ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ, ΖΩΝΤΑΣ ΔΙΠΛΑ ΣΕ ΑΥΤΟ…


tumblr_opb3r0ENFc1rfhjodo1_1280-960x540.jpg

Λίνα Θεοδώρου

Οι περιφράξεις

Το πρώτο πράγμα που βλέπει ο εισερχόμενος στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα ελληνικά νησιά, ή άλλως τα ελληνικά σύνορα, είναι οι περιφράξεις. Οι περιφράξεις, ως αναπόσπαστο τμήμα παντοδαπού στρατοπέδου, χωρίζουν τον καταυλισμό από τον περιβάλλοντα χώρο και στη συνέχεια χωρίζουν τον ίδιο τον καταυλισμό σε τομείς. Χωρίζουν το μέσα των γραφείων της Διοίκησης και των ΜΚΟ, με το έξω των προσφύγων, και στη συνέχεια χωρίζουν το μέσα σε διακριτά επίπεδα ασφαλείας, και σε περιφραγμένους χώρους αναμονής των προσφύγωνσ.1. Ο αρχιτέκτων του καταυλισμού γνωρίζει την ανάγκη να βρίσκεται σε θέση ο καταυλισμός να μετατραπεί σε περίκλειστο χώρο ανά πάσα στιγμή. Παράλληλα καθυποβάλλει στους εισερχόμενους το αίσθημα ότι υφίσταται κάτι από το οποίο πρέπει να προστατευθούν.

Ο στρατός

Ο Ελληνικός Στρατός, από την πρώτη στιγμή δήλωσε το παρόν στην αντιμετώπιση της «προσφυγικής κρίσης», τόσο στο κατασκευαστικό όσο και στο διοικητικό τμήμα. Σήμερα καλείται να αναλάβει και τον τομέα της υγείας, παράλληλα με την υποχώρηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, των ΜΚΟ. Ωστόσο, με ένα πιο προσεκτικό βλέμμα, μπορεί κανείς να αισθανθεί τον απόηχο της στρατιωτικού τύπου οργάνωσης, αλλοτινών εποχών, στα στρατιωτικά γιλέκα τα οποίο φορούν οι εργαζόμενοι των ΜΚΟ, αλλά και στις «αποστολές» των διεθνών οργανώσεων, πλάι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ανά τον κόσμο. Στο στρατόπεδο η τεχνογνωσία της αποικιοκρατίας και της ιεραποστολής, δεν έχει λησμονηθεί, αλλά παραμένει ορατή ως αποτέλεσμα της ίδιας της ύπαρξης των προσφύγων, αλλά και στις στρατιωτικές ενδυμασίες των εύθυμων «σωτήρων» των κατοίκων των καταυλισμών.

Η γλώσσα

Εντός του στρατοπέδου, του «Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης», οι πρόσφυγες γίνονται «αιτούντες» και «επωφελούμενοι», «απορριφθέντες» και «ευάλωτοι», ή πιο πεζά ένας αριθμός τον οποίο έχουν εφοδιαστεί από τις αρμόδιες αρχέςσ.2. Οι απελάσεις είναι «επανεισδοχές», οι διαδικασίες χωρίζονται σε «παραδεκτό» και «ουσία», ενώ οι γραφειοκράτες στην άτυπη γραμμή παραγωγής επιβεβαιώνουν την «ασφαλή επιστροφή» στην χώρα καταγωγής και εφαρμόζουν τα κριτήρια της «ασφαλούς τρίτης χώρας». Όπως σε όλα τα στρατόπεδα, η γλώσσα νομιμοποιεί και κανονικοποιεί τις διαδικασίες, τις μετατρέπει σε πολιτισμένες και γραφειοκρατικές. Με αυτό τον τρόπο, η προσεκτική χρήση της μετωνυμίας, και η δημιουργία μιας καινούργιας «υπό-γλώσσας» μετατρέπει την απάνθρωπη καθημερινότητα του στρατοπέδου, σε ακόμη μία γραφειοκρατική διαδικασία.

Η οικονομία

Ωστόσο το κάθε Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης χρήζει οικονομικής διαχείρισης, και αποτελεί μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για οικονομική δραστηριότητα για πληθώρα επιχειρήσεων. Οι εταιρείες καλούνται να επιτελέσουν και να ανταποδώσουν την «κοινωνική ευθύνη» την οποία αισθάνονται ότι οφείλουν στο κοινωνικό σύνολο, την ώρα που συγκροτούν ένα νέο πεδίο οικονομικής δράσηςσ.3, με το πλέον κατάλληλο παράδειγμα τη σκηνή “Better Shelter” σχεδιασμένη και κατασκευασμένη από την IKEA, βραβευμένη με το βραβείο Beazley Design of the Year. Η οικονομία της αγοράς δεν τελειώνει στις καινοτομίες και στα νέα πεδία κερδοφορίας που ανοίγονται από τη στέγαση, τη σίτιση του προσφυγικού πληθυσμού, αλλά επεκτείνεται στις σχέσεις εργασίας των υπαλλήλων του κράτους και των ΜΚΟ, οι οποίες ορίζονται δομικά από την επισφάλεια (οι συμβάσεις σπανίως υπερβαίνουν τους έξι μήνες). Τα τμήματα ανθρωπίνου δυναμικού έχουν την τιμητική τους, για να καταστήσουν με τη βοήθεια manager και ψυχολόγων, τις/τους εργαζόμενους «εκμεταλλεύσιμους». Τέλος, οι ίδιες οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και το Κράτος, φροντίζουν να εναρμονίζονται με τις τελευταίες επιταγές του αποδοτικού μάνατζμέντ, και να μεγιστοποιούν την «παραγωγικότητά» τους. Παράλληλα, το branding προωθείται με βίντεο, στα οποία χαρούμενοι άνθρωποι «προσφέρουν» ενώ άλλοι ευγνώμονες «αποδέχονται».

Τα προνόμια

Η ταξινομητική διάσταση που φέρει το σύστημα της διαχείρισης του προσφυγικού υποκειμένου, αγγίζει τα όρια του αυτονόητου, είτε προστρέξει κανείς στα γενέθλια διεθνή κείμενα που ορίζουν το καθεστώς του πρόσφυγα, είτε στην πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκών κρατών και Τουρκίας. Ωστόσο αθέατη στο γυμνό μάτι, μένει η διάκριση και τα προνόμια τα οποία υφίστανται εντός του στρατοπέδου. Η διοίκηση μεριμνά ώστε να επιλέγει ένα κομμάτι του προσφυγικού πληθυσμού, (συνήθως τέτοιες επιλογές ως αναμένετο καταλήγουν στην εθνικότητα), το οποίο επενδύουν με προνόμια, φροντίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο να βεβαιωθούν για τη διαίρεση του πληθυσμού. Η διαίρεση αυτή αποβαίνει ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς πέρα από τη διευκόλυνση του έργου της Διοικήσεως, επιτυγχάνει και τη δημιουργία διαδοχικά έντασης και εκτόνωσης μεταξύ του ίδιου του πληθυσμού.

Η ζωή που συνεχίζεται

Τέλος, αλλά όχι ήσσονος σημασίας, η ζωή των κατοίκων, των νησιών, της χώρας, της Ευρώπης, η οποία συνεχίζει να κυλά, και ανεπαίσθητα αλλά σταθερά, να εναρμονίζεται με τη νέα συνθήκη. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που ο χώρος του στρατοπέδου συμπυκνώνει τις βασικές προκείμενες της κοινωνικής συγκρότησης, και τις ωθεί στις ακραίες τους όψεις. Στο κάτω κάτω είναι απλώς ένα «Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης». Έτσι οι έξω μπορούν να συνεχίσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, άλλοτε προσπαθώντας να διεκδικήσουν μια αξιοπρεπή λύση, άλλοτε μαινόμενοι εναντίον του κακού που τους έπληξε. Αμφότεροι όμως τείνουν να συνεχίζουν να ζουν, δίπλα στο στρατόπεδο.

Γιατί τι άλλο είναι ένα στρατόπεδο;


Από:https://k-lab.zone/stratopedo-zontas-dipla-se-afto/

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΙΡΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΛΟΓΗ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ…


1-3.jpg

από Κλεονίκη Αλεξοπούλου

 ή  Μανιφέστο μιας δυναμικής διασποράς, όχι μιας χαμένης γενιάς.Για αρκετούς κοινωνικούς ιστορικούς και θεωρητικούς της διεθνικότητας (transnationalism), η μετανάστευση ανθρώπων από μια περιοχή σε μια άλλη εντός ή ακόμα περισσότερο εκτός του έθνους-κράτους παίζει ένα σημαντικό μετασχηματιστικό ρόλο, (επανα)διαμορφώνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και τους θεσμούς. Καταρχάς, η μετανάστευση αμφισβητεί τα σύνορα, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεχνητή ανθρώπινη σύμβαση. Ήταν και είναι μια έμπρακτη ένδειξη αμφισβήτησης της αξίωσης του εθνικού κράτους ότι οι πολίτες (οφείλουν να) ανήκουν σε μια μόνο χωρική επικράτεια (Lubkemann 2000). Ενσαρκώνει επίσης την ελεύθερη επιλογή των ατόμων ή ολόκληρων κοινοτήτων να διαλέξουν τον τρόπο ζωής τους (life strategy). Έχει κατοχυρωθεί σε τελική ανάλυση ως ένα ανθρώπινο δικαίωμα.

Στην περίπτωση του αποικιοκρατούμενου κόσμου και ειδικά της Αφρικής, τα σύνορα επιβλήθηκαν έξωθεν και με τόσο αυθαίρετο τρόπο από τις ευρωπαικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις το 19ο αιώνα, όπου δικαίως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την καταπάτηση αυτών των συνόρων και την «επανοικειοποίηση» του χώρου από τους τότε μετανάστες ως μια επαναστατική πράξη. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή να μεταναστεύσει κανείς ήταν και είναι σε έναν περιορισμένο βαθμό μια κατάσταση ελευθερίας, εφόσον γινόταν και γίνεται εντός καθορισμένων ορίων που θέτουν οι εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και η πολιτική εξουσία. Όμως αυτό ισχύει σχεδόν για όλο το φάσμα των ανθρώπινων επιλογών.

 

Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε ως οικονομικό εργαλείο από αποικιακά κράτη και ισχυρές καπιταλιστικές εταιρίες. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Μοζαμβίκης η πορτογαλική αποικιακή κυβέρνηση υπέγραψε μια σειρά από συμβάσεις με το κράτος της Νοτίου Αφρικής, ώστε να μεταναστεύουν συστηματικά εργάτες απ’ το νότο της πορτογαλικής αποικίας στα ορυχεία χρυσού και διαμαντιών της γείτονος χώρας. Οι εργάτες αυτοί όμως υποχρεώνονταν να γυρίσουν στη χώρα τους μετά το πέρας του συμβολαίου τους και να λαμβάνουν μισή αμοιβή στα ορυχεία χρυσού της Νοτίου Αφρικής και μισή αμοιβή στη Μοζαμβίκη, ώστε να ξοδεύουν το μισθό τους εντός της μαμάς «πατρίδας» και να καταναλώνουν ντόπια προιόντα ώστε να προωθηθεί η νομισματοποίηση της οικονομίας. Έτσι, οι Πορτογάλοι αποικιοκράτες θεσμοποίησαν την κυκλική μετανάστευση και επέβαλαν την «επιστροφή» των μεταναστών ως απαράβατο όρο (Alexopoulou and Juif 2017). Συγκεκριμένα, οι Αφρικανοί μετανάστες ανθρακωρύχοι κατανάλωναν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους στο εισαγόμενο πορτογαλικό κρασί(!).

Επιπλέον, υπήρξαν αναρίθμητες περιπτώσεις καταναγκαστικής μετανάστευσης και εργασίας (δεκαετίες αφότου είχε καταργηθεί η δουλεία), λόγω έλλειψης επαρκούς εργατικού δυναμικού στα δημόσια έργα και στην αγροτική παραγωγή: χαρακτηριστική περίπτωση, η μετανάστευση Αφρικανών απ’ τις δυτικές ακτές της ηπείρου στις Cadbury φυτείες κακάο στα νησιά Σάο Τομέ και Πρίνσιπε. Πάμπολλα άλλα παραδείγματα μετανάστευσης στην αποικιακή Αφρική ανοίγουν διάπλατα τη βεντάλια της ιστορίας της μετανάστευσης, από πλέον οργανωμένες και θεσμοποιημένες μορφές έως ανεπίσημες (informal) και άτακτες «λαθρο»μεταναστεύσεις.

Από τον καιρό που υπάρχουν μοντέρνες νομισματοποιημένες οικονομίες είναι γνωστή η συμβολή των μεταναστών είτε στην οικονομία των χωρών καταγωγής μέσω εμβασμάτων είτε στην ανάπτυξη των χωρών υποδοχής μέσω της εργασίας τους σε καίριους τομείς της παραγωγής. Επίσης αυξημένο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει προσελκύσει τις τελευταίες δεκαετίες ο κρίσιμος ρόλος των μεταναστών στη μεταφορά ανθρώπινου κεφαλαίου (human capital) και τεχνογνωσίας, που προωθούν την καινοτομία και στις χώρες υποδοχής και στις χώρες καταγωγής, εάν πρόκειται για κυκλική μετανάστευση (όπου οι μετανάστες επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους).

Στη μεταμοντέρνα εποχή μας ή αλλιώς στο στάδιο του ύστερου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία υπηρεσιών, η έννοια της εργατικής τάξης ως μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο αμφισβητείται, επειδή αποκλείει άλλα είδη εργαζομένων ή άλλες υπεξούσιες ομάδες όπως οι μετανάστες, οι άνεργοι, οι νοικοκυρές. Το «πλήθος», όπως το εννοιολόγησαν οι Χαρντ και Νέγκρι (2011), σε αντίθεση με το λαό που είναι μια παραδοσιακά ενοποιητική έννοια βασισμένη στο έθνος ή τη φυλή, περικλείει τους μετανάστες, και διεκδικεί τον τίτλο του νέου επαναστατικού υποκειμένου. Πώς οργανώνονται όλες αυτές οι ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών? Μέσω ενός δικτύου «δημοκρατικών σχέσεων» που προσομοιάζει με το ίντερνετ (ibid).

Δε φιλοδοξώ σε καμιά περίπτωση μέσα σε λίγες παραγράφους να ανασυγκροτήσω τις θεωρήσεις στις οποίες αναφέρομαι ούτε τις κριτικές τους. Θέλω μόνο να δείξω την αυξανόμενη σημασία που έχουν οι μετανάστες σήμερα ως φορείς αλλαγής, από την οπτική γωνία διαφορετικών θεωρητικών παραδόσεων. Επίσης νομίζω ότι αξίζει η προσπάθεια να ντύνουμε τα εκάστοτε θεωρητικά σχήματα με τις εμπειρίες του παρόντος, με μια σχετική ελευθερία έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων, για λόγους οικειοποίησης και επαναπροσδιορισμού των ιδεών, σύμφωνα με τις δικές μας καθημερινές πραγματικές ανάγκες.

Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό και ειδικεύονται σε διάφορους επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους, δουλεύουν σε πολυεθνικές και μεσαίου μεγέθους εταιρίες ή συνιστούν άλλον έναν κρίκο του πρεκαριάτου διαφόρων χωρών του εξωτερικού. Αρκετές έρευνες κι αναλύσεις (Generation E, EUmigré) αναφέρονται στο βραχυπρόθεσμο brain drain που υφίσταται η Ελλάδα και στο ενδεχόμενο μακροπρόθεσμο brain gain, το οποίο θα μπορούσε να καρπωθεί εάν οι μετανάστες αυτοί κάποια στιγμή επέστρεφαν στη χώρα τους.

Φαίνεται σαν το ελληνικό κράτος να μην επέλεξε ποτέ συνειδητά να διώξει ορδές νέων εργαζομένων και φοιτητών. Πράγματι, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας δε θεσμοποίησαν ποτέ τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού με τον τρόπο που το έκαναν οι αποικιακές κυβερνήσεις του παρελθόντος. Υπέγραψαν μόνο τις συμβάσεις ελεύθερης διακίνησης πολιτών εντός της ΕΕ που ειναι ακόμα και για τους αντιπάλους της μια προοδευτική κατάκτηση. Και εφάρμοσαν τις εργασιακές πολιτικές που προτάθηκαν από την ηγεσία της ΕΕ και το ΔΝΤ, πολιτικές που ίσως θα έπρεπε να ονομάζονται «πολιτικές ανεργίας», καθώς πρόκειται για μια κοινωνική πραγματικότητα δυσθεώρητων ποσοστών ανεργίας εκτός της συνεχούς αναθεώρησης των όρων και συνθηκών εργασίας, όπου επανα- ή μάλλον από-ρυθμίζονται καθημερινά ωράρια, μισθοί, συντάξιμα κλπ. Παρουσιάζεται, λοιπόν, σαν όλο αυτό να είναι μια παράπλευρη συνέπεια της κρίσης που χτύπησε τη χώρα και η πράξη της μετανάστευσης να είναι η εφαρμογή αυτού που αποκαλούμε ατομική στρατηγική.

Όμως αν το καλοσκεφτούμε, η ατομική αυτή επιλογή είναι η αποκρυστάλλωση των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων και της πολιτικής εξουσίας στο δεδομένο ιστορικό χρόνο. Έχει δηλαδή ταξικό πρόσημο. Λόγω της σύμπτυξης του χώρου και του χρόνου που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, υπάρχουν αυξανόμενες ανάγκες για δια βίου εκπαιδευόμενους και πολλές φορές πολύγλωσσους εργαζόμενους. Οι  εταιρίες χρειάζονται όλο και πιο ευέλικτους μαχητές (τύπου Survivor, σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικού δαρβινισμού) που τη Δευτέρα θα ‘ναι στο Ναιρόμπι και την Πέμπτη στο Σικάγο. Οι μαχητές αυτοί βέβαια δεν προλαβαίνουν έτσι ούτε να συνειδητοποιήσουν ποιος είναι ο φυσικός και κοινωνικός τους χώρος ούτε να συνάψουν φιλικούς και συντροφικούς δεσμούς με βάθος. Ενώ η απόλαυση της μάθησης και η μνήμη  δίνουν συχνά τη θέση τους στο ανικανοποίητο της ταχείας κατανάλωσης εντυπώσεων και στη λήθη. Όταν έγραφε ο Κούντερα τη «βραδύτητα» (1995), δε μπορούσε ακόμα να φανταστεί το σημερινό βαθμό εντατικοποίσης των πάντων.

Η ηλεκτρονική δικτύωση, στην οποία εναποθέτουν τις ελπίδες τους πολλοί, ανοίγει σίγουρα δρόμους επικοινωνίας και αυξάνει κι άλλο την ταχύτητα με την οποία αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι. Αλλά η συνεχής μετακίνηση αναγκαστικά οδηγεί σε μια συνεχή ανακύκλωση ανθρώπων που ενδεχομένως να συνοδεύεται και από συναισθήματα αποκοπής, ανασφάλειας και ματαίωσης που προέρχονται από τη φυσική απουσία κι από τον αέναο επαναπροσδιορισμό του επόμενου βήματος και του επόμενου στόχου. Κάποτε ήταν ουτοπία κι άπιαστο όνειρο να ταξιδέψεις, να ανακαλύψεις. Τώρα έχει καταλήξει να ‘ναι ουτοπία, για μια σημαντική μερίδα ανθρώπων, το να έχεις βάση, όνομα που δεν αλλάζει, γλώσσα προτίμησης. Και φυσικά, η επιλογή ταυτότητας και η ταξική συνείδηση από μια διεθνιστική άποψη φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Υπάρχει βέβαια η ταυτότητα του κοσμοπολίτη με όλα τα ερωτηματικά που ανοίγει ο ορισμός της.

Ολ’ αυτά δεν αποσκοπούν σε μια επανάληψη του αυτονόητου ή σε ένα «κατηγορώ» της ελεύθερης διακίνησης πολιτών. Βοηθούν ομως στον εντοπισμό της ανάγκης ενός σημερινού κομματιού εργαζομένων να ανήκουν κάπου, και στην κατανόηση της κυρίαρχης ακροδεξιάς ατζέντας στο ταυτοτικό ζήτημα. Ποιοι είμαστε? Η απάντηση φαίνεται να έρχεται μόνο απ’ τα δεξιά: Είμαστε ο ισχυρότερος λαός του κόσμου, Αμερικανοί, πρώην μετανάστες που είχαμε όμως κοινό όραμα, ξεκινήσαμε από διαφορετικά σημεία, συγκλίναμε όμως σε ένα. Είμαστε Ολλανδοί, Γάλλοι. Ενώ το ακραίο κέντρο επιμένει: Μόνο το ελεύθερο εμπόριο, οι ξένες (πάντα) επενδύσεις και η οικονομική μεγέθυνση δημιουργούν θέσεις εργασίας και μαγικά προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Κι η Αριστερά σιωπά, μπερδεμενη ανάμεσα σε ρατσιστικές κορώνες και κοινωνικά κεκτημένα που καταπατήθηκαν από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και την ήττα της σοσιαλδημοκρατίας. Η απάντηση της Αριστεράς δεν ειναι συνταγή μαγειρικής για να τη γραψουμε σε μια γραμμή, επαναλαμβάνουν πολλοί. Ας κάνουμε όμως, όπως κάναμε στο δημοτικό, την εξής άσκηση: ας εντοπίσουμε τα συστατικά μέρη αυτής της απάντησης και ας εναπόκειται μετά στην ελεύθερη βούληση του καθενός πώς θα τα συνθέσει. Συλλογική επιλογή, εναλλακτικό όραμα, αλλαγή παραδείγματος. Αν η Αριστερά δεν τα προσφέρει αυτά, δεν είναι Αριστερά.

Η διασπορά, αν θέλει να είναι οργανικό κομμάτι αυτού του μετασχηματισμού, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Κι οι ευθύνες της εκτείνονται πέρα απ’ την ανακύκλωση ιδεωδών στις παρέες των ίδιων γνωστών-αγνώστων. Ας μην αφήσουμε άλλο χρόνο ανεκμετάλλευτο, ας επιχειρήσουμε να οργανώσουμε ανοιχτά φόρουμ θέτοντας προς συζήτηση όλες τις διαστάσεις λειτουργίας του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, των δομών αλληλεγγύης και των commons  όχι μόνο εντός Ελλάδας, αλλά σε όποια πόλη του εξωτερικού η παρουσία μας είναι σημαντική. Όπως οι οικονομολόγοι μελετούν την περίπτωση κυκλοφορίας άλλου νομίσματος πλην του Ευρώ, συχνά σε συνεργασία με ξένους φορείς, έτσι χρειαζόμαστε όχι μόνο τους κοινωνικούς αλλά και τους θετικούς επιστήμονες της διασποράς να ανταλλάξουν απόψεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγής, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μια διαφορετική πολεοδομία κοκ. Αν δε θέλουμε την κρίση ως ευκαιρία μόνο για μεμονωμένες start-ups και θέλουμε η έρευνα να προηγείται της εμπορικής ιδέας και η παραγωγή της πώλησης, οφείλουμε να συμμετέχουμε με όποιο τρόπο μπορούμε σε συλλογικότητες που θα αποσκοπούν σ’ έναν κεντρικό σχεδιασμό. Ακόμα κι αν δεν έχουμε τη δύναμη, έχουμε τη γνώση και μπορούμε να γίνουμε ένας σημαντικός μοχλός πίεσης. Έτσι, για άλλη μια φορά στην ανθρώπινη ιστορία, θα άρουμε συλλογικά τα σύνορα που αρχικά περάσαμε ως άτομικότητες. Ας πιάσουμε το ΤΙΝΑ από το Α κι ας το γδάρουμε ίσαμε το Τ.

*Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά από συζητήσεις εντός της πολιτικής συλλογικότητας Reinform στην Ολλανδία.

 _________________________________________________________

 

CITY PLAZA: ΕΝΑ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ, ΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ…


16009992_10155706562356982_1154871996_o-960x614.jpg

Στις 18 Μάρτη, στον ένα χρόνο από τη συμφωνία της ντροπής ΕΕ-Τουρκίας, κινήματα από όλη την Ευρώπη δίνουν αγωνιστικό ραντεβού ενάντια στον ρατσισμό και τη στοχοποίηση προσφύγων και μεταναστών, για την κατάργηση της συμφωνίας της ντροπής ΕΕ-Τουρκίας, για να ανοίξουν τα σύνορα σε πολιτικούς και οικονομικούς πρόσφυγες, για να φιλοξενηθούν αξιοπρεπώς οι πρόσφυγες μέσα στον οικιστικό ιστό, για ίσα δικαιώματα και αξιοπρέπεια για όλες και όλους.

Το k-lab συμμετέχοντας σε αυτή την πρωτοβουλία και τις κινητοποιήσεις θέλει να φιλοξενήσει στο διαδικτυακό του χώρο κείμενα, αναλύσεις, σχολιασμούς και εμπειρίες από συλλογικότητες, κοινωνικά κινήματα, πρωτοβουλίες και αγωνιστές-τριες που εμπλέκονται λιγότερο ή περισσότερο στο αντιρατσιστικό κίνημα. Μπορείτε να μας στέλνετε τις συμβολές σας στο klab.zone1@gmail.com καθώς και στη σελίδα μας στο fb: https://www.facebook.com/klabzone/.

To παρακάτω άρθρο της Όλγας Λαφαζάνη και του Γιώργου Μανιάτη που συμμετέχουν στο Χώρο Στέγασης Προσφύγων City Plaza αποτελεί το πρώτο κείμενο αυτού του άτυπου αφιερώματος.


Η ιδέα για μια μεγάλης κλίμακας στεγαστική κατάληψη άρχισε να συζητιέται το Σεπτέμβρη του 2015. Την περίοδο εκείνη, με πρόσφατο το άνοιγμα του «βαλκανικού δρόμου», το μεγαλύτερο μέρος των μετακινούμενων προσφύγων ήταν τράνζιτ και τα σύνορα ήταν διαπερατά. Τότε επιλέξαμε μέσα από την Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στους Οικονομικούς και Πολιτικούς Πρόσφυγες να οργανώσουμε μια σειρά κινητοποιήσεων και δράσεων έμπρακτης αλληλεγγύης σε συγκεκριμένα σημεία της Αθήνας όπου υπήρχε συγκέντρωση προσφύγων. Βασικό πεδίο της παρέμβασής μας ήταν η Πλατεία Βικτωρίας.

Η υπογραφή της Συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας στις 18 Μαρτίου ήρθε να ολοκληρώσει το ερμητικό κλείσιμο του βαλκανικού δρόμου που είχε προηγηθεί λίγες μέρες νωρίτερα και οδήγησε σε εγκλωβισμό περισσότερων από 50.000 προσφύγων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αμέσως το πρόβλημα στέγασης χιλιάδων προσφύγων πήρε δραματικές διαστάσεις και η ανάγκη αξιοπρεπούς στέγασης για τους πρόσφυγες έγινε επιτακτική.

Την ίδια στιγμή, το κίνημα αλληλεγγύης, που το καλοκαίρι του 2015 προτεινόταν από την κυβέρνηση για το Νόμπελ Ειρήνης και εκθειαζόταν καθημερινά στα δελτία ειδήσεων, άρχισε σταδιακά να στοχοποιείται και να έρχεται αντιμέτωπο με πρακτικές καταστολής. Η είσοδος στα προσφυγικά στρατόπεδα και τα hot spot απαγορεύτηκε, επιβλήθηκε ο απόλυτος έλεγχος και το φακέλωμα των εθελοντών και οι αλληλέγγυοι-ες κατηγορούνταν συστηματικά ως «υποκινητές» των προσφυγικών διαδηλώσεων και εξεγέρσεων, με κορύφωση τις συλλήψεις διασωστών και αλληλέγγυων στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και την Ειδομένη.

Συνέχεια

Η γερμανική δεξιά πολυκατοικία στο δρόμο για τις ευρωεκλογές…


Του Κonstantin Schlaucher

Άλλοτε οι σιδηροδρομικοί σταθμοί· σήμερα τα αεροδρόμια είναι ο τόπος άφιξης νέων κατοίκων αυτής της χώρας. Μετανάστες, κυρίως νέοι σε ηλικία και προερχόμενοι από τον Νότο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία), από τα Βαλκάνια αλλά και από δεινοπαθούσες χώρες της λεκάνης της Μεσογείου (Συρία, Αίγυπτος, Τυνησία) καταφτάνουν καθημερινά στο αεροδρόμιο “φθηνών πτήσεων” Schönefeld του Βερολίνου, έχοντας πάρει μαζί στις βαλίτσες τους το όνειρο για μια νέα ζωή στη “νέα πρωτεύουσα της Ευρώπης”. Κατά τη γνώμη μου, λανθασμένη απόφαση η επιλογή του Βερολίνου ως προορισμός μετανάστευσης, διότι η ανεργία είναι υψηλή και τα ενοίκια πλέον ακριβούτσικα. Δυστυχώς, πολλοί από του νέους φερέλπιδες κατοίκους του Βερολίνου δεν γνωρίζουν τη γερμανική γλώσσα. Γεγονός που κάνει την εγκατάστασή τους και την εξεύρεση εργασίας ακόμα πιο δύσκολη.  Συνέχεια