Νίκος Τσιφόρος: Ο «Μαύρος θάνατος» …


Κείμενο: Νίκος Τσιφόρος*

Ως τότε τα τόξα ήτανε κοντά και τα βέλη δεν κάνανε και μεγάλες ζημιές σε ιππότες ντυμένους με σίδερο. Ο Εδουάρδος ο Πρώτος, ο παππούς τουτουνού που ‘κανε τώρα τον πόλεμο, εδώ και πολλά χρόνια, τότε που πολεμούσε στην Ουαλία, είδε τους Ουαλούς που σαν βουνίσιοι είχανε μακριά τόξα και κάνανε ζημιές. Το μακρύ τόξο μπορούσε από εκατό μέτρα να περάσει ένα θώρακα από αλυσίδα.

Ο Εδουάρδος, λοιπόν, ο Πρώτος, αποφάσισε να γυμνάσει όλους τους υπηκόους του στο μακρύ τόξο. Αντί να κάνουνε άλλα παιγνίδια κι άλλα σπορ οι Άγγλοι, γυμναζόντουσαν από παιδιά στο μακρύ τόξο και το ξέρανε καλά. Όλοι οι Άγγλοι ήτανε γεροί τοξότες και σκοπευτές.

Τον Οκτώβριο του 1347, γενοβέζικα εμπορικά πλοία από το λιμάνι της Κάφας στην Μαύρη Θάλασσα, που προσέγγισαν το λιμάνι της Μεσσήνης στη Σικελία, γεμάτα ετοιμοθάνατους και νεκρούς, μετέφεραν στην Ευρώπη την ασθένεια της πανώλης.
Τον Οκτώβριο του 1347, γενοβέζικα εμπορικά πλοία από το λιμάνι της Κάφας στην Μαύρη Θάλασσα, που προσέγγισαν το λιμάνι της Μεσσήνης στη Σικελία, γεμάτα ετοιμοθάνατους και νεκρούς, μετέφεραν στην Ευρώπη την ασθένεια της πανώλης.

Οι Γάλλοι πολεμούσανε με τον παλιό τρόπο. Μπροστά οι ιππότες να σπάσουνε τη γραμμή με τα θωρακισμένα τους άλογα και πίσω ο στρατός με σπαθιά και δόρατα και ακόντια. Στο Πουατιέ, τραβήξανε μπροστά οι ιππότες, αλλά τούτοι με τα τόξα τους περιμένανε. Και μόλις ζυγώσανε. τους ταράξανε. Από κει και πέρα μόλις τους παίρνανε τον αέρα τους κάνανε γιούργια και αντίο Γάλλοι.

Έκτος τούτου, στα μέρη που πολεμούσανε, οι χωριάτες τους μισούσανε τους Γάλλους, γιατί φερόντουσαν πάντα δεσποτικά και τους τυραννούσανε, ενώ λέγανε ότι οι Άγγλοι βασιλιάδες δίνουνε ελευθερίες στο λαό.

Το χειρότερο, όμως, για τους Γάλλους ήτανε ότι δεν είχανε παρά. Το αγγλικό σύστημα της φορολογίας του κόσμου δεν ήτανε γνωστό στη Γαλλία. Εκεί τον πόλεμο τον κάνανε πάντα οι ιππότες με έξοδα τους.

Χωρίς λεφτά, λοιπόν, τι στρατά να μαζέψει; Δεν μπορούσε και τα έφερνε βόλτα δύσκολα. Τους ιππότες του τους τσακίζανε τα μακριά τόξα, το άλογο δεν πέρναγε πια, όλα για κλάματα.

Ο Φίλιππος πέθανε μέσα σε ήττες και τώρα βασιλιάς ήτανε ο Ιωάννης ο Καλός. Οι Εγγλέζοι πάλι είχανε, έκτος από το βασιλιά τους, και τον διάδοχο του αγγλικού θρόνου, που τον λέγανε ο Μαύρος Πρίγκιπας, γιατί φορούσε πάντα μια κατάμαυρη πανοπλία και περικεφαλαία και ήτανε πολύ παλικάρι και έκανε θραύση με τους ιππότες του όπου έπεφτε. Και αυτός ο Μαύρος Πρίγκιπας έπιασε αιχμάλωτο τον ίδιο το βασιλιά τηςΓαλλίας, τον Ιωάννη τον Καλό.

Απ’ αυτή τη στιγμή οι Γάλλοι αρχίσανε να συνέρχονται.

Συνέχεια

Νίκος Τσιφόρος: Ιστορία της Αγγλίας – Οι Σάξονες …


Κείμενο: Νίκος Τσιφόρος*

Ο «ΚΛΕΦΤΗΣ»

Ωραία περνάγανε οι Ρωμαίοι στην Αγγλία, τρώγανε, πίνανε, αφεντάδες ήτανε. άλλοι δουλεύανε κι αυτοί κάνανε τον σπουδαίο, έλα, όμως. που η Ρώμη άρχισε να φυραίνει… Τρωγόντουσαν οι στρατιωτικοί, τρωγόντουσαν οι πολιτικοί, δεν πηγαίνανε καλά οι υποταγμένοι λαοί, βγήκε στη μέση κι ο Χριστιανισμός και τους διαίρεσε, επαναστατήσανε οι σκλάβοι, δεν είχανε καθόλου κέφι να πάνε να φάνε τα κεφαλάκια τους στους πολέμους οι λεγεωνάριοι, άρχισε η δουλειά κι έπαιρνε νερό.

Στην Αγγλία, κάπως καλύτερα πηγαίνανε τα κόζια, αλλά άμα κάνανε επιδρομές οι Κέλτες, δεν τα καταφέρνανε πάντα να τους νικήσουνε οι Ρωμαίοι. Ήτανε ιππείς οι Κέλτες, ερχόντουσαν, κάνανε τη ζημιά και φεύγανε κι άντε πιάσ’ τους. Κι ακόμα παρακάτου, οι Γότθοι, οι Γερμανοί δηλαδή, πολεμούσανε τώρα με καινούργια όπλα, το ξίφος και τη λόγχη κι έτσι το τόξο και το ακόντιο δεν είχανε πια μεγάλη πέραση.

Σαξωνική μετανάστευση, 5ος αιώνας μ.Χ.
Σαξωνική μετανάστευση, 5ος αιώνας μ.Χ.

Και σαν να μη φτάνανε όλα τούτα, αρχίσανε να ‘ρχονται από την Ευρώπη και να κάνουν επιδρομές και ζημιές κάτι άλλοι λαοί. Οι Φράγκοι και οι Σάξονες.

Τούτοι δω οι πολεμιστές ήτανε θηρία και δε λογαριάζανε τίποτα. Πολεμούσανε άγρια, δε φοβόντουσαν και δε ζυγίζανε καθόλου καλά το στρατό των Ρωμαίων, που δεν ήτανε ρωμαϊκός, αλλά κατά μεγαλύτερο μέρος από ντόπιους Κέλτες.

Είδε κι αποείδε. λοιπόν, η Ρώμη και φώναξε έναν άνθρωπο της ναύαρχο, Καραούσιος λεγότανε.

-Κύριε, του είπανε, θα πάτε στη Βρετανία.

-Τι να κάνω; Τα γαϊδούρια μου έχασα κει πάνου;

-Όχι, αλλά έχουμε ένα στόλο και θα τον αναλάβετε και δε θ’ αφήνετε τους Σάξονες να περνάνε και να μας ταράζουνε.

Ο Καραούσιος, όμως, δε σκοτιζότανε και πολύ για τους Σάξονες. Πήρε το στόλο και έβγαινε στις ακτές και τις ρήμαζε στο κούρσος και τη ληστεία. Το μάθανε στη Ρώμη και του στείλανε μια γραφή.

-Δεν εντρέπεσθε;

-Δεν ντρέπομαι, απάντησε ο Καραούσιος, και ανάγκη δε σας έχω και παίρνω στρατό και στόλο και γίνομαι εγώ αυτοκράτορας της Βρετανίας και όποιος θέλει να μου πει όχι.

Συνέχεια

15.000 ευρώ κι ένα βιβλίο στα σκουπίδια…


law-books-in-dumpster

Ή: Μεγάλο το δίκιο σου, Μαρκ Τουαίην

—της Ελένης Κεχαγιόγλου για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Φανταστείτε τώρα την έκπληξη των εργαζομένων στο Κέντρο Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών (ΚΔΑΥ) Ηρακλείου, όταν κατά την εργασία ρουτίνας τους, όπου διαχώριζαν ανά υλικό ό,τι είχαν παραλάβει, ανακάλυψαν ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου χαρτονομίσματα ύψους 15.000 ευρώ. Το ρεπορτάζ, δυστυχώς, δεν αναφέρει για ποιο βιβλίο επρόκειτο, και έτσι χάνουμε την ευκαιρία να φανταστούμε τα χέρια στα οποία βρισκόταν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, εικάζεται πως ανήκε σε άνθρωπο ο οποίος πέθανε, ίσως αιφνιδίως, και οι κληρονόμοι του (ή όποιοι μπήκαν στο σπίτι του) πέταξαν τα βιβλία του στα σκουπίδια.

Κι εδώ δεν μπορούμε να αντισταθούμε στον πειρασμό να σκεφτούμε πως τους εν λόγω κληρονόμους, οι οποίοι προφανώς δεκάρα δεν έδιναν για τα βιβλία, τους εκδικήθηκε ο θεός της ανάγνωσης, στερώντας τους ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Σκεφτόμαστε, όμως, επίσης, πώς ένα τέτοιο γεγονός, που, ως ρεπορτάζ βιβλίου, θα αναγόταν σε διήγημα, στα χέρια των ρεπόρτερ του ελεύθερου καθίσταται στην καλύτερη περίπτωση η βαρετή, διεκπεραιωτική είδηση που μετέδωσε το ΑΠΕ-ΜΠΕ, και την οποία αναπαρήγαγαν πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα,[1] στη χειρότερη ένα άρθρο που καίει μερικά εγκεφαλικά μας κύτταρα, όπως όταν διαβάζουμε στην Espresso (οι υπογραμμίσεις, δικές μου): «[Ο]ι υπάλληλοι βρήκανένα βιβλίο με χοντρό εξώφυλλο, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση μάλλον θα περνούσε απαρατήρητο, καθώς κανείς δεν θα έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτό,λόγω της παλαιότητάς του». Κι έτσι, η σκληρόδετη έκδοση γίνεται βιβλίο με χοντρό εξώφυλλο και πληροφορούμαστε ότι ένα παλαιό βιβλίο περνά απαρατήρητο ως άχρηστο, παρότι μια παλαιά έκδοση συνήθως προσδίδει αξία.

Η είδηση, λοιπόν, ανάγεται, με τον τρόπο αυτό, σε άλλη μια υπενθύμιση του τι μειοψηφία-τάγμα ξυπόλητο είμαστε όσοι έχουμε φετίχ με τα βιβλία ως αντικείμενο και με την ανάγνωσή τους ως διαδικασία. Εκεί όπου οι κάτοικοι της «χώρας βιβλίο» θα ενδιαφερόμασταν για τα πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία της έκδοσης, αναζητώντας ως Πουαρώ ενδείξεις ταυτότητας του κατόχου του που έπαιξε αυτό παιχνίδι στους κληρονόμους του, διαβάζουμε ρεπορτάζ όπου η έμφαση δίνεται στο ποσό και στο γεγονός ότι ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου (αλλού παραδίδεται ο ισχυρισμός ότι επρόκειτο για τετράδιο), υπήρχαν ακόμη και χαρτονομίσματα (άκουσον, άκουσον!) των 500 ευρώ! Διότι αυτό θα γαργαλήσει το ενδιαφέρον των περισσότερων κατοίκων της «χώρας Ελλάδα», πολύ περισσότερο που δίνεται η εικόνα των υπαλλήλων που ανοίγουν το βιβλίο και από μέσα του αρχίζουν να ξεπηδούν χαρτονομίσματα.

Βέβαια, την απαξίωση μορφωτικών αγαθών που έχουν καταλήξει στα σκουπίδια δεν είναι η πρώτη φορά που τη διαπιστώνουμε, ούτε μας εντυπωσιάζει αν σκεφτούμε ότι το αρχείο ολόκληρου εθνικού ήρωα Θεόδωρου Κολοκοτρώνη βρέθηκε στα σκουπίδια, από εκεί σε ρακοσυλλέκτη και κατόπιν στα χέρια του συλλέκτη και ιδρυτή του πολύτιμου Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Μάνου Χαριτάτου. Μας υπενθυμίζει βέβαια ότι η πλειονότητα του κόσμου αδιαφορεί για τα βιβλία, πολλώ δε μάλλον για κάτι εκεί πέρα σημειώσεις σε χαρτί (χειρόγραφα μειζόνων λογοτεχνών έχουν καταλήξει στα σκουπίδια). Επιπλέον, όμως, το ειδησάριο αυτό δείχνει πώς το ύφος συνιστά περιεχόμενο, καθώς η ίδια είδηση μπορεί να διαθέτει από την αδιάφορη λιτότητα μιας διεκπεραιωτικής αναφοράς έως να γίνεται σενάριο ταινίας τύπου Στάθη Ψάλτη στην οποία μάλιστα, σε απαύγασμα ημιμάθειας, γίνεται επίσης αναφορά στην ταινία του Νίκου Τσιφόρου «Ο θησαυρός του μακαρίτη» – σου λέει, με τέτοιο τίτλο όλο και κάποια σχέση θα έχει με την υπόθεσή μας. Έλα, όμως, που δεν έχει.

Εν κατακλείδι, η περιήγησή μας στα ρεπορτάζ για το θέμα, όπου είδαμε πως όσο μαζικότερο το μέσο, τόσο χειρότερο το ύφος της είδησης —τόσο γελοιωδέστερη δηλαδή η παρουσίασή της—, επιβεβαιώνει τον σπουδαίο Μαρκ Τουαίην: «Ο άνθρωπος που δεν διαβάζει καλά βιβλία δεν κερδίζει τίποτα σε σύγκριση με αυτόν που δεν διαβάζει καθόλου».

 

[1] Η είδηση από το ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Μικρό θησαυρό έκρυβε ένα βιβλίο που είχε πεταχτεί για ανακύκλωση. Το βιβλίο εντοπίσθηκε από εργαζομένους στο εργοστάσιο ανακύκλωσης του Ηρακλείου, όταν κατά τη διάρκεια διαχωρισμού των υλικών οι εργαζόμενοι ανακάλυψαν πως μέσα σε αυτό ήταν κρυμμένα 15.000 ευρώ σε χαρτονομίσματα.

»Το βιβλίο με τα χρήματα πιθανότατα ανήκε σε κάποιον ηλικιωμένο, ο οποίος φύλαγε τα χρήματά του στις σελίδες του, και όταν έφυγε από τη ζωή κανείς δεν αντιλήφθηκε τα ευρώ που υπήρχαν μέσα σε αυτό, με αποτέλεσμα να καταλήξει στα σκουπίδια».

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/04/19/money-in-a-book/