Υλισμός και Φεμινισμός (μέρος Β’)…


Συνέντευξη της Johanna Brenner στον Γιώργο Σουβλή

(μετάφραση: Barikat)

5) Ποια είναι η δική σας άποψη για την θέση της Nancy Fraser ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες το φεμινιστικό κίνημα διασταυρώθηκε δημιουργώντας μια συμμαχία με τις νεοφιλελεύθερες προσπάθειες που είχαν σκοπό την οικοδόμηση μιας κοινωνίας της ελεύθερης αγοράς; Συμφωνείτε με την κριτική από που ασκήθηκε από τις Brenna Bhandar και Denise Ferreira Silva που χαρακτηρίζουν την αντίληψη της Fraser ως ευρωκεντρική;

Συμφωνώ απολύτως με την κριτική τους, όπως νομίζω ότι είναι σαφές από ό, τι έχω αναφέρει για την τύχη του δεύτερου κύματος φεμινισμού. Προκρίνοντας ότι ο φεμινισμός έχει γίνει η υπηρέτρια του νεοφιλελευθερισμού, η Fraser αντιλαμβάνεται ότι ο φιλελεύθερος φεμινισμός αντιπροσωπεύει την ολότητα του φεμινιστικού κινήματος. Η Bhandar και η Ferreira Silva έχουν απόλυτο δίκιο υποστηρίζοντας ότι καθ ‘όλη τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης περιόδου, οι μαύρες και οι μαρξίστριες-φεμινίστριες του Τρίτου Κόσμου έχουν προσφέρει μια απάντηση στο φιλελεύθερο φεμινισμό που επικράτησε στην κυρίαρχη πολιτική. Υπήρξε αμφισβήτηση και αγώνας εντός του φεμινιστικού κινήματος κατά τη διάρκεια των δεκαετιών από το τέλος του δεύτερου κύματος και μετά. Για παράδειγμα, η οργάνωση των έγχρωμων γυναικών απομάκρυνε της κυρίαρχες υπέρ της επιλογής οργανώσεις, ιδιαίτερα τις NARAL και την Planned Parenthood από την φιλελεύθερη επιχειρηματολογία περί “ιδιωτικότητας”, για να υπερασπιστούν την άμβλωση και να κατευθυνθούν προς την υιοθέτηση λόγων «αναπαραγωγικών δικαιωμάτων” που λιγότερο εύκολα ευθυγραμμίζονται με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Οι έγχρωμες γυναίκες αμφισβήτησαν τον φεμινισμό του νόμου και της τάξης, που επιχείρησε να ηγεμονεύσει τον λόγο περί έμφυλης βίας. Ανέπτυξαν εναλλακτικές στρατηγικές (όπως οι ξενώνες και η επανορθωτική δικαιοσύνη) και ανέλυσαν το πως η διαπροσωπική βία συνδέεται με την βία που ασκείται από το κράτος στις ίδιες του τις κοινότητες. (βλέπε, για παράδειγμα, η ιστοσελίδα της Incite!).

Συνέχεια

Christine Delphy- Ο κύριος εχθρός, μια υλιστική ανάλυση της καταπίεσης των γυναικών…


Από τη γέννηση του κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών στη Γαλλία, στις ΗΠΑ και αλλού, η μαρξιστική άποψη εκφράστηκε από μια γραμμή που συγκροτήθηκε έξω από το κίνημα. Αυτή προωθήθηκε τόσο από τα παραδοσιακά Κομμουνιστικά Κόμματα όσο και από τι νεότερες αριστερές ομάδες και μεταφέρθηκε στο κίνημα από μαχητικές γυναίκες μέλη των ομάδων αυτών.

Οι περισσότερες γυναίκες στο κίνημα δεν βρίσκουν αυτή τη γραμμή ικανοποιητική ούτε στη θεωρία ούτε στη στρατηγική, για δύο βασικούς λόγους:

  1. Δεν εξηγεί την καταπίεση που είναι κοινή σε όλες τις γυναίκες και
  2. Δεν έχει ως επίκεντρο τη γυναικεία καταπίεση, αλλά τις επιπτώσεις της στο προλεταριάτο (βλέπε την ανάλυση στο άρθρο των McAffee και Wood 1969).

Κάτι τέτοιο είναι δυνατό μόνο γιατί υπάρχει μια μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις αρχές που διατείνονται ότι υποστηρίζουν οι μαρξιστές και στον τρόπο που τις εφαρμόζουν στην περίπτωση της κατάστασης των γυναικών. Ο ιστορικός υλισμός βασίζεται στην ανάλυση των κοινωνικών ανταγωνισμών με ταξικούς όρους. Οι τάξεις ορίζονται από τη θέση τους στο σύστημα παραγωγής. Ενώ αυτές οι αρχές υποτίθεται ότι χρησιμοποιούνται στην ανάλυση της κατάστασης των γυναικών ως γυναικών, η ιδιαίτερη σχέση των γυναικών με την παραγωγή έχει στην πραγματικότητα απλά αγνοηθεί, δηλ. δεν υπάρχει ταξική ανάλυση των γυναικών. Αυτό το θεωρητικό ολίσθημα έχει άμεσες συνέπειες:

  1. η καταπίεση των γυναικών αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα συνέπεια που προκύπτει από την ταξική πάλη, όπως αυτή ορίζεται αποκλειστικά από την καταπίεση του προλεταριάτου από το κεφάλαιο.
  2. Η συνεχιζόμενη καταπίεση των γυναικών σε χώρες όπου ο καπιταλισμός έχει καταργηθεί αποδίδεται σε καθαρά ιδεολογικούς παράγοντες. Αυτό όμως προϋποθέτει έναν ιδεαλιστικό και όχι μαρξιστικό ορισμό της ιδεολογίας. Την αντιμετωπίζει ως παράγοντα που μπορεί να επιβιώσει ακόμα κι όταν εξαλειφθεί κάθε υλική καταπίεση, της οποίας τη νομιμοποίηση εξυπηρετούσε.

Συνέχεια

Καρλ Μαρξ: Η μέθοδος του Κεφαλαίου…


das-kapital-bank

Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στο «Κεφάλαιο» κατανοήθηκε λίγο, όπως το αποδείχνουν οι αντιφατικές γι’ αυτήν εκτιμήσεις.

Έτσι η «Revue Positiviste» του Παρισιού με κατηγορεί από τη μια ότι πραγματεύομαι μεταφυσικά την πολιτική οικονομία και από την άλλη – μαντέψτε το! – ότι περιορίζομαι μονάχα σε μια κριτική ανάλυση του δοσμένου, αντί να γράφω συνταγές (όπως ο Κοντ;) για το μαγειρείο του μέλλοντος. Ενάντια στην κατηγορία της μεταφυσικής ο καθηγητής Ζίμπερ παρατηρεί: «Εφόσον πρόκειται για την καθαυτό θεωρία, η μέθοδος του Μαρξ είναι η απαγωγική μέθοδος όλης της αγγλικής σχολής, που οι ελλείψεις και τα πλεονεκτήματά της είναι κοινά και στους καλύτερους θεωρητικούς οικονομολόγους». Ο κύριος Μ. Μπλοκ – «Οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού στη Γερμανία», από τη «Journal Economistes», Ιούλης και Αύγουστος 1872» – ανακαλύπτει ότι η μέθοδός μου είναι αναλυτική, και λέει ανάμεσα στ’ άλλα: «Με το έργο αυτό ο κ. Μαρξ κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο διακεκριμένα αναλυτικά μυαλά». Οι Γερμανοί επικριτές φωνάζουν φυσικά για χεγκελιανή σοφιστική.

Συνέχεια

Για την ανασύνθεση της μαρξιστικής Αριστεράς…


του Γιάννη Μηλιού


1. Το «Όχι» ως στιγμή ανοικτής ταξικής σύγκρουσης

Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η συνεχής αναδιάταξη ενός συσχετισμού δύναμης μεταξύ των δρώντων πολιτικών υποκειμένων (κομμάτων, κρατικών μηχανισμών, κινημάτων κ.λπ.). Πρόκειται για έναν συσχετισμό δύναμης που σε τελευταία ανάλυση αντανακλά τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα που διαπερνούν την (ελληνική) κοινωνία.
Σπανίως τα ταξικά συμφέροντα (και ιδίως τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των δύο κύριων τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, της άρχουσας καπιταλιστικής και της εργατικής τάξης και των συμμάχων της) εμφανίζονται με καθαρή μορφή, ως σύγκρουση δύο καθαρών πολιτικών θέσεων, ως πολιτική σύγκρουση ανάμεσα σε «δύο Ελλάδες», σύγκρουση του «έθνους των πληβείων» με το «έθνος των πατρικίων». Διότι το θεσμικό πλαίσιο του καπιταλιστικού κράτους, φιλτράροντας και «κοινοβουλευτικοποιώντας» τα ταξικά συμφέροντα και αιτήματα των υποτελών τάξεων, κατά κανόνα τα μετασχηματίζει σε εκδοχές του κοινού-«εθνικού» συμφέροντος, δηλαδή τα υπάγει στη μακροπρόθεσμη στρατηγική του κεφαλαίου για συσσώρευση («οικονομική ανάπτυξη») και κοινωνική ειρήνη υπό την ηγεμονία του κεφαλαίου («οικονομική και κοινωνική σταθερότητα»).
Μία από τις σπάνιες φορές που η ταξική σύγκρουση πήρε τη μορφή μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Το «έθνος των πληβείων» με το 61,3% υπέρ του «Όχι» υπερίσχυσε έναντι του «έθνους των πατρικίων», που απαιτούσε τη συνέχιση των μνημονίων, δηλαδή των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών που αναδιανέμουν ισχύ, πλούτο και εισόδημα υπέρ της άρχουσας κεφαλαιοκρατικής τάξης. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν πέρα από κάθε πρόβλεψη αυτών που σχεδίασαν το δημοψήφισμα.
Η αστραπιαία μετατροπή του «Όχι» του δημοψηφίσματος σε «Ναι» στο εσωτερικό του κράτους και των μηχανισμών του (Κυβέρνηση, Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κοινοβούλιο), αποτέλεσε την πλέον καθαρή εκδήλωση της μετεξέλιξης του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα-διαχειριστή του καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή σε κόμμα που (σταδιακά) αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκπροσώπηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, επομένως σε φορέα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης πολιτικής στρατηγικής.

Συνέχεια

Γυναίκες, σώμα και καπιταλισμός…


CapitalistascontrabrujasSilviaFederici_large

 Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, δημοσιεύουμε σχετικό κείμενο για το βιβλίο της Silvia Federici ”Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα”, όπου εντοπίζει την έμφυλη διάσταση της εκμετάλλευσης ως κάτι που προσδιορίζεται και καθορίζεται κάθε φορά από το κεφάλαιο, την ταξική διάρθρωση και τον καταμερισμό εργασίας σε μια κοινωνία, ενώ οι μεταμοντέρνες πολιτκές και θεωρίες ταυτότητας το εκλαμβάνουν ως κάτι αυτόνομο ή κάτι που συνυπάρχει δίπλα στα άλλα.

Όπως λέει η ίδια η Federici: <<[Τ]ο πολιτικό μάθημα που μπορούμε να πάρουμε από το [βιβλίο] Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα είναι ότι ο καπιταλισμός, ως κοινωνικό-οικονομικό σύστημα, είναι αναγκαστικά προσηλωμένος στο ρατσισμό και το σεξισμό. Γιατί ο καπιταλισμός πρέπει να δικαιολογήσει και να προκαλέσει σύγχιση ως προς τις αντιφάσεις που ενσωματώνουν οι κοινωνικές του σχέσεις – την υπόσχεση της ελευθερίας έναντι της πραγματικότητας του εκτεταμένου καταναγκασμού, και την υπόσχεση της ευημερίας έναντι της πραγματικότητας της εκτεταμένης ένδειας – υποτιμώντας τη «φύση» αυτών που εκμεταλλεύεται: γυναίκες, αποικιακά υποκείμενα, απόγονοι Αφρικανών σκλάβων, μετανάστες που εκτοπίστηκαν από την παγκοσμιοποίηση.

Συνέχεια

Το μεσσιανικό βασίλειο και η προλεταριακή επανάσταση…


Σημειώσεις σχετικά με την υλιστική-θεολογική αντίληψη του Walter Benjamin για την ιστορία

μπεν
«Γράφει ο Δημήτρης Κεχρής»

Εν έτει 1940 και λίγο καιρό πριν αυτοκτονήσει στα γαλλοϊσπανικά σύνορα για να αποφύγει τη σύλληψη από τους ναζί, ο Walter Benjamin ολοκληρώνει το τελευταίο και πιο αινιγματικό του έργο «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας». Υπό το πρίσμα ιδιαίτερα φορτισμένων κοινωνικών συμφραζομένων, αξιοποιεί την ευκαιρία να θέσει ερωτήματα που απευθύνονται στο σύνολο της ιστορίας της νεωτερικότητας με ένα ρομαντικό ύφος που είναι φορέας προκαπιταλιστικών πολιτισμικών παραδειγμάτων και αξιών. Η νοσταλγία του παρελθόντος που χαρακτηρίζει το έργο, όμως, δεν επιθυμεί την οπισθοδρόμηση, αλλά χρησιμεύει ως μέθοδος κριτικής του παρόντος και οδηγός στην αλλαγή πορείας προς ένα ουτοπικό μέλλον.

Συνέχεια

Οι ιδεολογίες από το 68 ως σήμερα


 

assets_LARGE_t_420_54070889Σχεδόν με την έκδοσή του στα ελληνικά, διάβασα το μικρό βιβλιαράκι του Λούτσιο Κολλέτι: “οι ιδεολογίες απο το 68 ως σήμερα.” Έχει αρκετά χρόνια που το διάβασα. Κράτησα και μερικές σημειώσεις. Νομίζω πως θά σας ενδιέφερε ένας διάλογος πάνω στα θέματα που ο Κολλέτι θίγει. ;Έστω και αν το “ως σήμερα” είναι αρκετά απομεμακρυσμένο απο τις ημέρες μας.

Π.Σ.

Ιδού η περίληψη:

“Στα 1967, η μαρξιστική κουλτούρα κλήθηκε να γιορτάσει δύο επετείους, που για πρώτη φορά συνέπιπταν: τα εκατό χρόνια από την πρώτη έκδοση του κεφαλαίου του Μάρξ και τα πενήντα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας στην ΕΣΣΔ.

Οι εορτασμοί αποδείχτηκαν γενικά άχρωμοι και ανώδυνοι. Εξαίρεση αποτέλεσε το Monthly Review με διευθυντές τότε τους Λ. Χούμπερμαν και Π.Μ. Σουήζη, το οποίο αφιέρωσε στις δύο επετείους τα τεύχη του Νοέμβρη και Δεκέμβρη 1967.

Το κύριο άρθρο του περιοδικού αφιερωμένο από τους δύο διευθυντές στα εκατόχρονα του «Κεφαλαίου», επέμενε στο γεγονός ότι η ιστορία είχε ακολουθήσει πορεία διαφορετική από εκείνη που είχε προδιαγράψει ο Μάρξ.

Μετά την αποτυχία των επαναστάσεων στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Ευρώπη είχε πάψει να αποτελεί το κέντρο του διεθνούς επαναστατικού κινήματος.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά η επαναστατική πρωτοβουλία είχε ξεφύγει από αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε «μια χούφτα προηγμένες χώρες» για να περάσει στα «θύματά» τους, τη συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού.

Εδώ και μερικές δεκαετίες- εξηγούσαν οι Χούμπερμαν και Σουήζυ- δεν είχε πια κανένα νόημα η παραδοσιακή μαρξιστική άποψη, σύμφωνα με την οποία η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν κάτι που αφορούσε κυρίως τις προηγμένες χώρες και ότι τάχα τα πεπρωμένα του προηγμένου κόσμου εξαρτιόνταν από τη νίκη ή την αποτυχία αυτού του συγκεκριμένου προλεταριάτου.

Και ωστόσο ο μαρξισμός καθυστερούσε να βγάλει τα οφειλόμενα συμπεράσματα.

Οι δύο συγγραφείς μας έλεγαν με λίγα λόγια ότι οπουδήποτε γινόταν απόπειρα εφαρμογής της θεωρίας οι αποικιακές αστικές τάξεις να έμπαιναν επικεφαλής της άμεσης πάλης τόσο κατά της φεουδαρχίας όσο και κατά το ιμπεριαλισμού, τη νίκη να ακολουθούσε η εθνική ανεξαρτησία, οι αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και, στη συνέχεια ένας νέος αγώνας για την προλεταριακή και σοσιαλιστική επανάσταση, το αποτέλεσμα ήταν αποτυχία και καταστροφή.      Συνέχεια