτες εναντίον των Ναζί γιατί οι αντάρτες που πολέμησαν τους Ναζί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν, ήταν κομμουνιστές ή φιλο-Σοβιετικοί!

Σε ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου,  καλούνται οι συγγενείς των νεκρών φοιτητών να κάνουν σχετική αίτηση για την απόδοση τιμής με την σαφή διευκρίνιση ότι θα πρέπει να προσκομίσουν και σειρά έγγραφων στοιχείων που ν’ αποδεικνύουν ότι δεν είχαν καμία σχέση με τη Σοβιετική Ένωση.  Δεν πρόκειται φυσικά για κάποια ιδιαιτερότητα της διοίκησης του Πανεπιστημίου. Πρόκειται για εφαρμογή της νομοθεσίας, η οποία ενσωματώνει την επίσημη κρατική αφήγηση της μετα-Σοβιετικής Λιθουανίας, σύμφωνα με την οποία η κομμουνιστική και η ναζιστική ιδεολογία είναι παρόμοιες και το Γ’ Ράιχ μαζί με την ΕΣΣΔ είναι ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Η αντίληψη αυτή δεν είναι ούτε αποκλειστικό προνόμιο της Λιθουανίας, ούτε ορισμένων μόνο χωρών του πρώην σοβιετικού μπλοκ, άλλωστε, αλλά επίσημη άποψη της ΕΕ.  Η Λιθουανία βέβαια έχει κάνει ένα βήμα παραπάνω καθώς είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που χαρακτηρίζει γενοκτονία, χωρίς φυσικά να υπάρχει κανένα από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που ορίζουν τη γενοκτονία, την περίοδο που βρισκόταν στους κόλπους της ΕΣΣΔ!

77608

Οι δύο φωτογραφίες του κειμένου, από το Μουσείο του Ολοκαυτώματος στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, αποτυπώνουν πογκρόμ κατά των εβραίων από Λιθουανούς παραστρατιωτικούς συνεργάτες των Ναζί

Μάλιστα, σε μια αντικομμουνιστική έξαρση, το 2008, οι λιθουανικές αρχές προσπάθησαν να σύρουν σε δίκη για εγκλήματα πολέμου πρώην  αντάρτες, εβραίους, που πολέμησαν μαζί με τους Σοβιετικούς τους Ναζί χωρίς να είναι όμως κομμουνιστές, κατηγορώντας τους για εγκλήματα πολέμου, στα οποία συμπεριλάμβαναν και δολοφονίες συνεργατών των Ναζί κατακτητών. Η δίκη δεν έγινε ποτέ καθώς προκλήθηκε παγκόσμια κατακραυγή, αρχής γενομένης από το γεγονός ότι ένας εκ των …«κατηγορουμένων» ήταν ο μετέπειτα διευθυντής του μουσείου για το Ολοκαύτωμα στο Ισραήλ «Γιάντ Βασέμ», Γιτζάκ Αράντ. Ο Αράντ  δήλωνε ξεκάθαρα ότι ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε κομμουνιστής, αντίθετα με πάρα πολλούς Λιθουανούς εβραίους, αλλά ουδέποτε μετάνιωσε που πολέμησε τους Ναζί μαζί με τους Σοβιετικούς, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε τότε κανένας άλλος τρόπος να σώσεις τη ζωή σου απέναντι στις ανεξέλεγκτες σφαγές που εξαπέλυσαν κυρίως οι Λιθουανοί συνεργάτες της ναζιστικής κατοχής.

Μεθοδευμένη διαστρέβλωση της ιστορίας χαρακτηρίζει την επίσημη λιθουανική αυτή αφήγηση και ο Εφραίμ Ζούροφ, γνωστός «κυνηγός» Ναζί ανά τον κόσμο και επικεφαλής του ισραηλινού γραφείου του γνωστού κέντρου Σιμόν Βίζενταλ, που ουδεμία σχέση με κομμουνιστές και ΕΣΣΔ έχει. Ο Ζούροφ υποστηρίζει ότι οι, μετα-σοβιετικές, ηγεσίες της Λιθουανίας έχουν υιοθετήσει με τόσο επιμονή και πάθος αυτήν την εξίσωση μεταξύ Ναζί – Σοβιετικών θέλοντας να αποκρύψουν το τεράστιο ποσοστό συνεργασίας του πληθυσμού με τις κατοχικές ναζιστικές δυνάμεις, θυμίζοντας ότι περίπου το 95% του εβραϊκού πληθυσμού της χώρας, που αριθμούσε περί τα 230.000 άτομα, εξοντώθηκε μέσα σε τρία χρόνια.  «Είναι μια προσπάθεια να παρουσιαστεί η Λιθουανία σαν θύμα χωρίς να δώσει ποτέ εξηγήσεις για το ρόλο πολλών Λιθουανών  ως συνενόχων των Ναζί» εκτιμά και έχει θέσει ως στόχο δικό του και του κέντρου ν’ αποκατασταθεί κάποια στιγμή η αλήθεια ως προς τις διώξεις κατά των εβραίων της Λιθουανίας.

__________________________________________________________

Από:http://www.toperiodiko.gr/%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AC-%CE%B8%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8E%CE%BC%CE%B1/#.WPfdNVSLQ2o

«Εφυγε» ο μουσικός του δρόμου που έγινε διάσημος όταν χάλασε την ναζιστο-παρέλαση στην Ρίγα…Ο παππούς Ζόρα δεν είναι πια εδώ…


ζορα

Γράφει ο Γρηγόρης Τραγγανίδας

‘Οπως κάθε χρόνο στις 16 Μάρτη, έτσι και φέτος, οι Λετονοί ναζί παρέλασαν στο κέντρο της Ρίγας.

‘Οπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, λίγοι θαρραλέοι άνθρωποι έκαναν την διαφορά, χαλώντας αυτή την νοσηρή φασιστο-«γιορτή», στέλνοντας, ταυτόχρονα, μήνυμα ανειρήνευτης αντίστασης ενάντια στον φασισμό και την καπιταλιστική «μήτρα» που τον γεννά και διασώζοντας την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου είδους εν γένει.

Το 2015, για παράδειγμα, ήταν μια απλή νοικοκυρά που έβγαλε την ποδιά της κουζίνας, κατέβηκε στον δρόμο, στάθηκε μπροστά στα γηραλαία μέλη των λετονικών Waffen SS και των ιδεολογικών «εγγονιών» τους και άρχισε να τραγουδά δυνατά το εμβληματικό σοβιετικό τραγούδι της Αντιφασιστικής Νίκης, «Ιερός Πόλεμος».

Μέχρι που την μάζεψε η αστυνομία.

Φέτος ήταν ένας νεαρός, ο οποίος επίσης στάθηκε μπροστά τους φωνάζοντας «δεν θα περάσει ο φασισμός» και «Λετονία, ντροπή».

Μέχρι που τον μάζεψε η αστυνομία.

Για πάντα, όμως, θα παραμείνει στην μνήμη εκείνος ο τρομερός παππούς, ο παππούς Ζόρα, όπως ήταν γνωστό, μουσικός του δρόμου, που στις 16 Μάρτη του 2012, με το ακορντεόν του, άρχισε να παίζει σοβιετικά αντιφασιστικά τραγούδια την ώρα που η ναζιστο-παρέλαση περνούσε από μπροστά του.

Οι τουρίστες και ο κόσμος που παρακολουθούσε έβγαλε τα κινητά και τράβηξε βίντεο, τα οποία αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, κάνοντας τον παππού και την αντιστασιακή του πράξη διάσημη σε όλο τον κόσμο. ‘Ηταν μια από τις μεγαλύτερες, σύγχρονες επικοινωνιακές ήττες των φασιστών και των κρατών της Βαλτικής που τους «χαϊδεύουν» με κάθε τρόπο.

Τραγούδια όπως «Αντίο Σαλαβιάνκα» και «Κατιούσα» ήχησαν από το ακορντεόν του παππού Ζόρα κάνοντας τους ναζί να τρέμουν από οργή. Το μόνο που τον έσωσε από τον βέβαιο τραμπουκισμό ήταν το πλήθος του κόσμου που αποθανάτιζε τη στιγμή.

«Ισως η μουσική μου ταρακουνήσει αυτούς τους ανθρώπους που προχωράνε σε φάλαγγες. Είναι εγκληματίες που κρύβουν τα εγκλήματά τους, τα καλύπτουν»  έλεγε ο παππούς Ζόρα σε πιτσιρικάδες bloggers που έτρεξαν να του μιλήσουν.

Ο ίδιος δεν είχε ιδέα για την δημοσιότητά που έλαβε η πράξη του. Δεν είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο. Από φίλους του έμαθε τι συνέβη. Και ο κόσμος που τον γνώριζε βεβαιώνει ότι ο παππούς Ζόρα προσπάθησε όλη του την ζωή να αντισταθεί στο φάντασμα του φασισμού.

Προσπάθησε.

Ναι.

Παρελθόντας χρόνος.

Διότι ο παππούς Ζόρα δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας. «Εφυγε» από την ζωή, στα 74 χρόνια του, όπως έμαθαν οι δημοσιογράφοι που τον έψαχναν φέτος με αφορμή την ναζιστο-παρέλαση.

Εμαθαν και λίγα πράγματα ακόμη. Οτι το πραγματικό του όνομα ήταν Εντουάρντ Τσουντίνοφ, αλλά για κάποιους δικούς του λόγους ήθελε να τον φωνάζουν, Ζόρα Μπολντεράισκι. Ηταν γέννημα – θρέμμα της Ρίγας. Δεν σπούδασε μουσική. Ηταν αυτοδίδακτος στο ακορντεόν. Σπούδασε στην ναυτική σχολή της Ρίγας και ταξίδεψε στην θάλασσα σαν ναυτικός. Οταν βγήκε στην σύνταξη, το ακορντεόν, από πιστός σύντροφος και φίλος του έγινε και ένα μέσο να βγάζει μερικές δεκάρες παραπάνω για να ζήσει. Εκτοτε, όλη η παλιά πόλη της Ρίγας τον ήξερε. Ηταν κάτι σαν το «σήμα κατατεθέν» της.

«Κόσμος που με άκουσε εκείνη την μέρα ήρθε μετά να με ευχαριστήσει. Ηρθαν και από την Γαλλία, την Αγγλία, την Ελβετία, την Γερμανία, την Αγγλία. Είμαι απλός άνθρωπος και νιώθω στους άλλους ανθρώπους το καλό και το κακό. Και αυτοί που παρελαύνουν, δεν είναι άνθρωποι» έλεγε ο παππούς Ζόρα για τους φασίστες.

Τώρα το ακορντεόν του σίγησε για πάντα. Η «Σλαβιάνκα» και η «Κατιούσα» δεν θα ακουστούν καθώς θα περνούν οι ναζί από το κέντρο της παλιάς Ρίγας.

‘Ομως, παππού Ζόρα, αν και ξέρουμε πως δεν μας ακούς, θέλουμε να σου δώσουμε έστω και μια αργοπορημένη υπόσχεση: Δεν αντιστάθηκες μάταια. Ο φασισμός, δεν πρόκειται να περάσει. Θα τον νικήσουμε και πάλι. Αυτήν την φορά ακούγοντάς σε να παίζεις την «Σλαβιάνκα» στο ακορντεόν σου…

________________________________________________________

Aπό:http://www.toperiodiko.gr/%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CE%B6%CF%8C%CF%81%CE%B1-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%B4%CF%8E/#.WNPHxFThA2o

Οι Ναζί της διπλανής πόρτας: Πως η Αμερική έγινε το ασφαλές καταφύγιο για πολλούς άνδρες του Χίτλερ [Μέρος Πρώτο]…


9780547669199_custom-f34c2e1b4f74378e9b88efda672dbcc2f9aa70ee-s99-c85

Η Απελευθέρωση

Άνοιξη 1945

Στρατόπεδο συγκέντρωσης  εκτοπισμένων Fohrenwald, έξω απο το Μόναχο.

Καθώς οι Ναζί τράπηκαν σε φυγή, τα θύματα τους ακόμα υπέφεραν.

Αυτοί ήταν οι “τυχεροί”: Εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι, Καθολικοί, ομοφυλόφιλοι, μάρτυρες του Ιεχωβά, Κομμουνιστές, Ρομά, και άλλα “παράσιτα” υποδουλομένα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί, που με κάποιο τρόπο κατάφεραν να επιβιώσουν της γενοκτονικής μηχανής του Χίτλερ. Παρόλα αυτά, ακόμα και μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, οι επιζώντες παρέμειναν εγκλωβισμένοι για μήνες στα ίδια ακριβώς στρατόπεδα που οι Ναζί τους είχαν αφήσει να σαπίσουν.

Τα ονόματα αυτών που τους κρατούσαν αιχμάλωτους είχαν αλλάξει, με τις σκούρες  σβάστικες των Ναζί να εχουν τώρα αντικατασταθεί με τις ανοιχτόχρωμες, πολύχρωμες σημαίες των συμμάχων να κυματίζουν πάνω απο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά οι φράχτες απο συρματομπλέγματα και οι οπλισμένοι φύλακες ακομα τους είχαν περιφραγμένους.

Βρίσκονταν σε ένα μεταπολεμικό κολαστήριο, σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, τις οποίες ενας υψηλόβαθμος απεσταλμένος του πρόεδρου Τρούμαν αργότερα θα σύγκρινε με αυτές που  επιβλήθηκαν απο τους ίδιους τους Ναζί.

Ο Jacob Biber, ένας Εβραίος που επιβίωσε της Ναζιστικής κάθαρσης στην Ουκρανία, υπήρξε ανάμεσα σε αυτους που παρέμειναν εγκλωβισμένοι στο Αμερικάνικο στρατόπεδο συγκέντρωσης εκτοπισμένων στο Fohrenwald. “Νιώθαμε σαν πλεόνασμα για πέταμα”, γράφει ο Biber καθώς υπο κράτηση, “ανθρώπινα σκουπίδια τα οποία οι κυβερνήσεις του κόσμου με καποιο τρόπο ευχονταν να εξαφανιστούν”.

Συνέχεια