οκτάβιο πας – ο λαβύρινθος της μοναξιάς…


Paz cover

Η γυναίκα, ένα ακόμα ον που ζει στο περιθώριο, αποτελεί κι αυτή αινιγματική μορφή. Ή μάλλον αποτελεί το Αίνιγμα. Κι αυτή, όπως κι ο αλλόφυλος ή ο αλλόεθνος, προκαλεί και απωθεί. Είναι η εικόνα της γονιμότητας αλλά ταυτόχρονα και του θανάτου. Σε όλους σχεδόν τους πολιτισμούς οι θεές της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και θεές της καταστροφής.[…] Τι σκέφτεται.; Σκέφτεται άραγε; Αισθάνεται πραγματικά; Είναι ίδια με μας; Ο σαδισμός ξεκινάει ως εκδίκηση απέναντι στον γυναικείο ερμητισμό ή ως απελπισμένη απόπειρα να λάβουμε κάποια απάντηση από ένα σώμα… Γιατί, όπως λέει ο Λουίς Θερνούδα, «ο πόθος είναι ένα ερώτημα δίχως απάντηση». Παρά τη γύμνια της, πάντα υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις στις στρογγυλές, γεμάτες καμπύλες μιας γυναίκας. [σ. 93]….

paz 1_

…γράφει ο Οκτάβιο Πας στο κείμενό του «Τα παιδιά της Μαλίντσε», τρίτο κατά σειρά στην συλλογή δοκιμίων Ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς (1950), που υπήρξε το πρώτο του δοκιμιακό έργο και αποτέλεσε μια βαθιά ψυχολογική τομή του χαρακτήρα του μεξικανικού λαού. Μέσα από μια φιλοσοφία του μεξικανισμού ο συγγραφέας επεδίωκε να πείσει τον λαό για την μοναδικότητά του. Δεν μπορεί κανείς να έχει ζωντανό παρόν έχοντας πίσω του ένα νεκρό παρελθόν. Οφείλει να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που, ακόμα και αποτελεί προϊόν «βιασμού» ενός πολιτισμού από κάποιον άλλο είναι σήμερα η δική του πολιτιστικά πλούσια πραγματικότητα. Ο Πας υποστήριζε ότι οι Μεξικανοί ψεύδονται από φαντασία, από απελπισία ή για ν’ αντιμετωπίσουν την άθλια ζωή τους, ενώ οι Βορειοαμερικανοί υποκαθιστούν την πραγματική αλήθεια με μια κατά συνθήκην αλήθεια. Εμείς μεθάμε για να εξομολογηθούμε, εκείνοι για να ξεχάσουν.

Συνέχεια

ρομπέρτο μπολάνιο – 2666


2666,0 ο αριθμός του κτήνους

Τόπος: Σιουδάδ Χουάρες, έρημος Σονόρα, «Σάντα Τερέζα», σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ. → Μικρογραφία του βάναυσου κόσμου, υπόδειγμα εργασιακής εκμετάλλευσης, φυτώριο βίας. Εδώ λειτουργούν οι βιομηχανίες που συναρμολογούν τα μηχανικά προϊόντα με το πλέον ελάχιστο κόστος, εδώ ο Νότος αναπνέει τις αναθυμιάσεις του Βορρά. Εδώ τα θύματα φροντίζουν για την ωραιοποίηση του κόσμου των θυτών, εδώ οι άνεργοι του κόσμου μαζεύονται στην κυψέλη με εντολή να επιβιώσουν. Και παντού τριγύρω, οι πληγές του υπερμοντέρνου κόσμου μπορούν να χαίνουν ελεύθερα: πολιτική, διαφθορά (πάνε πάντα μαζί), ναρκωτικά, πορνεία, τράφικινγκ, εκμετάλλευση, μετανάστευση, παραβατικότητα, δολοφονίες.

1 - bolano-1970Γύρω από αυτό το εφιαλτικό και απόλυτα πραγματικό κέντρο του κόσμου αναπτύσσονται τα πέντε κεφάλαια του τελευταίου [ανολοκλήρωτου] βιβλίου που έγραψε ο Μπολάνιο· κεφάλαια που στην ουσία αποτελούν πέντε αυτόνομα μυθιστορήματα που απορρόφησαν την τελευταία πενταετία της ζωής του, τότε που ο συγγραφέας με μανία συγγραφής προσπαθούσε να προλάβει τον χρόνο που γνώριζε καλά πως τον κυνηγούσε. Το τετρασέλιδο σημείωμα του φίλου και διαχειριστή του Μπολανιακού Έργου Ιγνάσιο Ετσεβαρρία που δημοσιεύεται ως επίμετρο είναι διαφωτιστικό: το 2666 δεν κατασκευάστηκε από την ένωση των πέντε μυθιστορημάτων αλλά αποτέλεσε εξ αρχής το μέγιστο συγγραφικό σχέδιο του Μπολάνιο, που έβλεπε όμως τον επερχόμενο θάνατο και θεώρησε πιο άνετο και επικερδές, τόσο για τους εκδότες του όσο και για τους κληρονόμους του να εκδοθεί σε πέντε ανεξάρτητα μέρη. Τα επιχειρήματα του Ετσεβερία συντείνουν στην θεώρηση του 2666 ως ενός ενιαίου, τεράστιου μυθιστορήματος που αποτέλεσε τον φιλόδοξο στόχο του συγγραφέα, ο οποίος είχε ήδη δοκιμαστεί στην διηγηματογραφία και ήθελε να ξεπεράσει τους Άγριους Ντετέκτιβ.

Συνέχεια

Λουίς Σεπούλβεδα – η σκιά του εαυτού μας…


cover

Τα κουρέλια πολεμούν ακόμα

Σχεδίαζαν να παρατείνουν τη φιλία τους και να τη διατηρήσουν αλώβητη με τα χρόνια, αλλά υπήρξαν και σύντροφοι, συμπολεμιστές στον αγώνα για να γίνει η χώρα ένας τόπος αν όχι καλύτερος, τουλάχιστον όχι τόσο απαυδισμένος, ώσπου ήρθε εκείνο το βροχερό πρωινό του Σεπτεμβρίου, κι απ’ το μεσημέρι τα ρολόγια άρχισαν να δείχνουν ώρες άγνωστες, ώρες δυσπιστίας, ώρες που οι φιλίες εξανεμίζονταν, αφήνοντας πίσω τους μονάχα τον έντρομο θρήνο των χηρών και των μανάδων. Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σ. 51]

109169887613hjΑκόμα και οι σκέψεις του Λόλο Γκαρμενδία είναι κοινές και συντροφικές μ’ εκείνες των άλλων δυο φίλων του, του Κάτσο Σαλίνας και του Λούτσο Αρανσίβια. Λίγο νωρίτερα ο Σαλίνας έχει βρει καταφύγιο σ’ ένα ελεεινό κοτοπουλάδικο μέχρι να κοπάσει η βροχή, συνομιλώντας με τον πωλητή. Το Σαντιάγο με βροχή δεν θα μπορούσε να είναι πιο θλιβερό, ειδικά αν σκέφτεται κανείς πως η φράση «βρέχει στο Σαντιάγο» ήταν το πραξικοπηματικό σύνθημα των φασιστών που σκοτείνιασαν τη χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Σ’ αυτό το παράπηγμα οι δυο άντρες κοιτάζονται φευγαλέα στα μάτια κι ανακαλύπτουν «τα ίδια φαντάσματα, το ίδιο ιστορικό γλαύκωμα που τους επέτρεπε να βλέπουν παράλληλες πραγματικότητες ή να διαβάζουν τη ζωή σε δυο αφηγηματικές γραμμές, καταδικασμένες να μη συναντηθούν ποτέ: αυτήν της πραγματικότητας κι εκείνην των επιθυμιών. Οι ναυαγοί απ’ το ίδιο πλοίο διαθέτουν μια έκτη αίσθηση που τους επιτρέπει να αναγνωρίζονται – όπως οι νάνοι».

11356734_e451ced8b8_zΟ τρίτος της παρέας, ο Λούτσο Αρανσίβια στο υπόστεγο με τους τεχνίτες ονειρεύεται σταυρόλεξα γεμάτα με λέξεις της δικής τους άγραφης Ιστορίας όταν του χτυπάει την πόρτα ο Σαλίνας. Οι δυο άντρες δεν είναι πια νεολαίοι· η νεολαία έχει διασκορπιστεί σε χιλιάδες σημεία, κουρελιασμένη απ’ τα ηλεκτροσόκ στις ανακρίσεις, θαμμένη σε μυστικούς τάφους που έβγαιναν στο φως σιγά σιγά, σε χρόνια φυλακής, σε ξένα σπίτια χωρών ακόμα πιο ξένων, σε ομηρικές επιστροφές από το πουθενά, κι απ’ αυτήν δεν είχαν μείνει παρά ύμνοι του αγώνα που κανείς δεν τραγουδούσε πια, γιατί οι κύριοι του παρόντος αποφάσισαν πως στη Χιλή δεν υπήρξα ποτέ νέοι σαν αυτούς, δεν τραγουδήθηκε ποτέ το Joven Guardia…. [σ. 29]

IMG_2950[1]Κάπου στην ίδια πόλη ένα πικ απ Dual για 33ρια αλλά και τα θρυλικά 78άρια από ανθρακίτη εκτοξεύεται από ένα παράθυρο χτυπώντας έναν τυχαίο περαστικό, μαζί με τιςΑνοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής του Εδουάρδο Γκαλεάνο· άτυχος νεκρός ο Πέδρο Νολάσκο Γκονσάλες, ο υπεύθυνος για την επανασύνδεση των παλιών επαναστατών τριάντα πέντε χρόνια μετά. Ο Νολάσκο δεν σταμάτησε να ενεργεί ούτε ως εξαφανισμένος: επιτέθηκε σ’ ένα εκτροφείο βιζόν στην Παταγονία κι ελευθέρωσε δυο χιλιάδες ζώα, «αξίας» εκατοντάδων χιλιάδων πέσο, που ανακατεύτηκαν με την τοπική πανίδα κι έχασαν κάθε αξία· άλλη φορά ανατίναξε ένα φράγμα αφήνοντας να δραπετεύσουν χιλιάδες σολομοί.

405616499_640Ήταν κάποιος που είχε μόλις επιστρέψει από την εξορία, ένας άνδρας που είχε ζήσει δεκαπέντε χρόνια στην Πράγα, και στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε πως το περιστατικό είχε συμβεί στη γειτονιά του, πως μια ζωή αυτός ο δρόμος πήγαινε από βορρά προς νότο, πως δεν ήξερα πότε του είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Όσοι επέστρεφαν από την εξορία είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σ. 74]

marcelo montecino prisoneras national stadium 1973Η επιστροφή των τριών από την εξορία είναι γεγονός, αλλά υπάρχει ποτέ τέτοια επιστροφή; Γιατί τελικά απ’ την εξορία δεν γυρίζεις, κάθε απόπειρα επιστροφής μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. Όλα είναι ωραία στη χώρα της μνήμης….είναι μια χώρα αμετακίνητη, «σαν τη θηλή της Αγίας Θηρεσίας ή σαν μια ταινία του Ροζέ Βαντίμ». Αν η πρώτη ληστεία τράπεζας στην ιστορία του Σαντιάγο έγινε με προορισμό των χρημάτων για τους κολασμένους της γης και ο υπάλληλος τότε δε φοβήθηκε ούτε στιγμή, γιατί εκείνοι οι τύποι, όπως είπε, του είχαν εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ότι οι τακτικοί πελάτες της τράπεζας, τώρα ας γίνει η τελευταία ηρωική καταλήστευση των ληστών της Χιλής.

3905804583_2633456465_zΠολλοί άνδρες και πολλές γυναίκες που γνωρίζονταν, απαρνήθηκαν ο ένας τον άλλον σε μια επιδημία αναγκαίας και σωτήριας αμνησίας. Όχι· δεν τους ξέρω αυτούς τους τύπους που πήγαιναν φορτωμένοι σ’ ένα καμιόνι. Όχι· δεν την έχω ξαναδεί ποτέ αυτή τη γυναίκα που περιμένει στη γωνία. / Η λήθη ήταν επείγουσα ανάγκη, έπρεπε ν’ αλλάζεις πεζοδρόμιο και ν’ αποφεύγεις συναντήσεις, έπρεπε να κάνεις γρήγορη μεταβολή και να σβήνεις τα χνάρια σου. Κι όλα αυτά που ήταν φορτωμένα μέλλον, αμέσως δηλητηριάστηκαν με παρελθόν. [σ. 52]

Η τ11239093_9c028ba927_zραγωδία των Χιλιάνων έπαψε να συγκινεί όταν έπεσε η δικτατορία ενώ η χιλιανή  μεταπολίτευση πραγματοποιήθηκε με βάση το «γατοπαρδιανό» αξίωμα ότι όλα αλλάζουν για να μείνουν όλα ίδια. Ακόμα κι ένας σκεπτικιστής αστυνόμος συζητώντας με την υπαστυνόμο, αναρωτώμενος ποιοι δίνουν τις φονικές διαταγές από ψηλά, σκέφτεται πως όλα θα τα πει μια μέρα η Ιστορία, την μέρα ειδικά εκείνη όπου οι Χιλιανοί θα πάψουμε να ’μαστε χεσμένοι από το φόβο μας για το ίδιο μας το παρελθόν. Όμως το «Γραφείο» υπάρχει ακόμα: ένας παράλληλος οργανισμός ασφάλειαςμε σκοπό την εξόντωση των τελευταίων αριστεριστών που πίστευαν πως μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση με ένοπλο αγώνα, τώρα συνεργάζεται με βασανιστές που ιδρύουν εταιρείες σεκιούριτι. Και πλήθος φασιστικών καταλοίπων ζουν και βασιλεύουν, ενίοτε στις κοιλάδες του καθαρού αέρα, μακριά απ’ το «νέφος» του Σαντιάγκο.

11schileΥπάρχουν καλύτεροι στόχοι για τρεις αιώνια εξεγερμένους παλιόφιλους που δεν το βάζουν ποτέ κάτω; Υπάρχεις ιδανικότερη ηρωική έξοδος, για τρεις αγωνιστές που τώρα κοιτάζουν ξανά μπροστά, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διορθώσουν πράγματα που έγιναν, αλλά πως μπορούν να προλάβουν πράγματα που θα γίνουν;  Αν κάποτε για τους νικημένους, η ζωή είχε μετατραπεί σ’ ένα στρώμα ομίχλης, στην καταχνιά των καταδικασμένων να συντηρούν με νύχια και με δόντια τις καλύτερες από τις αναμνήσεις τους, αυτά τα λίγα χρόνια ανάμεσα στο εξήντα οκτώ και το εβδομήντα τρία, σημαδεμένα μέρα με τη μέρα με το χαμόγελο της πιο στρατευμένης αισιοδοξίας [σ. 101], τώρα σημασία θα έχουν όχι οι μεγάλες ήττες αλλά οι μικρές νίκες. Ή όπως μουρμουρίζει ένας εξ αυτών, «είμαστε η σκιά του εαυτού μας και θα υπάρχουμε όσο θα υπάρχει φως»

Εκδ. Opera, 2009, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 147, με δωδεκασέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και τρισέλιδο λεξικό ξένων και μη εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων. [Luis Sepúlveda, La sombra de lo que fuimos].

Οι δυο πρώτες φωτογραφίες: Συλλήψεις στο Σαντιάγκο και συλληφθέντες στο Εθνικό Στάδιο της πόλης μετά το πραξικόπημα.  Στην τελευταία, ο Victor Jara τελευταίος δεξιά, στην πορεία του UP στο Σαντιάγκο στις 4 Σεπτεμβρίου 1973, μια βδομάδα πριν από το πραξικόπημα [φωτ. Marcelo Montecino].

4009424_8f2ff1e530_zΣημ.: Μιλώντας περί φασιστικών καταλοίπων: Στοβίντεο εισβολή στο γραφείο του Edwin Dimter Bianchi που  αναγνωρίστηκε από επιζώντες συγκρατούμενους του Victor Jara ως ο «El Príncipe», ο κύριος βασανιστής και δολοφόνος του. Για όσους δεν γνωρίζουν, είναι αυτός που έκοψε με τσεκούρι τα δάχτυλα του Βίκτορ Χάρα στο χιλιανό στάδιο, και του ζήτησε μετά να παίξει κιθάρα «για την π…την μάνα του». Είναι χαρακτηριστικό το κλαψούρισμά του ιδίως όταν κάθεται με τον πωπό πάνω στο γραφείο του με χέρια και πόδια ψηλά, ακριβώς όπως οι κατσαρίδες. Πάνω στον τρόμο του προστατεύεται με μια αφίσα του Victor Jara: ο ορισμός της απόλυτης ειρωνείας. Οι εισβολείς επιδεικνύουν ανωτερότητα, τον φτύνουν με τις λέξεις και αποχωρούν· άλλοι θα τον έβγαζαν στους δρόμους του Σαντιάγο, ώστε να μάθουν όλοι την ιδιότητα που έκρυβε τόσο γενναία όλα αυτά τα χρόνια. Κι άλλοι θα του έκαναν ακόμα χειρότερα. Υποθέτω θα το κατανοούσε, άλλωστε αυτός ήταν ο κόσμος του. Αυτό που θα του άξιζε όμως θα ήταν να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί με αυτούς, και ακριβώς όπως όλοι οι φτωχοί και κυνηγημένοι της χώρας.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.


Από;

http://pandoxeio.com/2013/06/28/sepulveda2/