The man who would be the King. Ασκήσεις ύφους στο αδιέξοδο της Κέντρο-Αριστεράς…


 * «Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς», δάνειο από τη γνωστή νουβέλα του 1888 του Rudyard Kipling για δυο Βρετανούς τυχοδιώκτες στην Ινδία που εξαπατώντας τους τοπικούς πληθυσμούς προσωρινά έγιναν βασιλιάδες του Καφιριστάν για να έχουν στη συνέχεια τραγικό τέλος. Το 1975 γυρίστηκε η ομώνυμη ταινία με σκηνοθέτη τον John Huston και πρωταγωνιστές τους Sean Connery και Michael Caine.

1. Βοναπαρτική ηγεσία

Ζούμε την ολοκλήρωση της καταστατικής μετάλλαξης αυτού που κάποτε φιλοδοξούσε να εγγραφεί στον πολιτικό τόπο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με την εγκαθίδρυση του μνημονιακού πολιτικού πλαισίου ως περίπου μόνιμου και αδιαμφισβήτητου «υπερταξικού» εργαλείου άσκησης πολιτικής. Ενός πλαισίου το οποίο είναι μεν «αντιλαϊκό» στην «καθ’ υπερβολή» εφαρμογή του, αλλά που με κατάλληλο χειρισμό από μέρους της κρατικής διαχείρισης μπορεί να περιοριστεί σε «αναγκαίο κακό», τις διαστροφές του οποίου μπορεί να μετριάσει ή να αντιστρέψει η φιλολαϊκή κρατική διαχείριση.

Ευτυχώς λοιπόν, στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση δεν επικράτησε η «υποχείρια του κεφαλαίου» Νέα Δημοκρατία και τα παρακλάδια της. Και τώρα η σθεναρή διαπραγματευτική τακτική της Αριστεράς κατορθώνει να ανακόψει την κεφαλαιακή επίθεση του μνημονίου «μετριάζοντας» τις επιπτώσεις του. Προωθεί το «παράλληλο πρόγραμμα», που αν και κάπως «θολό» εντούτοις είναι διαρκώς παρόν στην κυβερνητική προπαγάνδα, έστω και δια της συνεχούς αναβολής και συρρίκνωσής του.

Οι «λεπτοί χειρισμοί» που απαιτούνται για τον περιορισμό των «κοινωνικά άδικων» επιπτώσεων του Μνημονίου, αναδεικνύουν με σαφήνεια και επιτακτικότητα το ρόλο Α. Τσίπρα ως θεματοφύλακα της αριστεροσύνης μιας κυβέρνησης που «κλήθηκε» να υπερασπίσει τα «λαϊκά συμφέροντα» σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία και είναι «αποφασισμένη να μην λιποτακτήσει». Αυτός ο περίπου επαναστατικός ρόλος του leader maximo που αναλαμβάνει ο πρωθυπουργός αναδεικνύει για μια ακόμη φορά τη σημασία των κρατικών μηχανισμών στην υλοποίηση του «στρατηγικού στόχου» της Αριστεράς, που έστω και με μνημονιακό μανδύα, συνδυασμένος με τακτικές υποχωρήσεις, παραμένει ο «σοσιαλισμός».

Με την παρουσία του ηγεμόνα Βοναπάρτη Α. Τσίπρα ως πρωθυπουργού, η Αριστερά «δίνει μάχες» υιοθετώντας όλα τα μνημονιακά νομοσχέδια με διαδικασίες που τίποτε δεν έχουν να ζηλέψουν από τους αναγκαστικούς νόμους έκτακτων καθεστώτων, επιβεβαιώνοντας με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο τον προσχηματικό χαρακτήρα της αντιπροσώπευσης ως ιδεολογικού κρατικού μηχανισμού που σε τελική ανάλυση αναστέλλεται όποτε οι «συνθήκες» το απαιτούν, ένα είδος καθεστώτος έκτακτης ανάγκης μέσα στη «δημοκρατική ομαλότητα».

Συνέχεια

A white shade of pale. Αριστερά, διαχείρηση της κρίσης και εξουσία…


Προαναγγελθείς θάνατος

Ο μετά το δημοψήφισμα άτακτος συμβιβασμός στη νέα συμφωνία – τρίτο Μνημόνιο δεν ήταν κεραυνός που απρόσμενα έπεσε εν αιθρία. Είχε προαναγγελθεί από το τυπικά «ασύμβατο» αίτημα στήριξης προς τον ESM τρεις μόλις μέρες πριν το δημοψήφισμα, που «όπλιζε την κυβέρνηση» με λαϊκή στήριξη στον αγώνα που έδινε με «εθνική αξιοπρέπεια» απέναντι στην «εκβιαστική» στάση των δανειστών. Έναν αγώνα που όπως μάθαμε – ήδη πριν τη συμφωνία από επίσημα κυβερνητικά κείμενα – επί 7 μήνες στόχο είχε τον «έντιμο συμβιβασμό» και όχι τη «ρήξη», ως προϋπόθεση για την «ανάπτυξη» σε καθεστώς ενισχυμένης ανταγωνιστικότητας, εφικτής λόγω της προηγηθείσας πενταετούς «οικονομικής προσαρμογής», αλλά και σημαντικών «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» που έθεταν τη βάση για μια νέα εκκίνηση «της οικονομίας».

Μάλιστα η κυβερνητική προπαγάνδα στη μακρά πορεία προς τη νέα ηγεμονία της που προέκυψε μετά τις πρόσφατες εκλογές, τείνει να εμφανίσει την καταστατική ολοκληρωτική παραίτησή της από την όποια στρατηγική ενίσχυσης της εργασίας στον κοινωνικό συσχετισμό δύναμης, ως έναν «αναγκαίο συμβιβασμό» που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η πολιτική της είναι «συμβιβασμένη». Έτσι παραπέμφθηκαν τελεσίδικα στην κοινωνική «Δευτέρα Παρουσία» κρίσιμα «κοινωνικά προαπαιτούμενα» για τους «από κάτω»: Η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων, η αποκατάσταση ενός κοινωνικά ανεκτού κατώτατου μισθού, η ακύρωση των άτυπων εργασιακών σχέσεων και της εργοδοτικής ασυδοσίας, ένα ελάχιστο δίχτυ κοινωνικής προστασίας στην υγεία, στην παιδεία, στους στοιχειώδεις όρους κοινωνικής αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων τάξεων. Είναι πλέον παρελκόμενα της «αναπτυξιακής διαδικασίας», της «μεγέθυνσης της οικονομίας» αν και εφόσον το επιτρέψουν οι μελλοντικές δυνατότητες της «αριστερής οκταετίας», μιας και η πρώτη τετραετία θα αναλωθεί σχεδόν ολόκληρη στην «εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου».

Συνέχεια