Η Στάση του Σωκράτη στον Επερχόμενο Θάνατο…


Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

«Εμένα δε με ενδιαφέρει ο θάνατος. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μη διαπράξω κάτι άδικο κι ανόσιο.»[1]σελ.67

«Δεν υπάρχει για τον καλό άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθάνει.»[1]σελ.91

Ο Σωκράτης ίσως έγινε πιο γνωστός για αυτά που έκανε, παρά για αυτά που έλεγε. Η θανάτωσή του συχνά θεωρείται σαν ένα μεγάλο έγκλημα των Αθηναίων κατά της ελευθερίας του λόγου και μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της Ιστορίας. Γιατί ακόμα και να εντάξουμε την δίκη και την εκτέλεσή του στο ιστορικό πλαίσιο μιας δημοκρατίας που προσπαθούσε να επανακαθοριστεί, έχοντας μόλις βγει από την άκρως απολυταρχική κυριαρχία των Τριάντα Τυράννων, και που γι’ αυτό ήθελε να εξαφανίσει κάθε ίχνος του τραγικού πρόσφατου παρελθόντος της με την εξόντωση κάθε ύποπτου για αντι-δημοκρατικά πιστεύω πνευματικού ανθρώπου (ο Σωκράτης είχε κακές παρέες), πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε ένα τόσο αχρείαστο θάνατο, ενός φιλοσόφου που θα κατέληγε να θεωρείται ο πατέρας της δυτικής φιλοσοφίας; Η εκτέλεσή του σημάδεψε τους μαθητές του, και πιο σημαντικά, τον Πλάτωνα, στο έργο του οποίου η παρουσία του δασκάλου του κυριαρχεί. Η κύρια πηγή που έχουμε για το τι ειπώθηκε στη δίκη είναι η Απολογία Σωκράτους που έγραψε ο Πλάτωνας. Το έργο γράφτηκε λίγα χρόνια μετά τη δίκη, και φυσικά δεν είναι μια ακριβής λέξη προς λέξη περιγραφή της ομιλίας του Σωκράτη, αλλά επειδή κατά τη συγγραφή του το θέμα ήταν νωπό στη μνήμη των Αθηναίων και πολλοί από τους παρόντες στη δίκη σίγουρα είχαν πρόσβαση στο Πλατωνικό κείμενο, θεωρείται αξιόπιστη πηγή, όσον αφορά τα κεντρικά σημεία υπεράσπισης και το πνεύμα των περιστατικών που εξελίχτηκαν.

Giambettino Cignaroli - The Death of Socrates (18ος αιώνας)
Giambettino Cignaroli – The Death of Socrates (18ος αιώνας)

Μεγάλο ρόλο στην επιρροή που είχαν τα τελευταία γεγονότα της ζωής του φιλοσόφου έπαιξε η στάση του απέναντι στον θάνατο που ήξερε ότι ερχόταν. Ο Σωκράτης είχε πολλές ευκαιρίες να γλιτώσει. Θα μπορούσε να φύγει από την πόλη με το που έμαθε την κατηγορία εναντίον του, αφού σίγουρα ήξερε ότι δεν είχε πολλές ελπίδες ενάντια σε ένα καθεστώς που δεν ενδιαφερόταν τόσο για την αλήθεια όσο για το πώς θα βρει τρόπο να εξωραΐσει τα δικά του εγκλήματα και να καλύψει την εκδικητικότητά του με την πρόφαση της κατηγορίας του αθεϊσμού. Η φυγή ήταν συνηθισμένη ενέργεια όταν η αθώωση ήταν αμφίβολη˙ αυτήν επέλεξε και ο Αριστοτέλης αργότερα, όταν κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδων τον Ιεροφάντη για ασέβεια προς τους θεούς αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και έφυγε για την Χαλκίδα.

Ο Σωκράτης λοιπόν εμφανίστηκε στη δίκη του για να αντιμετωπίσει το κατηγορητήριο αλλά και αυτό που παρουσιάζει ο ίδιος σαν την πραγματική αιτία της θανάτωσής του, την κακοφημία και τις συκοφαντίες που λέγονταν εις βάρος του, που προέρχονταν από μίσος επειδή έδειχνε, για αυτούς που παρίσταναν τους σοφούς, ότι δεν ήξεραν τίποτα. Στην απολογία του (όπως μας την αφηγούνται ο Πλάτωνας αλλά και ο Ξενοφώντας), έδειξε προκλητική και ειρωνική στάση απέναντι στους κατήγορούς του και στους δικαστές, αλλά και περηφάνια και θάρρος.

Δικαιολόγησε τον βίο του λέγοντας πως ο θεός τον πρόσταζε να έχει τη στάση ζωής που είχε, και πάντα έκανε ό,τι αυτός όριζε, κατά τη δική του πάντα αντίληψη, όπως του φανερώνονταν «με χρησμούς και με όνειρα και με κάθε τρόπο, με τον οποίο κάθε θεϊκή ύπαρξη ορίζει οτιδήποτε στους ανθρώπους να πράττουν»[1]σελ.69, είτε όταν ζούσε φιλοσοφώντας και εξετάζοντας τον εαυτό του και τους άλλους είτε κατά τη δίκη του. «Υπάρχει μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο… Πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω, και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα.»[1]σελ.65. «Εκείνοι ονομάζουν αυτούς που προλέγουν το μέλλον με σημεία ‘πουλιά’, ‘μύθους’, οιωνούς’ και ‘μάντεις’, ενώ εγώ το ονομάζω ‘δαιμόνιο’»[3]σελ.135. Το δαιμόνιό του πάντα τον εμπόδιζε αν ήταν να κάνει κάτι που δεν ήταν σωστό, αλλά δεν τον σταμάτησε ούτε όταν ξεκίνησε από το σπίτι του για να πάει στη δίκη, ούτε κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ενώ πολλές φορές ενώ μιλούσε τον ανάγκαζε να σωπαίνει. Γι’ αυτό και δεν ετοίμασε λόγο από πριν για να τον εκφωνήσει μπροστά στους δικαστές. «Δυο φορές κιόλας, που προσπάθησα να σκεφτώ την απολογία μου, το δαιμόνιο με απέτρεψε»[3]σελ.131. Γιατί να προετοιμαστεί εξάλλου αφού, όπως λέει, μιλάει στους δικαστές όπως μιλάει στην αγορά, με λόγια απλά και λέγοντας ειλικρινά αυτά που σκέφτεται; «Δε σου φαίνομαι ότι έχω περάσει τη ζωή μου μελετώντας την απολογία μου;…Επειδή έχω ζήσει χωρίς να κάνω ποτέ κάτι άδικο»[3]σελ.129. «Σωστά λοιπόν, οι θεοί με απέτρεψαν τότε να σκεφτώ τον λόγο μου»[3]σελ.133.

Σύμφωνα με αυτόν, ό,τι του συμβαίνει, είναι για το καλό του (και θέλημα θεού), κι ας θεωρείται από άλλους κακό. Και όπως θα ήταν λάθος να εγκαταλείψει τη θέση του στον πόλεμο (είχε πολεμήσει στην Ποτίδαια, στην Αμφίπολη και στο Δήλιο) αφού του το είχε ορίσει ο θεός αλλά και οι εκλεγμένοι από τους Αθηναίους άρχοντες, έτσι και τώρα θα έκανε πολύ άσχημα να ξεφύγει από τη δίκη του. Η συνεχείς αναφορές του στον θεό, φυσικά δεν είναι τυχαία, αφού ήθελε να διαψεύσει το κατηγορητήριο, που μιλούσε για αθεΐα.

Ο Σωκράτης σε τοιχογραφία (Μουσείο Εφέσου, Τουρκία, 1ος-5ος αιώνας)
Ο Σωκράτης σε τοιχογραφία (Μουσείο Εφέσου, Τουρκία, 1ος-5ος αιώνας)

Όσο για τον φόβο του θανάτου (όπως είδαμε κι αλλού), αυτός δεν αρμόζει στην φιλοσοφική ζωή, αφού υποδηλώνει ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο κακό, κάτι που ένας φιλόσοφος δεν μπορεί να νομίζει ότι γνωρίζει. Το να φοβάσαι τον θάνατο λοιπόν είναι σαν να παριστάνεις ότι ξέρεις κάτι που δεν ξέρεις («Και δεν είναι αμάθεια αυτό επονείδιστη, το να νομίζει κανείς ότι γνωρίζει εκείνα που δεν γνωρίζει;»[1]σελ.57). Γιατί ένα από τα δύο είναι ο θάνατος: Είτε δεν είναι τίποτα και απλά όποιος πεθαίνει δεν έχει καμία συναίσθηση του γεγονότος, είτε συμβαίνει κάποια «μεταβολή και μετοίκηση της ψυχής από τον εδώ τόπο σε έναν άλλο». Είτε δηλαδή είναι σαν ύπνος χωρίς όνειρα, και η αιωνιότητα έτσι φαντάζει σαν μία μόνο νύχτα, είτε η αναχώρηση σε άλλο τόπο θα τον πάει εκεί που είναι όλοι οι νεκροί και όπου θα έβρισκε την παρέα του Ομήρου, του Ορφέα και του Ησίοδου. «Εγώ πάντως, πολλές φορές θα ήθελα να πεθάνω αν όλα αυτά αληθεύουν»[1]σελ.89. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Σωκράτης αδιαφορούσε για τη ζωή ή ότι δεν την χαιρόταν, αντιθέτως έλεγε πως έζησε την καλύτερη δυνατή ζωή και μάλιστα χάρη στους νόμους και τους πολίτες της Αθήνας (και την αυτοκτονία τη θεωρούσε ανεπίτρεπτη). Καλωσόριζε όμως τον θάνατο επειδή ήταν η κλιμάκωση της ζωής του, μένοντας συνεπής στην φιλοσοφία του και σε αυτά που έκρινε ότι ο θεός απαιτούσε από αυτόν. «Για μένα είναι φυσικό ένας άνθρωπος που αφιέρωσε πραγματικά τη ζωή του στη φιλοσοφία να μη λιποψυχεί την ώρα που πρόκειται να πεθάνει και να ευελπιστεί πως, όταν πεθάνει, θα έχει εκεί τα μεγαλύτερα αγαθά»[4]σελ.81.

Αυτό που θέλει είναι, όσο μπορεί, να ωφελήσει τους συμπολίτες του χωρίς να υπολογίζει τον κίνδυνο αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι αν η συμπεριφορά του είναι του καλού ή του κακού ανθρώπου˙ όχι η γνώμη του κόσμου. «Δεν υποχωρώ σε τίποτα που να είναι αντίθετο στο δίκαιο από το φόβο του θανάτου»[1]σελ.65.

«Αν με θανατώσετε, και είμαι πράγματι αυτός που λέω εγώ, δεν θα με βλάψετε τόσο όσο θα βλάψετε τους εαυτούς σας. Γιατί εμένα σε τίποτα δεν θα μπορούσαν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος [κατήγοροί του]. Δεν θα είχαν τη δυνατότητα, γιατί πιστεύω ότι δεν γίνεται ο χειρότερος άνθρωπος να βλάψει έναν καλύτερο. Θα μπορούσε βέβαια να με σκοτώσει ίσως ή να με εξορίσει ή και να μου στερήσει τα πολιτικά μου δικαιώματα. Αυτά τα πράγματα ίσως αυτός ή και κάποιος άλλος να τα θεωρεί μεγάλα κακά. Όχι όμως εγώ. Θεωρώ πολύ χειρότερο να κάνει κανείς ό,τι κάνει αυτός τώρα, προσπαθώντας να σκοτώσει άδικα έναν άνθρωπο. Τώρα λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, δεν απολογούμαι καθόλου για χάρη του εαυτού μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για χάρη σας, για να μην αμαρτήσετε, καταδικάζοντάς με, προς τον θεό, περιφρονώντας αυτό που σας έδωσε»[1]σελ.63.

Πηγή
Πηγή

Λίγο πριν κλείσει την υπεράσπισή του, και αφού έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον των κατηγοριών, εκφράζει την περιφρόνησή του για τα παρακάλια που συνηθίζεται να κάνουν οι κατηγορούμενοι σε αυτό το σημείο. Κάποιος άλλος, λέει, και ίσως και οι ίδιοι αυτοί στους οποίους απευθύνεται, μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του, για να γλιτώσει τις κατηγορίες, ότι «θα παρακαλούσε και θα ικέτευε τους δικαστές με πολλά δάκρυα, φέρνοντας στο βήμα και τα παιδιά του, για να τον λυπηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, και άλλους πολλούς συγγενείς και φίλους ενώ εγώ δεν θα κάνω τίποτα από όλα αυτά, παρόλο που διατρέχω, όπως φαίνεται, τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ίσως λοιπόν κανείς, αν αναλογιστεί αυτά τα πράγματα, να γίνει πιο σκληρός απέναντί μου και να οργιστεί γι’ αυτά και να δώσει με οργή την ψήφο του»[1]σελ.71. Ξέρει πολύ καλά λοιπόν ότι τα λεγόμενά του μπορεί να εξοργίσουν το ακροατήριό του και να είναι εις βάρος του. Αναφέρει ότι έχει τρεις γιους, «αλλά όμως κανέναν απ’ αυτούς δεν ανέβασα στο βήμα για να σας παρακαλέσω να με αθωώσετε. Γιατί λοιπόν δεν κάνω τίποτα απ’ αυτά; Όχι από υπεροψία, άνδρες Αθηναίοι, ούτε για να σας ντροπιάσω. Αν αντιμετωπίζω τον θάνατο θαρραλέα είναι άλλη υπόθεση. Για τη φήμη όμως, και τη δική μου και την δική σας και ολόκληρης της πόλης, δεν νομίζω ότι είναι πρέπον να κάνω τέτοια πράγματα. Δεν είναι πρέπον στην ηλικία μου αλλά και στο όνομα που έχω αποκτήσει, αληθινό ή ψεύτικο. Γιατί, υπάρχει η γνώμη ότι ο Σωκράτης σε κάτι διαφέρει από το πλήθος των ανθρώπων…Πολλές φορές έχω δει ανθρώπους, που όταν δικάζονται, ενώ πριν φαίνονταν σπουδαίοι, κάνουν πράγματα ανάρμοστα, σα να θεωρούν ότι θα πάθουν κάτι φοβερό αν πεθάνουν, ως εάν επρόκειτο να είναι αθάνατοι αν δεν τους σκοτώνατε εσείς. Τέτοιοι άνθρωποι μου φαίνεται πως ντροπιάζουν την πόλη»[1]σελ.73.

«Εκτός από το θέμα της φήμης, άνδρες, δεν μου φαίνεται ότι είναι δίκαιο να παρακαλεί κανείς τον δικαστή, ούτε παρακαλώντας τον να αθωώνεται, αλλά εξηγώντας του και πείθοντάς τον»[1]σελ.75. Γιατί ο δικαστής δεν βρίσκεται στη θέση που κατέχει για να απονείμει δικαιοσύνη κάνοντας χάρες, αλλά για να κρίνει και να εφαρμόζει τους νόμους. «Αν σας έπειθα παρακαλώντας σας, θα σας έκανα να παραβείτε τον όρκο σας, και θα ήταν σα να σας δίδασκα να μην πιστεύετε ότι υπάρχουν θεοί»[1]σελ.75. Ούτε στην ηλικία του αρμόζουν τα παρακάλια. Αν καταδικαστεί τώρα, το τέλος του θα είναι πιο εύκολο και ανώδυνο για αυτόν και τους φίλους του. Γιατί αν δεν πεθάνει τώρα, 70 χρόνων, τα γηρατειά θα τον κάνουν να ξεχνάει ό,τι έχει μάθει και να μαθαίνει δυσκολότερα, και θα τον βρουν οι αρρώστιες. Και αφού μέχρι τώρα έχει ζήσει ενάρετα και όπως αυτός ήθελε, και δεν θα αφήσει τίποτα δυσάρεστο ή άσχημο πίσω του, οι φίλοι του δεν θα έχουν κάτι για να λυπηθούν για το χαμό του. Προτιμάει το θάνατο από το να συνεχίσει να ζει ανελεύθερος, ή να ζητιανέψει για να κερδίσει χειρότερη ζωή από τον θάνατο[3]σελ.133.

Έχοντας λοιπόν ολοκληρώσει την απολογία του, έχει δείξει ανωτερότητα σε ένα δικαστήριο που έχει συνηθίσει να δέχεται παρακάλια (κάτι που ίσως φάνηκε υπεροπτικό και άρα προσβλητικό), έχει αντιμετωπίσει τον κατήγορό του Μέλητο με περιφρόνηση και ειρωνεία στην σύντομη ανάκρισή του (σε μια επιχειρηματολογία που μπορεί οι δικαστές να εξέλαβαν ως ρητορική επιδεξιότητα ενός ενόχου που θέλει να αποπροσανατολίσει το ακροατήριό του) και έχει κατηγορήσει τη δημοκρατικότητα του τότε πολιτεύματος και άρα, έμμεσα, και την αξίωση των δικαστών του να αποφασίσουν σωστά για τη μοίρα του (και είδαμε ότι στο φόντο της δίκης υπήρχε η υποψία σύμπλευσης του Σωκράτη με τους Τυράννους και με τον προδότη Αλκιβιάδη).

Ana Maria Edulescu - Socrates 3
Ana Maria Edulescu – Socrates 3

Η ψηφοφορία των 500 δικαστών έρχεται εις βάρος του με μόνο 30 ψήφους διαφορά, οπότε αποφασίζεται η ενοχή του Σωκράτη. Τώρα, απευθύνεται άλλη μια φορά στους ίδιους δικαστές για να προτείνει την ποινή που πιστεύει ότι του αξίζει, προσπαθώντας να τους πείσει να του την αποδώσουν (ο νόμος δεν όριζε ποινή για το αδίκημά του). Όμως αυτό δεν μπορεί να το κάνει, γιατί η πρόταση οποιασδήποτε ποινής θα ισοδυναμούσε με παραδοχή της ενοχής του.

Και τι εναλλακτική ποινή θα μπορούσε να προτείνει άλλωστε; Φυλάκιση; Αυτό θα σήμαινε να ζει σαν δούλος εκείνων που θα ορίζονταν φύλακές του. Χρηματική ποινή; Λεφτά ο ίδιος δεν είχε, άρα μέχρι να βρει θα έπρεπε να μείνει φυλακισμένος, που σημαίνει ότι θα έμενε στη φυλακή σαν δούλος μέχρι να πεθάνει. Εξορία; Όπου και να πήγαινε θα συναντούσε την ίδια αντιμετώπιση, και μάλιστα σε λιγότερο ευνομούμενη πόλη της Ελλάδας. Δεν θα μπορούσε να φύγει από την Αθήνα και «να ζήσει κάπου ήσυχα σωπαίνοντας», γιατί αυτό θα σήμαινε ότι παρακούει τον θεό «και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατο να ζω ήσυχος.»[1]σελ.81. Ακόμα και αθώο να τον κρίνανε, και να τον αφήνανε ελεύθερο χωρίς ποινή, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα ξαναενοχλήσει κανέναν με τις ερωτήσεις του, πάλι δε θα σταματούσε να γυρίζει τους δρόμους και να εξετάζει τον εαυτό του και τους Αθηναίους. «Εγώ δεν πρόκειται να αλλάξω σ’ ό,τι κάνω, ακόμα κι αν πρόκειται να πεθάνω πολλές φορές»[1]σελ.61.

Και για να δείξει ότι δεν αλλάζει γνώμη για τη στάση ζωής του ούτε έχει την διάθεση να αναγνωρίσει την ενοχή του μετά την απόφαση των δικαστών, προτείνει σαν αντίτιμο των ενεργειών του, αντί για κάποια ποινή, την δωρεάν ισόβια σίτισή του στο Πρυτανείο. Αυτό όχι μόνο δεν μπορεί να ιδωθεί σαν τιμωρία, αλλά ήταν μια μεγάλη τιμή που οι Αθηναίοι επιφύλασσαν στους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων και στους ευεργέτες της πόλης. Οι δικαστές σίγουρα αυτό το πήραν σαν μεγάλη προσβολή και πρόκληση, αλλά και ένδειξη υπεροψίας και εγωισμού, αφού ο Σωκράτης τους έδειχνε ότι δεν αναγνώριζε την ενοχή του ακόμα κι όταν είχε ήδη αποφασιστεί από το αρμόδιο δημοκρατικό δικαστικό όργανο.

Για να μην φανεί όμως ότι δεν τον ενδιαφέρει η ζωή ή ότι επιθυμεί τον θάνατο, λέει πως αν είχε χρήματα θα πρότεινε ένα χρηματικό ποσό που θα μπορούσε να πληρώσει, και έτσι προτείνει το πολύ μικρό ποσό της μίας ασημένιας «μνας», που μπορούσε να διαθέσει. Ξέροντας ότι το ποσό θα φανεί ανεπαρκές (και άρα πρόκληση όπως το αίτημά του για δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο), και ότι οι φίλοι του θα εγγυηθούν για αυτόν, προτείνει στο τέλος 30 μνες.

Σωκράτης, αντίγραφο από έργο μάλλον του Λύσιππου (1ος αιώνας) - Λούβρο
Σωκράτης, αντίγραφο από έργο μάλλον του Λύσιππου (1ος αιώνας) – Λούβρο

Μάλλον ήταν πολύ αργά για μια ειλικρινή πρόταση εναλλακτικής ποινής ων μετά από όλα όσα είπε κατά την απολογία του και την ειρωνική του στάση, που φαίνεται ότι δεν άρεσε στους δικαστές. Ο Ξενοφώντας μας δίνει τη γνώμη του για την καταδίκη: «Εκθειάζοντας τον εαυτό του στο δικαστήριο, προκάλεσε φθόνο κι έκανε επομένως τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο»[3]σελ.145. Το αίτημά του για αποπληρωμή της ενοχής του δεν έγινε δεκτό (πόσο μάλλον το αίτημα για δωρεάν σίτιση), και η νέα ετυμηγορία ζητούσε τον θάνατο του φιλοσόφου, και μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη διαφορά στις ψήφους αυτήν την φορά. Έχει τώρα μια τελευταία δυνατότητα να μιλήσει στους παρευρισκόμενους, πριν μεταφερθεί στο κελί του. Βρίσκει την ευκαιρία να επιπλήξει τους δικαστές και να τους αποδώσει ενοχές για την άδικη καταδίκη, να εξηγήσει τη στάση του στη δίκη και στη διάρκεια της ζωής του, αλλά και να μιλήσει ξανά για την σωστή αντιμετώπιση ενός επικείμενου θανάτου.

Αν περίμεναν, λέει στους δικαστές, λίγο ακόμα και δεν τον θανατώνανε, λίγο καιρό μετά αυτό θα είχε γίνει από μόνο του (ήτανε πια 70 χρονών). Κάνανε κακό στους εαυτούς τους γιατί τώρα οι εχθροί τους, για να τους κακολογήσουν και μόνο, θα πουν ότι «ο Σωκράτης είναι σοφός» και ότι τον αδικήσανε, σκοτώνοντας έναν μεγάλο Αθηναίο. Και να μην νομίζουν, λέει, ότι ο λόγος της καταδίκης του ήταν η αποτυχία του να τους πείσει, λέγοντάς τους ό,τι θα ήθελαν να ακούσουν και κάνοντας τα πάντα για να γλιτώσει το θάνατο. «Καταδικάστηκα…επειδή δεν μπόρεσα να φανώ θρασύς και αναιδής, και επειδή δεν θέλησα να σας πω πράγματα που θα ακούγατε πολύ ευχαρίστως, να κλαίω και να οδύρομαι, να πράττω και να λέω πολλά άλλα, κατά τη γνώμη μου ανάξιά μου, σαν αυτά που έχετε συνηθίσει να ακούτε από άλλους»[1]σελ.83.

«Ούτε σε δίκη ούτε σε πόλεμο ούτε σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση πρέπει εγώ ή άλλος κανένας να μηχανεύεται πώς, με κάθε μέσο, θα αποφύγει το θάνατο…γιατί μπορεί κανείς να αποφύγει το θάνατο εγκαταλείποντας τα όπλα του και ικετεύοντας τους εχθρούς» Υπάρχουν πολλοί τρόποι να γλιτώσει κανείς το θάνατο, αν έχει το θράσος να πει και να πράξει οτιδήποτε. Είναι πολύ δυσκολότερο να αποφύγει την κακή ζωή. «Γιατί το κακό τρέχει γρηγορότερα από τον θάνατο. Εμένα τώρα, αργό και γέροντα, με έχει προφτάσει το πιο αργό από τα δύο˙ τους κατήγορούς μου όμως, που είναι φοβεροί και γρήγοροι, το χειρότερο, η κακία…Εγώ θα υπομείνω την ποινή μου, το ίδιο κι εκείνοι»[1]σελ.85. Αναφερόμενος στον Άνυτο λέει «να ένας άνδρας πολύ περήφανος, λες κι έχει κάνει κάποιο μεγάλο και λαμπρό κατόρθωμα…δεν ξέρει ότι όποιος από τους δυο μας έχει κάνει, κάτω από το βλέμμα της αιωνιότητας, τα πιο ωφέλιμα και τα πιο όμορφα πράγματα, αυτός είναι και ο νικητής»[3]σελ.145. Τον χαρακτήρισε ασθενική ψυχή με δουλοπρεπή ενασχόληση, και προφήτευσε την κακή τύχη του γιου του, αφού αυτός θα έχει μόνο κακές συμβουλές να του δώσει. «Δεν κρατάω καμιά κακία…αλλά επειδή πίστευαν [οι κατήγοροι] ότι έτσι θα με έβλαπταν, γι’ αυτό τον λόγο είναι αξιοκατάκριτοι»[1]σελ.91.

Όταν κατάλαβε ότι οι φίλοι του ήταν δακρυσμένοι, τους ρώτησε: «αλήθεια δακρύζετε τώρα; Δεν ξέρατε από παλιά πως αφότου γεννήθηκα ήμουν από τη φύση καταδικασμένος σε θάνατο; Αν, βέβαια, πέθαινα πριν την ώρα μου, τη στιγμή που τα αγαθά έρρεαν προς το μέρος μου, τότε είναι φανερό πως εγώ και οι φίλοι μου θα έπρεπε να λυπόμαστε. Αν όμως τελειώνω τη ζωή μου, τη στιγμή που δεν προσδοκώ πια παρά δυσκολίες, τότε νομίζω πως όλοι μας πρέπει να χαιρόμαστε για την καλή μου τύχη»[3]σελ.143. Ο Απολλόδωρος του είπε «Αυτό που με στενοχωρεί τρομερά, Σωκράτη, είναι που σε βλέπω να πεθαίνεις άδικα» -«Αγαπημένε μου Απολλόδωρε, θα προτιμούσες λοιπόν να με δεις να πεθαίνω δίκαια;»[3]σελ.143

Η Γνώση δίνει το σύμβολο της νίκης στον Σωκράτη (λεπτομέρεια από μωσαϊκό του Bernardino di Betto στον καθεδρικό της Σιένα, 1504)
Η Γνώση δίνει το σύμβολο της νίκης στον Σωκράτη (λεπτομέρεια από μωσαϊκό του Bernardino di Betto στον καθεδρικό της Σιένα, 1504)

Απέχοντας από το να παραδεχτεί δικό του φταίξιμο ακόμα και τώρα που το τέλος ήταν σίγουρο, είπε στους παρόντες Αθηναίους: «τους γιους μου, όταν γίνουν έφηβοι, να τους τιμωρήσετε» ενοχλώντας τους όπως και ο ίδιος αυτούς, και αν οι γιοι του νομίζουν ότι είναι κάτι ενώ δεν είναι, να τους επικρίνουν. Δεν έδειξε κανένα ίχνος μετάνοιας, και επιδοκίμασε το φιλοσοφικό του έργο, λέγοντας πως ό,τι έκανε αυτός, αυτό ευχόταν να κάνουν άλλοι και στα παιδιά του, για να γίνουν καλύτεροι.

Τα τελευταία λόγια του στη δίκη, ίσως με μία διάθεση υστεροφημίας, ήταν: «Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό»[1]σελ.93.

Σχεδόν ένα μήνα μετά, όταν ο Κρίτων πηγαίνει να επισκεφτεί τον φίλο του μια μέρα πριν εκτελεστεί, τον βρίσκει να κοιμάται ήρεμα και εκπλήσσεται «με πόση ευκολία και πραότητα» υπομένει την καταδίκη που του αποδώσανε άδικα οι Αθηναίοι. «Και άλλοι Σωκράτη, σε μεγάλη ηλικία πέφτουν σε τέτοιες συμφορές, αλλά η ηλικία δεν τους κάνει να μην αγανακτούν με την κακή τους τύχη.» «Έχεις δίκιο», του απαντάει, αλλά «θα ήταν ανόητο να αγανακτώ στην ηλικία μου, επειδή πρέπει πια να πεθάνω»σελ.111. Πιστεύει ότι δεν έχει πραγματικό λόγο να ανησυχεί. Είδε ένα όνειρο με «κάποια γυναίκα με ωραίο σώμα και όμορφο πρόσωπο, ντυμένη στα άσπρα, που ήλθε κοντά μου, με φώναξε και μου είπε: Σωκράτη, σε τρεις μέρες θα φτάσεις στην εύφορη Φθία»σελ.113. Πρόκειται για Ομηρική αναφορά, όπου ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα (Ι:363) μιλάει για επιστροφή σε τρεις μέρες «στη Φθία την πλούσια», η οποία θεωρείται μια ονειρική γη, μια ιδεατή, εύφορη χώρα, καλλιγύναικος και ευτυχισμένη.

Όταν ο Κρίτων του λέει πως θα ήταν εύκολο να δραπετεύσει με τη βοήθεια των φίλων του, δεν τους ακολούθησε «ρωτώντας τους σε ποιο μέρος εκτός της Αττικής, δεν θα τον έβρισκε ο θάνατος»[3]σελ.141. Εξάλλου, αν πήγαινε στη Θεσσαλία όπου ο Κρίτων είχε φίλους, «εκεί είναι γνωστό ότι επικρατεί πολύ μεγάλη αταξία και ακολασία»[2]σελ.145 και οι ντόπιοι ίσως να διασκέδαζαν και να τον περιγελούσαν ακούγοντας με ποιο γελοίο τρόπο απέδρασε μεταμφιεσμένος, φορώντας δέρμα ζώου όπως συνηθίζουν να μεταμφιέζονται όσοι δραπετεύουν. Η ντροπή του θα μεγάλωνε από το γεγονός ότι ήταν μεγάλος σε ηλικία, και τόλμησε να εξευτελιστεί με τέτοιο τρόπο ενώ του είχαν μείνει λίγα χρόνια ζωής έτσι κι αλλιώς. Για να αποφύγει τέτοια σχόλια λοιπόν, θα κατέφευγε σε κολακείες, με το να γίνεται ευχάριστος σε όλους, καταντώντας να ζει δουλικά. Κανένας πουθενά δεν θα του έδειχνε εμπιστοσύνη, αφού θα τον θεωρούσαν εχθρό που περιφρόνησε την πρώτη του πατρίδα, άρα ίσως περιφρονήσει και τη δεύτερη.

Και όταν ο Φαίδων τον είδε την τελευταία μέρα της ζωής του, αναφέρει: «Δε με κατέλαβε οίκτος. Μου έδινε, βλέπεις, την εντύπωση ανθρώπου ευτυχισμένου»[4]σελ.65. Αφού ήπιε το κώνειο και το σώμα του άρχισε να παγώνει, είπε τα τελευταία του λόγια: «Χρωστάμε, Κρίτωνα, έναν κόκορα στον Ασκληπιό. Να του τον δώσετε, μην το αμελήσετε»[4]σελ.267. Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός της Ιατρικής, και ο Σωκράτης εδώ μάλλον εννοεί πως χρωστάει ευγνωμοσύνη στον θεό για την θεραπεία από την ασθένεια του σώματος, τώρα που απαλλάσσεται η ψυχή του από αυτό.

Ο Ξενοφώντας κλείνει την αφήγησή του με το εξής: «Και εύκολο θάνατο πέτυχε και το πιο δύσκολο κομμάτι της ζωής απέφυγε. Μπροστά στον θάνατο δεν αποχαυνώθηκε, αλλά καλοδιάθετος τον δέχτηκε και τον αντιμετώπισε»[3]σελ.145.

Πηγές:

[1] Απολογία Σωκράτους (εκδ. Κάκτος, 1992)

[2] Πλάτων – Κρίτων (ή περί του πρακτέου) (Κάκτος, 1994)

[3] Ξενοφών – Απολογία Σωκράτους (εκδ. Κάκτος, 1993)

[4] Φαίδων (ή περί ψυχής) (εκδ. Κάκτος, 1993)


Από:http://eranistis.net/wordpress/2015/01/22/socrates-against-death/

Advertisements

Το γράμμα εκβιασμού του FBI προς τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ…


Γράφει και μεταφράζει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

Το Νοέμβριο του 1964, ο Γουίλιαμ Σάλιβαν του FBI (βοηθός του Χούβερ) έστειλε ένα γράμμα στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, εν μέσω του αγώνα του για τα δικαιώματα των μαύρων στην Αμερική. Το γράμμα στάλθηκε δήθεν από κάποιον ανώνυμο «Νέγρο», και συνοδευόταν από μία κασέτα ήχου. Ο αιδεσιμότατος Κινγκ είχε ηχογραφηθεί κατά τη διάρκεια σεξουαλικής συνεύρεσης και το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για τη γυναίκα του (σύμφωνα τουλάχιστον με αυτά που διαβάζουμε στο ίδιο το γράμμα –η ηχογράφηση δεν έγινε διαθέσιμη ποτέ) θα δημιουργούσε τελεσίδικα προβλήματα για την συμμετοχή του στον αγώνα, πόσο μάλλον για τον ηγετικό του ρόλο σ’ αυτόν. Το γράμμα λοιπόν είναι απειλητικό (εκβιαστικό για την ακρίβεια) και στην τελευταία παράγραφο, εμμέσως πλην σαφώς, ο Κινγκ παροτρύνεται να αυτοκτονήσει για να γλιτώσει τον διασυρμό.

[Υπόψη πως το γράμμα έχει κάποια συντακτικά λάθη, μια ανοιγμένη παρένθεση που δεν κλείνει πουθενά και μια γενική προχειρότητα –λάθη ενδεχομένως θελημένα με στόχο να ρίξουν στάχτη στα μάτια παριστάνοντας το κείμενο κάποιου τυχαίου ανήσυχου πολίτη και όχι ενός οργανισμού όπως το FBI. Κάποια από τα λάθη έχουν διατηρηθεί και στη μετάφραση –το πρωτότυπο βρίσκεται παρακάτω. Επίσης, για την κατανόηση της πρώτης παραγράφου, το επώνυμο «Κινγκ» είναι η αγγλική λέξη που σημαίνει «βασιλιάς».]

ΚΙΝΓΚ,

Εν όψει της χαμηλού υπόβαθρου και ανώμαλης συμπεριφοράς σου δεν θα κοσμήσω το όνομά σου ούτε με ένα Κύριε ούτε με ένα Αιδεσιμότατος ούτε με ένα Δόκτωρ. Και, το επώνυμό σου φέρνει στο νου εκείνου του τύπου τους βασιλιάδες όπως ο Βασιλιάς Ερρίκος ο 8ος και τις αμέτρητες πράξεις μοιχείας του και ανήθικης συμπεριφοράς κατώτερες από αυτήν ενός ζώου.

Κινγκ, κοίταξε μέσα στην καρδιά σου. Το ξέρεις πως είσαι μια απόλυτη απάτη και μεγάλη επιβάρυνση σε όλους εμάς τους Νέγρους. Οι λευκοί σ’ αυτή τη χώρα έχουν αρκετούς δικούς τους απατεώνες αλλά είμαι σίγουρος πως δεν έχουν ούτε έναν αυτή τη στιγμή που να είναι αντάξιός σου. Δεν είσαι κληρικός εσύ και το ξέρεις. Επαναλαμβάνω είσαι μια κολοσσιαία απάτη και μάλιστα μία απάτη αχρεία και φαύλη. Δεν θα μπορούσες να πιστεύεις στο Θεό και να κάνεις αυτά που κάνεις. Προφανώς δεν πιστεύεις σε καμία προσωπική ηθική αρχή.

Συνέχεια

Αλμπέρ Καμύ – επιλογή από το έργο του…


Τα παρακάτω αποσπάσματα από το έργο του Αλμπέρ Καμύ είναι μερικά μόνο από αυτά που περιλαμβάνονται στο βιβλίο Επιλογή από το έργο του, όπως μεταφράστηκαν  από την Ελένη Ποταμιάνου για τις εκδόσεις Στιγμή (σειρά: Στοχασμοί, επιμέλεια Ν.Μ. Σκουτερόπουλος). Η αρίθμηση είναι του βιβλίου.

Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

[4] Ο κόσμος καθαυτός δεν είναι λογικός. Ωστόσο, αυτό που συνιστά το παράλογο είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ανορθολογικό και τη σφοδρή επιθυμία για σαφήνεια, που η επίκλησή της ηχεί ως τα μύχια του ανθρώπου. Το παράλογο αφορά εξίσου στον άνθρωπο και στον κόσμο. Αποτελεί, προς το παρόν, το μοναδικό σημείο συνάντησής τους.

[5] Δεν απορρίπτω τη λογική· απορρίπτω την ιδεολογία, που υποκαθιστά τη ζωντανή πραγματικότητα με μια σειρά από λογικά επιχειρήματα. Οι παραδοσιακές φιλοσοφίες προσπάθησαν να εξηγήσουν τον κόσμο και όχι να επιβάλουν έναν κανόνα ζωής — κάτι που έγινε αυτοσκοπός και για τις θρησκείες και για τις ιδεολογίες.

[8] Ο παράλογος άνθρωπος εξαντλεί τα πάντα και εξαντλείται. Το παράλογο είναι το πιο παράφορο πάθος του, αυτό που του επιτρέπει να συνεχίζει την ατομική του προσπάθεια· και τούτο, γιατί ξέρει πως σ’ αυτήν την πραγματικότητα και σ’ αυτήν την καθημερινή εξέγερση το παράλογο αναδεικνύεται ως η μόνη του αλήθεια, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και πρόκληση.

[12] Αποσπώ, λοιπόν, από το παράλογο τις τρεις συνέπειές του: την εξέγερση, την ελευθέρια και το πάθος μου. Από δω και πέρα, το παιχνίδι της συνείδησης: από κει που ήταν προοπτική συνάντησης με τον θάνατο — αρνούμαι την αυτοκτονία— μετασχηματίζεται σε κανόνα ζωής.

[22] Στην εμπειρία του παράλογου, η δυστυχία αφορά μεμονωμένα στο άτομο. Όταν όμως εκδηλωθεί η εξέγερση ως κίνημα, η δυστυχία γίνεται συνειδητά αθροιστική: είναι συλλογική. Ποιά ουσιώδη παραποίηση έκανε ο χριστιανισμός στο μήνυμα του Κυρίου του; Πρόσθεσε την ιδέα της κρίσης, ξένη προς τη διδασκαλία του, και τις συναφείς με αυτήν έννοιες της τιμωρίας και της ανταπόδοσης.

Από τη στιγμή εκείνη η φύση μεταβάλλεται σε ιστορία και, ως ιστορία με το πλήρες νόημά της, γεννά στον άνθρωπο την ιδέα του ολοκληρωτισμού.

[31] Σήμερα, όπως και χτες, η τέχνη επιδιώκει ν’ αποσπάσει από τον θάνατο μια ζωντανή εικόνα της δυστυχίας μας.

Συνέχεια

Τζακ Λόντον – Τι σημαίνει για μένα η ζωή…


από

του Τζακ Λόντον

Είμαι παιδί της εργατικής τάξης. Πολύ νωρίς ανακάλυψα τον ενθουσιασμό, τη φιλοδοξία, τα ιδανικά – και η ανάγκη μου να τα ικανοποιήσω έγινε η κύρια έγνοια της παιδικής μου ηλικίας. Το περιβάλλον μου ήταν ακατέργαστο, τραχύ και ανεκπαίδευτο. Δεν είχα καμιά προοπτική, προσέβλεπα, ωστόσο, προς τα πάνω. Η θέση μου στην κοινωνία βρισκόταν στον πάτο. Εδώ η ζωή δεν πρόσφερε παρά ποταπότητα και εξαθλίωση, τόσο της σάρκας όσο και του πνεύματος· γιατί εδώ και η σάρκα και το πνεύμα λιμοκτονούσαν και βασανίζονταν εξίσου.

Πάνω από το κεφάλι μου πυργωνόταν το κολοσσιαίο οικοδόμημα της κοινωνίας, και θεωρούσα ότι η μόνη διέξοδος ήταν το σκαρφάλωμα προς τα πάνω. Σ’ αυτό το οικοδόμημα αποφάσισα νωρίς να αναρριχηθώ. Εκεί ψηλά οι άντρες φορούσαν μαύρα ρούχα και κολλαριστά πουκάμισα και οι γυναίκες ντύνονταν με ωραία φορέματα. Επίσης, έτρωγες καλά και πολύ. Αυτά όσον αφορά τη σάρκα – γιατί με απασχολούσαν και οι υποθέσεις του πνεύματος. Πάνω απ’ το κεφάλι μου, το ήξερα, απουσίαζε η πνευματική ιδιοτέλεια και αφθονούσε η αγνή και ευγενής σκέψη, η έντονη διανοητική ζωή. Τα ήξερα όλα αυτά επειδή διάβαζα τα μυθιστορήματα της σειράς Seaside Library, στα οποία, με εξαίρεση τα καθάρματα και τις τυχοδιώκτριες, όλοι οι άντρες και οι γυναίκες έκαναν ωραίες σκέψεις, μιλούσαν με ωραία γλώσσα και πραγματοποιούσαν λαμπρές πράξεις. Με δυο λόγια, όπως αναντίρρητα δεχόμουν ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί, εξίσου αναντίρρητα δεχόμουν ότι πάνω από το κεφάλι μου υπήρχαν όλα όσα ήταν ευγενή, ωραία και χαριτωμένα, όλα όσα έδιναν αξιοπρέπεια και ευπρέπεια στη ζωή, όλα όσα έκαναν τη ζωή άξια να τη ζήσεις και σε αποζημίωναν για τη δουλειά και τη φτώχεια σου.

Αλλά δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη υπόθεση για έναν άνθρωπο της εργατικής τάξης να αναδυθεί στο φως – ιδίως αν επιβαρύνεται με το μειονέκτημα να τον διακατέχουν ιδανικά και ψευδαισθήσεις. Ζούσα σε ένα ράντσο στην Καλιφόρνια και ήταν δύσκολο να βρω τη σκάλα με την οποία θα αναρριχούμουν προς τα πάνω. Από νωρίς φρόντισα να πληροφορηθώ τα επιτόκια των επενδύσεων και βασάνισα το παιδικό μυαλό μου προσπαθώντας να κατανοήσω τα πλεονεκτήματα και τη σημασία αυτής της αξιοσημείωτης επινόησης του ανθρώπου, του τόκου. Στη συνέχεια, διερεύνησα τα τρέχοντα ημερομίσθια των εργατών κάθε ηλικίας και το κόστος ζωής. Με βάση όλα αυτά τα δεδομένα συμπέρανα ότι αν άρχιζα αμέσως να εργάζομαι και να αποταμιεύω, στα πενήντα μου χρόνια θα μπορούσα επιτέλους να σταματήσω τη δουλειά και να διεκδικήσω κι εγώ ένα εύλογο μερίδιο των ανέσεων και των απολαύσεων που θα ανοίγονταν μπροστά μου, εφόσον θα είχα ανέλθει κοινωνικά. Φυσικά, ήμουν ανένδοτα αποφασισμένος να μην παντρευτώ, αν και είχα σχεδόν ολότελα λησμονήσει να υπολογίσω εκείνον τον βράχο της συμφοράς που ανέκαθεν απειλούσε την εργατική τάξη – το ενδεχόμενο της ασθένειας.

Συνέχεια

Γράμμα του παππού Ροβήρου Μανθούλη στην 7χρονη εγγονή του…


από

Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Ροβήρος Μανθούλης έγραψε το βιβλίο Γράμμα στη Μελίνα. Εκεί, απευθύνει στην 7χρονη εγγονή του δέκα επιστολές –δέκα «μπλα-μπλα» όπως τις λέει- απαντώντας στις παιδικές ερωτήσεις της μικρής Μελίνας. Μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο online στον ιστότοπο του Μανθούλη,εδώ. Παρακάτω βρίσκεται η πρώτη επιστολή.

Επιστολή Πρώτη πρώτα μπλα-μπλα

Θα είσαι εφτά χρονών τον Αύγουστο. Τα χρόνια περνάνε γρήγορα. Χτες ακόμα γεννήθηκες και σε βλέπω που αρχίζεις να τριγυρνάς στον κόσμο των μεγάλων. Στο… τσίρκο των μεγάλων, θα μπορούσαμε να πούμε. (Γιατί κι’ εμείς «νούμερα» είμαστε, εμείς οι ενήλικες δηλαδή, τι νομίζεις…). Έμαθες λοιπόν ξαφνικά πως υπάρχουν αστρολογικά ζώδια! Και μάλιστα κινέζικα.

– «Ποιο είναι το ζώδιό σου το κινέζικο, παππού;» με ρώτησες προχτές.

Σίγουρα θα νομίζεις πως όλος κόσμος γνωρίζει το κινέζικο ζώδιό του. Ε λοιπόν, ιδέα δεν έχω ! Δεν ξέρω καλά-καλά ποιο είναι το κανονικό μου… Τα ζώδια, ξέρεις, είναι ένα είδος διασκέδασης. Μια απασχόληση του ελεύθερου χρόνου, όπως λένε. Κάτι σαν ονειρικός τουρισμός ανάμεσα στον κόσμο των αστερισμών. Τα όνειρα δεν απαγορεύονται. Περπατάμε μέσα τους εντελώς ελεύθερα. Οι περίπατοι, οι ψυχαγωγίες, και ιδίως τα όνειρα δεν κάνουν κανένα κακό στην ανθρωπότητα, αλλά εγώ τα ζώδια δεν τα πάω.

Ο αστερισμός ο δικός μου είναι η Ποίηση. Που σημαίνει δημιουργία, από το ρήμα ποιώ, φτιάχνω, δημιουργώ, π.χ. ένα ποίημα είναι μια δημιουργία. Έτσι ονόμασαν τους στίχους των τραγουδιών οι Αρχαίοι μας πρόγονοι. Γιατί στην αρχή μόνο τραγουδούσαν τα ποιήματα. Και μάλιστα με τη συνοδεία μουσικής. Με πνευστά ή με έγχορδα όργανα, ή και με τα δυο. Πολύ αργότερα τα απάγγελναν μονάχα. Η «Οδύσσεια» για παράδειγμα ήταν τραγούδι. Από τους Έλληνες πήραν ίσως και τις μισές λέξεις τους οι Λατίνοι -δηλαδή οι Ρωμαίοι- και από κει πέρασαν στις άλλες δυτικές γλώσσες, στα ιταλικά, στα γαλλικά, στα ισπανικά, στα πορτογαλικά, στα αγγλικά, στα γερμανικά, κλπ. Μια τέτοια λέξη είναι και η «Ποίηση» καθώς και το «Ποίημα», για τα οποία μιλάγαμε. Στα ιταλικά έγιναν Poesia και Poema. Στα γαλλικά, Poesie και Poeme. Στα αγγλικά, Poetry και Poem κ.ο.κ. Και ο «Ποιητής», φυσικά, λέγεται αντιστοίχως: Poeta, Poete και Poet.

Ένας μεγάλος ποιητής μιας παλαιότερης εποχής, Δάντης ονόματι (ιταλικά Dante) ουμανιστής πριν ακόμα γεννηθεί αυτός ο όρος στην Αναγέννηση (αν έχεις ακούσει γι’ αυτήν) φαντάστηκε (και έγραψε, δηλαδή) μια «Θεία Κωμωδία», όπως την είπε. Δηλαδή «θεϊκή». Δηλαδή, μια δική του «Οδύσσεια». Όχι στις θάλασσες των ανθρώπων, αλλά στους ουρανούς του Θεού. Ο Οδυσσέας πίστευε σε πολλούς θεούς – όπως όλοι οι Αρχαίοι Έλληνες- ο Δάντης πίστευε σ’ ένα θεό γιατί ήταν Χριστιανός. Έγραψε μια Οδύσσεια που τον πήγε από την Κόλαση στο Καθαρτήριο και από το Καθαρτήριο στον Παράδεισο. Φανταστικά όλ’ αυτά γιατί κανείς δεν πήγε, ή τουλάχιστο δεν γύρισε, από κει πάνω να μας πει αν υπάρχουν. Μόνο ο Δάντης γύρισε. Στο ποίημα, όχι στην πραγματικότητα.

Τώρα γιατί την είπε «Κωμωδία» έστω και «θεία»; Γιατί στη Δυτική Ευρώπη, αυτό που εμείς οι Έλληνες λέμε «κωμωδία» αυτοί το λένε «κωμικό έργο. Από μια εποχή και ύστερα άρχισαν να λένε Κωμωδία (comedia, comedie) την παράσταση, το θεατρικό έργο εν γένει και το θέατρο. Το γνωστότερο θέατρο στον κόσμο -που κρατάει από την εποχή του Μολιέρου- είναι η Comedie Frangaise, στο Παρίσι. (Άλλη μια ελληνική λέξη, Κωμωδία. Έρχεται από τον κώμο, τα «πάρτι», τους κώμους, που έκανε ο Διόνυσος -ο αρχαίος θεός του κρασιού- με την παρέα του, τους Σατύρους).

Ο Δάντης είχε για τουριστικό οδηγό έναν άλλο διάσημο Λατίνο ποιητή, τον Βιργίλιο (Vergilius). Από το ταξίδι αυτό, αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν όταν τον πήγε τον Δάντη ο φίλος του να δει το χειρότερο μέρος της Κόλασης, με το περισσότερο θειάφι και τις αφόρητες τιμωρίες! «Πίσω από απ’ αυτήν την πόρτα», του λέει ο Βιργίλιος, «είναι οι χειρότεροι απ’ όλους, αυτοί που δεν έχουν κάνει ούτε καλό ούτε κακό στη ζωή τους, δηλαδή οι Ουδέτεροι!». Δηλαδή, αυτοί που βλέπουν τα τρένα να περνούν, σαν τις αγελάδες – θα λέγαμε σήμερα. Που διασκεδάζουν χαζεύοντας τα άστρα. Βλέπεις, χρειάζεται προσοχή με τις διασκεδάσεις. Μπορεί να αποβούν επικίνδυνες. Άλλο η Αστρονομία κι άλλο η αστρολογία. Η μία είναι επιστήμη που παράγει έργο, η άλλη είναι ψυχαγωγία και παράγει συμβουλές. (Καλές είναι και οι συμβουλές μερικές φορές!)

Ξαναδιαβάζω όσα έγραψα πιο πάνω και λέω μέσα μου «Παναγία μου, η Μελίνα θα κάνει ένα σωρό ερωτήσεις την άλλη φορά. Πρέπει να βρω απαντήσεις με τις κατάλληλες λέξεις. Που να τις καταλαβαίνει. Είναι φοβερό όταν σκέφτεσαι πόσο απομακρυνόμαστε από τον κόσμο των παιδιών όταν αρχίζουμε να εξηγούμε το σύμπαν!» Ευτυχώς που στην οικουμενική σκέψη -δηλαδή στο πεδίο των γνώσεων- υπάρχουν πολλές ελληνικές λέξεις που είναι επιστημονικοί όροι κι αυτό θα με βοηθήσει πολύ.

Κατ’ αρχήν, θα μου πεις :

«Πώς λες χτες γεννήθηκα όταν ξέρεις ότι είμαι 7 χρονών;»

Και θα έχεις δίκιο. Η μόνη δικαιολογία που έχω είναι ότι είναι τρόπος του λέγειν. Θα πρέπει τώρα να σου εξηγήσω τι θα πει τρόπος του λέγειν ! Τρόπος του λέγειν θα πει να μιλάς μεταφορικά, δηλαδή με αυτό που λέμε μεταφορά στην τέχνη του λόγου. Δηλαδή, αυτό που θέλεις να πεις το «μεταφέρεις» σε μια άλλη φράση, πιο νόστιμη. Για να νοστιμήνεις τη γλώσσα ! Αυτό κάνει η «τέχνη του λόγου», δηλαδή η λογοτεχνία. Νοστιμεύει τη γλώσσα. Όταν αυτό που διαβάζεις είναι νόστιμο, το χαίρεσαι και όταν κάτι το χαίρεσαι, το μαθαίνεις καλύτερα και γρηγορότερα. Άσε που αν κάποιος μιλάει με νόστιμη γλώσσα, μπορεί κα να τον ερωτευθείς στο τέλος !

Αντί λοιπόν να πω «δεν γεννήθηκες πριν από πολύ καιρό, είσαι μόνο 7 χρονών», δεν είναι πιο χαριτωμένο και πιο σύντομο το «γεννήθηκες χτες»; Δηλαδή, την έφερα πιο κοντά τη γέννησή σου. Σαν να έγινες εφτά χρονών μέσα σε μια νύχτα ! Αυτό δε κάνουν οι καλές μάγισσες; Με μια απλή «μεταφορά», κάτι σαν μαγικό χαλί ! Άλλη λέξη ελληνική (μεταφορά) που ανήκει πλέον σε όλες τις γλώσσες, με την ίδια λογοτεχνική έννοια (metaphore, στα γαλλικά, metaphoriquement, το επίρρημα ).

Όλα αυτά γίνονται λοιπόν για να εντυπωσιάσουμε τους άλλους. Υπάρχει ωραιότερη διασκέδαση από το να εντυπωσιάζεις τους άλλους; Ντυνόμαστε καλά για να εντυπωσιάσουμε, χτενιζόμαστε καλά για να εντυπωσιάσουμε, μελετάμε τα μαθήματά μας για να εντυπωσιάσουμε τους δασκάλους μας ! Και όλους όσους μας αγαπάνε… Μιλάμε «διαφορετικά» -δηλαδή, «μεταφορικά»- για να δείξουμε τα αισθήματά μας. Αν είμαστε αγνοί άνθρωποι, θέλουμε να εντυπωσιάσουμε μόνο και μόνο για να δείξουμε τα αισθήματά μας. Θα μου πεις «Γιατί να τα δείξουμε; Δεν αρκεί που τα έχουμε;» Όχι, γιατί τα αισθήματα δεν φαίνονται. Είναι αόρατα. Και όταν είναι «δυνατά αισθήματα» πρέπει να βρούμε ένα «τρόπο του λέγειν» αρκετά δυνατό, για να δείξουμε ότι είναι δυνατά, τα αισθήματά μας. Αυτό κάνει άλλωστε η Ποίηση. Δεν είναι «ουδέτερη» η Ποίηση. Γιατί «κάνει καλό». Και κάνει καλό γιατί είναι δυνατή. Όταν βέβαια εκφράζει αισθήματα δυνατά. Κατά συνέπεια, η Ποίηση δεν πάει στην Κόλαση. Πηγαίνει κατευθείαν στον Παράδεισο.

Οι Ποιητές κατοικούν στον Παράδεισο, αλλά έχουν το δικαίωμα να πηγαίνουν παντού, ακόμα και να επισκέπτονται την Κόλαση. (Όπως, πιο πριν, ο Δάντης και ο Βιργίλιος). Τώρα βέβαια, αν ρωτάς για την Κόλαση, κανείς δεν ξέρει ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν. Κανείς δεν έχει αποδείξεις, θέλω να πω. Γιατί κανείς δεν ήρθε να μας περιγράψει τα πράγματα. Αυτά που έζησε. Αν τα έζησε… Τον Παράδεισο πάντως τον έχουν ιδρύσει οι Ποιητές, Δεν είπαμε ότι είναι οι Δημιουργοί; Ποιώ = Δημιουργώ, Ποιητής= Δημιουργός.

Το «γεννήθηκες πριν από 7 χρόνια» πάντως, είναι φράση ουδέτερη, δεν είναι ποιητική. Γιατί δεν αλλάζει σε τίποτα τη γεύση του γεγονότος. Τι είναι η «γεύση»; Μπορείς να φας μια φτηνοντομάτα στυφή και μπορείς να φας μια ντομάτα βιολογική που έχει καλύτερη γεύση. Στην αλήθεια πρέπει να δίνουμε ένα νόημα, μια κρίση, μια βαθμίδα ποιότητας. Αυτό δεν κάνει η ποίηση; Όλοι μπορούν να πουν «καλέ αυτή γεννήθηκε πριν από 7 χρόνια». Αλλά εγώ έχω να εκφράσω ένα αίσθημα. Ποιο είναι αυτό το αίσθημα; Το ότι δεν είδα να περνάει ο χρόνος από τότε που γεννήθηκες ! Αυτή είναι η δική μου αλήθεια. Αυτό δεν κάνουν οι ποιητές; Τη δική τους αλήθεια γράφουν, όχι των άλλων. Την κάνουν ιδιωτική την αλήθεια. Δίνουν ένα νόημα στα γεγονότα. Όχι, άντε-άντε, σαν να μην έχει τίποτα το σπουδαίο… Βάλε δυο ζωγράφους να ζωγραφίσουν το Τουρκολίμανο. Αλλιώς θα το κάνει ο καθένας. Και με άλλο χρώμα. Το «γεννήθηκες χτες» την αναστατώνει την αλήθεια, την κάνει να χορεύει, να τραγουδάει και κάνει τη Μελίνα ευτυχισμένη. Γιατί, ενώ όλοι χρειάζονται 7 χρόνια για να γίνουν 7 χρονών, εκείνη χρειάστηκε μόνο 24 ώρες ! Η σκέτη αλήθεια δεν μας αρκεί. Είναι πεζή. Πρέπει να επέμβουμε. Να την κάνουμε πιο ενδιαφέρουσα. Πάρε παράδειγμα τη συσκευή της τηλεόρασης. Είναι μια πραγματικότητα ουδέτερη. Μόνο όταν αρχίζει να παίζει αποκτά κι’ αυτή οντότητα. Την ανοίγουμε για να δούμε κινούμενα σχέδια. Τη στιγμή που την ανοίγουμε, το σχέδιο μιμείται την πραγματικότητα. Για να μας ευχαριστήσει. Το κινούμενο σχέδιο εκφράζεται, δεν είναι ακίνητο σαν τις πέτρες.

Η κίνηση είναι μια έκφραση. Όταν μιμείσαι τη κίνηση των άλλων, τη ζωή των άλλων, τα συναισθήματα των άλλων, δεν είσαι μακριά από την ποίηση. Γιατί ο ρόλος του έργου δεν είναι να κοπιάρει την πραγματικότητα αλλά να την μιμείται. Όταν δύο ζωγράφοι μιμούνται ένα θέμα, όταν δύο ηθοποιοί μιμούνται ένα ρόλο, το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό. Όταν δύο συγγραφείς θέλουν να εκφράσουν την ίδια ιδέα, ο καθένας με τον τρόπο του, ό ένας θα πει «γεννήθηκες πριν από 7 χρόνια». Ο άλλος θα πει «γεννήθηκες χτες». Αυτός θα είμαι εγώ ! Λοιπόν, ζήτω η ποίηση !

Ύστερα θα μου πεις : Η Κόλαση και ο Παράδεισος ξέρω τι είναι, αλλά πρώτη φορά ακούω για Καθαρτήριο. Εντάξει. Όλες οι θρησκείες έχουν Κόλαση και Παράδεισο, για να φοβούνται οι ζωντανοί και να μην κάνουν κακό στους άλλους, γιατί αλλιώς θα πάνε στην Κόλαση όπου η τιμωρία δεν έχει όρια. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τον Άδη, στα έγκατα της γης, και τα Ηλύσια Πεδία, κάπου κοντά στον Ατλαντικό, ένα τεράστιο κήπο με οπωροφόρα δέντρα. Με πολλές πορτοκαλιές. Καθαρτήριο έχουν στη θρησκεία τους οι μισοί Χριστιανοί. Οι Καθολικοί. Πιστεύουν δηλαδή ότι μερικοί που δεν έχουν κάνει σοβαρά εγκλήματα, πηγαίνουν πρώτα σ ένα τρίτο διαμέρισμα των Ουρανών, όπου τιμωρούνται για μερικούς μήνες, για να «καθαριστεί» η ψυχή τους και μετά να πάνε στον Παράδεισο. Γι’ αυτό λέγεται Καθαρτήριο. (Για να μην το πούνε Καθαριστήριο, σαν αυτό που πλένει τα πουκάμισα).

Πάει κι αυτή η απορία. Αλλά, ξέρω, θα με ρωτήσεις και τι θα πει «ουμανισμός». Αυτή είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Είναι μια ξένη λέξη που την χρησιμοποιούνε σε όλες τις γλώσσες. Σαν την Δημοκρατία, που είναι ελληνική λέξη και την χρησιμοποιούνε σε όλες τις γλώσσες. Άλλωστε η Δημοκρατία και ο Ουμανισμός έχουν μεγάλη σχέση. Γιατί όταν έγιναν λιγάκι δημοκρατικές οι πόλεις – κράτη στην Ιταλία, τον 15ο και 16ο αιώνα, γεννήθηκε και ο Ουμανισμός : Δηλαδή να βλέπουμε με ανθρώπινα μάτια τη ζωή και την τέχνη και όχι μόνο με τα μάτια της εκκλησίας. Είναι όρος φιλοσοφικός. Στα ιταλικά «ουόμο» είναι ο «άνθρωπος» και «ουμάνο» ο «ανθρώπινος». Αλλά αν πούμε τον «ουμανισμό» «ανθρωπισμό» θα είναι λάθος γιατί «ανθρωπισμός» στα ελληνικά σημαίνει την αγάπη για τους άλλους ανθρώπους που είναι δίπλα μας. Προσθέτουμε λοιπόν στη γλώσσα μας τον «ουμανισμό». Όπως κάναμε με τον «καφέ» και το «τσάι» ! Αραβικός ο καφές, κινέζικο το τσάι…

Θα μου κάνεις σίγουρα κι άλλες δύσκολες ερωτήσεις, αλλά να μην κουραστούμε κιόλας, Θα πάρουμε πρώτα έναν υπνάκο και θα τα ξαναπούμε.


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2017/04/22/gramma-manthouli/

Τζακ Λόντον – Πώς έγινα σοσιαλιστής…


από

 

του Τζακ Λόντον

Πρέπει να παραδεχτώ ότι έγινα σοσιαλιστής κατά τρόπο παρόμοιο μ’ εκείνον με τον οποίο έγιναν χριστιανοί οι τεύτονες παγανιστές: μου επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων. Την εποχή που μεταστράφηκα, όχι μόνο δεν προσέβλεπα στον σοσιαλισμό, αλλά τον αντιμαχόμουν. Ήμουν πολύ νέος και ανώριμος, δεν ήξερα σχεδόν τίποτε, και μολονότι ούτε ακουστά είχα τη σχολή που επονομαζόταν «ατομικισμός», τραγουδούσα τον παιάνα των δυνατών με όλη μου την καρδιά.

Κι αυτό επειδή ήμουν εγώ δυνατός. Με το δυνατός εννοώ ότι είχα καλή υγεία και γερούς μυς, πλεονεκτήματα που είναι φανερό με ποιον τρόπο είχαν αποκτηθεί. Είχα ζήσει τα παιδικά μου χρόνια σε ράντσα της Καλιφόρνιας, μικρό αγόρι πουλούσα εφημερίδες στους δρόμους μιας ευημερούσας δυτικής πόλης και στα νιάτα μου επιδιδόμουν σε μικροκομπίνες στα κρυστάλλινα νερά του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο και του Ειρηνικού Ωκεανού. Μου άρεσε η ζωή χωρίς περιορισμούς και ήμουν ικανός να μοχθώ σαν σκλάβος, κάνοντας τις πιο σκληρές δουλειές. Δεν ήξερα καμιά τέχνη, αλλά μεταπηδούσα εύκολα από επάγγελμα σε επάγγελμα. Ατένιζα τον απέραντο κόσμο και τον έβρισκα καλό, απ’ άκρη σ’ άκρη. Θα το επαναλάβω: αυτή η αισιοδοξία οφειλόταν στο ότι ήμουν υγιής και δυνατός, δεν με βασάνιζαν πόνοι ή αρρώστιες, κανένα αφεντικό δεν με είχε απορρίψει λόγω κακής σωματικής κατάστασης και πάντα έβρισκα κάποια απασχόληση, είτε στο φτυάρισμα του κάρβουνου, είτε σαν ναύτης, είτε σε άλλες χειρωνακτικές δουλειές.

Χάρη σ’ όλα αυτά, στα νιάτα μου πετούσα στα σύννεφα. Όντας ικανός να τα βγάζω πέρα μόνος μου στη δουλειά ή στους καβγάδες, είχα γίνει ένας ασυγκράτητος ατομικιστής. Ήταν φυσικό. Ήμουν πάντα νικητής. Κι αυτό γιατί θεωρούσα το παιχνίδι, όπως το έβλεπα να παίζεται, ή όπως νόμιζα ότι το έβλεπα να παίζεται, ένα παιχνίδι εντελώς κατάλληλο για ΑΝΤΡΕΣ. Το να είσαι ΑΝΤΡΑΣ σήμαινε για μένα το να είναι χαραγμένη με κεφαλαία γράμματα πάνω στην καρδιά σου η λέξη άντρας. Να ριψοκινδυνεύεις σαν άντρας, να αγωνίζεσαι σαν άντρας, να κάνεις τη δουλειά ενός άντρα (έστω και με τον μισθό ενός παιδιού) – όλα αυτά με άγγιζαν βαθιά και με συνάρπαζαν όσο τίποτ’ άλλο. Και ονειροπολώντας φανταζόμουν ένα ομιχλώδες και άπειρο μέλλον, όπου θα έπαιζα ό,τι θεωρούσα πως είναι το παιχνίδι ενός ΑΝΤΡΑ, θα συνέχιζα να ταξιδεύω με ανεξάντλητα καλή υγεία, χωρίς ατυχήματα, και με μυς αέναα ρωμαλέους. Όπως είπα, αυτό το μέλλον ήταν άπειρο. Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν τον εαυτό μου να διασχίζει γεμάτος ενθουσιασμό μια ζωή χωρίς τέλος, σαν ένα από εκείνα τα ΞΑΝΘΑ ΚΤΗΝΗ του Νίτσε, ηδονικά περιπλανώμενος, ένας καταχτητής των πάντων χάρη στην απόλυτη υπεροχή και δύναμή μου.

Όσο για τους άτυχους, τους άρρωστους, τους βασανισμένους, τους γέροντες, τους σακατεμένους, πρέπει να ομολογήσω πως ούτε που τους σκεφτόμουν- απλώς αόριστα ένιωθα ότι, αν δεν τους τύχαινε κάποιο ατύχημα, θα μπορούσαν, αν ήθελαν στ’ αλήθεια να μοχθήσουν, να είναι εξίσου καλοί με μένα· ότι θα μπορούσαν να δουλέψουν κι αυτοί το ίδιο σκληρά όπως κι εγώ. Όσο για τα ατυχήματα, αυτά αντιπροσώπευαν τη ΜΟΙΡΑ, μια λέξη επίσης γραμμένη με κεφαλαία, κι από τη ΜΟΙΡΑ δεν μπορούσες να ξεφύγεις. Ο Ναπολέων είχε ένα ατύχημα στο Βατερλώ, όμως αυτό δεν μετρίαζε την επιθυμία μου να γίνω ένας νέος, όψιμος Ναπολέων. Επιπλέον, η αισιοδοξία μου, που τρεφόταν από ένα στομάχι ικανό να χωνέψει παλιοσίδερα κι ένα κορμί που άνθιζε με τις κακουχίες, δεν μου επέτρεπε να συνδέσω την έστω και αμυδρή πιθανότητα ενός ατυχήματος με τη λαμπρή προσωπικότητά μου.

Ελπίζω να ξεκαθάρισα πως αισθανόμουν περήφανος που συγκαταλεγόμουν ανάμεσα στους προικισμένους από τη φύση αρίστους. Η αξιοπρέπεια της εργασίας αποτελούσε για μένα το πιο εντυπωσιακό πράγμα στον κόσμο. Χωρίς να έχω διαβάσει τον Καρλάιλ ή τον Κίπλινγκ, είχα επινοήσει ένα ευαγγέλιο του μόχθου που ξεπερνούσε και σκίαζε τα δικά τους. Η δουλειά ήταν το παν. Ήταν καθαγιασμός και σωτηρία. Δεν μπορείτε να διανοηθείτε πόση περηφάνια ένιωθα μετά από μια μέρα σκληρής και αποτελεσματικής δουλειάς· ούτε εγώ μπορώ καλά-καλά να τη διανοηθώ, τώρα που ανατρέχω στα αισθήματα εκείνης της εποχής. Ήμουν ο πιο πιστός μισθωτός σκλάβος που είχε ποτέ εκμεταλλευτεί καπιταλιστής. Το να αποφύγω κάποιο θέλημα ή να κάνω τον άρρωστο ήταν μέγιστο αμάρτημα, πρώτα ενάντια στον εαυτό μου και μετά ενάντια στον άνθρωπο που πλήρωνε τον μισθό μου. Το έβλεπα σαν έγκλημα και το κατέτασσα δεύτερο μετά την προδοσία, θεωρώντας το εξίσου βαρύ.

Με δυο λόγια, ο χαρούμενος ατομικισμός μου κυριαρχείτο από την ορθόδοξη αστική ηθική. Διάβαζα τις αστικές εφημερίδες, άκουγα τους αστούς ιεροκήρυκες και επευφημούσα τις ηχηρές κοινοτοπίες των αστών πολιτικών. Και δεν αμφιβάλλω ότι, αν απρόβλεπτα περιστατικά δεν είχαν αλλάξει την πορεία μου, θα είχα εξελιχθεί σε επαγγελματία απεργοσπάστη (έναν από τους Αμερικανούς ήρωες του προέδρου Έλιοτ), και το κεφάλι και το κορμί με το οποίο έβγαζα το ψωμί μου πιθανότατα θα γίνονταν λιώμα από το ρόπαλο κάποιου μαχητικού συνδικαλιστή.

Συνέχεια

Βασίλης Ραφαηλίδης – Ταξίδι στον Άδη (ένα κείμενο για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο)…


Το παρακάτω κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Σε pdf μπορείτε να το κατεβάσετε εδώ.

Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’

Ταξίδι στον Άδη

του Βασίλη Ραφαηλίδη

Το Ταξίδι στα Κύθηρα είναι ένα ταξίδι που δεν γίνεται· γιατί τα Κύθηρα δεν υπάρχουν. Περισσότερο από γεωγραφικός, τα Κύθηρα είναι ο μυθικός χώρος της «άφατης ευτυχίας» του Antoine Watteau[1] και της «δύσκολης επιτυχίας» του Charles Baudelaire[2]. Η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα», το πιο διάσημο ζωγραφιστό πλοίο που «ναυπήγησε» με το χρωστήρα του ο Watteau για τις ανάγκες των «ερωτικών γιορτών» του, τούτη την πιο ψηλή κορφή του ροκοκό, δεν ήταν κι αυτή παρά μία απ’ τις πολλές γιορτές της καλπαστικά ανερχόμενης γαλλικής αστικής τάξης των αρχών του 18ου αιώνα. Από το 1717 που εκτέθηκε για πρώτη φορά τούτος ο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- μυθικός πίνακας, μέχρι το 1789, μας χωρίζουν μόλις 72 χρόνια. Είναι τα χρόνια που οι fetes galantes του Watteau θ’ αρχίσουν να γίνονται μονότονες, έτσι όπως επαναλαμβάνονται μονότονα στους κήπους και τα πάρκα, και θα ετοιμαστούν να εκτοπίσουν απ’ τα ανάκτορα του Κεραμεικού, περνώντας από τη Βαστίλη, τις βασιλικές «ερωτικές γιορτές». O Watteau είχε όλο το δικαίωμα να είναι κωμικά αισιόδοξος: η αστική τάξη δεν έχει καταλάβει ακόμα την εξουσία κι είναι ζωηρή και ευδιάθετη, γιατί ονειρεύεται από τώρα την επιβίβασή της για τα Κύθηρα.

Συνέχεια