Γιατί περιπλανιέται ο Οδυσσέας; …


Γιατί περιπλανιέται ο Οδυσσέας;

Ο Άρης Μαραγκόπουλος μιλά στο για τον Τζόις και την περιπέτεια του οράματός του φωτίζοντας το αινιγματικό κείμενό του «Τζάκομο Τζόις».

Ο καινούργιος κόσμος του Τζόις

Δεν θα υπηρετήσω την οικογένεια, τη θρησκεία και το έθνος. Το λέει πολύ καθαρά ο ίδιος ο Τζόις στο Πορτρέτο του καλλιτέχνη. Αυτή είναι η απόφασή του. Φεύγει από την Ιρλανδία. Φεύγει για να ξαναγράψει τον κόσμο από την αρχή. Να ξαναδιαβάσει και να ξαναγράψει τον κόσμο από την αρχή. Να επιτρέψει στους αναγνώστες του να δουν τον κόσμο χωρίς οικογένεια, χωρίς θρησκεία, χωρίς δεσμά.

Τη Νόρα, την αγαπημένη του, την παντρεύτηκε λίγο πριν πεθάνει. Δεν δουλεύει με το σύστημα της οικογένειας, δεν δουλεύει με το σύστημα του έθνους, και δεν δουλεύει με τη γλώσσα όπως την έχει διδαχτεί. Θεωρεί εκ προοιμίου την αγγλική εχθρική γλώσσα. Το αναφέρει ρητά, ότι τα αγγλικά «είναι η γλώσσα του κατακτητή μου». Στην Τεργέστη είναι ευτυχής. Η πολυγλωσσία της είναι λυτρωτική, είναι αυτό ακριβώς που έχει ανάγκη για τη γραφή του.

Τα σωθικά του καίει η άρνηση των συμβάσεων. Όλα του τα βιβλία αρνούνται τις συμβάσεις, και τις αρνούνται πρώτα απ’ όλα στη γλώσσα. Στο Τζάκομο Τζόις, αυτό το μικρό κείμενο των πενήντα παραγράφων, διαπιστώνουν οι ερευνητές τις περισσότερες τεχνικές με τις οποίες ανέτρεψε ό,τι κυριαρχούσε ως τότε στον πεζό λόγο.

Τι είναι το Τζάκομο Τζόις

Είναι ένα κρυπτικό κείμενο, είναι ένας γρίφος. Τυπικά, είναι μια ερωτική ιστορία ενός δάσκαλου προς μία ή περισσότερες μαθήτριές του. Ο βιογράφος του Τζόις Ρίτσαρντ Έλμαν το παρουσίασε στην αρχή σαν λαβ στόρι. Αυτό δυσκόλεψε τους αναγνώστες και τους ερευνητές να αντιληφθούν την ουσία του έργου. Όλες οι έρευνες αρχικά στρέφονταν γύρω από το ποια ήταν η μαθήτρια. Το ζήτημα όμως είναι ότι αυτό που ήθελε να κρύψει ο Τζόις δεν ήταν ο έρωτας προς μια μαθήτριά του. Αυτό που ήθελε να κρύψει ήταν η τολμηρή ηθική στάση που πρότεινε μέσα από αυτό το κείμενο ως προς τη συντροφική σχέση, ως προς τη σχέση κάθε ερωτικού ζευγαριού. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έγινε αντιληπτό από την έρευνα ότι το Τζάκομο δεν είναι απλώς ένα λαβ στόρι. Είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό.

Η θέση του Τζόις είναι πολύ καθαρή, και αφορά κυρίως τις γυναίκες: σε μια συντροφική σχέση μπορεί να υπάρχει αμοιβαία αγάπη, σεβασμός, συντροφικότητα και ταυτόχρονα τα δύο μέρη να έχουν, αν το επιθυμούν, σεξουαλική σχέση με κάποιον άλλο. Πιο απλά: στο βαθμό που εμπιστεύομαι τη συντροφική μου σχέση, στον βαθμό που αγαπώ και σέβομαι τον άλλον, δέχομαι και τη δυνατότητα εγώ ή ο σύντροφός μου να έχει σεξουαλική σχέση με κάποιον τρίτο. Η έμφαση από τη μεριά του Τζόις αφορούσε το θηλυκό μέρος της σχέσης. Αυτό το πράγμα, καθώς διατυπώνεται λίγο πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε, οπωσδήποτε, πρωτοπόρο για την εποχή του.

Το γράφεις, μπορείς να το ζήσεις;

Προσπαθεί να βιώσει αυτή τη θεώρηση της σχέσης, και μάλιστα, για να είναι ισότιμοι οι όροι, ωθεί έναν Ιταλό φίλο του δημοσιογράφο να φλερτάρει τη γυναίκα του, τη Νόρα, αλλά αστοχεί επειδή η Νόρα του το αποκαλύπτει, οπότε εκείνος αναγκάζεται να αντιδράσει με τον παραδοσιακό «αντρικό» τρόπο, αυτόν που ακριβώς εχθρευόταν. Όμως, θα βρει τη λύτρωση στη γραφή: στο περίφημο θεατρικό του Οι Εξόριστοι. Εκεί διατυπώνει πάρα πολύ καθαρά αυτή τη θεωρία του. Ο Τζόις δεν έγραφε τίποτα που δεν αφορούσε τη ζωή του. Ξαναδούλευε τη ζωή του στο εργαστήρι της τέχνης του. Αυτό έκανε. Δεν ήταν θεωρητικός όπως ο Φρόιντ. Έκανε λογοτεχνία.

Για να μην παρεξηγηθούμε: με αυτή τη θεώρηση των σχέσεων δεν υπονοούσε αυτό που επιπόλαια σήμερα ονομάζουμε «ελεύθερες σχέσεις». Άλλωστε, δεν άφησε τη Νόρα ποτέ στη ζωή του. Αυτό που διεκδικούσε σε ατομικό επίπεδο απευθύνεται διά της γραφής του προς όλους τους αναγνώστες: δεν πρόκειται για κάποιο ατομικό πόθο, αλλά για ένα κοινωνικό όραμα που διατρέχει το σύνολο του έργου του. Αυτό που θίγει στο Τζάκομο, το διατυπώνει πολύ πιο καθαρά στο Ulysses, στον Οδυσσέα.

Ο Οδυσσέας και η ερωτική ελευθερία της Πηνελόπης

Ο Οδυσσέας / κύριος Μπλουμ περιπλανιέται στη «θάλασσα» του Δουβλίνου επειδή δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί την ερωτική ελευθερία της Πηνελόπης, που κατά βάθος κι ο ίδιος επιζητεί. Στον Οδυσσέα αυτό φαίνεται καθαρά, όπως και στο Τζάκομο και στους Εξόριστους. Αγαπάει τη γυναίκα του ο κύριος Μπλουμ, αγαπάει τη Νόρα ο ήρωας του Τζάκομο Τζόις, άρα δεν «απιστεί» απλώς για να αναθερμάνει μια σχέση. Κατανοεί την απλή αλήθεια ότι κάποια στιγμή πλήττουμε ερωτικά με τον σύντροφό μας και αποζητούμε ένα άλλο σώμα. Είναι χρήσιμο να συζητάμε αυτά τα θέματα έξω από τις αστικές συμβάσεις. Εάν επιλέγω να ζω με έναν άνθρωπο, δεν είναι η σύμβαση της «συζυγικής πίστης» που θα μας κρατήσει μαζί, είναι η αγάπη και ο σεβασμός, η συντροφικότητα με ό,τι σημαίνει αυτό.

Αυτό που αποκαλούμε «πίστη» είναι απόλυτη υποκρισία, επειδή όλοι «απατούν» και όλοι έχουν άλλου τύπου σχέσεις, γεγονός που κυρίως ευνοεί τους άντρες. Ενάντια σ’ αυτή την υποκρισία ο Τζόις προτείνει την ερωτική ελευθερία των γυναικών με όρους ισοτιμίας προς τους συντρόφους τους. Επιμένει να μην βασίζονται οι σχέσεις στη σύμβαση της αποκλειστικότητας, αλλά στην αμοιβαία αγάπη και στον αμοιβαίο σεβασμό. Αυτή η ηθική στάση βασανίζει τον Τζόις από τις αρχές του εικοστού αιώνα.

Δεν είναι τυχαίο που θαύμαζε τον Ίψεν. Οι ηρωίδες του Ίψεν διεκδικούν ελευθερία από τον πατέρα, τον σύζυγο, τον σύντροφο. Δεν είναι τυχαίο ότι στη βιβλιοθήκη του Τζόις στην Τεργέστη ανακαλύπτουμε όλους εκείνους τους συγγραφείς που έθεταν παρόμοια θέματα, όπου το βάρος έπεφτε στη δυνατότητα της γυναίκας να είναι ερωτικά ισότιμη με τον άνδρα. Με τρόπο ώστε να μην τίθεται το θέμα ως «απιστία» στο βαθμό που εκείνη παρέμενε στη σχέση. Και ο Τζόις γνωρίζει ότι όλο αυτό είναι δύσκολο να πραγματωθεί, γι’ αυτό και κρύβει αυτό το γραπτό.

 

 

Ο Άρης Μαραγκόπουλος στο γραφείο του. Φωτογραφία: Μάριος Βαλασόπουλος/efsyn.gr

 

Ο Τζέιμς Τζόις με μια κιθάρα στην Τεργέστη (1915). Το «Τζάκομο Τζόις» έχει ήδη γραφτεί.

 

Η μοναξιά του ήρωα-συγγραφέα

Δεν μπορεί να μιλήσει στη Νόρα γι’ αυτή την προχωρημένη θεώρηση της σχέσης. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι ότι αισθάνεται το τέλος της νιότης. Θεωρεί ότι η νιότη έχει ένα όριο στις ερωτικές της διεκδικήσεις οπότε δεν του επιτρέπεται πια να προχωρήσει σε νέες ερωτικές καταστάσεις. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, η νεότητα φαίνεται να σταματά στα 30 χρόνια.

Το κείμενο, επομένως, είναι επίσης μια συνομιλία του συγγραφέα με τον εαυτό του, με τον νεανικό εαυτό του. Τι μένει όταν φτάσει σε μια ολοκλήρωση η παθιασμένη νεότητα; Τι μένει; Η δημιουργία, το γράψιμο. Η ωριμότητα είναι συνυφασμένη με τη δημιουργία. Δεν μπορείς να διεκδικήσεις πια άλλες γυναίκες. Ε γράψ’ το λοιπόν. Εκεί καταλήγει, προτείνοντας τη δημιουργία ως φάρμακο.

Αγαπημένα σημεία του κειμένου

Ο ήρωας συναντά τη μαθήτριά του χρόνια μετά, παντρεμένη, και αμέσως τη ρωτάει «Γιατί;». Γιατί ήρθες; Και αυτή απαντά: «Γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσα να σε δω». Στην φαινομενικά απλή αυτή απόκριση κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος σχέσεων με τις ελπίδες και τα αδιέξοδά του.

Αλλά και η τελευταία αινιγματική φράση: «Απεσταλμένος: Αγάπα με, αγάπα την ομπρέλα μου». Όπως το γράφω και στο βιβλίο: Αν ο απεσταλμένος προέρχεται από εκείνη (το πιο πιθανό), το μήνυμα είναι σαφές: αγάπα τα όνειρά σου. Μη με ξεχνάς, μην τα ξεχνάς. Αν ο απεσταλμένος έρχεται από αυτόν, το μήνυμα είναι εξίσου σαφές: αγάπα με όπως με γνώρισες. Μην ξεχνάς τον ποιητή στη μοναξιά του…

Τι σε συγκινεί στον Τζόις;

Βίος και έργο είναι ένα και το αυτό. Δουλεύει τον βίο του μέσα από το έργο του. Η ζωή του αναπτύσσεται βάσει του έργου. Κάτι δεν πάει καλά στη ζωή του, στη σχέση του; Θα το αναζητήσει καταγράφοντας αυτή τη σχέση και εκτείνοντας τη σχέση στη γραφή του μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο. Είναι εργαλείο ζωής για τον ίδιο, που το προτείνει και στο κοινό του. Μ’ αρέσει επίσης ότι η γλώσσα του είναι «δύσκολη» για τους Άγγλους. Φτιάχνει αυτές τις πορτ-μαντό λέξεις, τις σύνθετες λέξεις από άλλες με διαφορετική ετυμολογία (αυτό φτάνει στην αποθέωσή του στο Finnegans Wake).

Υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις τον Τζόις, τον πιο επιδραστικό συγγραφέα που γέννησε ο 20ός αιώνας. Ο ένας, ο εύκολος, είναι να πεις «δύσκολος» συγγραφέας και να σταματήσεις εκεί. Ο άλλος να σταθείς προσεκτικά απέναντί του δοκιμάζοντας να συλλάβεις κάτι από τον απαιτητικό, αλλά τόσο πλούσιο κόσμο του. Ο δεύτερος είναι πιο παραγωγικός, πιο απολαυστικός. Το Τζάκομο Τζόις πιστεύω ότι επιτρέπει στον αναγνώστη να μυηθεί στον δεύτερο τρόπο ανάγνωσης με απλό, προσιτό τρόπο.

Ξέρεις, υπάρχει κι αυτό το ανέκδοτο από τον θεατρικό συγγραφέα Τομ Στόπαρντ. Ρωτούν τον Ιρλανδό: «Τι κάνατε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κ. Τζόις;» Απάντηση: «Έγραψα τον Οδυσσέα, εσείς;»

 

Η συνέντευξη ηχογραφήθηκε στην Αθήνα την Πέμπτη 17 Μαΐου 2018.

 

 

►Το βιβλίο του Τζέιμς Τζόις Τζάκομο Τζόις με εισαγωγή, απόδοση και ερμηνευτικά σχόλια του Άρη Μαραγκόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Προτείνουμε στον αναγνώστη να επισκεφτεί τη σχετική σελίδα στον ιστότοπο του Άρη Μαραγκόπουλου.


Απο:https://www.kommon.gr/politismos/item/1991-giati-periplanietai-o-odysseas-aris-marangopoulos

Σχεδόν καλοκαίρι…


il trovatore

Απέναντι τα βουνά της Αλβανίας .

Τα  χιόνια έχουν σχεδόν λιώσει.

Τα καλύτερα μπάνια τα κάνω πάντα πριν έρθουν,  η αφού φύγουν (οι άλλοι).

Σήμερα είχε τριάντα βαθμούς το καταμεσήμερο.

Η Λισάβετ προέβλεψε Αρμαγεδδώνα.

Την αγνόησα και είπα να κάνω το τελευταίο μπάνιο μου στον Αλμυρό πριν το οριστικό τέλος του κόσμου.

Η απέραντη παραλία ήταν άδεια.

Έβαλα το ποδάρι μου στο νερό.

Σχεδόν κρύο.

Κυριακή σήμερα και το Λούκοβο απέναντι δεν θα έχει ξυπνήσει ακόμα.

Η πλατεία του χωριού θα είναι άδεια.

Αργότερα θα γεμίσει με άντρες για το πρωινό κυριακάτικο καφέ.

Τις γυναίκες του Λούκοβο φαίνεται ότι τις πειράζει ο καφές και κάθονται σπίτι να μαγειρέψουν.

Οι κάτοικοι του Λούκοβο πιστεύουν ότι είναι σχεδόν Ηπειρώτες.

Άλλοι τους θεωρούν σχεδόν Αλβανούς.

Ζουν στην πλαγιά του βουνού και είναι σχεδόν βουνίσιοι.

Η σχεδόν θαλασσινοί.

Πέρασαν και έναν «σχεδόν Κομμουνισμό» και δείχνω κατανόηση.

Είναι σχεδόν μεσημέρι.

Βλέπω τον Τάσο να  έρχεται σέρνοντας  βαριεστημένα τις σαγιονάρες του στην άμμο με μια πετσέτα στο πλάτη.

Μου κουνάει σοβαρός το κεφάλι από μακριά .

Κάτι σαν σχεδόν «καλημέρα».

Δούλευε από μικρός «αρτοποιός σε βιοτεχνία που έφτιαχνε ψωμί και φύλλο και άλλα πολλά».

Καλό παιδί , καλός μάστορας και το καλύτερο σέντερ μπακ στην τοπική ομάδα του χωριού.

Παρέμεινε ένας εξαιρετικός φαρσέρ , φιλόσοφος, , φτωχός και αγαπητός σε όλους.

Θα μπορούσε να είχε ανοίξει δική του βιοτεχνία και να τα έχει κονομήσει αλλά «δεν ήτανε του χαραχτήρα του».

Σε λίγο  εμφανίστηκε και ο Κώστας φορτωμένος συμπράγκαλα παραλίας λες και θα έμενε για πάντα εκεί.

Μόλις είδε τον Τάσο λοξοδρόμησε και πήγε από την άλλη μεριά .

Με βάλανε στη μέση.

Δεν γουστάρει ο ένας τον άλλον.

Παλιά ήτανε μαζί «στο κόμμα».

Ο Κώστας ήτανε πάντα άνθρωπος «της προόδου».

Είχε τελειώσει την «Εμπορική» και πίστευε ακράδαντα ότι «ο καπιταλισμός προσφέρει άπειρες ευκαιρίες για να τον ανατρέψουμε από τα μέσα».

Έτσι βάλθηκε να  ανατρέψει τον καπιταλισμό μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ.

Έκανε και γραφείο  «οικονομικών υποθέσεων και συμβουλών» και απέκτησε μεγάλη πελατεία που τον θαύμαζε και τον παρότρυνε να συνεχίσει το ανατρεπτικό του έργο.

Κάποτε τόνε ψηφίσανε και ως «ανεξάρτητο δημοτικό σύμβουλο»  και έφτασε μέχρι «αντιδήμαρχος οικονομικών υποθέσεων».

Το Τάσο τον απέφευγε γιατί τον ειρωνευόταν και τον χλεύαζε δημοσίως.

Ποτέ δεν συγκάνανε αυτοί οι δύο.

Παρόλα αυτά   όπου έβλεπες το έναν, κάπου εκεί κοντά θα ήταν και ο άλλος.

Λες και κάτι τους τραβάει.

Έτσι , που λέτε βρέθηκα να λιάζομαι  ανάμεσα σε ένα «σχεδόν καλοκαίρι» που δεν το έχει πάρει ακόμα απόφαση και σε έναν «σχεδόν χειμώνα»  που παριστάνει καμαρωτός το καλοκαίρι.


Από:http://iltrovator.blogspot.gr/2018/04/blog-post_29.html

Στου Ιωάννη Κολτρέιν το μοναστήρι…


Ηταν του Αϊ-Γιαννιού η γιορτή και όλοι γιόρταζαν. Και μαζί αυτή η θρησκευτική εικόνα ενός μαύρου άντρα που κρατά ένα σαξόφωνο μέσα στο οποίο χορεύουν φλόγες, να γυρίζει τις οθόνες και τα μέσα δικτύωσης. Ο Τζον Κολτρέιν με κουστούμι και φωτοστέφανο να διεκδικεί τις ευχές των ημερών.
Οχι, η φωτογραφία δεν είναι δημιούργημα κάποιου Ελληνα καλλιτέχνη ή φώτοσοπ κάποιου ευφάνταστου γραφίστα. Μπορεί τα ελληνικά γράμματα δεξιά και αριστερά της εικόνας -Ο ΑΓΙΟC ΙΩΑΝΗC (sic)- να παραπέμπουν σε κάτι τέτοιο αλλά η ιστορία της εικόνας είναι τελείως διαφορετική.
Μετά τον θάνατό του το 1967, μια ομάδα πιστών στο Σαν Φρανσίσκο άρχισε να λατρεύει τον Κολτρέιν ως ενσάρκωση του θεού.
Οταν στη συνέχεια το εκκλησίασμα έγινε κομμάτι της Αφρικανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας των ΗΠΑ, ο Κολτρέιν ονομάστηκε άγιος και η εκκλησία τους πήρε το όνομά του. Η μουσική του από τότε χρησιμοποιείται ως προσευχή στις λειτουργίες τους.
Κάποιος θα μπορούσε να προσπεράσει το γεγονός ως γραφικό. Ως άλλο ένα σύμπτωμα του αμερικανικού συγκρητισμού εκεί όπου ο χριστιανισμός μπορεί εύκολα να συναντήσει τους εξωγήινους ή τα θαύματα μέσω τηλεφωνικής παραγγελίας. Οσο παράδοξο κι αν φαίνεται, το φαινόμενο έχει τη δική του αξία.
«Το αστείο είναι πως δεν πιστεύω καν σε κάποια θρησκεία. Οταν όμως ακούω τη μουσική του Κολτρέιν, μια ανατριχίλα διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη» λέει ένας από τους θαμώνες του εκκλησιάσματος.
Ντυμένοι με τα μοβ ράσα τους, οι ιερωμένοι παίζουν τα σαξόφωνά τους στον άμβωνα: «Ω θεέ, δώσε μας τη δύναμη να παίξουμε τη μουσική του Τζον Κολτρέιν» λέει ο επικεφαλής.
Η αλήθεια είναι πως η θρησκευτικότητα δεν ήταν ξένο στοιχείο στη μουσική του Κολτρέιν.
Σε μια συνέντευξή του σε ιαπωνικό μέσο, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, όταν ρωτήθηκε τι ελπίζει να είναι σε 5 χρόνια από τη στιγμή εκείνη, ο ίδιος αποκρίθηκε«Αγιος».
Οι ήχοι της μαύρης εκκλησίας, οι εκφράσεις των προσώπων, οι εντάσεις των σωμάτων υπήρξαν για τον Κολτρέιν το πρώτο σχολείο. Αυτά κουβαλούσε ως ακούσματα πριν από το 1945 όταν έκανε το μουσικό του ντεμπούτο.
Σύντομα ο Κολτρέιν θα μετακινηθεί από την κλασική τζαζ, θα θητεύσει στην μπίμποπ και στον ήχο του σαξοφώνου του Τσάρλι Πάρκερ και θα συνεργαστεί με τον Μάιλς Ντέιβις από το 1955 μέχρι το 1959 σε μερικούς από τους σημαντικότερους δίσκους του. Θα ξεκινήσει το δικό του μουσικό σχήμα αναζητώντας τη δική του μουσική και τη λειτουργία της.
Η θρησκευτικότητα είναι εμφανής ακόμα και στα γνωστότερα κομμάτια του. Οταν ας πούμε πήρε μια χαρούμενη ποπ μελωδία από τη «Μελωδία της ευτυχίας» και τη μετάλλαξε σε έναν υπνωτιστικό δερβίσικο χορό στο «My favourite things».
Ηχοι από την Αφρική ή από την Ασία θα μεταφυτευτούν στη μεγάλη παράδοση της τζαζ μέσα στα κομμάτια του και θα περιγράψουν μια αγωνιώδη προσωπική αναζήτηση. Την αγωνία να βρεις την αλήθεια μέσα από τον ήχο.
Ο λυγμός της μουσικής του Κολτρέιν ξεκινά από τον συλλογικό θρήνο των Aφροαμερικανών, τη δουλεία, την καταπίεση, τον εξευτελισμό. Ειπωμένος μέσα από ένα ευρωπαϊκό όργανο όπως το σαξόφωνο, ο λυγμός μιλάει για τους αγώνες, τα πάθη και την αξιοπρέπεια ενός ανώνυμου έθνους. Ο λυγμός όμως καταφέρνει να γίνει οικουμενικός, να ενσωματώσει με βάση την τζαζ μουσικές και ήχους από διαφορετικές ηπείρους και τελικά να συμφιλιώσει μέσα από την οικουμενικότητά του.
Ο ίδιος έβλεπε τις παραστάσεις του όχι ως γεγονότα μπροστά σε ένα παθητικό κοινό αλλά ως πράξεις συμμετοχής, ως πνευματικές διαδικασίες μιας κοινής αναζήτησης.
Η τζαζ ήδη από το ξεκίνημά της ήταν μια γεωμετρία μέσα στο χάος, μια συνεργασία μέσα στην έκρηξη της ατομικής έκφρασης. Το στοιχείο αυτής της συνάντησης ο Κολτρέιν προσπάθησε να το επεκτείνει και προς το κοινό μέσα από τον ρυθμό, την επανάληψη και την επιτέλεση της μουσικής. Στοιχεία που παραπέμπουν από μόνα τους σε θρησκευτική τελετή.
Η μουσική του Τζον Κολτρέιν περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία η ανάσα μετατρέπεται σε δεξιοτεχνία, στοχασμό και ομορφιά.
Και αυτό που ονομάζουμε θρησκευτικό συναίσθημα μπορεί κάποιες φορές να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια συλλογική έκπληξη απέναντι στην ομορφιά.

(στη Εφημερίδα των Συντακτών)


Από:http://tsalapatis.blogspot.gr/2018/01/blog-post_17.html

Ο Κάφκα στην ακτή του Haruki Murakami…


Μπορεί να μην έχει πάρει ακόμα το Nobel λογοτεχνίας που του αξίζει, αλλά τουλάχιστον μας έχει προικίσει με δεκάδες μυθιστορήματα για να υμνούμε το ταλέντο και την φαντασία του. Ο Haruki Murakami είναι ο πιο φευγάτος ιάπωνας επί γης αυτή την στιγμή που μιλάμε, δηλαδή που με διαβάζετε, και το βιβλίο του ο Κάφκα στην ακτή είναι νομίζω η σαφέστερη απόδειξη.

haruki-murakami-sozleri_1511426013

Ο καθένας από εμάς χάνει κάτι πολύτιμο. Χαμένες ευκαιρίες, χαμένες δυνατότητες, χαμένα συναισθήματα που δεν θα ξανανιώσουμε ποτέ. Όλα αυτά είναι μέρος της ζωής. Μέσα στο κεφάλι μας όμως –τουλάχιστον εκεί το φαντάζομαι εγώ- υπάρχει ένας μικρός χώρος όπου αποθηκεύουμε τις αναμνήσεις. Ένα δωμάτιο σαν τα ράφια αυτής της βιβλιοθήκης. Και προκειμένου να κατανοήσουμε την λειτουργία της δικής μας καρδιάς πρέπει να συντάσσουμε συνεχώς καινούργιες λίστες. Πρέπει όμως πότε πότε να τον ξεσκονίζουμε, να τον αερίζουμε, να αλλάζουμε το νερό στα βάζα με τα λουλούδια. Με άλλα λόγια είσαι ο μόνιμος ένοικος της δικής σου προσωπικής βιβλιοθήκης.

Ο Κάφκα Ταμούρα είναι ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που την ημέρα των γενεθλίων του το σκάει από το σπίτι κυνηγημένο από ζώντα φαντάσματα και μια οιδιπόδεια προφητεία. Διαλέγει ένα μέρος τυχαία και φεύγει ψάχνοντας να βρει την μητέρα και την αδερφή του που τον εγκατέλειψαν χρόνια πριν. Μερικά στενά παρακάτω μένει ο Νακάτα, ένας όχι και τόσο έξυπνος, σίγουρα όμως εξυπνότερος από πολλούς που περνιούνται για ξύπνιοι, γέρος. Ο Νακάτα όταν ήταν μικρός του συνέβη ένα πολύ περίεργο περιστατικό και από τότε οι εγκεφαλικές του ικανότητες πάγωσαν. Παρόλα αυτά, είναι προικισμένος με πολλά άλλα «σπουδαία» γνωρίσματα. Ένα μεσημέρι, ψάχνοντας μια εξαφανισμένη γάτα, εμφανίζεται ένας σκύλος και του ζητάει να τον ακολουθήσει. Από τότε ξεκινάει και το δικό του ταξίδι.

Οι δύο αυτοί ήρωες πρωταγωνιστούν στον Κάφκα στην ακτή και, ενώ η σύνδεση τους είναι αναγκαία και προκαθορισμένη, δεν συναντιούνται ποτέ μέσα στην ιστορία. Ο Murakami έχει κάνει εξαιρετική δουλεία τόσο στην παρουσίαση και την ανάπτυξη των δύο βασικών ηρώων, όσο και στους επι μέρους χαρακτήρες. Ακόμα και οι γάτες που μονοπωλούν το ενδιαφέρον του Νακάτα (και το δικό μου) έχουν έντονες προσωπικότητες, ανάλογες της ανατροφής και της ράτσας τους.

Σκέφτομαι τον χρόνο, τον χρόνο που δεν γίνεται να ξανακερδηθεί. Σκέφτομαι τους ποταμούς, τα κύματα, τα δάση, το νερό που αναβλύζει. Την βροχή και τους κεραυνούς. Τους βράχους και τις σκιές. Και όλα αυτά είναι μέσα μου.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου οι κριτικοί χαρακτηρίζουν τον Murakami ως έναν από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες παγκοσμίως. Μέχρι σε ένα σημείο έχουν δίκιο, αλλά μετά από αυτό το βιβλίο σιγουρεύτηκα πως ακόμα και ένας τόσο βαρύς τίτλος είναι μικρός. Ο  ιάπωνας λογοτέχνης στα μυθιστορήματά του φτιάχνει ολόκληρους κόσμους. Βασισμένους και άμεσα εξαρτημένους με τον δικό μας «κανονικό», αλλά πολύ πιο μυστηριώδους και φανταστικούς. Στον Κάφκα ανεβαίνει δέκα σκαλοπάτια παραπάνω και πλέκει το μύθο μιας αρχαίας τραγωδίας με τα σύνορα του ονειρικού κόσμου και τα σύννεφα της μνήμης. Μπερδεύει τις μορφές της αγάπης, τις κάνει σμπαράλια και μετά τις ενώνει ξανά σε ένα σουρεαλιστικό βιτρό. Η ένωση των ψυχών δεν έχει ούτε ηλικία ούτε ιδιότητες ούτε δεσμεύσεις, μονάχα μνήμη.

Εντάξει, μου πήρε αρκετά βιβλία αλλά επιτέλους κατάλαβα ότι ο Χαρούκι είναι συγγραφέας άλλης διάστασης. Δίνει στον αναγνώστη την δυνατότητα να συμμετέχει στην πλοκή, να τελειώνει την ιστορία όπως θέλει αυτός και να βγάζει τα δικά του μοναδικά συμπεράσματα. Καταλαβαίνω ότι τέτοιου είδους ελευθερίες δεν αρέσουν σε όλους τους αναγνώστες, παραείναι αόριστες και ριψοκίνδυνες. Είναι όμως ταυτόχρονα και μια γενναία συγγραφική κίνηση, παρά την αίσθηση ευκολίας μπορεί να αποπνέει.

2018-01-11 03.54.09 1.jpg

Ο Κάφκα στην ακτή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Φυσικά και προτείνεται, αλλά όχι σε όσους δεν έχουν έρθει ήδη σε επαφή με την γραφή του λογοτέχνη. Δεν είναι κατάλληλο για πρώτη επαφή, αλλά αν σας αρέσει ο Haruki είναι σίγουρο ότι θα λατρέψετε το συγκεκριμένο βιβλίο.


Από:https://stylerivegauche.wordpress.com/2018/01/12/kafka-murakami/

λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης …


από το βυτίο

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

image-5124

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

image-5125

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

image-5126

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

image-5127

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».

Ουόλτ Ουίτμαν (1819-1892)…


Στις 26 Μαρτίου 1892 πέθανε ο Ουόλτ Ουίτμαν.

Ο Ουώλτ Ουίτμαν (Walt Whitman), ο επιφανέστερος αμερικανός ποιητής του 19ου αιώνα (1819-1892), είχε αγγλική και ολλανδική την καταγωγή. Στα νεανικά του χρόνια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του για να εργασθεί ως ξυλουργός, οικοδόμος, τυπογράφος και δάσκαλος. Από το 1838 άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Βαθιά επηρεασμένος από τις θεωρίες του Ραλφ Ουάλντο Έμερσον εκδίδει, το 1855 στην πρώτη της μορφή, τη συλλογή του Φύλλα χλόης, αποτελούμενη από δώδεκα ποιήματα. Έκτοτε εμπλουτίζει σε αλλεπάλληλες εκδόσεις τη συλλογή αυτή με νέες συνθέσεις, εξασφαλίζοντας την αναγνώριση φανατικών θαυμαστών όπως ο Σουίνμπερν και ο Ο.Μ. Ροσσέτι, αλλά και την επιφυλακτικότητα του ευρύτερου κοινού, κυρίως για τις προωθημένες περί ηθικής αντιλήψεις του. Κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο υπηρετεί ως εθελοντής νοσοκόμος, εμπειρία που τον σφραγίζει και που την καταγράφει στα Πολεμικά απομνημονεύματά του (1875). Άλλα του έργα: Δημοκρατικές απόψεις (1871), Δείγματα ημερών (1882), Κλαδιά του Νοεμβρίου (1888), Χαίρε, φαντασία μου (1891).

Συνέχεια

Ο ξαφνικός θάνατος της σιόρα Βερόνικα Δαλιέτου…


Σχετική εικόνα

Η σιόρα Βερόνικα γεννήθηκε μεγάλωσε και πέθανε  στο ίδιο δωμάτιο.

Το παράθυρο της «έβλεπε» από μια γωνία λίγη θάλασσα και ένα κομμάτι από το Βίδο.

Το όνειρό της πάντα ήταν ένα σύγχρονο διαμέρισμα που να καθαρίζεται εύκολα. Με γυαλιστερά πατώματα , κάτασπρους τοίχους και μπετονένιο ταβάνι.

Το σπίτι στα μουράγια ήταν μεγάλο αλλά χωρίστηκε σε τέσσερα κομμάτια . Ένα για κάθε παιδί.

Η Βερόνικα πήρε σαράντα πέντε τετραγωνικά. Εκεί παντρεύτηκε και εκεί μεγάλωσε τρία παιδιά.

Τα μοροφίντα του σπιτιού άλλαξαν τρείς φορές.

Την μία όταν  παντρεύτηκε.

Την άλλη όταν ήταν γκαστρωμένη στο δεύτερο παιδί και την τρίτη στο τέλος που έμεινε μόνη της.

Θυμάμαι που μου έδειχνε τα σημάδια από τα χωρίσματα και μου εξηγούσε λεπτομερώς την διαρρύθμιση του σπιτιού ανά εποχή.

Η Βερόνικα Δαλιέτου αισθανόταν πάντα ενοχές διότι παντρεύτηκε «έναν τιποτένιο».

Κυρίως τα είχε με τον εαυτό της και απορούσε για την ανοησία της να τον παντρευτεί.

Η αλήθεια είναι ότι είχε δίκιο.

Δεν ξέρω αν ο άντρας της ζει ακόμα. Έχω καιρό να τονε δώ. Όταν όμως τον  έβλεπα να σουλατσάρει στην πιάτσα με τις παρέες του μου γυρίζανε τα άντερα.

Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν με ενδιέφερε να του πω ούτε καλημέρα.

Η Βερόνικα Δαλιέτου κράτησε το πατρικό όνομα και το πατρικό της σπίτι και συνέχισε την ζωή της.

Δούλευε χρόνια δημοτικός υπάλληλος μέχρι που πήρε την σύνταξή της.

Με ένα μισθό κατάφερε και μεγάλωσε τα παιδιά της με απίστευτες στερήσεις.

Σε μια εποχή που η Κέρκυρα «έβγαζε πολλά λεφτά» , η Βερόνικα μετρούσε δεκάρες για να τα βγάλει πέρα αξιοπρεπώς. 

Μιλάμε για απίστευτους οικογενειακούς προϋπολογισμούς που ακόμα και εγώ που είμαι πάμφτωχος δεν  θα τους  είχα διανοηθεί.

Η Βερόνικα Δαλιέτου πέρασε την ζωή της δίπλα σε ένα παράθυρο που έβλεπε από μια γωνία την θάλασσα.

Δεν χρειαζόταν να κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Καταλάβαινε την ώρα από τα φέρυ που περνούσαν.

Την ρώταγες «τι ώρα είναι»  και σου απαντούσε αμέσως χωρίς να κοιτάξει ρολόι.

Κάποια φορά πήγε και στην αδελφή της που είναι παντρεμένη στην  Αγγλία  και όλο έλεγε για αυτό το ταξίδι.

Όποια συζήτηση και να είχατε θα  στο γύριζε στο ταξίδι στην Αγγλία.

Κάποια στιγμή τα παιδιά έφυγαν και ακολούθησε το καθένα τον δρόμο του.

Η Βερόνικα Δαλιέτου έμεινε μόνη στο πατρικό της σπίτι στα μουράγια για πρώτη φορά στην ζωή της.

Ήταν τότε που άλλαξε για τρίτη φορά τα μοροφίντα.

Τώρα το σπίτι είχε μια μονοκόμματη και σχετικά ευρύχωρη κουζίνα-τραπεζαρία με το δωμάτιο προς την θάλασσα, ένα μικρό υπνοδωμάτιο πίσω και το μπάνιο.

Όταν η Βερόνικα Δαλιέτου αρρώστησε μαζεύτηκαν παιδιά και αγγόνια στο νοσοκομείο.

Μπροστά της ήταν όλο λόγια παρηγοριάς.

Στο διάδρομο όμως τα βλέμματα γινόταν ανήσυχα.

Αγαπούσαν την μάνα τους αλλά τώρα άρχιζαν τα δύσκολα.

Αν αργήσει να πεθάνει ποιος θα την αναλάβει και έναντι ποίου ανταλλάγματος.

Δεν το λέγανε έτσι αλλά αυτό ήταν.

Η Βερόνικα Δαλιέτου ήξερε καλά τι γινόταν στους διαδρόμους του νοσοκομείου . Αυτή τα γέννησε.

Σε λίγες μέρες ήρθε το εξιτήριο και η «Μάμα» ξαναγύρισε στο σπίτι. 

Το πρώτο πράμα που έκανε ήταν να καθίσει στην ψάθινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και να τους ζητήσει ένα ποτήρι νερό.

Κοιτάχτηκαν ανήσυχα,  γιοί νύφες και γαμπροί . «Αυτή δεν ζήταγε ποτέ τίποτα».  «Τι συμβαίνει;»

Τις επόμενες μέρες κατέληξαν σε συμφωνία.

Θα την αναλάμβανε ο μικρότερος  και όταν θα πέθαινε θα έπαιρνε το σπίτι.

Της ανακοίνωσαν την απόφαση και επειδή «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» έμενε να γραφτεί  η διαθήκη για να είναι σχετικά εξασφαλισμένος ο «μικρός» και να υπογράψουν και δήλωση στον συμβολαιογράφο οι υπόλοιποι ότι «ουδεμίαν απαίτησιν έχουν».

Αρνήθηκε. «Δεν έχω ανάγκη από νοσοκόμο». Είπε γελώντας για να μην βαρύνει το κλίμα.

Τους είπε και ένα ανέκδοτο και γέλασαν όλοι.

Αναρωτήθηκε και «Τι να μαγειρέψω για αύριο;» και τους καληνύχτισε.

Η Βερόνικα Δαλιέτου πέθανε μετά από δύο χρόνια καθώς ανέβαινε την ξύλινη εσωτερική σκάλα του σπιτιού.


Είχε κατέβει στην πιάτσα να πάρει την σύνταξη και στο γυρισμό πήρε και μια τυρόπιτα.


Από:http://iltrovator.blogspot.gr/2017/02/blog-post.html