Η Ναόμι Κλάιν, οι πολυεθνικές και η υπόθεση της Μασαχουσέτης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η επαίσχυντη χούντα στη Βιρμανία και η απροκάλυπτη εκμετάλλευση της κατάστασης από ένα πλήθος πολυεθνικών, που μεταφέρθηκαν εκεί παράγοντας σχεδόν τσάμπα με την προστασία του καθεστώτος (κάποιες μάλιστα είχαν και ενεργή συμμετοχή στη στήριξή του), προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην Αμερική σχετικά με τις μεθόδους των εταιρειών να ελαχιστοποιούν τα έξοδά τους.

Η συνεργασία με δικτατορικά καθεστώτα, η παιδική εργασία, τα εργοστάσια-κάτεργα, η περιφρόνηση του περιβάλλοντος, με δυο λόγια η συνολική εικόνα του ακραίου αμοραλισμού και της κατάφωρης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στο όνομα του κέρδους) δημιούργησε δυσαρέσκεια και προκάλεσε κινητοποιήσεις.

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο «NO LOGO» σημειώνει: «Η πιο σημαντική κίνηση […] πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1996, όταν το πολιτειακό κοινοβούλιο της Μασαχουσέτης υπερψήφισε το Νόμο της Μασαχουσέτης για τη Βιρμανία, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη για τις εταιρείες που είχαν δοσοληψίες με το δικτατορικό καθεστώς της χώρας τη σύναψη συμβολαίων με τη συγκεκριμένη Πολιτεία». (σελ. 497). Επρόκειτο για ένα νόμο που θορύβησε τις πολυεθνικές: «Όπως επισήμανε και η έγκυρη Journal of Commerce “οι στόχοι βρίσκονται πολύ μακριά μας, αλλά ξαφνικά οι τοπικές κυβερνήσεις φαίνονται να μπορούν να φτάσουν στην άκρη της γης”». (σελ. 497 – 498).

Βιρμανία / Μιανμάρ
Βιρμανία / Μιανμάρ

Η απόφαση του συγκεκριμένου πολιτειακού κοινοβουλίου δεν ήταν ούτε ουρανοκατέβατη ούτε αιφνιδιαστική. Εξέφραζε τη γενικευμένη δυσπιστία του πληθυσμού απέναντι στις πολυεθνικές και τη βαθιά ανησυχία για τις μεθοδεύσεις τους. Λίγα χρόνια νωρίτερα (από το 1994) και το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ είχε κινηθεί ανάλογα: «… το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ πέρασε τόσες πολλές αποφάσεις μποϊκοτάζ – εναντίον εταιρειών που κάνουν επιχειρήσεις στη Βιρμανία, τη Νιγηρία και το Θιβέτ, κι εταιρειών που συνδέονται με τη βιομηχανία όπλων ή με την πυρηνική ενέργεια – ώστε, όπως αστειεύτηκε η δημοτική σύμβουλος Πόλι Άρμστρονγκ, “πολύ σύντομα θα πρέπει να κάνουμε τη δική μας υπεράκτια γεώτρηση”». (σελ. 498 – 499).

Συνέχεια

Το κυπριακό πρόβλημα είμαστε εμείς…


του Άκη Γαβριηλίδη

Εκατό περίπου χρόνια μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπάρχει μία γωνιά στον κόσμο όπου το πνεύμα της παραμένει ακόμα ζωντανό:
η Κύπρος.

Η Κύπρος, ακόμα σήμερα, επισήμως είναι ένα κράτος στο οποίο συνυπάρχουν πληθυσμιακές ομάδες με διαφορετική εθνοτική καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία, χωρίς καμία απ’ αυτές να θεωρείται «πλειονότητα». Η Κύπρος δεν έχει πλέον αυτοκρατορία, έχει όμως ακόμα μιλλέτ.

Σε όλες τις περιοχές των Βαλκανίων, από αρκετά νωρίς στον 20ό αιώνα στήθηκαν μαγαζάκια εθνικής καθαρότητας, τα οποία έκαναν συντεταγμένα και νοικοκυρεμένα τις σφαγές τους, τις εθνοκαθάρσεις τους, τις «εθελοντικές» και υποχρεωτικές ανταλλαγές πληθυσμών τους, δημιούργησαν το εθνικό τους αφήγημα που αποκλείει όλους τους άλλους και αποδεικνύει ότι εδώ «είμασταν πάντα εμείς» …

Στην Κύπρο τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Όχι ότι δεν επιχειρήθηκε, βέβαια· αλλά ποτέ δεν επικράτησε τελείως. Πάντοτε έμενε ένα υπόλοιπο, κάτι που δεν άφηνε το καπάκι να κλείσει.

Το υπόλοιπο αυτό είναι το «κυπριακό πρόβλημα».

Δηλαδή είμαστε εμείς. Όλοι εμείς που δεν γουστάρουμε εθνικές καθαρότητες, που δεν θεωρούμε αυτονόητο μονόδρομο για τη συνύπαρξη των ανθρώπων το αξίωμα «ένας λαός, ένα έδαφος, μία γλώσσα, μία θρησκεία και γύρω γύρω συρματόπλεγμα». Εμείς είμαστε αυτοί που δεν αφήνουμε το καπάκι να κλείσει.

Το ότι υπάρχει «κυπριακό πρόβλημα» είναι μία νίκη μας.

Φυσικά η νίκη αυτή προέκυψε ενδεχομενικά, κατά μία έννοια τυχαία· οφείλεται σε μια συσσώρευση ιστορικών συγκυριών, χάρη στις οποίες καμία από τις αντικρουόμενες στρατηγικές δεν κατάφερε να επικρατήσει τελείως και να εκτοπίσει την άλλη. Κατά τα άλλα, και δολοφονίες αμάχων γίνανε, (ενίοτε αρκετά μαζικές), και μία βαθμιαία και ντε φάκτο «Λωζάννη» υπήρξε: αρχικά με τους «θύλακες» και μετά με την προσφυγοποίηση που ακολούθησε τη διπλή επέμβαση των «μητέρων πατρίδων» του 74. Μέχρι και η οιονεί νομιμοποίηση αυτής της ανταλλαγής προέκυψε, με τη λιγότερο διάσημη συμφωνία της Βιέννης του 77 –η οποία υπήρξε μία «Λωζάννη εσωτερικού χώρου»: παρήγαγε δύο –σχετικά- «καθαρές» εθνοτικά περιοχές, αλλά αυτές είναι υποδιαιρέσεις ενός τυπικά ενιαίου κράτους. Δεν υπήρξε όμως μία κυπριακή Σρεμπρένιτσα, ούτε ένα κυπριακό Ντέιτον.

Εν πάση περιπτώσει, η αποτυχία των στρατηγικών εθνικής καθαρότητας ιστορικά προέκυψε από την αμοιβαία τους εξουδετέρωση και τη σχετική τους αδυναμία/ ισοδυναμία. Δεν είναι δηλαδή ότι κάποιοι άλλοι έθεσαν ως στόχο αυτό το αποτέλεσμα, οργανώθηκαν, αγωνίστηκαν γι’ αυτό και το επέβαλαν.

Το ότι όμως εμείς οι αεθνιστές δεν είχαμε εξαρχής κάποιο σχέδιο, κάποιο «πρόταγμα» όπως λένε σήμερα, δεν αναιρεί το γεγονός ότι σήμερα είμαστε οι μόνοι που έχουμε. Και αυτό είναι το πλεονέκτημά μας.

Οι οπαδοί των (εθνικώς) «καθαρών λύσεων», το μόνο που έχουν είναι ο συνδυασμός μίας μαξιμαλιστικής ρητορείας και ενός αμυντικού αρνητισμού που κατατείνει απλώς στην αναπαραγωγή του υπάρχοντος (υποτίθεται «μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες» που να είναι «πιο ευνοϊκές για την υλοποίηση των σχεδίων τους». Αυτές οι μέρες όμως επί σαράντα και πλέον χρόνια τώρα δεν έρχονται, και δεν είναι πιθανό να έλθουν τα επόμενα σαράντα). Στο μεταξύ όμως, δεν έχουν προσέξει ότι οι βερμπαλισμοί του τύπου «σύνορα στην Κερύνεια» αρχίζουν να μην ηχούν τόσο πειστικοί σε σύγκριση με όσους/-ες ενεργούν ήδη τώρα με βάση την –ιστορικά και νομικά ακριβέστατη άλλωστε- παραδοχή ότι τα «σύνορα» (ή πάντως το ακρότατο βόρειο σημείο) της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγματι βρίσκονται στην Κερύνεια. Ήταν πάντα, και δεν έπαψαν ποτέ να βρίσκονται.

Δηλαδή π.χ. σε σύγκριση με τους φίλους και συντρόφους μας οι οποίοι, σε μία πράξη ύψιστου πατριωτισμού, κατεβάσανε τις σημαίες ξένων δυνάμεων –αυτών που φέρανε στην Κύπρο το διχασμό και το θάνατο- και αναρτήσανε στη θέση τους ένα λάβαρο εμπνευσμένο από μια επιθυμία. Δηλαδή από ένα θετικό πάθος. Όχι από φόβο, μίσος, αλαζονεία, καχυποψία, επιφυλακτικότητα· από την τάση που κάνει τους ανθρώπους να ζουν μαζί.

Για πρώτη φορά στην Κύπρο, εμείς οι αεθνιστές νομίζω ότι έχουμε ένα πολιτικό –όχι απλώς ηθικό- πλεονέκτημα. Δεν ξέρω αν έχουμε την πλειοψηφία. Έχουμε όμως μια θετική πρόταση· ίσως τη μόνη θετική πρόταση απέναντι στην απραξία, την κωλυσιεργία, την παραίτηση και την περιχαράκωση.

Φωτογραφία του χρήστη Andri Georgiou.

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δικαιοσύνης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Για τη σημασία της δικαιοσύνης στην κοινωνία ο M. J. Sandel είναι απολύτως ξεκάθαρος: «Η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μία σημαντική αξία μεταξύ άλλων, η οποία σταθμίζεται και εξετάζεται κατά περίπτωση, αλλά μάλλον το μέσον με το οποίο σταθμίζονται και αποτιμώνται οι αξίες. Υπό αυτή την έννοια είναι, κατά κάποιον τρόπο, “η αξία των αξιών”». (σελ. 100).

Κι όχι μόνο: «Η δικαιοσύνη είναι ο γνώμονας με τον οποίο οι αντικρουόμενες αξίες συμφιλιώνονται και οι ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού προσαρμόζονται, αν τελικώς δεν επιλύονται. Ως τέτοια πρέπει να έχει κάποια προτεραιότητα όσον αφορά αυτές τις αξίες και αυτά τα αγαθά». (σελ. 100).

Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι το μέσον που σταθμίζει τις αξίες ή, αλλιώς, ο γνώμονας που συμφιλιώνει τις αντικρουόμενες αξίες και τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε να αποκοπεί από τις τρέχουσες κοινωνικές προτεραιότητες. Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να καθρεφτίζει τις πολιτικές αντιλήψεις μιας κοινωνίας αναπαράγοντάς τες ως μορφή δικαίου.

Η επικράτηση της μιας ή της άλλης πολιτικής οπτικής έχει άμεση αντανάκλαση στη δικαιοσύνη, η οποία εν τέλει θα αποδώσει το δίκαιο σύμφωνα με τις τρέχουσες αξιακές επιταγές. Ο φιλελεύθερος Τζων Ρωλς, στο βιβλίο του «Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός» είναι πρόθυμος να καταδείξει ότι σε τελική ανάλυση η δικαιοσύνη είναι θέμα πολιτικό: «Λέγοντας πως μια αντίληψη της δικαιοσύνης είναι πολιτική εννοώ […] τρία πράγματα: ότι είναι πλαισιωμένη έτσι ώστε να εφαρμόζεται αποκλειστικά στη βασική δομή της κοινωνίας, στους κύριους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς της θεσμούς, σαν οι τελευταίοι να αποτελούν ένα ενοποιημένο σχήμα κοινωνικής συνεργασίας· ότι παρουσιάζεται ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ευρύτερο θρησκευτικό ή ηθικό δόγμα· και ότι η επεξεργασία της έγινε με όρους θεμελιωδών πολιτικών ιδεών, οι οποίες θεωρούνται ως εξυπονοούμενες από τη δημόσια πολιτική κουλτούρα μιας δημοκρατικής κοινωνίας». (σελ. 269).

Marc Roche
Marc Roche

Επομένως, ένα φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα (όπως και κάθε άλλο), οφείλει να εκφράζεται και μέσα από τις αρχές της δικαιοσύνης: «… είναι ουσιώδες μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη να συμπεριλαμβάνει, πέρα από τις δικές της αρχές δικαιοσύνης, και κατευθυντήριους κανόνες της έρευνας, οι οποίοι θα προσδιορίζουν τρόπους συλλογισμού και κριτήρια για τα είδη εκείνα πληροφόρησης που είναι σχετικά με τα πολιτικά ερωτήματα. Χωρίς τέτοιους κατευθυντήριους κανόνες οι ουσιαστικές αρχές δεν μπορούν να εφαρμοστούν, και τούτο αφήνει την πολιτική αντίληψη ανολοκλήρωτη και θραυσματική». (σελ. 269).

Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόταγμα, αν θέλει να καθιερωθεί, πρέπει πρωτίστως να επικρατήσει στη μάχη των ιδεών. Πρέπει, δηλαδή, να πείσει τους πολίτες για την ιδεολογική του υπεροχή δικαιολογώντας τόσο σε επίπεδο πολιτικής, όσο και σε επίπεδο δικαιοσύνης, παιδείας, ελεγκτικών μηχανισμών και θεσμικών αρχών την ορθότητα της κατεύθυνσης που χαράζει.

Η κυριαρχία μιας πολιτικής ιδέας σε όλους τους τομείς εξασφαλίζει τη σταθερότητα του προτάγματος που πρεσβεύει. Πρόκειται για την τελική υλοποίηση αυτού που ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» αποκαλεί πρόγραμμα: «Όταν πρόκειται για πολιτική, η παράσταση του επιδιωκόμενου μετασχηματισμού, ο ορισμός των στόχων, μπορεί να πάρει – και πρέπει κατ’ ανάγκη να πάρει, υπό ορισμένες συνθήκες – τη μορφή του προγράμματος. Το πρόγραμμα είναι μια προσωρινή συγκεκριμενοποίηση των στόχων του προτάγματος σε σημεία που κρίνονται ουσιώδη στις δεδομένες περιστάσεις, στο μέτρο που η πραγματοποίησή τους θα επέφερε ή θα διευκόλυνε, από την ίδια της τη δυναμική, την πραγματοποίηση του συνόλου του προτάγματος. Το πρόγραμμα δεν είναι παρά μια αποσπασματική και προσωρινή μορφή του προτάγματος. Τα προγράμματα περνούν, το πρόταγμα παραμένει». (σελ. 118).

Συνέχεια

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δημοκρατίας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αγώνας για απορρύθμιση της οικονομίας στο όνομα της «ελευθερίας» των αγορών φέρει την κύρια ευθύνη για την κρίση του 2008. Αυτό, όμως,  είναι το πρώτο σκέλος της ιστορίας.

Η Κρίστια Φρίλαντ στο βιβλίο της «Πλουτοκράτες» καταθέτει: «Η κούρσα χαλάρωσης των κανονισμών ανάμεσα στις ρυθμιστικές Αρχές της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου – και η πρόθυμη και άκριτη συμμετοχή της πλουτοκρατίας σε αυτό τον ανταγωνισμό – είναι ένα σημαντικό αίτιο της οικονομικής κρίσης του 2008. Όμως είναι επίσης ένα κρίσιμο επεισόδιο σε μιαν άλλη εξέλιξη: την άνοδο της σούπερ – ελίτ». (σελ. 322).

Θα έλεγε κανείς ότι η κρίση του 2008 δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η συνέπεια, των μεθοδεύσεων της σούπερ – ελίτ να αναλάβει τα οικονομικά ηνία του πλανήτη. Η απορρύθμιση, που επέτρεψε τις χρηματιστηριακές και τραπεζικές αυθαιρεσίες, εξυπηρέτησε δεόντως τα συμφέροντα συγκεκριμένων κύκλων, οι οποίοι απέκτησαν πλούτο χωρίς προηγούμενο:

Η Φρίλαντ πληροφορεί ξανά: «Η άνοδος του 1%, και ιδιαίτερα του 0,1%, ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την άνοδο της χρηματοπιστωτικής. Οι λιγότερες κανονιστικές ρυθμίσεις, η αυξημένη πολυπλοκότητα και ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι σημαντικοί παράγοντες που είχαν ως αποτέλεσμα να μεγεθυνθεί ο ρόλος της χρηματοπιστωτικής στις οικονομίες τόσο πολλών ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας, και το εισόδημα των στελεχών του χρηματοπιστωτικού τομέα να ξεπεράσει τα εισοδήματα σχεδόν όλων των άλλων ειδικοτήτων». (σελ. 322).

Κορνήλιος Καστοριάδης
Κορνήλιος Καστοριάδης

Η προσοδοθηρία, που μετέτρεψε τον κρατικό πλούτο σε περιουσία ελαχίστων, δε θα μπορούσε να υπάρξει, χωρίς το απορρυθμιστικό πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου δόγματος: «Αυτή η σύνδεση με τις κανονιστικές ρυθμίσεις, ή την απουσία τους, είναι ένας παράγοντας εξαιτίας του οποίου η άνοδος της χρηματοπιστωτικής αφορούσε εν μέρει την προσοδοθηρία. Οι διασώσεις των τραπεζών και των τραπεζιτών από την κυβέρνηση το 2008 ξεσήκωσε τους λαϊκιστές και στα δεξιά και στα αριστερά: η κυβέρνηση διέσωσε τη σούπερ – ελίτ, αλλά αρνήθηκε να διασώσει όλους τους άλλους. Όμως η σύνδεση ανάμεσα στο κράτος και την τάξη των σούπερ – πλουσίων της χρηματοπιστωτικής είναι πολύ βαθύτερη από ένα δίχτυ ασφαλείας τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι τραπεζίτες της Γουόλ Στριτ, του Σίτι του Λονδίνου και της Φρανκφούρτης, σε μια κατάσταση ανάλογη με την Telmex του Κάρλος Σλιμ και τους κερδισμένους των ρωσικών ιδιωτικοποιήσεων, οφείλουν ένα μεγάλο μέρος του πλούτου τους σε εξυπηρετικές αποφάσεις των ρυθμιστικών Αρχών και των νομοθετών». (σελ. 323).

Συνέχεια

Τζακ Λόντον – Πώς έγινα σοσιαλιστής…


από

 

του Τζακ Λόντον

Πρέπει να παραδεχτώ ότι έγινα σοσιαλιστής κατά τρόπο παρόμοιο μ’ εκείνον με τον οποίο έγιναν χριστιανοί οι τεύτονες παγανιστές: μου επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων. Την εποχή που μεταστράφηκα, όχι μόνο δεν προσέβλεπα στον σοσιαλισμό, αλλά τον αντιμαχόμουν. Ήμουν πολύ νέος και ανώριμος, δεν ήξερα σχεδόν τίποτε, και μολονότι ούτε ακουστά είχα τη σχολή που επονομαζόταν «ατομικισμός», τραγουδούσα τον παιάνα των δυνατών με όλη μου την καρδιά.

Κι αυτό επειδή ήμουν εγώ δυνατός. Με το δυνατός εννοώ ότι είχα καλή υγεία και γερούς μυς, πλεονεκτήματα που είναι φανερό με ποιον τρόπο είχαν αποκτηθεί. Είχα ζήσει τα παιδικά μου χρόνια σε ράντσα της Καλιφόρνιας, μικρό αγόρι πουλούσα εφημερίδες στους δρόμους μιας ευημερούσας δυτικής πόλης και στα νιάτα μου επιδιδόμουν σε μικροκομπίνες στα κρυστάλλινα νερά του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο και του Ειρηνικού Ωκεανού. Μου άρεσε η ζωή χωρίς περιορισμούς και ήμουν ικανός να μοχθώ σαν σκλάβος, κάνοντας τις πιο σκληρές δουλειές. Δεν ήξερα καμιά τέχνη, αλλά μεταπηδούσα εύκολα από επάγγελμα σε επάγγελμα. Ατένιζα τον απέραντο κόσμο και τον έβρισκα καλό, απ’ άκρη σ’ άκρη. Θα το επαναλάβω: αυτή η αισιοδοξία οφειλόταν στο ότι ήμουν υγιής και δυνατός, δεν με βασάνιζαν πόνοι ή αρρώστιες, κανένα αφεντικό δεν με είχε απορρίψει λόγω κακής σωματικής κατάστασης και πάντα έβρισκα κάποια απασχόληση, είτε στο φτυάρισμα του κάρβουνου, είτε σαν ναύτης, είτε σε άλλες χειρωνακτικές δουλειές.

Χάρη σ’ όλα αυτά, στα νιάτα μου πετούσα στα σύννεφα. Όντας ικανός να τα βγάζω πέρα μόνος μου στη δουλειά ή στους καβγάδες, είχα γίνει ένας ασυγκράτητος ατομικιστής. Ήταν φυσικό. Ήμουν πάντα νικητής. Κι αυτό γιατί θεωρούσα το παιχνίδι, όπως το έβλεπα να παίζεται, ή όπως νόμιζα ότι το έβλεπα να παίζεται, ένα παιχνίδι εντελώς κατάλληλο για ΑΝΤΡΕΣ. Το να είσαι ΑΝΤΡΑΣ σήμαινε για μένα το να είναι χαραγμένη με κεφαλαία γράμματα πάνω στην καρδιά σου η λέξη άντρας. Να ριψοκινδυνεύεις σαν άντρας, να αγωνίζεσαι σαν άντρας, να κάνεις τη δουλειά ενός άντρα (έστω και με τον μισθό ενός παιδιού) – όλα αυτά με άγγιζαν βαθιά και με συνάρπαζαν όσο τίποτ’ άλλο. Και ονειροπολώντας φανταζόμουν ένα ομιχλώδες και άπειρο μέλλον, όπου θα έπαιζα ό,τι θεωρούσα πως είναι το παιχνίδι ενός ΑΝΤΡΑ, θα συνέχιζα να ταξιδεύω με ανεξάντλητα καλή υγεία, χωρίς ατυχήματα, και με μυς αέναα ρωμαλέους. Όπως είπα, αυτό το μέλλον ήταν άπειρο. Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν τον εαυτό μου να διασχίζει γεμάτος ενθουσιασμό μια ζωή χωρίς τέλος, σαν ένα από εκείνα τα ΞΑΝΘΑ ΚΤΗΝΗ του Νίτσε, ηδονικά περιπλανώμενος, ένας καταχτητής των πάντων χάρη στην απόλυτη υπεροχή και δύναμή μου.

Όσο για τους άτυχους, τους άρρωστους, τους βασανισμένους, τους γέροντες, τους σακατεμένους, πρέπει να ομολογήσω πως ούτε που τους σκεφτόμουν- απλώς αόριστα ένιωθα ότι, αν δεν τους τύχαινε κάποιο ατύχημα, θα μπορούσαν, αν ήθελαν στ’ αλήθεια να μοχθήσουν, να είναι εξίσου καλοί με μένα· ότι θα μπορούσαν να δουλέψουν κι αυτοί το ίδιο σκληρά όπως κι εγώ. Όσο για τα ατυχήματα, αυτά αντιπροσώπευαν τη ΜΟΙΡΑ, μια λέξη επίσης γραμμένη με κεφαλαία, κι από τη ΜΟΙΡΑ δεν μπορούσες να ξεφύγεις. Ο Ναπολέων είχε ένα ατύχημα στο Βατερλώ, όμως αυτό δεν μετρίαζε την επιθυμία μου να γίνω ένας νέος, όψιμος Ναπολέων. Επιπλέον, η αισιοδοξία μου, που τρεφόταν από ένα στομάχι ικανό να χωνέψει παλιοσίδερα κι ένα κορμί που άνθιζε με τις κακουχίες, δεν μου επέτρεπε να συνδέσω την έστω και αμυδρή πιθανότητα ενός ατυχήματος με τη λαμπρή προσωπικότητά μου.

Ελπίζω να ξεκαθάρισα πως αισθανόμουν περήφανος που συγκαταλεγόμουν ανάμεσα στους προικισμένους από τη φύση αρίστους. Η αξιοπρέπεια της εργασίας αποτελούσε για μένα το πιο εντυπωσιακό πράγμα στον κόσμο. Χωρίς να έχω διαβάσει τον Καρλάιλ ή τον Κίπλινγκ, είχα επινοήσει ένα ευαγγέλιο του μόχθου που ξεπερνούσε και σκίαζε τα δικά τους. Η δουλειά ήταν το παν. Ήταν καθαγιασμός και σωτηρία. Δεν μπορείτε να διανοηθείτε πόση περηφάνια ένιωθα μετά από μια μέρα σκληρής και αποτελεσματικής δουλειάς· ούτε εγώ μπορώ καλά-καλά να τη διανοηθώ, τώρα που ανατρέχω στα αισθήματα εκείνης της εποχής. Ήμουν ο πιο πιστός μισθωτός σκλάβος που είχε ποτέ εκμεταλλευτεί καπιταλιστής. Το να αποφύγω κάποιο θέλημα ή να κάνω τον άρρωστο ήταν μέγιστο αμάρτημα, πρώτα ενάντια στον εαυτό μου και μετά ενάντια στον άνθρωπο που πλήρωνε τον μισθό μου. Το έβλεπα σαν έγκλημα και το κατέτασσα δεύτερο μετά την προδοσία, θεωρώντας το εξίσου βαρύ.

Με δυο λόγια, ο χαρούμενος ατομικισμός μου κυριαρχείτο από την ορθόδοξη αστική ηθική. Διάβαζα τις αστικές εφημερίδες, άκουγα τους αστούς ιεροκήρυκες και επευφημούσα τις ηχηρές κοινοτοπίες των αστών πολιτικών. Και δεν αμφιβάλλω ότι, αν απρόβλεπτα περιστατικά δεν είχαν αλλάξει την πορεία μου, θα είχα εξελιχθεί σε επαγγελματία απεργοσπάστη (έναν από τους Αμερικανούς ήρωες του προέδρου Έλιοτ), και το κεφάλι και το κορμί με το οποίο έβγαζα το ψωμί μου πιθανότατα θα γίνονταν λιώμα από το ρόπαλο κάποιου μαχητικού συνδικαλιστή.

Συνέχεια

Για τον μύθο του «πολιτικού συστήματος» …


Περί εποικοδομήματος, οικοδομήματος και θεμελίων

Γράφει ο Κώστας Λάμπος*

Όπως η αρχιτεκτονική των κτιρίων, που αποτελεί την συνισταμένη όλων των παραμέτρων που συνδυασμένα καθορίζουν την στατική αντοχή και πλοκή των υλικών μερών τους, την πλαστικότητα και λειτουργικότητα του χώρου αλλά και την δυναμική της φόρμας στη διάσταση του χρόνου σε όλα τα ορατά και αόρατα επίπεδα, οριοθετείται βασικά από τα θεμέλιά τους, έτσι και η αρχιτεκτονική των κοινωνικών συστημάτων προσδιορίζεται από τους θεμελιακούς θεσμούς τους που ορίζουν τη σχέση της εργαζόμενης κοινωνίας με τα μέσα παραγωγής και με το προϊόν της παραγωγής, δηλαδή με την παραγωγική βάση και τον πλούτο της κοινωνίας τους.

Όπως η αρχιτεκτονική των κτιρίων εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου, αλλάζοντας υλικά, εποικοδόμημα, οικοδόμημα και θεμελίωση, έτσι και τα κοινωνικά συστήματα οφείλουν να εξελίσσονται και να προσαρμόζονται στα καινούργια δεδομένα με σκοπό να ικανοποιήσουν καινούργιες ανάγκες αξιοποιώντας καινούργιες δυνατότητες.

ARKAS -The Original Page
ARKAS -The Original Page

Συνέχεια

Παν. Κονδύλης: Πόλεμος και πολιτική – η θέση του Clausewitz…


Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης*

ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΠΡΩΤΟΝ ΨΕΥΔΟΣ της επικρατούσας ερμηνείας του Clausewitz έγκειται στη θέση ότι η έννοια του πολέμου, η οποία διατυπώνεται στην αρχή του κύριου έργου του, είναι κάτι ιδεατό και ανυπόστατο, ένας ιδεώδης τύπος πέραν της πραγματικότητας, μια καθαρά θεωρητική αντίληψη ή μια πλασματική κατασκευή. Και επειδή μέσα στην έννοια αυτή δεσπόζει, μεταξύ άλλων, ο παράγοντας «βία», από τον δήθεν αφηρημένο χαρακτήρα της έννοιας συνάγεται ο αφηρημένος χαρακτήρας της ίδιας της βίας, και στο εννοιολογικό ζεύγος «αφηρημένος πόλεμος-τυφλή βία»αντιπαρατίθεται η σύζευξη πραγματικού πολέμου και έλλογης, ήτοι μετριοπαθούς πολιτικής δράσης. Με άλλα λόγια: αφού η αμετρίαστη βία φαίνεται εξ ορισμού απόρροια της εννοιολογικής αφαίρεσης, για το όλο πεδίο της πραγματικότητας, το οποίο πράγματι συνιστά κατά τον Clausewitz το πεδίο της πολιτικής, δεν απομένει τίποτε άλλο παρά η μετριοπαθής δράση· και τελικά η δράση αυτή συσχετίζεται με ορισμένους πολιτικούς (δηλ. μη στρατιωτικούς), οξυδερκείς και υπεύθυνους φορείς, των οποίων η ηγετική θέση κατά τη διεξαγωγή πολέμου εμφανίζεται ως επιταγή αντλούμενη τάχα από την ίδια τη θεωρητική διαπίστωση του πολιτικού χαρακτήρα του πολέμου. Αντίθετα, εμείς θα αποδείξουμε παρακάτω ότι η έννοια του Clausewitz για τον πόλεμο δεν αναφέρεται σε κάποιαν αφηρημένη οντότητα, σε κάποιο ens rationis, αλλά περιέχει μιαν ενισχυμένη πραγματικότητα, η οποία, ακριβώς επειδή είναι ενισχυμένη, μπορεί να συλληφθεί νοητικά μονάχα κάνοντας αφαίρεση από την υπόλοιπη πραγματικότητα· ότι ο πρώτος και αποφασιστικός μετριασμός της άκρας, εννοιολογικά αμιγούς βίας οφείλεται σε παράγοντες εντελώς άσχετους από τη δράση και τις προθέσεις οποιασδήποτε πολιτικής ή στρατιωτικής εξουσίας, αναγόμενους δηλ. σε ανθρωπολογικές και πολιτισμικές σταθερές, η επενέργεια των οποίων παραμένει ανεξάρτητη από τη βούληση και τη γνώση κυβερνήσεων και υπηκόων και ότι ήδη για τους λόγους αυτούς εδώ δεν έχουν καμμία θέση ηθικές-κανονιστικές αποφάνσεις: πρακτικές αρχές διατυπώνει ο Clausewitz (και πάλι δίχως ηθική-κανονιστική πρόθεση) μόλις σ’ ένα θεωρητικά υποδεέστερο επίπεδο, όπου υπεισέρχεται η πολιτική με την έννοια των υποκειμενικών πράξεων και προθέσεων και όπου αναλύεται η αντίθεση μεταξύ πολέμου εκμηδενίσεως και περιορισμένου πολέμου.

Οι Ναπολεόντιοι Πόλεμοι ήταν μια σειρά πολέμων που κηρύχθηκαν ενάντια στην Α' Γαλλική Αυτοκρατορία του Ναπολέοντα από αντίπαλες συμμαχίες που έλαβαν χώρα από το 1803 μέχρι το 1815.
Οι Ναπολεόντιοι Πόλεμοι ήταν μια σειρά πολέμων που κηρύχθηκαν ενάντια στην Α’ Γαλλική Αυτοκρατορία του Ναπολέοντα από αντίπαλες συμμαχίες που έλαβαν χώρα από το 1803 μέχρι το 1815.

Συνέχεια