Η γαλλική και ιταλική επιπλοκή της Ευρωζώνης


Λαπαβίτσας
του Κώστα Λαπαβίτσα
σημ.Αμετανόητου: Εξαιρετικό άρθρο.Κρατήστε το οπωσδήποτε στον υπολογιστή σας !!!
Την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε μια σπάνια έξαρση ειλικρίνειας, ανακοίνωσε ότι η Γαλλία και η Ιταλία έχουν πλέον γίνει το επίκεντρο του προβλήματος της Ευρωζώνης. Οι δύο χώρες πάσχουν από έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Πολύ σωστή η θέση της Επιτροπής, μόνο που δεν ήθελε, ή δεν είχε το κουράγιο, να βγάλει τα λογικά συμπεράσματα. Ας συμβάλλουμε λοιπόν στις προσπάθειες των καλών γραφειοκρατών των Βρυξελλών με μια απλή ανάλυση.
Το διάγραμμα που παραθέτω προέρχεται από μια μελέτη που έκανα το 2013 από κοινού με το Χάινερ Φλάσμπεκ για λογαριασμό του Ινστιτούτου Ρόζα Λούξεμπουργκ στη Γερμανία. Δείχνει τη μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ισπανία. Το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι ο πλέον διαδεδομένος δείκτης ολικής, ή εθνικής, ανταγωνιστικότητας, διότι λαμβάνει υπόψη του τις αλλαγές στην παραγωγικότητα και εστιάζει στις αλλαγές του συνολικού κόστους εργασίας.
Αν η καμπύλη μιας χώρας υπερβαίνει αυτή μιας άλλης, η πρώτη χάνει ανταγωνιστικότητα. Η μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι επίσης πολύ στενά συνδεδεμένη με τον πληθωρισμό, χωρίς βέβαια να τον προκαλεί. Για το λόγο αυτό το διάγραμμα δείχνει και το στόχο πληθωρισμού της ΕΚΤ, που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από 2%. Αν το κόστος εργασίας μιας χώρας υπερβαίνει συστηματικά αυτό μιας άλλης, τότε και ο πληθωρισμός της θα είναι υψηλότερος, άρα θα χάνει ανταγωνιστικότητα. Συνέχεια

Το οικονομικό υπόβαθρο της πολιτικής αναταραχής


Λαπαβίτσας
του Κώστα Λαπαβίτσα
Ήταν βαθύτατη η πολιτική αναταραχή που προέκυψε το Σεπτέμβριο, αν και η πορεία της αποδείχτηκε απρόβλεπτη. Η ίδια όμως η αναταραχή ήταν απολύτως προβλέψιμη, αρκεί κανείς να μην έκλεινε τα μάτια του στις εξαιρετικά τεταμένες κοινωνικές συνθήκες που έχουν από καιρό φέρει την πολιτική ζωή σε κατάσταση ανωμαλίας. Η ομαλότητα που διακηρύσσει ο κ. Σαμαράς δεν υπάρχει, ούτε και θα επιστρέψει εύκολα. Στη ρίζα της αναταραχής είναι η οικονομική καταστροφή που έχουν προκαλέσει τα Μνημόνια.  
Μια εικόνα, χίλιες λέξεις, κατά το γνωστό απόφθεγμα. Κοιτάξτε λοιπόν το διάγραμμα που δείχνει τη μεταβολή των μισθών στην ελληνική οικονομία συνολικά. Βασίζεται σε στοιχεία που μόλις έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή, τα οποία αναφέρονται στο δεύτερο τρίμηνο κάθε έτους και είναι εποχικά διορθωμένα.

Πως θα σταθεί η Ευρώπη στην παγκόσμια οικονομία;


Λαπαβίτσας

του Κ.Λαπαβίτσα

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται και πάλι σε κρίσιμο σημείο. Η γιγαντιαία κρατική παρέμβαση μετά την κρίση του 2008-9 απέτρεψε φαινόμενα γενικευμένης κατάρρευσης παρόμοια με του μεσοπολέμου. Το κράτος στο σύγχρονο καπιταλισμό λειτούργησε σταθεροποιητικά, ότι κι αν λένε οι νεοφιλελεύθεροι. Δε μπήκαν όμως οι βάσεις για ισχυρή ανάκαμψη παγκοσμίως και τα σύννεφα μαζεύονται απειλητικά

Οι ΗΠΑ είχαν να αντιμετωπίσουν το τεράστιο χρέος των νοικοκυριών και την αποτυχία των ιδιωτικών τραπεζών. Η αμερικανική οικονομία προχώρησε σε αναδιάρθρωση που διευκολύνθηκε από την άπλετη παροχή ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα. Δεν έγιναν όμως δομικές αλλαγές. Η αναδιάρθρωση βασίστηκε στον περιορισμό των μισθών και στη συντριβή του κόστους ενέργειας κυρίως μέσω του φτηνού σχιστολιθικού αερίου. Η αμερικανική βιομηχανία σταδιακά ανακάμπτει, αλλά από χαμηλή βάση και χωρίς ιδιαίτερη άνοδο της παραγωγικότητας.
Η Ιαπωνία χτυπήθηκε λιγότερο από την κρίση του 2008-9, αλλά πέρασε ξανά σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, πράγμα φυσικό για μια οικονομία που λιμνάζει επί δύο δεκαετίες και βασίζεται στις εξαγωγές. Εδώ και μερικούς μήνες ξεκίνησε ένα πείραμα απευθείας διάθεσης χρήματος στους παράγοντες της οικονομίας σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από το τέλμα. Πρόκειται για τα περίφημα Αμπενόμικς που έχουν όμως συζητήσιμα και επισφαλή αποτελέσματα μέχρι τώρα.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες απέφυγαν τα χειρότερα της κρίσης γιατί δεν είχαν εκτεθεί στη χρηματοπιστωτική φούσκα της προηγούμενης δεκαετίας. Μετά το 2009 εκμεταλλεύτηκαν τις εξαγωγές πρώτων υλών προς την Κίνα, όπως και τις νέες κεφαλαιακές ροές που δημιουργήθηκαν καθώς οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης παρείχαν αφειδώς πιστώσεις στις δικές τους οικονομίες κατεβάζοντας τα επιτόκια κοντά στο μηδέν. Αλλά οι ρυθμοί ανάπτυξης έπεσαν απότομα την τελευταία χρονιά και πουθενά πιο βίαια από ότι στην Βραζιλία, όπου ήδη έγιναν μηδενικοί προκαλώντας κοινωνική αναταραχή.  
Η πιο απειλητική μεταστροφή βέβαια συντελείται στην Κίνα. Η χώρα αντιμετώπισε την κρίση του 2008-9 με διόγκωση των δημοσίων δαπανών και παροχή άφθονων πιστώσεων. Συνεχίστηκαν έτσι οι ταχείς ρυθμοί ανάπτυξης βασισμένης στις τεράστιες εγχώριες επενδύσεις και στις εξαγωγές. Το κινεζικό μοντέλο όμως πλησιάζει πλέον τα όρια του καθώς η απόδοση των επενδύσεων έχει πέσει δραματικά, ενώ οι εξαγωγές γίνονται όλο και πιο προβληματικές σε μια παγκόσμια οικονομία που παραπαίει. Η Κίνα χρειάζεται ολοσχερή αλλαγή της δομής της οικονομίας της με αύξηση των μισθών και τόνωση της κατανάλωσης, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα τα καταφέρει.
Στο πλαίσιο αυτό, η θέση της Ευρώπης διαγράφεται ιδιαίτερα δυσχερής. Το ευρώ έχει αποδειχθεί μηχανισμός βαθιάς ύφεσης, ανεργίας και καταδυνάστευσης των χωρών της περιφέρειας. Η Γερμανία κυριαρχεί γιατί το ευρώ της προσφέρει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που της επιτρέπει να απορροφά ζήτηση από τον υπόλοιπο κόσμο. Η οικονομία της βασίζεται στους χαμηλούς μισθούς, στον περιορισμό της εγχώριας ζήτησης και στις εξαγωγές ακόμη περισσότερο και από την Κίνα. Στην ουσία η χώρα λειτουργεί ως τεράστια χοάνη απορρόφησης της ικμάδας της υπόλοιπης Ευρώπης και της παγκόσμιας οικονομίας.
Αν συνεχιστεί η τρέχουσα πολιτική, η Ευρώπη είναι καταδικασμένη. Τα εξαγωγικά περιθώρια περιορίζονται ακόμη και για τη Γερμανία καθώς η παγκόσμια οικονομία παραπαίει. Η γερμανική πολιτική λιτότητας και πίεσης για μείωση του εργατικού κόστους στις άλλες χώρες της ΟΝΕ είναι καθαρός παραλογισμός. Δε μπορούν όλες οι χώρες να έχουν εξαγωγικό πλεόνασμα και σίγουρα όχι όταν η Γερμανία κρατάει τους δικούς της μισθούς χαμηλά. Το αποτέλεσμα θα είναι ύφεση, ανεργία και φτώχεια που σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως της Ελλάδας, πλέον φτάνουν σε εντελώς ακραία επίπεδα.
Για να σταθεί η Ευρώπη θα πρέπει να απαλλαγεί από την αποτυχημένη νομισματική ένωση ώστε οι χώρες της περιφέρειας να μπορέσουν να ανασάνουν χωρίς την καταστροφική ‘εσωτερική υποτίμηση’. Θα πρέπει επίσης η Γερμανία να αναδιαρθρώσει την οικονομία της ανεβάζοντας τους μισθούς και τονώνοντας την εγχώρια ζήτηση και όχι τις εξαγωγές.
 
Το ζήτημα θα κριθεί στη Γαλλία που σταδιακά βρίσκεται αντιμέτωπη με τον παραλογισμό της γερμανικής πολιτικής λιτότητας και μείωσης μισθών εντός της ΟΝΕ. Αν η Γαλλία αποδεχτεί τη γερμανική συνταγή, η Ευρώπη θα καταδικαστεί σε παρακμή με απροσδιόριστες κοινωνικές συνέπειες. Αν την απορρίψει, θα πρέπει επίσης δυναμικά να αλλάξει και το πλαίσιο του ευρώ. Για μια ακόμη φορά, το μέλλον της Ευρώπης φαίνεται να είναι στα χέρια του γαλλικού λαού. 
 

ΟΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΤΟΥ «ΛΙΤΟΥ ΒΙΟΥ»


1ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*

Διαβάζω τακτικά δηλώσεις «πνευματικών ανθρώπων», για την ανάγκη να γίνουμε πιο ολιγαρκείς, να καταλάβουμε ότι πέρασε ο καιρός των παχιών αγελάδων, να δεχτούμε ότι θα είμαστε όλοι φτωχότεροι. Συχνά συνοδεύονται από διάφορα δακρύβρεχτα για το τέρας του καταναλωτισμού, την αλλοτρίωση της σύγχρονης ζωής, τη χυδαιότητα της βουλιμίας. Είναι, λένε, προσωπική, οικογενειακή και εν τέλει εθνική ανάγκη να ξαναβρούμε το μετρημένο παρελθόν μας.

Μου θυμίζουν πολύ εκείνα που γράφονται στον επίσημο τύπο από περιώνυμους δημοσιογράφους και πολιτικούς. Ότι πρέπει να φτωχύνουμε για να μην πτωχεύσουμε. Ότι υπήρξε φούσκα στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία. Ότι ξεσαλώσαμε και τώρα πληρώνουμε τα επίχειρα. Ότι δεν μπορεί να υπάρχει ευμάρεια με δανεικά. Ότι, ακόμη, ο ‘λιτός βίος’ είναι πηγή ψυχικής ηρεμίας και αρετής.

Που βρέθηκαν όλοι αυτοί οι όψιμοι κοσμοκαλόγεροι;

Πως έζησαν στην Ελλάδα που αφήνουμε πίσω οριστικά;

Πως ζούνε στη φτωχή, τρομαγμένη κι ανάστατη Ελλάδα που αναδύεται;

Τι ακριβώς νομίζουν ότι προσφέρουν με όσα λένε;

Που στοχεύουν;

Μοιάζουν βέβαια πολύ μεταξύ τους, έστω κι αν προέρχονται από διαφορετικά σημεία του πολιτικού φάσματος. Άνθρωποι κατά κανόνα επιτυχημένοι, με καταξίωση και απολαβές πολύ πάνω του μέσου όρου. Άνθρωποι που συμμετείχαν ενεργά στα όσα συνέβησαν στην χώρα μας την προηγούμενη δεκαετία, που ανέπνευσαν τον αφηνιασμένο αέρα των ανώτερων στρωμάτων και που συνεχίζουν να διαμορφώνουν τα πράγματα, διότι φυσικά τίποτε δεν έχει αλλάξει, εκτός από το ότι οι ισχυροί έχουν γίνει ισχυρότεροι.

Που όμως είδαν το ξεσάλωμα της προηγούμενης δεκαετίας για τη μεγάλη πλειονότητα του του ελληνικού λαού;

Για ποια φούσκα ο λόγος;

Η κατανάλωση, για παράδειγμα, παρέμεινε σταθερή ως ποσοστό του ΑΕΠ μέχρι να ξεσπάσει η κρίση, και μετά κατέρρευσε. Ναι, το ποσοστό ήταν υψηλό σε σχέση με άλλες χώρες, αλλά η αιτία ήταν το σχετικά χαμηλό ποσοστό των επενδύσεων, δηλαδή η συνέχιση της αποβιομηχάνισης.

Φταίει όμως η «βουλιμία» των εργαζόμενων, των συνταξιούχων και των αυτοαπασχολούμενων γι’ αυτό;

Δεν φταίει η αστική τάξη, που αντί να στηρίξει την εγχώρια επένδυση, έτρεχε να ανοίξει επιχειρήσεις στα Βαλκάνια κι αλλού;

Δεν υπήρξε καμία φούσκα τη δεκαετία του 2000. Ούτε στις τιμές των ακινήτων, ούτε στις τιμές των μετοχών, ούτε στην κατανάλωση. Αυτό που υπήρξε ήταν η τραγική αποτυχία της χώρας να ενταχθεί επιτυχώς στην ΟΝΕ, που έφερε τεράστια εξωτερικά ελλείμματα και άρα γιγαντιαίο εγχώριο και διεθνή δανεισμό. Για τους πολλούς, το ευρώ σήμαινε αδυναμία αποταμίευσης και επιτακτική ανάγκη δανεισμού. Δεν έχει παρά να κάνει κανείς τη σύγκριση με την εποχή των γονιών του, που αγόραζαν σπίτια με αποταμιευμένες δραχμές. Αν δεν υπήρχε η υψηλή παραγωγικότητα των χωρών της Ασίας που επέτρεψε την εισαγωγή φτηνών προϊόντων πρώτης ανάγκης για τα λαϊκά στρώματα, δεν θα υπήρχε καν η επίφαση της καταναλωτικής άνεσης την προηγούμενη δεκαετία.

Ούτε και υπάρχει σήμερα επιστροφή στο ολιγαρκές του Έλληνα, στον «λιτό βίο» και τα παρόμοια. Φτώχεια υπάρχει, τραγική εξαθλίωση και προϊούσα, αλλά σιωπηλή, ανθρωπιστική κρίση. Περίπου 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι το 2011 ήταν επισήμως φτωχοί και τα πράγματα έγιναν χειρότερα το 2012. Μεγάλο ποσοστό ζει σε συνθήκες ακραίας υλικής αποστέρησης. Όσοι δεν το αντιλαμβάνονται, ας κάνουν μιαν επιμορφωτική βόλτα στο Πέραμα. Η φτώχεια και μάλιστα η ξαφνική και βίαιη μετάβαση σ’ αυτήν, μόνο αρετές δεν παράγει. Απόγνωση φέρνει, θυμό, προκατάληψη και τυφλό μίσος.

Όσοι τέλος, νομίζουν ότι η φτώχεια συνιστά εξυγίανση και κάψιμο λίπους, ότι έτσι θα γίνει δυναμική η ελληνική οικονομία και θα προκύψει η ανάπτυξη, δεν έχουν αντιληφθεί ορισμένα από τα βασικότερα μαθήματα των Οικονομικών. Οι χώρες δεν είναι ούτε άτομα, ούτε νοικοκυριά. Το λεγόμενο «συμμάζεμα» που είναι ευεργετικό για ένα νοικοκυριό γιατί φέρει τα έξοδά του στα μέτρα των εσόδων του, είναι δυνάμει καταστροφικό για μια χώρα.

Στις αρχές του 18ου αιώνα ο Μάντεβιλ έγραψε τον Μύθο των Μελισσών, όπου οι μέλισσες δεν έχουν ανησυχίες ηθικής, άρα ξοδεύουν και ζουν με ευμάρεια. Κάποια στιγμή όμως κυριαρχεί η «αρετή» και με αυτήν γίνονται φτωχότερες και δυστυχείς. Στον 20ο αιώνα ο Κέυνς εξέφρασε την ίδια περίπου ιδέα ως το «παράδοξο της φειδούς». Το «συμμάζεμα» για μιαν ολόκληρη χώρα, περιορίζει την κατανάλωση και την επένδυση, άρα μικραίνει την παραγωγή και συνεπώς φέρνει νέα μείωση της κατανάλωσης και της επένδυσης και ούτω καθεξής. Αν σας θυμίζει την Ελλάδα του 2010-13, έχετε απόλυτο δίκιο.

Ποιον ρόλο παίζουν λοιπόν, αυτές οι δηλώσεις;

Στην καλύτερη περίπτωση, από πλευράς «πνευματικών ανθρώπων», δείχνουν αφέλεια και έλλειψη κατανόησης του τι συμβαίνει στην χώρα. Στην χειρότερη, ιδίως από πλευράς προβεβλημένων δημοσιογράφων, δείχνουν απόλυτο κυνισμό. Και οι μεν και οι δε δημιουργούν ενοχές εκεί που δεν υπάρχουν, παροτρύνοντας τους πολλούς να δεχτούν τη μοίρα τους. Φτιάχνουν τον ιδεολογικό μανδύα κάτω από τον οποίο η Ελλάδα οδηγείται στον μαρασμό.

http://www.costaslapavitsas.blogspot.gr/2013/02/blog-post_6.html

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΧΡΕΗ


1

Του Κώστα Λαπαβίτσα

 

Ας πούμε μια διδακτική ιστορία για χώρες που έχουν υπέρογκα χρέη και υιοθετούν ‘σοβαρές’ οικονομικές πολιτικές για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Ο παραλληλισμός με Ελλάδα και Ευρωζώνη δεν είναι τυχαίος.

ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΜΕ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΧΡΕΗ

Τον Νοέμβριο του 1918 η αυτοκρατορική Γερμανία συνθηκολόγησε με την Αντάντ. Ο γερμανικός θρίαμβος επί του Τσάρου στο Ανατολικό Μέτωπο το 1917 που είχε ανοίξει τον δρόμο για τους Μπολσεβίκους, αποδείχθηκε προσωρινός. Η Γερμανία, αν και ο στρατός της στεκόταν ακόμη στα πεδία των μαχών, ήταν ηττημένη κατά κράτος. Μετά τέσσερα χρόνια σφαγών με τους αγγλογάλλους αποικιοκράτες στους λασπότοπους του Βελγίου και της Γαλλίας, ο πραγματικός νικητής ήταν η ανερχόμενη δύναμη των ΗΠΑ.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών τον επόμενο χρόνο υπαγορεύτηκε όμως από τους αγγλογάλλους αποικιοκράτες, που έκαναν στο πλάι τους ‘αφελείς και ιδεολόγους’ Αμερικανούς. Οι όροι της πολλοί και επαχθείς. Ο επαχθέστερος ήταν να αποδεχθεί η Γερμανία την ευθύνη του πολέμου, να δεχθεί ληστρικές παραχωρήσεις και να καταβάλει τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις. Τα ποσά εκφρασμένα σε χρυσά γερμανικά μάρκα ήταν εξωπραγματικά (περίπου 225 δις). Δύο χρόνια μετά, οι μεγάθυμοι νικητές μείωσαν την αρχική απαίτηση στα 130 δις, δηλαδή πάνω από 300% του γερμανικού ΑΕΠ. Οι πληρωμές για τόκους, χρεωλύσια και έξοδα κατοχής θα έφταναν το 10% του γερμανικού ΑΕΠ ετησίως. Η Γερμανία είχε βουλιάξει στα χρέη.

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ

Δεν υπήρχε απολύτως καμία περίπτωση να μπορέσει η γερμανική οικονομία, που είχε συρρικνωθεί κατά 20% στον πόλεμο, να αντιμετωπίσει τέτοιο άχθος. Δεν ήταν επίσης δυνατό να σηκώσει το βάρος του χρέους μετά την παραχώρηση των ανθρακωρυχείων της στη Γαλλία και τη δυσκολία εξαγωγών στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Μόνο αν οι αποζημιώσεις ήταν σαφώς μικρότερες και παράλληλα υπήρχε ανάπτυξη με άνοδο των εξαγωγών θα μπορούσε ίσως να αντιμετωπίσει την «ειρήνη των νικητών».
Αυτό περίπου ήταν το σκεπτικό του νεαρού Τζον Μέιναρντ Κέυνς, ενός από τους οικονομολόγους που συνόδευαν τη βρετανική αντιπροσωπεία στις Βερσαλλίες. Είχε το θάρρος να το δηλώσει δημόσια στο βιβλίο του Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης, ένα από τα καλύτερα που έχει γράψει. Δεν έπεισε τη βρετανική κυβέρνηση, αλλά η παρρησία του και η τετράγωνη λογική του εντυπωσίασαν τον Λένιν.
Τα επιχειρήματα του Κέυνς δεν είχαν καμία τύχη ούτε στη Γαλλία. Για τους γαλλικούς κύκλους εξουσίας, η Γερμανία έπρεπε να εξουθενωθεί και ο Κέυνς ήταν ένας επικίνδυνος λογοκόπος. Η δυσπιστία προς τον κεϋνσιανισμό κράτησε για δεκαετίες στη Γαλλία. Δεν είναι τυχαίο ότι μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ετιέν Μαντού έγραψε τις Οικονομικές Συνέπειες του κ. Κέυνς, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ, έλεγε ότι το σκεπτικό του Κέυνς υπέσκαψε τις προσπάθειες να ελεγχθεί η Γερμανία και φέρει μέρος της ευθύνης για την χιτλερική λαίλαπα.

‘ΣΟΒΑΡΗ’ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ότι συνέβη στη Γερμανία τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν απόρροια των όρων της ειρήνης που επιβλήθηκε. Στην ουσία η γερμανική οικονομία δεν ανέκαμψε παρά μόνο όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία και ξεκίνησαν πρόγραμμα επανεξοπλισμού και εκτενέστατης κρατικής παρέμβασης.
Τα πρώτα χρόνια μετά τις Βερσαλλίες η Γερμανία υποχρεώθηκε να καταβάλει τεράστια ποσά επιτείνοντας τις συνθήκες μεταπολεμικής εξαθλίωσης του πληθυσμού. Τα κρατικά έσοδα στηρίζονταν κυρίως στους έμμεσους φόρους και το γερμανικό δημόσιο κατέφυγε σε έκδοση χάρτινου μάρκου οδηγώντας σε τρομακτικό υπερπληθωρισμό έως το 1923. Η συνεχιζόμενη αδυναμία πληρωμής των αποζημιώσεων έφερε θρασύτατη γαλλική και βελγική κατοχή του Ρουρ. Φτώχεια, ανεργία, υπερπληθωρισμός και ξένη κατοχή αποτέλεσαν εκρηκτικό μείγμα στη γερμανική πολιτική ζωή.
Μέχρι το 1933 η οικονομική πολιτική της Βαϊμάρης ήταν μια αγωνιώδης προσπάθεια να ελεγχθεί η τάση πληθωρισμού, να υπάρξει ανάπτυξη, να μειωθεί η ανεργία, να πληρώνεται το χρέος και να επιχειρείται η μείωσή του με τη συναίνεση των δανειστών. Η συμπαράσταση στον γερμανικό λαό ήρθε από τη Σοβιετική Ένωση, ενώ οι ΗΠΑ έδειξαν πολύ μεγαλύτερη σοφία από τους Αγγλογάλλους για το τι πραγματικά διακυβεύονταν.
Το 1924 η Γερμανία εισήγαγε νέο νόμισμα βασισμένο σε υποθηκευμένη αγροτική και βιομηχανική περιουσία, μειώνοντας έτσι την τάση πληθωρισμού. Η κεντρική τράπεζα διέκοψε την προεξόφληση κρατικών χαρτιών, περιορίζοντας τον όγκο του χρήματος στην κυκλοφορία. Υιοθετήθηκε το Σχέδιο Ντόουζ, βασισμένο σε νέα αμερικανικά δάνεια, που ελάφρυνε το βάρος των ετήσιων πληρωμών της Γερμανίας. Σύντομα όμως έγινε αντιληπτό ότι το Σχέδιο δε θα έφερνε ταχύρρυθμη ανάπτυξη, ούτε θα επέτρεπε στη Γερμανία να αντιμετωπίσει σε μόνιμη βάση το βάρος των χρεών της. Μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις, το 1929 υιοθετήθηκε το Σχέδιο Γιάνγκ, πάλι με αμερικανική πρωτοβουλία, που μείωσε κι άλλο τον όγκο του χρέους, ενώ ελάφρυνε περαιτέρω τις ετήσιες πληρωμές. Η σημασία του αποδείχθηκε μικρή, καθώς το 1929 ξέσπασαν οι θύελλες που έφεραν την κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας την δεκαετία του 1930.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΗ

Η κρίση του Μεσοπολέμου χτύπησε την αδυνατισμένη οικονομικά Γερμανία ιδιαίτερα σκληρά. Η χρεοκοπία της μεγάλης αυστριακής τράπεζας Κρέντιτανσταλτ το 1931 έφερε οξύτατη τραπεζική κρίση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Οι οικονομίες πέρασαν σε ύφεση και εκτοξεύτηκε η ανεργία. Κατέρρευσε το παγκόσμιο εμπόριο και η Γερμανία αντιμετώπισε αδυναμία πληρωμών στο εξωτερικό. Η ταχύτατη άνοδος του Χίτλερ αποτελείωσε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, έστειλε το σχέδιο Γιάνγκ στα αζήτητα και έβαλε τη γερμανική οικονομία σε άλλη βάση.
Η πολιτική άνοδος του φασισμού ήταν σε μεγάλο βαθμό, απόρροια των Βερσαλλιών. Η συνθηκολόγηση του 1918 έφερε επαναστατικές συνθήκες στο Βερολίνο, αλλά το νεαρό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν κατόρθωσε την κατάληψη της εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η ειδεχθής δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, με την ηθική αυτουργία του δεξιού τμήματος της Σοσιαλδημοκρατίας. Ο επαναστατικός αναβρασμός συνεχίστηκε μέχρι το 1921 και μετά άρχισε να καταλαγιάζει. Τότε άρχισε να ενισχύεται η ναζιστική άκρα δεξιά, αντλώντας κυρίως από το λαϊκό αίσθημα οικονομικής κατάρρευσης, κοινωνικής διάλυσης και εθνικής ταπείνωσης.
Οι κυβερνήσεις της Βαϊμάρης κυριαρχήθηκαν από τα ‘σοβαρά’ αστικά κόμματα που συνήθως δεν είχαν αρκετή ισχύ για αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Στα ‘σοβαρά΄ κόμματα συμμετείχαν ασμένως και οι Σοσιαλδημοκράτες. Το καταλυτικό στοιχείο για την πολιτική αδυναμία της Βαϊμάρης δεν ήταν όμως ούτε η εξουθένωση των αστικών κομμάτων, ούτε ο συμβιβασμός και η δειλία των Σοσιαλδημοκρατών. Ήταν ο λυσσαλέος πόλεμος ανάμεσα στους Κομμουνιστές και τους Σοσιαλδημοκράτες που αποδυνάμωσε τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις και τελικά επέτρεψε στους φαιοχίτωνες να κυριαρχήσουν. Τα αστικά στρώματα της Γερμανίας συμβιβάστηκαν με τους ασυνάρτητους και γελοίους ιδεολόγους του Χίτλερ, η Αριστερά συντρίφτηκε και η ναζιστική Γερμανία προχώρησε πλησίστια προς τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την καταστροφή της.

ΔΥΟ ΕΞΕΧΟΝΤΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΧΙΛΦΕΡΝΤΙΝΓΚ

Στο ιστορικό αυτό δράμα δύο πρόσωπα ξεχωρίζουν από πλευράς οικονομικής πολιτικής. Το πρώτο ήταν ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ. Γεννημένος στη Βιέννη, εβραϊκής καταγωγής, είχε τη βαθιά κουλτούρα της κεντρικής Ευρώπης, που ο Χίτλερ έπληξε αδυσώπητα δολοφονώντας τους εβραϊκούς πληθυσμούς. Ανήκε στην εξαιρετική γενιά των νέων διανοητών των αρχών του 20ου αιώνα που βρήκαν στον Μαρξισμό την απάντηση για το κοινωνικό πρόβλημα του βιομηχανικού καπιταλισμού στην Ευρώπη.
Ο Χίλφερντινγκ ήταν από τους γνωστότερους οικονομολόγους και στελέχη της προπολεμικής γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, πριν η κήρυξη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου τη διασπάσει ανάμεσα στην επαναστατική Αριστερά, που τελικά διαμόρφωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, και στους υπόλοιπους Σοσιαλδημοκράτες. Ρηξικέλευθος διανοητής, προχώρησε την ανάλυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος πολύ πιο πέρα από τον Μαρξ, ισχυριζόμενος ότι ο καπιταλισμός της εποχής του βασίζονταν στο ‘χρηματιστικό κεφάλαιο’. Αυτήν την έννοια δανείστηκε ο Λένιν για να διαμορφώσει την θεωρία του περί ιμπεριαλισμού που έγινε σημείο αναφοράς για τους Μαρξιστές του 20ου αιώνα. Ο Χίλφερντινγκ πίστευε επίσης στην ιδέα του ‘οργανωμένου καπιταλισμού’. Στο ότι δηλαδή, τα μεγάλα μονοπώλια μπορούσαν πλέον να οργανώσουν την παραγωγή και το εμπόριο αποφεύγοντας τις κρίσεις. Για τον Χίλφερντινγκ, ο Μαρξισμός ήταν ένα επιστημονικό εργαλείο που μπορούσε αντικειμενικά να διαγνώσει την πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας. Τα πολιτικά συμπεράσματα ήταν κάτι άλλο.
Ο Χίλφερντινγκ ξαναμπήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα την δεκαετία του ’20 και παρέμεινε πολέμιος του Κομμουνιστικού Κόμματος και επικριτικός προς τη Σοβιετική Ένωση. Γρήγορα εξελίχθηκε σε στυλοβάτη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και χρημάτισε δύο φορές υπουργός Οικονομικών (1923 και 1928-9). Η επιλογή του, χαρακτηριστική του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ήταν να διαχειριστεί την κατάσταση συναινετικά, χωρίς ακραίες, μονομερείς επιλογές. Για παράδειγμα, να δοθεί λύση στον υπερπληθωρισμό μέσω της εισαγωγής του νέου μάρκου το 1923, αλλά να προστατευθούν ΄λελογισμένα’ οι εργαζόμενοι από την αλλαγή. Να γίνει μεν η νέα δανειοδότηση που ήταν απαραίτητη για το Σχέδιο Γιάνγκ, αλλά με ευνοϊκότερους όρους για τη Γερμανία δε. Βασικό του μέλημα ήταν να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της απασχόλησης και την ενίσχυση της παραγωγής.
Το αποτέλεσμα ήταν να ταυτιστεί το όνομα του με τις αποτυχίες και την οικονομική δυστοκία της Βαϊμάρης, χωρίς καν να μπορέσει να πετύχει τις ΄λελογισμένες’ βελτιώσεις που επεδίωκε. Όταν επικράτησε ο Χίτλερ, ο Χίλφερντινγκ εξαναγκάστηκε σε εξορία στην Πράγα, μετά κυνηγημένος στη Γαλλία, όπου το καθεστώς του Βισύ τον παρέδωσε στην Γκεστάπο και μέσα σε λίγες μέρες ήταν νεκρός, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το τραγικό τέλος του Χίλφερντνινγκ απεικονίζει τη συνολική αποτυχία της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση της χώρας και την άνοδο του φασισμού. Η πολιτική της συναίνεσης είχε εξωκείλει τελείως.

ΧΙΑΛΜΑΡ ΣΑΧΤ

Το δεύτερο πρόσωπο που ξεχωρίζει ήταν ο Χιάλμαρ Σαχτ. Γόνος αστικής οικογένειας, με γερμανικές και δανέζικες καταβολές, σπούδασε οικονομικά και δούλεψε στον τραπεζικό τομέα πριν και μετά τον πόλεμο. Συντηρητικός και αντικομμουνιστής, δεν είχε ιδιαίτερες θεωρητικές και πνευματικές ανησυχίες. Ήταν ίσως ο κορυφαίος τεχνοκράτης της εποχής του, έξυπνος, καλά μορφωμένος και αδίστακτος. Γρήγορα αναδείχθηκε σε συντηρητικό στυλοβάτη της Βαϊμάρης. Ως διοικητής της κεντρικής τράπεζας ήρθε σε σύγκρουση με τον Χίλφερντινγκ για τον έλεγχο του πληθωρισμού και επιβλήθηκε. Συγκρούστηκε ξανά με τον Χίλφερντινγκ για τους όρους δανειοδότησης του Σχεδίου Γιάνγκ.
Δύο πράγματα έκαναν τον Σαχτ να διακριθεί στην άσκηση οικονομικής πολιτικής στη Βαϊμάρη. Πρώτον, η ανασύσταση της κεντρικής τράπεζας και μαζί η σκληρή περιοριστική πολιτική που πρόκρινε για τον έλεγχο του πληθωρισμού, παρά το κόστος για τα εργατικά στρώματα. Δεύτερον και πολύ σημαντικότερο, η βαθμιαία συνειδητοποίηση από την πλευρά του ότι η συναινετική στάση, η πολιτική της προσαρμογής στις απαιτήσεις των δανειστών, έφερνε αδιέξοδο. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’20, μετά από χρόνια χρέους, χαμηλής ανάπτυξης και κοινωνικής αποσάθρωσης, ο Σαχτ είχε καταλήξει: η Γερμανία ποτέ δε θα ανακτούσε την εθνική της ισχύ, ούτε η κοινωνία της θα έμπαινε σε πορεία ευμάρειας σε αυτήν τη βάση. Χρειαζόταν παρεμβατική κρατική πολιτική για εκβιομηχάνιση, επιθετική πολιτική ως προς το χρέος και επανεξοπλισμός.
Ακριβώς αυτά υποσχόταν και ο Χίτλερ, τον οποίο ο Σαχτ στήριξε ανοιχτά. Όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία ο Χίτλερ του ανέθεσε ουσιαστικά την ευθύνη της οικονομικής πολιτικής. Ήδη το Ναζιστικό Κόμμα είχε αρνηθεί το γερμανικό χρέος και τις πολεμικές αποζημιώσεις. Το χρέος της Γερμανίας δεν τακτοποιήθηκε παρά το 1953, μέσω παραγραφής και ευνοϊκών όρων. Ο Σαχτ προχώρησε σε πρόγραμμα δημοσίων έργων και στήριξη της ιδιωτικής βιομηχανίας με στόχο την μείωση της ανεργίας. Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας, είχε παρόμοιες οικονομικές επιπτώσεις. Το πρόγραμμα του Σαχτ ήταν πολύ αποτελεσματικότερο του Νιου Ντιλ του Ρούζβελτ στις ΗΠΑ. Σε μικρό χρονικό διάστημα η ανεργία υποχώρησε και η οικονομική παραγωγή ανέκαμψε. Η σύγκριση με τις αποτυχίες της Βαϊμάρης ήταν καταλυτική και πρόσφερε νομιμοποίηση στο Ναζιστικό Κόμμα.
Ο Σαχτ δεν ήταν ο ίδιος Ναζί. Εξέφραζε εκείνο το κομμάτι της αστικής τάξης της Γερμανίας που αντιλήφθηκε ότι, αν δεν λαμβάνονταν δραστικά μέτρα, η χώρα ήταν καταδικασμένη μέσα στο πλαίσιο των Βερσαλλιών. Οι Ναζί ήταν το χρήσιμο εργαλείο που θα μπορούσε να πετύχει αυτόν τον στόχο, τσακίζοντας παράλληλα την Αριστερά και τις εργατικές οργανώσεις. Όταν η βαρβαρότητα και η εγκληματικότητα των ορδών του Χίτλερ φάνηκε καθαρά, ο Σαχτ φρόντισε να πάρει αποστάσεις και κατόρθωσε να περιβληθεί τον μανδύα του αντιστασιακού, γιατί συνελήφθη μετά την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ το 1944. Μετά τον πόλεμο δικάστηκε στη Νυρεμβέργη, αλλά κατάφερε να αθωωθεί. Συνέχισε τις τραπεζικές του δραστηριότητες και πέθανε σε βαθιά γεράματα.

ΤΟ (ΗΘΙΚΟ) ΔΙΔΑΓΜΑ;

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα πολεμικών αποζημιώσεων, αλλά έχει τεράστιο χρέος και μηδαμινές προοπτικές ανάπτυξης. Το πρόγραμμα της τρόικα δεν είναι φυσικά η Συνθήκη των Βερσαλλιών, αλλά δημιουργεί πλήρες αδιέξοδο για τη χώρα και τον λαό της. Υπάρχει απτή αίσθηση οικονομικής κατάρρευσης, κοινωνικής διάλυσης και εθνικής ταπείνωσης. Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις που έχουν ήδη τεθεί σε κίνηση έχουν την αντιστοιχία τους με τη Βαϊμάρη. Στη χώρα μας δεν υπάρχουν βέβαια, ούτε Χίλφερντινγκ, ούτε Σαχτ, πόσο μάλλον τα υπόλοιπα πρόσωπα του γερμανικού δράματος. Υπάρχουν όμως τα βαλκανικά τους κακέκτυπα. Τα λοιπά συμπεράσματα δικά σας.

Πηγή.   http://costaslapavitsas.blogspot.gr/2013/01/blog-post_29.html

ΒΓΑΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ;


1

Του Κώστα Λαπαβίτσα

Φάνηκε φως στο τούνελ; Αυτό διατείνεται ο κ. Στουρνάρας και όλος ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης. Απομακρύνθηκε ο κίνδυνος της εξόδου από το ευρώ, σύντομα θα έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα και από το δεύτερο μισό του 2013 θα περάσουμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Βρίθει ο τύπος με άρθρα για τις Κασσάνδρες – συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος – που είχαν, λέει, προβλέψει την συντέλεια του κόσμου, αλλά υποτίμησαν την αποφασιστικότητα των πολιτικών να διασώσουν το ευρώ και την ΕΕ. Χώρια που πρότειναν ακραίες λύσεις που θα είχαν φέρει τον Αρμαγεδδώνα. Ενώ οι στιβαροί Μέρκελ και Σαμαράς μας έβαλαν τελικά στο δρόμο της ανάπτυξης μέσα στο ευρώ.

Αναρωτιέται κανείς για την σχέση όσων τα λένε αυτά με την πραγματικότητα. Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για παράδειγμα, δείχνουν ότι ή αξία των λιανικών πωλήσεων τον Οκτώβριο του 2012 συρρικνώθηκε κατά 16.5%, δηλαδή με ρυθμό διπλάσιο από την προηγούμενη χρονιά. Ακόμη χειρότερα, συρρικνώθηκε και ό όγκος των πωλήσεων κατά 16.8%. Που σημαίνει ότι δεν πρόκειται για πτώση των τιμών, αλλά ότι συντρίβεται η ίδια η λαϊκή κατανάλωση. Πρώτα και καλύτερα τα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων που μειώθηκαν κατά 25.2%.

Η προβλέψεις του κ. Στουρνάρα ότι θα έχουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης προς το τέλος του 2013 είναι συνεπώς αξιοθαύμαστες. Τα νέα μέτρα που πήρε θα χτυπήσουν σκληρά την ήδη γονατισμένη κατανάλωση και τις χαμηλές δημόσιες επενδύσεις. Οι εξαγωγές δεν έχουν ιδιαίτερο δυναμισμό διότι το ευρώ είναι σκληρό, η οικονομία της ΕΕ λιμνάζει και σπανίζουν οι εμπορικές πιστώσεις. Οι τράπεζες θα ανακεφαλαιοποιηθούν μεν – μέσω νέου δανεισμού του ελληνικού λαού – αλλά έχουν τεράστιες επισφάλειες και άρα μάλλον θα συνεχίσουν την σφιχτή πολιτική δανεισμού.

Το μόνο που απομένει είναι η δυναμική ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων. Έχουν ξεχυθεί οι μνημονιολάτρες να μας πείσουν ότι η Ελλάδα θα ανασάνει από τις επενδύσεις ελλήνων και ξένων επιχειρηματιών. Γιατί όμως; Η λιτότητα έχει μεν συντρίψει με βάρβαρο τρόπο το εργατικό κόστος, αλλά δεν έχει καταφέρει να αντισταθμίσει ούτε καν την απώλεια ανταγωνιστικότητας της προηγούμενης δεκαετίας. Οι περιβόητες ‘μεταρρυθμίσεις΄, από την άλλη, έχουν άκρως συζητήσιμη αποτελεσματικότητα και στην καλύτερη περίπτωση θέλουν χρόνια για να φέρουν αποτελέσματα. Στην πράξη δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι οι εγχώριες ιδιωτικές επενδύσεις θα ανακαμψουν σημαντικά το 2013. Όσο για τις ξένες, αυτές καθορίζονται από αστάθμητους παράγοντες, ενώ δεν υπάρχει χώρα παγκοσμίως που να έχει με επιτυχία θεμελιώσει την ανάπτυξή της σε ξένες επενδύσεις. Αν η κυβέρνηση ελπίζει ότι οι αιματηρές περικοπές που μόλις επέβαλε θα αντισταθμιστούν από την άνοδο των επενδύσεων, τότε παίζει με τις τύχες του ελληνικού λαού.

Το 2013 θα είναι μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά για την Ελλάδα, ακριβώς λόγω των νέων μέτρων. Η ανεργία μάλλον θα φτάσει και ίσως ξεπεράσει το 30%, ενώ η φτώχεια θα χειροτερέψει και για τους συνταξιούχους και για τους χαμηλόμισθους. Η ύφεση θα είναι βαθύτατη και θα θέτει συνεχώς εν αμφιβόλω ακόμη και το περιλάλητο πρωτογενές πλεόνασμα, καθώς η συλλογή των φόρων παραμένει προβληματική, όπως τονίζει και η ίδια η τρόικα.

Πρόκειται για κοινωνικό όλεθρο που έχει επιβάλει η παράταξη του ευρώ στο όνομα μιας φαντασιακής καταστροφής που θα συνέβαινε αν η χώρα ερχόταν σε ρήξη με τους δανειστές της και την ΕΕ. Παρά την τεχνητή αισιοδοξία, η πολιτική αυτή ούτε την κρίση έχει λύσει, ούτε εγγυάται την παραμονή της χώρας στο ευρώ. Απομένει να δούμε πως θα αντιδράσει η κοινωνία.

*Δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» την Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013.

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=10655:lapavitsas&catid=58:oikonomiki-politiki&Itemid=182