Κωστής Παπαγιώργης: Υπεραστικά …


Αποτέλεσμα εικόνας για Κωστή Παπαγιώργη

…] Κάθε φορά που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να προβάλει τον εαυτό του σαν παράδειγμα, η μόνη λύση είναι η παραπειστική ρητορική. Άραγε, γιατί ο «ήρωας», ο «τίμιος», ο «γενναίος» εμφανίζονται εκ παραδόσεως σιωπηλοί; Όταν μιλούν οι πράξεις σου, δεν μένουν λόγια για σένα. Αντίθετα, όταν πρέπει να μιλάς διαρκώς, είναι γιατί οι ίδιες οι πράξεις σου σε κατηγορούν. […]

Είναι μήπως τυχαίο ότι οι μισθωτοί ρήτορες πάσχουν από τη νόσο της μεγαλοστομίας; Η επίκληση αρχών, επειδή ανακαλεί «μεγάλα» πράγματα, εκφράζεται και με «μεγάλα» λόγια.

Οπότε η νευματολογία του ρήτορα είναι επιβεβλημένη: οργή ανθρώπου που τον πνίγει το δίκιο του, χειρονομίες αρεστές στο πλήθος, κροτάλισμα φωνής που δηλώνει πειστικά ότι τα πράγματα έφτασαν στο μη περαιτέρω.

Όταν όλα δαπανώνται για το άμεσο, για το ευρέως αναλώσιμο και το λαϊκό, η κουτοπονηριά του εκτεθέντος και μη ιαθέντος δεν έχει άλλη λύση: κατασκηνώνει σε ένα «μέσα» που διαφημίζεται ως εξ ορισμού αλώβητο. Το «μέσα» μου, η «ψυχούλα» μου, το «μεράκι» μου κ.λπ.

«Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που ξεπουπουλιάζονται τόσο αναίσχυντα να επικαλούνται αξίες και αρχές;» αναρωτιέται ο άπραγος – και ποτέ αθώος – τηλεθεατής.

Η απάντηση είναι αποστομωτική. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να προβάλει τον εαυτό του σαν παράδειγμα, η μόνη λύση είναι η παραπειστική ρητορική. Άραγε, γιατί ο «ήρωας», ο «τίμιος», ο «γενναίος» εμφανίζονται εκ παραδόσεως σιωπηλοί; Όταν μιλούν οι πράξεις σου, δεν μένουν λόγια για σένα. Αντίθετα, όταν πρέπει να μιλάς διαρκώς, είναι γιατί οι ίδιες οι πράξεις σου σε κατηγορούν.

Σε μια κοινωνία που οι γενιές των «σιωπηλών» αποδεκατίστηκαν και οι στρατιές των αυτοσχέδιων ρητόρων πληθύνονται επικίνδυνα, ο πολίτης χρειάζεται εντατικά μαθήματα στο φροντιστήριο της πονηριάς για να αντεπεξέλθει. Κάθε φορά που κάποιος βάζει το χέρι στην καρδιά – η «καρδιά» δεν είναι εκεί. Κάθε φορά που κάποιος παίζει τη φάρσα της ειλικρίνειας – η «ειλικρίνεια» απουσιάζει.

Και, βέβαια, ο περίφημος για την ανωνυμία του τηλεθεατής δεν είναι αθώο θύμα. Εφ’ όσον όλα προσαρμόζονται στη δική του νοημοσύνη και αποσκοπούν μανιωδώς να κολακεύσουν τις δικές του συνήθειες, πώς είναι δυνατόν να μη μοιράζεται κι αυτός την ευθύνη και την ενοχή; Η αλήθεια είναι ότι ούτε την ουρά του δεν μπορεί να βγάλει απέξω – εκτός πια κι αν είναι κομμένη.

ΕΧΕΙ ΠΕΙ:

– «Για πολλά χρόνια δεν πέρασα καλά και ήταν αυτό το πρόβλημα. Δεν μίλαγα, δεν σπούδασα, δεν πήγα φαντάρος, δεν εργαζόμουν, δεν είχα φίλους, δεν είχα γκόμενες, δεν είχα λεφτά, στο Παρίσι που πήγα το ’68 έγινα ψιλοκλεφτάκος για να εξασφαλίζω τα βιβλία μου. Αυτό, βέβαια, με βοήθησε γιατί μ’ έκανε συγγραφέα, αλλά μου μπέρδεψε και άσχημα τη ζωή. Για πολλά χρόνια ένοιωθα ένα φοβερό αίσθημα αποτυχίας επειδή όλα μου πήγαιναν ανάποδα».

– «Στο Παρίσι επιχείρησα να υποδουλωθώ σε διάφορα μεγάλα πνεύματα, άρχισα να διαβάζω τα πάντα, λες και μου είχαν πει ότι σε μερικά χρόνια θα τυφλωνόμουν και έπρεπε να προλάβω. Πήγα εκεί και την ψώνισα και νόμιζα ότι θα κάνω έργο θεωρητικό. Μετά ήρθα στην Ελλάδα κι έγραφα για τον Χάιντεγκερ και τον Καντ, ενώ η φύση μου ήταν άλλη, ενός παιδιού βαρεμένου, το οποίο θα μίλαγε έτσι όπως μίλησε τελικά. Αλλά ώσπου να γίνει η στροφή, τράβηξα πολλά».

– «Επειδή δεν έκανα ‘σπουδές’, έγινα από μόνος μου σχολείο και πανεπιστήμιο, χωρίστηκα σε δάσκαλο και μαθητή με μια μονάχα επιθυμία. Αφού το στόμα μου ήταν χτισμένο παράθυρο, έπρεπε να βρω μια διέξοδο προς τον κόσμο. Μιλούσα γράφοντας, αλλά δεν μπορούσα να γράφω μιλώντας… Άρχισα να γράφω με το μολύβι στο στόμα. Αυτό είναι η γραφή: ένας υπάκουος Ααρών που σου δανείζει το στόμα του για να μιλήσεις».

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014), Υπεραστικά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014

http://tvxs.gr/news/biblio/yperastika-toy-kosti-papagiorgi

http://www.efsyn.gr/diagonismos/dokimio-yperastika-toy-kosti-papagiorgi


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/11/19/%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82-%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC/

Κωστής Παπαγιώργης: Οι πρώην…


από

Κείμενο: Κωστής Παπαγιώργης*

Εφόσον κάθε ωρίμανση βασίζεται στα σφάλματα της νεότητας –δηλαδή όχι μόνο της εφηβείας, αλλά και της αφέλειας εν γένει– η σοβαρότητα, όπως και αν την καταλάβουμε, έχει πάντα ένα αμφίβολο παρελθόν. Σαν τους αυτοδημιούργητους μεγιστάνες που ξεκίνησαν πένητες αλλά ευφάνταστοι, σαν τις ηρωίδες του Ντοστογιέφσκι που τρέφουν την ιταμή τους περηφάνια με την οργή για το ταπεινωμένο τους παρελθόν, υπάρχει κάποια σημαντική καμπή στη ζωή τους.

Πίνακας του Francis Bacon (1561 - 1626)
Πίνακας του Francis Bacon (1561 – 1626)

Προφανώς δεν ισχύουν γενικοί και απαράβατοι κανόνες. Είναι γνωστό ότι στα τέλη της ζωής του ο Πλάτων συνέγραψε τους «Νόμους», ήτοι ένα ρεαλιστικό κείμενο και άφησε σε χρυσή θήκη την «Πολιτεία». Επίσης ο Χούσερλ της ώριμης περιόδου θεωρούσε τη φαινομενολογία «χαμένο όνειρο». Αλλά υπάρχουν και οι περιπτώσεις του Χέγκλε και του Κίρκεγκωρ που βεβαιώνουν το αντίθετο. Ωστόσο, όπως κι αν δούμε το μάκρος μιας ζωής, σαν ενότητα ή σαν ρήξη, δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε μιαν άξια του εαυτού της ωρίμανση, που να μην αναγνωρίζει –στο παρελθόν– μιαν εποχή πλάνης και ειρήσθω εν παρόδω κωμωδίας που αντιμετωπίζει τον εαυτό της στα σοβαρά. Η θεωρία, η δράση, η συγγραφή, κάθε λογής δραστηριότητα τέλος πάντων που αναμετράται με τη ζωή, για να εκδηλωθεί έχει ανάγκη ένα ποσοστό ζωτικής απειρίας. Διαφορετικά δυσκολεύει την αναπνοή και τον βηματισμό της.

Κάθε σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι πρώην. Πρώην μαρξιστής, πρώην φαινομενολόγος, πρώην σωτήρας της ανθρωπότητας, πρώην εθνικιστής.

Αυτή ακριβώς η αφέλεια, η οποία είναι ανορθόλογος παράγοντας άγνοιας, θυμικών ενορμήσεων, ασύνειδων διαθέσεων, θα γίνει κατά την ώριμη ηλικία το βήμα απ’ όπου κανείς κατακεραυνώνει τον εαυτό του. Όταν τα ανθρώπινα έργα αποτυγχάνουν, δηλαδή αυτοκατηγορούνται, έρχεται και η ώρα των πικρών, και γι’ αυτό ρεαλιστικών διαπιστώσεων. Κάθε σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι πρώην. Πρώην μαρξιστής, πρώην φαινομενολόγος, πρώην σωτήρας της ανθρωπότητας, πρώην εθνικιστής κ.λπ. Ολόκληρος θρύλος υπάρχει για την απέχθεια που γεννούσε στον Ρεμπώ η σκέψη των νεανικών του σκαλαθυρμάτων. Για τη συγκατάβαση του Πάουντ έναντι στο ποιητικό του έργο και τη σκοτεινή παραγγελία του Κάφκα που υπαγόρευε το απλούστερο των πραγμάτων: Κάφτε τα!

Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι κάποτε –τα χρόνια της πολλής δουλειάς και του λειψού ρεαλισμού– οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι παθιάζονταν με πίστη και αυτοπεποίθηση. Η πλάνη γεννάει πάντα γόνιμες διαθέσεις και κοπιαστικές προσπάθειες. Και τα μεγάλα πάθη, όσο ευτελή κι αν είναι τα αποτελέσματά τους, είναι πολύτιμα διότι γεννούν μεγάλες μετάνοιες. Με άλλα λόγια, όποιον άνθρωπο κι αν συναντήσουμε με κάποιο ίχνος σοβαρότητας, αναγνωρίζουμε χαρακτηριστικά του πρώην. Ο μεγάλος χαρτοπαίκτης που σπατάλησε χρήμα, καρδιά, φιλίες και χρόνο για το πάθος του, έρχεται η στιγμή που καίει τα χέρια του, που κλείνει τις πόρτες, πετάει τις μάρκες, ξεχνάει τον κύκλο των συμπασχόντων και αποχωρεί. Ενδέχεται να ακούει για τις ολονυχτίες, τα μεγάλα κέρδη, τους άθλους αυτού ή εκείνου. Αλλά κινείται πλέον έξω από το δίχτυ. Άσχετο αν είναι πια κάτι παραπάνω ή κάτι παρακάτω από αυτό που ήταν, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η απόσταση από το παρελθόν. Το νυν όπου κατοικεί τον ενδιαφέρει από το ένδοξο άλλοτε.

Η στρατιά των ανθρώπων που αισθάνονται καλά μόνο αν πλάι τους χάσκει κάποιο κενό, συνήθως ακολουθούν τον ίδιο δρόμο. Για κάποια εποχή πωλούν ακόμα και τα χρυσά δόντια της μάνας τους ικανοποιώντας το πάθος τους. Για κάποια άλλη εποχή, ζουν αναπολώντας και μετανοώντας. Ίσως έτσι αφτιασίδωτοι, καταγγέλλοντας ό,τι υπηρέτησαν (την εξυπνάδα, τις στρατηγικές, τον εγωτισμό και την πλεονεξία), να συνάπτουν καλύτερες σχέσεις με τη ζωή. Όσο για την πολυσυζητημένη μουτσούνα τους, όλοι σχεδόν, τη βρίσκουν όχι στο παρόν (όπου τους περιθάλπει η απραξία και η φρόνιμη ζωή), αλλά στο παρελθόν της σπατάλης και της ανάλωσης.

Μπορεί κανείς να φανταστεί μια λέσχη απροσδιόριστων ορίων που να απαρτίζεται από διάφορους πρώην: θεωρητικοί που τώρα πια γιατρεύονται με τη σιωπή καθότι πια ξέρουν ότι γνώρισμα της ειλικρίνειας είναι η αυτοκαταγγελία. Άνθρωποι του πάθους που τώρα λυπούνται το οξυγόνο που ξόδεψαν κυνηγώντας ίσκιους. Πρώην μεγάλους εραστές και ερωμένες. Πρώην συγγραφείς που τώρα πια έχουν ως ύφος τον σεβασμό της λευκής σελίδας.

Μέσα σε μια παρόμοια λέσχη με ραγισμένες καρδιές και ψαλιδισμένες γλώσσες, ενδέχεται να βρει κανείς τους φίλους του.

Πρόκειται για το τελευταίο κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη.


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2017/04/14/%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CF%8E%CE%B7%CE%BD/

Κωστής Παπαγιώργης: «Όταν πασχίζει κανείς να εκφραστεί, το μέγιστο εμπόδιο είναι η παιδεία του.» …


ΟΤΑΝ ΠΑΣΧΙΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΤΕΙ, το μέγιστο εμπόδιο είναι η παιδεία του. Όσα του μάθανε. Όχι τόσο επειδή η προσωπική έφεση μπορεί να αντιβαίνει στα καθεστώτα διδάγματα, αλλά κυρίως επειδή η συστηματική μόρφωση καταδικάζει τις περισσότερες φορές σε ατροφία και σκολίωση αυτήν ακριβώς την ενδιάθετη τάση.

Η παιδεία που επιδαψιλεύεται αφειδώλευτα δημιουργεί κάτι τερατώδες: άτομα με συγκρότηση, αλλά χωρίς κλίση, μήτρες που πάσχουν απλώς από ανεμογκάστρι. Αλλά χωρίς την κλίση και την αληθινή «σύλληψη», τη φλέβα με άλλα λόγια, καμιά δουλειά δεν γίνεται στην εντέλεια. Χρειάζεται κανείς τύχη, τύχη και ατυχία μαζί, για να μπορεί να ζει το θέμα του και όχι να το αναπτύσσει καθ’ υπαγόρευση, να γράφει από δική του ορμέφυτη ανάγκη και όχι από φιλολογικό κούρδισμα – επειδή, τζάνεμ, το πολύ διάβασμα φέρνει και το πολύ γράψιμο-. πράγματα όλα αυτά που ευτυχώς δε διδάσκονται και ούτε ήταν ποτέ δυνατό να διδαχθούν και να μεταδοθούν.

Η καθεστηκυία εκπαίδευση, που σε αρπάζει από το βυζί της μάνας σου και εξ απαλών ονύχων σε υποτάσσει στη μούλα της δεοντολογίας της, κατορθώνει τελικά το αντίθετο του επιδιωκομένου. Αντί να αβγατίσει αυτό που είσαι, να επεκτείνει το σπιτικό σου, σε ξεσπιτώνει και σε βγάζει στους δρόμους ζήτουλα στις ξένες πόρτες. Όσο κι αν προσπαθεί, ο σπουδασμένος δεν μπορεί να σβήσει την εντύπωση ότι τα ’χει λίγο χαμένα, ότι δουλεύει σε ξένο νοικοκυριό, ότι είναι τέλος πάντων λιγάκι «πουλημένος». Υπάρχει ένα πανεπιστημιακό Εγώ, αληθινό λίνο ψυχασθενειών, που εξαγοράζεται με πολύχρονα βάσανα (γιατί τα βιβλία αντιστέκονται – δε χαρίζονται σε κανέναν) και γκρεμίζεται πάλι με κοπιαστικές προσπάθειες.

Κωστής Παπαγιώργης, Κόκκινη Αλεπού

Κωστής Παπαγιώργης, Κόκκινη Αλεπού

Όσο για την καταστροφή, τη μεταστροφή για να ακριβολογούμε, δεν αφορά τόσο τις γνώσεις μας, που βρέξει χιονίσει διατηρούν το κύρος τους, αλλά τον καταπονημένο δέκτη ο οποίος, παιδί της γονυκλισίας μέσα στη κεχηνώσα παθητικότητά του, κάνει χρόνια για να βγει (αν ποτέ αξιωθεί) την όρθια στάση, τη δική του ξεχασμένη και αδικημένη φωνή και συνακόλουθα την τόλμη να περιγελάσει το κονκλάβιο, να φτύσει επιτέλους και μια φορά στο πλούσιο πιάτο που του προσφέρουν, να αποφανθεί δηλαδή όχι για το ένδοξο και τρισένδοξο αέρα που καβούρδισε επί δεκαετίες μέσα στις βιβλιοθήκες, όχι για τις δάνειες έγνοιες που του μεταμόσχευσαν με το στανιό για να τον μασκαρέψουν σε θλιβερό Doctus cum libro, αλλά απλούστατα – και το απλό είναι περίπλοκο- για το φτωχό του σαρκίο, το μόν αληθινά δικό του πράγμα.

Συνέχεια

Oι σκιαγμένοι και οι άνετοι…


Του Κωστή Παπαγιώργη*

Πολλοί είναι οι τρόποι για να οξύνει κανείς την ανθρωπογνωσία του μέσα στον νεοελληνικό βίο, αλλά η μελέτη της λέξης «κομπλεξικός» κρατάει τα σκήπτρα. Από τη μαθητική ηλικία κιόλας, η χρήση του όρου ισοδυναμεί με επίδειξη ταυτότητας. «Ρε μαλάκα, μιλάμε για κομπλεξάρα, ούτε νερό δεν μπορεί να πιει!»   Η κατηγοριοποίηση είναι προφανής. Από τη μια οι ξεσκολισμένοι, αυτοί που δεν κωλώνουν, δε μασάνε, δεν τους τη βγαίνει κανένας, και από την άλλη οι αδικογεννημένοι, οι σκουντούφληδες και μουντζωμένοι. Ο ασυμπλεγμάτιστος είναι «μορφή, όλα τα σφάζει / όλα τα μαχαιρώνει· σε αγοράζει στο πιτς φιτίλι, γεννήθηκε τετραπέρατος· αντίθετα, ο έρμος ο κομπλεξικός πάει τοίχο τοίχο, αν κερδίσει ποτέ κερδίζει μόνο στο λήγοντα, στην πρόσθεση ξεχνάει το μηδέν, τέλος πάντων μαζεύει τα καρφοπέταλα των άλλων.

Μετά από χρόνια, όταν ξαναβλέπουμε τον ασυμπλεγμάτιστο και τον επιτυχημενάκια, με κατάπληξη διαπιστώνουμε ότι στο πλάι του -αόρατες- κάθονται οι θεές της θλίψης και της μεταμέλειας.

Μετά από χρόνια, όταν ξαναβλέπουμε τον ασυμπλεγμάτιστο και τον επιτυχημενάκια, με κατάπληξη διαπιστώνουμε ότι στο πλάι του -αόρατες- κάθονται οι θεές της θλίψης και της μεταμέλειας.

Διόλου περίεργο ότι η λέξη στα καθ” ημάς απέβη σταθερό νόμισμα τις τελευταίες δεκαετίες, που ο τόπος γνώρισε μια προφανή αλλαγή ταχύτητας. Η κοινωνία άνοιξε, κατά το κοινώς λεγόμενο, νέα κίνητρα και νέες ελευθερίες κυκλοφόρησαν, οπότε ο παραδοσιακός ανοιχτομάτης οπλίστηκε με μοντέρνο ρητορικό οπλισμό. Αν δεν δηλώσω μόνος μου την υπεροχή και τη διαφορά, ποιος θα τη δηλώσει; Το χάλι του άλλου με μεταμορφώνει αυτομάτως σε προνομιούχο – καιρός λοιπόν να ξαναμοιράσουμε τις θέσεις στην κοινωνική κλίμακα.   Είναι γεγονός ότι το σύμπλεγμα προκαλεί κοινωνικό τρόμο. Δείρε με μπορεί να γιάνω -έλεγαν παλιά- αν με βρίσεις θα πεθάνω. Πράγματι, ο συμπλεγματικός εν ακαρεί -με το άκουσμα της λέξης- υποβιβάζεται στην περιφρονητέα συνομοταξία των κατώτερων. Άρα οι κοινωνικές ανάγκες, εκτός από την παθητική φωνή (κομπλεξάρομαι), δικαιολογημένα πλούτισαν το ρήμα και με ενεργητική εκφορά: κομπλεξάρω.   Η ετυμολογία της λέξης πάντως φθέγγεται διαφορετικά. Αγγλιστί το κόμπλεξ δηλώνει «εναγκαλισμό», complector (λατ.) σημαίνει «περιβάλλω, αγκαλιάζω», ενώ λατινιστί επίσης το -plico υποσημαίνει «πλέκω» και «διπλώνω».

Συνέχεια

Η μελωδία των πραγμάτων…


Ολοφώτεινες σκέψεις του Ράινερ Μαρία Ρίλκε για την άφατη καθημερινότητα.

Του Κωστή Παπαγιώργη*

 Όπως για να ιδωθούν δύο άνθρωποι χρειάζεται ένα τρίτο στοιχείο (το φως ή η γλώσσα), για να κοινωνήσουν τα εγώ τους απαιτείται ένας «άλλος» παράγοντας: ο πόνος, η ομορφιά, το τοπίο, το Είναι, ο Θεός, το άπειρο.

Μπορεί να μην πετάμε τη σκούφια μας -αν έχουμε- για την τέχνη, για τις μεγάλες δημιουργίες ή για τις μυήσεις στην ανωτερότητα, αλλά οι ιδιάζουσες φωνές, θέλουμε δεν θέλουμε, αποκλείεται να μας αφήσουν αδιάφορους. Τρόπος του λέγειν βέβαια, διότι η τύχη ενός εκάστου μέσα στο ανθρωπομάνι δεν κατέχει δική της σφραγίδα, δεν είναι καταγεγραμμένη σε κάποιο αόρατο και δυσεύρετο κιτάπι – απεναντίας γράφεται και ξεγράφεται αενάως καθώς «χτυπάμε στα τυφλά γύρω μας», παρά το γεγονός ότι έχουμε την αυταπάτη πως ελέγχουμε την κατάσταση, πως ξέρουμε απέξω κι ανακατωτά τον εαυτό μας και τον απαγγέλλουμε σαν τετράστιχο. Κατά συνέπεια, έχουν κάποιο δίκιο όσοι διατείνονται ότι το εγώ, ο περίφημος εαυτός, δεν αποτελεί δεδομένο παρά επώδυνη ευρεσιτεχνία, αυτοανακάλυψη που συχνά γειτονεύει με την παράνοια και το ακατόρθωτο. Άλλο πράγμα είναι «να κεντάς με μετάξι» το σώψυχό σου και άλλο, ριζικά διαφορετικό, να το χαζοκεντάς με κοινό μαλλί.

Συνέχεια