Επιτέλους oι Μακεδονομάχοι στo χώρo πoυ τους ταιριάζει…


του Άκη Γαβριηλίδη

Η γραμμή 31 του ΟΑΣΘ εκτελεί το δρομολόγιο Βούλγαρη – Σφαγεία.

Ο κάπως ασυνήθιστος αυτός συνδυασμός ονομασιών είχε γίνει στο παρελθόν θέμα ανεκδότου, με κάποιον Αθηναίο φοιτητή που περνά σε ΤΕΙ (τότε ΚΑΤΕΕ) της Θεσσαλονίκης και σοκάρεται όταν αντικρύζει για πρώτη φορά την ονομασία του λεωφορείου που πρέπει να παίρνει κάθε μέρα για να πηγαίνει στη σχολή του, την οποία ερμηνεύει ως δείγμα των ιδιαίτερων συνθηκών και της βαρβαρότητας της «τοπικής κοινωνίας» (σε συνδυασμό με το προσωνύμιο «Βούλγαροι» που απέδιδαν οι Αθηναίοι στους Θεσσαλονικείς χούλιγκαν).

Βεβαίως η ονομασία της μίας αφετηρίας, και της σχετικής οδού και περιοχής της Θεσσαλονίκης, δεν έχει καμία σχέση με τους Βουλγάρους της Βουλγαρίας, αλλά έχει σχέση με τον πολιτικό τού 19ουαιώνα Δημήτριο Βούλγαρη. (Το όνομα αυτό προφανώς το έδωσαν στην οδό οι εκπρόσωποι του κράτους των Αθηνών όταν κατέκτησαν τη Μακεδονία· στη Θεσσαλονίκη ουδείς γνώριζε ή είχε λόγο να τιμήσει τον Δημήτριο Βούλγαρη).

Όσο για το τέρμα της γραμμής, ούτε αυτό έχει σχέση με σφαγές, απλώς ονομάζεται έτσι διότι εκεί βρίσκονταν στο παρελθόν τα δημοτικά σφαγεία.

Η δυσώνυμη περιοχή των «Σφαγείων» ξαναήρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα χάρη σε μία εξίσου ευτράπελη επινοημένη αφήγηση, την οποία όμως πολλοί (μειωμένης σοβαρότητας) εξέλαβαν και διακίνησαν ως σοβαρή, όχι ως ανέκδοτο. Πράγμα που είναι αρκετά δηλωτικό για μια ορισμένη βαρβαρότητα που φαίνεται ότι εξακολουθεί να επιβιώνει στο βαθύ [ψευδο]κράτος της νότιας Μακεδονίας.

Ένα από τα πολλά fake news που διέδωσαν τον τελευταίο καιρό οι γνωστοί παρακρατικοί/ παρακοινωνικοί κύκλοι που ορέγονται καταστάσεις «Καρφίτσας», ήταν και η πληροφορία ότι «ο Μπουτάρης», ή «ο ΣΥΡΙΖΑ», ή και οι δύο, απέσυραν τις προτομές των Μακεδονομάχων που υπήρχαν στην ομώνυμη πλατεία της Θεσσαλονίκης και τις πέταξαν σε «μια αυλή στα Σφαγεία», διότι … έτσι προβλέπει η συμφωνία της Πρέσπας και η «εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς».

Η απολύτως ψευδής αυτή πληροφορία μεταδόθηκε από πολλούς ιστότοπους και ατομικούς χρήστες του ίντερνετ, και έδωσε έναν τουλάχιστον πρωτοσέλιδο τίτλο –στη γνωστή φαιοκίτρινη φυλλάδα.

eleftheri-ora-630Οι περισσότεροι απ’ αυτούς απέφυγαν να μεταδώσουν τη σχετική εξήγηση της αρμόδιαςαντιδημάρχου, ότι τα αγάλματα είχαν απομακρυνθεί και φυλάσσονται προσωρινά σε αποθηκευτικό χώρο του δήμου Θεσσαλονίκης στην αυλή των Παλιών Σφαγείων, επειδή απλούστατα στο σημείο όπου ήταν τοποθετημένα εκτελούνται έργα για την κατασκευή σταθμού τού μετρό. Όποιος ζει –ή έστω πηγαίνει μια στις τόσες- στη Θεσσαλονίκη, θα έπρεπε να είχε προσέξει ότι όλη η Εγνατία από την πλατεία Αγίας Σοφίας μέχρι και την Ίωνος Δραγούμη, εδώ και κάνα-δυο χρόνια, είναι εργοτάξιο.

Όμως, αυτή η διάδοση, και η ευπιστία των σύγχρονων επίδοξων Μακεδονομάχων –ή Μακεδονομαχομάχων- να την δεχθούν ως αληθινή και να την διαδώσουν, δεν αποκαλύπτει μόνο την ασχετοσύνη τους σε θέματα πολεοδομίας και καθημερινότητας. Αποκαλύπτει επίσης την ασχετοσύνη και την αδιαφορία τους για το ίδιο το αντικείμενο για το οποίο δηλώνουν ότι κόπτονται –δηλαδή τις προτομές των Μακεδονομάχων, και άρα τους ίδιους τους Μακεδονομάχους και τη μνημόνευσή τους στον δημόσιο χώρο. Καθώς και τον κυνισμό τους να ενδιαφέρονται για το αντικείμενο αυτό μόνο όταν μπορούν να το εργαλειοποιήσουν για να καταγγείλουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους ότι θέλουν να το αφαιρέσουν, ενώ όσο αυτό ήταν παρόν δεν έδιναν πεντάρα γι’ αυτό. Πάω ό,τι στοίχημα θέλετε ότι το 90% από όσους διέδωσαν, και κάλεσαν και άλλους να διαδώσουν, τα fake news, δεν γνωρίζουν ούτε καν τα ονόματα αυτών τους οποίους αναπαριστούν οι προτομές. (Πάντως πουθενά δεν τα αναφέρουν: παντού λένε απλώς «οι Μακεδονομάχοι». Μερικές φορές ούτε καν αυτό· μιλούν γενικώς για «τα αγάλματα»). Και από το υποθετικό αυτό 10% που ίσως να μπορούν να αναφέρουν κάποιο όνομα, π.χ. ότι η τάδε προτομή αναπαριστά τον καπετάν Κότα ή τον καπετάν Γκόνη, δεν είμαι σίγουρος αν θα είναι πολλοί σε θέση να μας πουν πότε, πού και τι ακριβώς έκαναν αυτοί οι ένδοξοι καπεταναίοι ώστε να πρέπει να τους τιμάμε.

Είναι χαρακτηριστικό για το υποκείμενο του εθνικισμού να σκηνοθετεί τον εαυτό του ως υποκείμενο απώλειας, να ενδιαφέρεται κυρίως για περιστατικά που του επιτρέπουν να καταγγέλλει κλοπές μιας απόλαυσης –για την οποία συνήθως ελάχιστα είχε ενδιαφερθεί όσο (υποτίθεται ότι) την είχε.

Από αυτή την άποψη, οι διαμαρτυρίες των Μακεδονομαχομάχων το μόνο που αποκαλύπτουν είναι ότι ο χώρος των Σφαγείων –τόσο με μικρό όσο και με κεφαλαίο Σ- είναι μάλλον ο πλέον κατάλληλος για τις προτομές των μισθοφόρων του ελληνικού κράτους που επιχείρησαν, χωρίς καμία επιχειρησιακή επιτυχία, να τρομοκρατήσουν τους χωρικούς της Μακεδονίας το διάστημα 1905-8 και να καταστείλουν την εξέγερση του Ίλιντεν χέρι-χέρι με τις οθωμανικές αρχές.

enzo traverso – αριστερή μελαγχολία. η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)…


Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Συνέχεια

Από τη σύντομη αντιφασιστική συμμαχία στην αντικομμουνιστική εθνική ενότητα – Δημήτρης Κουσουρής: «Δίκες δοσιλόγων 1944-1949»


kousouris
«Γράφει ο Δημοσθένης Παπαδάτος – Αναγνωστόπουλος»
______________________________________

Δημήτρης Κουσουρής: «Δίκες δοσιλόγων 1944-1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη». | Εκδόσεις Πόλις | Αθήνα | σελ: 679 

Από τη σύντομη αντιφασιστική συμμαχία στην αντικομμουνιστική εθνική ενότητα: Η συνέχεια του πολέμου με δικαστικά μέσα

Μερικούς μήνες μετά την Απελευθέρωση, στον απόηχο πια των Δεκεμβριανών, ο Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει ότι «κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ». Η πικρή υπόμνηση δεν αφορά μόνο την κατάσταση στην Ελλάδα· με τα λόγια του τσέχου φιλοσόφου Jan Patoĉka, σε ολόκληρη την Ευρώπη ο Β” Παγκόσμιος Πόλεμος «μεταλλάχθηκε σε κάτι παράξενο, που δεν έμοιαζε μήτε με πόλεμο, μήτε με ειρήνη». Η μετάλλαξη αυτή συντελέστηκε σε μεγάλο βαθμό διά της  δικαστικής οδού – με τη συγκρότηση δηλαδή έκτακτων δικαστηρίων στη βάση έκτακτων νόμων. Οι νόμοι αυτοί θα όριζαν αναδρομικά το έγκλημα της συνεργασίας με τον εχθρό – κυρίως, όμως, θα δημιουργούσαν ένα πλαίσιο εξατομίκευσης/αποπολιτικοποίησης της ευθύνης για τη συνεργασία με τον κατακτητή που συμπεριελάμβανε κρατικά και οικονομικά εγκλήματα – ένα πλαίσιο στον αντίποδα πειραμάτων «λαϊκής δικαιοσύνης» και αντάρτικου πόλης που εφάρμοζαν οι αντιστασιακές οργανώσεις απέναντι στους δοσίλογους. Αν κάθε νόμος αποτελεί συμπύκνωση μιας πολιτικής στρατηγικής, η εσωτερίκευση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου από τα κράτη αποσκοπούσε στην επιβεβαίωση της ηθικής υπεροχής των νικητών και το κλείσιμο των λογαριασμών του παρελθόντος – με όριο, ωστόσο, την διαχείριση των νέων πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών.

Συνέχεια