Ο Μίχαελ Σμιτ – Σάλομον και η παραγωγή των ηλιθίων …


Όποιος ξέρει πολλά, δεν είναι κατ’ ανάγκη μορφωμένος, θα μπορούσε μάλιστα να είναι άκρως παραμορφωμένος      

                                                                                Μίχαελ Σμιτ – Σάλομον


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές 

Αναμφισβήτητα, κανένα ον δε θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον άνθρωπο. Θα ήταν αστείο – και μόνο ως σκέψη – να υπάρξει οποιαδήποτε σύγκριση σε επίπεδο πολιτισμικό ή επιστημονικό μαζί του. Ο άνθρωπος κυριάρχησε στη γη και κατάφερε να υποτάξει όλα τα άλλα είδη. Αναζητώντας τα αίτια που έδωσαν στον άνθρωπο τέτοια υπεροχή ο Μίχαελ Σμιτ – Σάλομον στο βιβλίο «Όχι άλλοι βλάκες στην εξουσία» παραθέτει: «Ο άνθρωπος είναι ο πίθηκος που πιθηκίζει καλύτερα απ’ όλους. Στην πραγματικότητα, οι εγκέφαλοί μας ρυθμίστηκαν στην πορεία της εξέλιξης κατά τέτοιο τρόπο, που γίναμε πραγματικοί μαιτρ της μίμησης». (σελ. 133).

Μίχαελ Σμιτ – Σάλομον: «Όχι άλλοι βλάκες στην εξουσία», εκδόσεις «γράμματα», Αθήνα 2013

Μίχαελ Σμιτ – Σάλομον: «Όχι άλλοι βλάκες στην εξουσία», εκδόσεις «γράμματα», Αθήνα 2013

 


Για τον Σάλομον, η δυνατότητα της μίμησης είναι το μυστικό της ευκολίας που έχει ο άνθρωπος στη μάθηση. Προς απόδειξη αυτού, επικαλείται το βιολόγο Γιούνκερ: «Απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά είμαστε σαφώς ανώτεροι των χιμπατζήδων: “Αν συγκρίνουμε τη μαθησιακή ικανότητα των χιμπατζήδων και των παιδιών” γράφει ο εξελικτικός βιολόγος Τόμας Γιούνκερ, “βλέπουμε ότι τα παιδιά έχουν πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια στην αντιγραφή. Ενώ οι χιμπατζήδες είναι περισσότερο πραγματιστικά προσανατολισμένοι στο στόχο τους, τα παιδιά προσπαθούν να μιμηθούν με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια τη συμπεριφορά των άλλων, ακόμη και αν κάτι τέτοιο είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση λιγότερο αποδοτικό”». (σελ. 134). Το τελικό συμπέρασμα είναι καταλυτικό: «Χωρίς την ικανότητά μας να μιμούμαστε τέλεια τη συμπεριφορά των άλλων, δε θα μπορούσαμε να μάθουμε γλώσσες, πολύπλοκες πολιτιστικές τεχνικές όπως το διάβασμα, το γράψιμο, το μέτρημα δε θα τις είχαμε ποτέ αναπτύξει, για να μη μιλήσουμε βέβαια για την επιστήμη, τη φιλοσοφία και την τέχνη». (σελ. 134).

Συνέχεια