Ριψασπίδων έπαινος …


Τι κοινό έχουν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κ.Π. Καβάφης,  ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Νικόλας Άσιμος και ο Μιχάλης Μαραγκάκης;

Η απάντηση είναι: δεν υπηρέτησαν ποτέ θητεία στον ελληνικό στρατό. (Ούτε και σε κανέναν άλλον).

Αντιθέτως ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Παύλος Γύπαρης, ο Γεώργιος Γρίβας, ο Στυλιανός Παττακός, ο Δημήτριος Ιωαννίδης, ο Νίκος Μιχαλολιάκος και ο βιαστής Κυριάκος Παπαχρόνης όλοι υπηρέτησαν σε αυτόν. Ορισμένοι μάλιστα τον διοίκησαν.

Νομίζω ότι αν συγκρίνουμε πόσα προσέφεραν στην ελληνική κοινωνία οι δύο αυτές ομάδες, θα επικρατούσε σαφώς η πρώτη με μεγάλη διαφορά.

Πράγμα που δείχνει πόσο άκυρες και υποκριτικές είναι οι ηθικολογίες περί «χρέους προς την πατρίδα» που ξέσπασαν ακόμα μια φορά με αφορμή την «αποκάλυψη» ότι ούτε ο νυν υπουργός παιδείας έχει διατελέσει φαντάρος.

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο αυτό. Στο κάτω κάτω, το ποια «προσφορά» είναι σημαντικότερη μπορεί να το κρίνει ο καθένας αλλιώς. Αυτό όμως που είναι ξεκάθαρο και αναμφίβολο, είναι ότι η επιλογή του κ. Γαβρόγλου να μην υπηρετήσει υπήρξε μία ενέργεια απολύτως σύμφωνη με το δίκαιο, την ηθική, αλλά και τις αρχές του φιλελευθερισμού. Και ειδικότερα την βασική αρχή ότι είναι θεμιτό, αν όχι επιβεβλημένο, να επιλέγει κανείς αυτό που (κρίνει ότι) βελτιώνει τη θέση του, στο μέτρο που αυτό δεν απαγορεύεται από το νόμο και δεν κάνει χειρότερη τη θέση κανενός άλλου.

Το ίδιο το κίτρινο δημοσίευμα που έφερε στο φως το «σκάνδαλο», αναφέρει με σαφήνεια ότι ο νυν υπουργός παιδείας εξαγόρασε τη θητεία του κατ’ εφαρμογή των νόμων του ελληνικού κράτους που ίσχυαν για την περίπτωσή του τη στιγμή που κλήθηκε να υπηρετήσει. Οι νόμοι αυτοί ήταν ­­–και είναι- δημόσιοι, γενικής ισχύος και αφηρημένα διατυπωμένοι∙ αφορούσαν μια κατηγορία στρατευσίμων ορισμένη με βάση σαφή και αμερόληπτα κριτήρια, όχι συγκεκριμένο άτομο ή άτομα.

Κάποιοι κουτοπόνηροι εκ δεξιών, εξ αριστερών, ή δεν ξέρω κι εγώ από πού αλλού προσπαθούν να δημιουργήσουν εντυπώσεις προσθέτοντας «με νόημα» ότι ο νόμος με βάση τον οποίο εξαγοράστηκε η θητεία αυτή ήταν «της χούντας». Ποιο είναι όμως άραγε αυτό το νόημα; Τίνος άλλου θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να είναι; Ο ενδιαφερόμενος δεν είχε την πολυτέλεια να επιλέξει ανάμεσα σε ένα «μενού»  δικτατορικών ή αντίστοιχα δημοκρατικών νόμων. Το 1970 στην Ελλάδα επικρατούσε δικτατορία, και άρα αυτή έφτιαχνε τους νόμους. Αυτό όμως ίσχυε και για τους νόμους με βάση τους οποίους υπηρέτησαν όσοι υπηρέτησαν, και γενικά για όλους τους νόμους εκείνης της περιόδου.

Στη διάρκεια των επτά αυτών χρόνων, άνθρωποι γεννήθηκαν, γράφτηκαν σε δημοτολόγια, σε σχολεία και σε πανεπιστήμια, προσλήφθηκαν σε δουλειές, τέλεσαν αγοραπωλησίες κινητών ή ακινήτων, γάμους, κηδείες … Κανείς δεν διανοήθηκε να υπονοήσει ότι όλες αυτές οι δικαιοπραξίες είναι ύποπτες επειδή έγιναν με «χουντικούς νόμους», συντάχθηκαν από χουντικές δημόσιες υπηρεσίες και επικυρώθηκαν από χουντικά δικαστήρια. Γιατί να υπονοήσουμε κάτι τέτοιο μόνο για μια απαλλαγή από τη στρατιωτική υπηρεσία; Αντιθέτως μάλιστα, εάν ακόμη και οι νόμοι της χούντας, ενός καθεστώτος μιλιταριστικού και αυταρχικού, απάλλαξαν κάποιον από την υποχρέωση στράτευσης, ένας λόγος περισσότερος να θεωρήσουμε αυτή την απαλλαγή αδιάβλητη.

Αποτέλεσμα εικόνας για ρίψασπις

Αυτό λοιπόν που οδηγεί να απαιτούμε αναδρομικά από κάποιον εικοσάρη της δεκαετίας του 70 να είχε καταταγεί στο στρατό, δεν είναι καμία ηθική ή πολιτική συνέπεια. Είναι απλώς η χριστιανική/ εθνικιστική λογική του μαζοχισμού, της άσκοπης αυτοθυσίας. Η λογική της λεβεντομαλακίας, για να χρησιμοποιήσουμε έναν πιο τρέχοντα αλλά ίσως πιο σύντομο και πιο ακριβή όρο.

Τα αναγνωστικά μας της ιστορίας, ιδίως την περίοδο –ακριβώς- της χούντας, ήταν γεμάτα από αφηγήσεις ηρωικών αυτοκτονιών. Ακόμη και αυτές, όμως, υπάκουαν σε μία έστω ακραία λογική και σε έναν υπολογισμό κόστους/ οφέλους. Ο καλόγερος Σαμουήλ, όπως μας μάθαιναν, επέλεξε την αυτοκαταστροφή, μόνο όμως όταν βρέθηκε σε μία κατάσταση όπου η ετεροκαστροφή ήταν σίγουρη, και όταν με αυτή τη θυσία δεν έχανε κάτι που να μην είναι ήδη χαμένο και ταυτόχρονα κέρδιζε κάτι που δεν κερδιζόταν αλλιώς.

Εάν ένας εικοσάρης τη δεκαετία του 70 παραιτούνταν από το δικαίωμά του να μην καταταγεί στον ελληνικό στρατό, (έναν στρατό που είχε καταλάβει και ασκούσε την πολιτική εξουσία), αυτό δεν θα βοηθούσε απολύτως κανέναν σε τίποτε. Θα ήταν μία καθαρή θυσία η οποία δεν θα επιβαλλόταν ούτε από κάποια αρχή, ούτε από κάποια σκοπιμότητα. Θα επιβαλλόταν μόνο από τη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού.

Advertisements