Η Ιταλία, εργαστήρι πειραμάτων φασιστικής κυριαρχίας…


του Τόνι Nέγκρι[1]

 

Τίποτε δεν ήταν πιο προβλέψιμο από τη νίκη ης δεξιάς στις τελευταίες ιταλικές εκλογές. Ο Μπερλουσκόνι λοιπόν δεν είναι ο μόνος που νίκησε: η δεξιά είχε ήδη νικήσει πριν απ’ αυτόν. Είχαμε ήδη επιστήσει την προσοχή του μικρού κύκλου των αναγνωστών μας σε ένα σημείωμα της σύνταξης το καλοκαίρι του ’93: «Αυτή τη στιγμή, την κρίση του 1989 στην Ιταλία την κεφαλαιοποιεί η δεξιά, προς δικό της και μόνο όφελος (παρ’ όλο που το ΚΚ άλλαξε βιαστικά όνομα και διακήρυξε προς όλες τις κατευθύνσεις το ευχάριστο νέο ότι εδώ και πολύ καιρό δεν υφίστατο τίποτε το κομμουνιστικό στη συνείδησή του)». Αλλά, και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό, η δεξιά δεν κεφαλαιοποίησε μόνο την πτώση του Τείχους του Βερολίνου: νίκησε επειδή κατάφερε να ερμηνεύσει σωστά τους βαθείς μετασχηματισμούς του ιταλικού παραγωγικού ιστού και να κατανοήσει το ρόλο της επικοινωνίας στη σύγχρονη κοινωνία. Όταν, κατά τους τελευταίους μήνες της εκστρατείας, μπαίνει ξαφνικά στη σκηνή ο Μπερλουσκόνι, θέτει τη βιομηχανία της επικοινωνίας στην υπηρεσία της μερίδας των μικρομεσαίων διευθυντών επιχειρήσεων που τώρα μετατρέπουν την αντιδημοσιονομική, αντιγραφειοκρατική και αντικρατική εξέγερση των προηγουμένων ετών σε πολιτική νίκη.

Ο Μπερλουσκόνι μπορεί να το κάνει αυτό επειδή είναι ένας απ’ αυτούς. Και αυτός μετείχε στην περιπέτεια που οδήγησε στην απελευθέρωση νέων δυνάμεων στις περιοχές του Βορρά και στην ανάδειξη της Ιταλίας – με βάση την παραγωγικότητα των νέων μικρομεσαίων επιχειρήσεων – σε τέταρτη ή πέμπτη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο. Ο Μπερλουσκόνι είναι στο χώρο της επικοινωνίας ό,τι είναι ο Μπενετόν στο χώρο του υφάσματος: κάποιος που είναι ικανός να συγκεντρώνει διάχυτη εργασία. Η επικοινωνία, όμως, δεν είναι ύφασμα. Στο μετα-φορντισμό, η πολιτική μορφή διεύθυνσης της παραγωγής είναι η επικοινωνία, ακριβώς όπως στην εποχή του φορντισμού ήταν το μεγάλο ταιηλορικό εργοστάσιο. Ο Μπερλουσκόνι λοιπόν πήρε τη θέση του Ανιέλι στις ιεραρχίες τις βιομηχανικής εξουσίας στην Ιταλία. Αυτή είναι η καινοτομία: ο Ανιέλι στη Γερουσία, ο Μπερλουσκόνι στην Κυβέρνηση. Ο Μπερλουσκόνι δίνει πρόσβαση προς την κυβέρνηση στα νέα δίκτυα παραγωγής και, μαζί με αυτά, στη νεο-φιλελεύθερη ασυδοσία των μικρών διευθυντών επιχειρήσεων οι οποίοι, ναρκισσιστές και αυταρχικοί, έχουν ενταχθεί οργανικά στην κουλτούρα της παραγωγικής επικοινωνίας και επιθυμούν να εκμεταλλευτούν ξέφρενα αυτό το νέο έδαφος.

Συνέχεια

Η επανάσταση των νέγρων…


των Ερίκ Αλλιέζ – Μαουρίτσιο Λατζαράτο[i]

Η οξυδέρκεια του Κλάουζεβιτς θα τεθεί σε δοκιμασία χάρη σε ένα από τα μείζονα πολιτικά και στρατιωτικά συμβάντα της γαλλικής επανάστασης: την επανάσταση των νέγρων, που αποσπά το κόσμημα της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, τη νήσο του Αγίου Δομήνικου. Η οποία ήταν επίσης, ούτε λίγο ούτε πολύ, η πιο πλούσια αποικία στον κόσμο[1]. Έτσι, είναι πιθανό να πρόκειται εδώ για το πλέον θεμελιώδες συμβάν της επανάστασης εξαιτίας της δύναμης κατεδάφισης (για να μιλήσουμε ντελεζιανά) που κομίζει: με αυτό, το αδιανόητο εισβάλλει αιφνιδιαστικά στην Ιστορία και την κάνειπαγκόσμια σε μια επαναστατική προοπτική.

Η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση είναι μία επανάσταση σκλάβων. Αφού η γαλλική δημοκρατία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτό το τετελεσμένο γεγονός, η επανάσταση όχι μόνο αντιστάθηκε στα στρατεύματα που απέστειλε στο νησί το 1801 ο Ναπολέων για να αποκαταστήσουν την τάξη και τη δουλεία του Μαύρου Κώδικα[2], αλλά και τα κατανίκησε (προκαλώντας 50.000 νεκρούς –δηλαδή πολύ περισσότερους από τις γαλλικές απώλειες στη μάχη του Βατερλώ), όπως είχε νικήσει τον ισπανικό και τον αγγλικό στρατό. Από την πρώτη εξέγερση του 1791 μέχρι την ανακήρυξη ανεξαρτησίας την 1η Ιανουαρίου 1804, σε μια περίοδο δώδεκα χρόνων, η νέγρικη επανάσταση των 500.000 σκλάβων του Αγίου Δομήνικου που έγινε Αϊτή, βγαίνει πολιτικά και στρατιωτικά νικήτρια από τη σύγκρουσή της με τις τρεις κυρίαρχες αποικιακές δυνάμεις της κοσμο-οικονομίας. Πολύ πριν τον σοβιετικό και τον κινεζικό κόκκινο στρατό, ο «μαύρος στρατός» είναι η πρώτη προλεταριακή δύναμη που επαναστατικοποίησε τόσο βαθιά την τέχνη του πολέμου. «Είχανε την οργάνωση και την πειθαρχία ενός στρατεύματος εξασκημένου, αλλά ταυτόχρονα αξιοποιούσαν όλες τις πονηριές και τις επιδεξιότητες που προσιδιάζουν στον ανταρτοπόλεμο. […] Όταν οι πολυάριθμες γαλλικές δυνάμεις έφταναν για να τους συντρίψουν, εξαφανίζονταν στα βουνά, αφήνοντας πίσω τους τα πάντα στις φλόγες· μόλις οι Γάλλοι, καταβεβλημένοι από την κούραση, αποσύρονταν, εκείνοι ξανάρχονταν να καταστρέψουν άλλες φυτείες και να επιτεθούν στις γαλλικές γραμμές»[3]. Το ύφος που υιοθετεί ο Τζέιμς είναι πολύ κοντά στον Κλάουζεβιτς, αλλά δεν θα έπρεπε να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι εδώ αγγίζουμε κάτι αδιανόητο για τον Πρώσσο αξιωματικό, ο οποίος είχε συνυπολογίσει πολύ σοβαρά την ισπανική αντίσταση στην ευρωπαϊκή γεωπολιτική. Πραγματικά, υπερβαίνει τη νόηση ότι αγράμματοι σκλάβοι, «εκ φύσεως ανίκανοι για πειθαρχία και ελευθερία», μπόρεσαν να μάθουν τόσο γρήγορα τις πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές πολέμου για να τις θέσουν καλύτερα στην υπηρεσία ενός ανελέητου ανταρτοπολέμου, αφού προηγουμένως επιδοθούν σε τελετές βουντού[4]!

Συνέχεια