Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση πεθαίνει …


… o νεοεθνικισμός ανατέλλει;

Του Ευάγγελου Κοροβίνη*

Μέχρι πρόσφατα, η μεταπολεμική φιλελεύθερη τάξη υπήρξε σταθερή. Η τάξη αυτή ενσωματώνει δύο διακριτές και όχι κατ’ ανάγκην συμβατές μεταξύ τους προσεγγίσεις. Η πρώτη, ο κεϋνσιανισμός, θεωρούσε ως θεμέλια κοινωνία του συστήματος το έθνος-κράτος και τις σχετικά κλειστές εθνικές οικονομίες. Η δεύτερη, ο νεοφιλελευθερισμός, ενίσχυσε και πολλαπλασίασε τη δυνατότητα που έχουν οι ισχυροί παίχτες της αγοράς, οι εταιρείες-γίγαντες, να παρακάμπτουν και να αποδομούν τους κανόνες που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο. Εκτός από αυτές τις εταιρείες-γίγαντες, το θεσμικό περιβάλλον του νεοφιλελευθερισμού το συμπληρώνει η αυξανόμενη ισχύς υπερεθνικών οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Παγκόσμια Τράπεζα.

Με δεδομένο το πάγωμα των μισθών στις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, ο μόνος τρόπος να εξασφαλισθεί άνοδος της κατανάλωσης στα παλαιά κέντρα του συστήματος ήταν η υπερχρέωση ιδιωτών αλλά και κρατών.
Με δεδομένο το πάγωμα των μισθών στις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, ο μόνος τρόπος να εξασφαλισθεί άνοδος της κατανάλωσης στα παλαιά κέντρα του συστήματος ήταν η υπερχρέωση ιδιωτών αλλά και κρατών.

Στα πλαίσια του κεϋνσιανού κοινωνικού μοντέλου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχοντας ν’ αντιμετωπίσουν ως αντίπαλο τη Σοβιετική Ένωση, αποφάσισαν ότι η μακράς διάρκειας ανεργία ήταν μία υπαρξιακή απειλή για τον καπιταλισμό και ότι έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε κόστος. Οι κυβερνήσεις κλήθηκαν να διατηρήσουν δείκτες ανεργίας κατώτερους του 4%. Όμως η επιδίωξη της σταθερότητας μίας μεταβλητής, των δεικτών της ανεργίας εν προκειμένω, μέσα από την ίδια τη δυναμική των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων και σε βάθος χρόνου αυτοϋπονομεύθηκε. Οι μισθοί, συγκεκριμένα, τείνουν να αυξάνονται στους κόλπους σχετικά κλειστών και ρυθμιζόμενων αγορών και η απάντηση των επιχειρήσεων είναι να ανεβάζουν, με τη σειρά τους, τις τιμές των προϊόντων τους. Αυτός ο μηχανισμός, όπου οι μισθοί και οι τιμές κυνηγούν οι μεν τις δε, πήρε τη δεκαετία του ’70 τη μορφή ενός εκρηκτικού σπιράλ ανόδου μισθών και τιμών και συνδυάστηκε με τον πενταπλασιασμό της τιμής του πετρελαίου κατά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979.

Δεν είναι παράξενο, κατά συνέπεια, που η δεκαετία του ’70 αναδείχθηκε σε παράδεισο του δανειολήπτη, καθώς ο ανερχόμενος πληθωρισμός κατέτρωγε τα χρέη, ενώ, την ίδια στιγμή, το εργατικό εισόδημα ανέβαινε, ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, τα κέρδη μειώνονταν, τα συνδικάτα ισχυροποιούνταν, οι ανισότητες περιορίζονταν και η θέση των δανειστών και των επιχειρηματιών αποδυναμωνόταν. Η εποχή αυτή συμπίπτει με το πέρασμα στον μεταμοντερνισμό και τη βασιλεία του απενεχοποιημένου καταναλωτή. Ενός καταναλωτή «απελευθερωμένου» από την αστική ασκητική ηθική της αναβεβλημένης απόλαυσης και της συσσώρευσης και αποταμίευσης.

Συνέχεια

Advertisements

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι οικονομικές κρίσεις και ο σύγχρονος κόσμος των πολυεθνικών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Αντιλαμβανόμενοι την κυκλική πορεία της οικονομίας (την άνοδο ακολουθεί η πτώση), κατανοούμε ότι ο κύκλος αυτός αποδίδεται στην πολυπλοκότητα πολλών συνισταμένων που καθορίζουν το οικονομικό γίγνεσθαι: «Αν εξετάσουμε τις λεπτομέρειες οποιασδήποτε πραγματικής στιγμής του οικονομικού κύκλου, θα ανακαλύψουμε ότι είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και ότι κάθε στοιχείο της ανάλυσής μας θα απαιτηθεί για την πλήρη εξήγησή της. Θα ανακαλύψουμε, ιδιαίτερα, ότι οι διακυμάνσεις στη ροπή προς κατανάλωση, στην προτίμηση ρευστότητας και στην οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου, όλα αυτά, έχουν παίξει κάποιο ρόλο». (σελ. 335).

Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι ο σπουδαιότερος παράγοντας διαιώνισης του οικονομικού κύκλου είναι αυτό που έχουμε ονομάσει οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου: «Θεωρώ, όμως, ότι ο ουσιαστικός χαρακτήρας του οικονομικού κύκλου και, ειδικά, η κανονικότητα της χρονικής αλληλουχίας και της διάρκειας που μας επιτρέπει να τον αποκαλούμε κύκλο οφείλεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο κυμαίνεται η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Νομίζω ότι ο οικονομικός κύκλος καλύτερα είναι να θεωρείται ότι προκαλείται από κυκλική μεταβολή της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου, η οποία όμως περιπλέκεται και συχνά επιδεινώνεται από συναφείς μεταβολές στις άλλες σημαντικές βραχυπρόθεσμες μεταβλητές του οικονομικού συστήματος». (σελ. 335).

ARKAS -The Original Page

Συνέχεια

Ο συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο…


από 

Ας το πάρουμε απόφαση: κερδίζει ο οργανωμένος εγωισμός. Σκίτσο του Αλτάν

Ας το πάρουμε απόφαση: κερδίζει ο οργανωμένος εγωισμός. Σκίτσο του Αλτάν

Κείμενο: Παναγιώτης  Κονδύλης*

Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ένταξη του συντηρητισμού ως κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου στο συνολικό φάσμα των Νέων Χρόνων σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτός δεν συνιστά ιστορική ή ανθρωπολογική σταθερά, παρά ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που συνδέεται με ορισμένη εποχή και με ορισμένο τόπο και που παρέρχεται μαζί μ’ αυτήν την εποχή ή και πριν ακόμη από το τέλος της· και δεύτερον, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί με αφετηρία την εχθρότητα του προς τη γαλλική Επανάσταση, αλλά ότι το καλύτερο είναι να ξεκινήσουμε από την αντιπαράθεση του με ορισμένα ειδοποιά γνωρίσματα των Νέων Χρόνων εν γένει, τα οποία οι συντηρητικοί θεώρησαν ως επαναστατικά. Ακόμα όμως κι αν επικρατούσε συμφωνία πάνω σε τούτη τη διπλή θέση, έτσι χοντρικά διατυπωμένη, και πάλι δεν θα είχαμε κερδίσει πολλά πράγματα από άποψη περιεχομένου, εφ’ όσον δεν θα έχουν προσδιορισθεί με την αναγκαία σαφήνεια τα κρίσιμα για τον προβληματισμό μας χαρακτηριστικά της εποχής, μέσα στην οποία ο συντηρητισμός διαμορφώνεται, δραστηριοποιείται και τελικά αποσυντίθεται —και επί πλέον, εφ’ όσον δεν θα έχει δοθεί ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα ποιες είναι οι έσχατες πηγές της συντηρητικής σκέψης μέσα στην ιστορία της κοινωνίας και των ιδεών.

Γιατί η διαπίστωση, ότι μόνον μέσα από την αντιπαράθεση με ορισμένα γνωρίσματα των Νέων Χρόνων συμπυκνώθηκαν ορισμένες ιδεολογικές θέσεις για να συγκροτήσουν ό,τι εκ των υστέρων ονομάσθηκε «συντηρητισμός», δεν εξυπονοεί eo ipso ότι αυτές γεννήθηκαν ex nihilo και αναγκαστικά μέσα σε τούτη την αντιπαράθεση και εξ αιτίας της. Πράγματι, η ένταση του αγώνα στο προσκήνιο έκαμε να λησμονηθεί το παρασκήνιο της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, έτσι ώστε εύκολα μπορούσε να δημιουργηθεί η οπτική απάτη ότι ο συντηρητισμός —όχι απλώς ως συνεκτικά εκλογικευμένη και εκσυγχρονισμένη κοινωνικοπολιτική στάση, αλλά ήδη ως στοιχειωδώς δομημένος κύκλος ιδεών— δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά την αντιστροφή της (ιδεολογικής και πολιτικής) επανάστασης, άρα κάτι εν τέλει παράγωγο. Ας πούμε ωστόσο προκαταβολικά ότι η καθ’ εαυτήν ευπρόσδεκτη και κατά τα φαινόμενα ήδη επικρατούσα τάση να τοποθετείται χρονικά η απαρχή του συντηρητισμού όχι στην εχθρότητα απέναντι στη γαλλική Επανάσταση, αλλά ήδη στην απόρριψη του ορθολογισμού του Διαφωτισμού, από μόνη της δεν επαρκεί καθόλου, αν θέλουμε να εξαντλήσουμε το ιστορικό και ιδεολογικό του περιεχόμενο· γιατί αφ’ ενός το χρονικό διάστημα, για το οποίο πρόκειται, είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο συνήθως νομίζεται και αφ’ ετέρου έτσι στενεύει κατά τρόπο ολέθριο —ιδιαίτερα σε σχέση με τούτο το πρόβλημα— η προοπτική της κοινωνικής ιστορίας.

Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι κλασικοί και το ζήτημα της ανεργίας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το βιβλίο του Κέινς «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», πιο γνωστό ως «Γενική Θεωρία», αναμφίβολα αποτέλεσε σταθμό στην πορεία της οικονομικής σκέψης. Η πρωτοπορία των απόψεων ανέτρεψαν τα δεδομένα της εποχής – το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1936 – υποδεικνύοντας ένα οικονομικό μοντέλο, που, χωρίς να αναιρεί τις καπιταλιστικές αρχές της παραγωγής και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, φέρνει στο προσκήνιο το ρόλο του κράτους ως ρυθμιστικό κι εξισορροπητικό παράγοντα στο οικονομικό γίγνεσθαι. Κι επειδή η διαμόρφωση των οικονομικών σχέσεων καταδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό (αν όχι σε απόλυτο) και το πρόσωπο της κοινωνίας, δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο κεϊνσιανισμός δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική πρόταση. Εξάλλου, ακόμη και σήμερα, ο όρος «κεϊνσιανό μοντέλο» είναι αδύνατο να αποκοπεί από την κοινωνική του διάσταση.

Ο Κέινς από την αρχή ασκεί δριμύτατη κριτική στις απόψεις της κλασικής οικονομικής σχετικά με την απασχόληση. Καταγγέλλει ότι οι εκπρόσωποι της κλασικής σχολής παρασυρόμενοι από το Ρικάρντο και διαστρεβλώνοντάς τη θεωρία του επικαλούνται τις ρικαρντιανές απόψεις, που δεν αφορούν το εθνικό εισόδημα αλλά τη διανομή του, ακόμη κι όταν ερευνούν τα αίτια του πλούτου σε εθνικό επίπεδο: «Ο Ricardo απαρνείται ρητά κάθε ενδιαφέρον για το μέγεθος του εθνικού εισοδήματος, σε αντίθεση με το ενδιαφέρον του για τη διανομή του. Ως προς αυτό αξιολογούσε ορθά το χαρακτήρα της θεωρίας του. Οι διάδοχοί του, όμως, λιγότερο οξυδερκείς, χρησιμοποίησαν την κλασική θεωρία σε συζητήσεις σχετικές με τα αίτια του πλούτου». (σελ. 55).

Ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, πρώτος βαρώνος Κέυνς του Τίλτον (John Maynard Keynes, 5 Ιουνίου 1883 – 21 Απριλίου 1946) ήταν Άγγλος οικονομολόγος, μαθηματικός, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και ανώτατος κρατικός υπάλληλος. Εξώφυλλο του περιοδικού TIME

Ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, πρώτος βαρώνος Κέυνς του Τίλτον (John Maynard Keynes, 5 Ιουνίου 1883 – 21 Απριλίου 1946) ήταν Άγγλος οικονομολόγος, μαθηματικός, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και ανώτατος κρατικός υπάλληλος. Εξώφυλλο του περιοδικού TIME

Συνέχεια

Η Ναόμι Κλάιν, οι πολυεθνικές και η υπόθεση της Μασαχουσέτης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η επαίσχυντη χούντα στη Βιρμανία και η απροκάλυπτη εκμετάλλευση της κατάστασης από ένα πλήθος πολυεθνικών, που μεταφέρθηκαν εκεί παράγοντας σχεδόν τσάμπα με την προστασία του καθεστώτος (κάποιες μάλιστα είχαν και ενεργή συμμετοχή στη στήριξή του), προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην Αμερική σχετικά με τις μεθόδους των εταιρειών να ελαχιστοποιούν τα έξοδά τους.

Η συνεργασία με δικτατορικά καθεστώτα, η παιδική εργασία, τα εργοστάσια-κάτεργα, η περιφρόνηση του περιβάλλοντος, με δυο λόγια η συνολική εικόνα του ακραίου αμοραλισμού και της κατάφωρης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στο όνομα του κέρδους) δημιούργησε δυσαρέσκεια και προκάλεσε κινητοποιήσεις.

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο «NO LOGO» σημειώνει: «Η πιο σημαντική κίνηση […] πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1996, όταν το πολιτειακό κοινοβούλιο της Μασαχουσέτης υπερψήφισε το Νόμο της Μασαχουσέτης για τη Βιρμανία, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη για τις εταιρείες που είχαν δοσοληψίες με το δικτατορικό καθεστώς της χώρας τη σύναψη συμβολαίων με τη συγκεκριμένη Πολιτεία». (σελ. 497). Επρόκειτο για ένα νόμο που θορύβησε τις πολυεθνικές: «Όπως επισήμανε και η έγκυρη Journal of Commerce “οι στόχοι βρίσκονται πολύ μακριά μας, αλλά ξαφνικά οι τοπικές κυβερνήσεις φαίνονται να μπορούν να φτάσουν στην άκρη της γης”». (σελ. 497 – 498).

Βιρμανία / Μιανμάρ
Βιρμανία / Μιανμάρ

Η απόφαση του συγκεκριμένου πολιτειακού κοινοβουλίου δεν ήταν ούτε ουρανοκατέβατη ούτε αιφνιδιαστική. Εξέφραζε τη γενικευμένη δυσπιστία του πληθυσμού απέναντι στις πολυεθνικές και τη βαθιά ανησυχία για τις μεθοδεύσεις τους. Λίγα χρόνια νωρίτερα (από το 1994) και το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ είχε κινηθεί ανάλογα: «… το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ πέρασε τόσες πολλές αποφάσεις μποϊκοτάζ – εναντίον εταιρειών που κάνουν επιχειρήσεις στη Βιρμανία, τη Νιγηρία και το Θιβέτ, κι εταιρειών που συνδέονται με τη βιομηχανία όπλων ή με την πυρηνική ενέργεια – ώστε, όπως αστειεύτηκε η δημοτική σύμβουλος Πόλι Άρμστρονγκ, “πολύ σύντομα θα πρέπει να κάνουμε τη δική μας υπεράκτια γεώτρηση”». (σελ. 498 – 499).

Συνέχεια

Το κυπριακό πρόβλημα είμαστε εμείς…


του Άκη Γαβριηλίδη

Εκατό περίπου χρόνια μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπάρχει μία γωνιά στον κόσμο όπου το πνεύμα της παραμένει ακόμα ζωντανό:
η Κύπρος.

Η Κύπρος, ακόμα σήμερα, επισήμως είναι ένα κράτος στο οποίο συνυπάρχουν πληθυσμιακές ομάδες με διαφορετική εθνοτική καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία, χωρίς καμία απ’ αυτές να θεωρείται «πλειονότητα». Η Κύπρος δεν έχει πλέον αυτοκρατορία, έχει όμως ακόμα μιλλέτ.

Σε όλες τις περιοχές των Βαλκανίων, από αρκετά νωρίς στον 20ό αιώνα στήθηκαν μαγαζάκια εθνικής καθαρότητας, τα οποία έκαναν συντεταγμένα και νοικοκυρεμένα τις σφαγές τους, τις εθνοκαθάρσεις τους, τις «εθελοντικές» και υποχρεωτικές ανταλλαγές πληθυσμών τους, δημιούργησαν το εθνικό τους αφήγημα που αποκλείει όλους τους άλλους και αποδεικνύει ότι εδώ «είμασταν πάντα εμείς» …

Στην Κύπρο τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Όχι ότι δεν επιχειρήθηκε, βέβαια· αλλά ποτέ δεν επικράτησε τελείως. Πάντοτε έμενε ένα υπόλοιπο, κάτι που δεν άφηνε το καπάκι να κλείσει.

Το υπόλοιπο αυτό είναι το «κυπριακό πρόβλημα».

Δηλαδή είμαστε εμείς. Όλοι εμείς που δεν γουστάρουμε εθνικές καθαρότητες, που δεν θεωρούμε αυτονόητο μονόδρομο για τη συνύπαρξη των ανθρώπων το αξίωμα «ένας λαός, ένα έδαφος, μία γλώσσα, μία θρησκεία και γύρω γύρω συρματόπλεγμα». Εμείς είμαστε αυτοί που δεν αφήνουμε το καπάκι να κλείσει.

Το ότι υπάρχει «κυπριακό πρόβλημα» είναι μία νίκη μας.

Φυσικά η νίκη αυτή προέκυψε ενδεχομενικά, κατά μία έννοια τυχαία· οφείλεται σε μια συσσώρευση ιστορικών συγκυριών, χάρη στις οποίες καμία από τις αντικρουόμενες στρατηγικές δεν κατάφερε να επικρατήσει τελείως και να εκτοπίσει την άλλη. Κατά τα άλλα, και δολοφονίες αμάχων γίνανε, (ενίοτε αρκετά μαζικές), και μία βαθμιαία και ντε φάκτο «Λωζάννη» υπήρξε: αρχικά με τους «θύλακες» και μετά με την προσφυγοποίηση που ακολούθησε τη διπλή επέμβαση των «μητέρων πατρίδων» του 74. Μέχρι και η οιονεί νομιμοποίηση αυτής της ανταλλαγής προέκυψε, με τη λιγότερο διάσημη συμφωνία της Βιέννης του 77 –η οποία υπήρξε μία «Λωζάννη εσωτερικού χώρου»: παρήγαγε δύο –σχετικά- «καθαρές» εθνοτικά περιοχές, αλλά αυτές είναι υποδιαιρέσεις ενός τυπικά ενιαίου κράτους. Δεν υπήρξε όμως μία κυπριακή Σρεμπρένιτσα, ούτε ένα κυπριακό Ντέιτον.

Εν πάση περιπτώσει, η αποτυχία των στρατηγικών εθνικής καθαρότητας ιστορικά προέκυψε από την αμοιβαία τους εξουδετέρωση και τη σχετική τους αδυναμία/ ισοδυναμία. Δεν είναι δηλαδή ότι κάποιοι άλλοι έθεσαν ως στόχο αυτό το αποτέλεσμα, οργανώθηκαν, αγωνίστηκαν γι’ αυτό και το επέβαλαν.

Το ότι όμως εμείς οι αεθνιστές δεν είχαμε εξαρχής κάποιο σχέδιο, κάποιο «πρόταγμα» όπως λένε σήμερα, δεν αναιρεί το γεγονός ότι σήμερα είμαστε οι μόνοι που έχουμε. Και αυτό είναι το πλεονέκτημά μας.

Οι οπαδοί των (εθνικώς) «καθαρών λύσεων», το μόνο που έχουν είναι ο συνδυασμός μίας μαξιμαλιστικής ρητορείας και ενός αμυντικού αρνητισμού που κατατείνει απλώς στην αναπαραγωγή του υπάρχοντος (υποτίθεται «μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες» που να είναι «πιο ευνοϊκές για την υλοποίηση των σχεδίων τους». Αυτές οι μέρες όμως επί σαράντα και πλέον χρόνια τώρα δεν έρχονται, και δεν είναι πιθανό να έλθουν τα επόμενα σαράντα). Στο μεταξύ όμως, δεν έχουν προσέξει ότι οι βερμπαλισμοί του τύπου «σύνορα στην Κερύνεια» αρχίζουν να μην ηχούν τόσο πειστικοί σε σύγκριση με όσους/-ες ενεργούν ήδη τώρα με βάση την –ιστορικά και νομικά ακριβέστατη άλλωστε- παραδοχή ότι τα «σύνορα» (ή πάντως το ακρότατο βόρειο σημείο) της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγματι βρίσκονται στην Κερύνεια. Ήταν πάντα, και δεν έπαψαν ποτέ να βρίσκονται.

Δηλαδή π.χ. σε σύγκριση με τους φίλους και συντρόφους μας οι οποίοι, σε μία πράξη ύψιστου πατριωτισμού, κατεβάσανε τις σημαίες ξένων δυνάμεων –αυτών που φέρανε στην Κύπρο το διχασμό και το θάνατο- και αναρτήσανε στη θέση τους ένα λάβαρο εμπνευσμένο από μια επιθυμία. Δηλαδή από ένα θετικό πάθος. Όχι από φόβο, μίσος, αλαζονεία, καχυποψία, επιφυλακτικότητα· από την τάση που κάνει τους ανθρώπους να ζουν μαζί.

Για πρώτη φορά στην Κύπρο, εμείς οι αεθνιστές νομίζω ότι έχουμε ένα πολιτικό –όχι απλώς ηθικό- πλεονέκτημα. Δεν ξέρω αν έχουμε την πλειοψηφία. Έχουμε όμως μια θετική πρόταση· ίσως τη μόνη θετική πρόταση απέναντι στην απραξία, την κωλυσιεργία, την παραίτηση και την περιχαράκωση.

Φωτογραφία του χρήστη Andri Georgiou.

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δικαιοσύνης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Για τη σημασία της δικαιοσύνης στην κοινωνία ο M. J. Sandel είναι απολύτως ξεκάθαρος: «Η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μία σημαντική αξία μεταξύ άλλων, η οποία σταθμίζεται και εξετάζεται κατά περίπτωση, αλλά μάλλον το μέσον με το οποίο σταθμίζονται και αποτιμώνται οι αξίες. Υπό αυτή την έννοια είναι, κατά κάποιον τρόπο, “η αξία των αξιών”». (σελ. 100).

Κι όχι μόνο: «Η δικαιοσύνη είναι ο γνώμονας με τον οποίο οι αντικρουόμενες αξίες συμφιλιώνονται και οι ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού προσαρμόζονται, αν τελικώς δεν επιλύονται. Ως τέτοια πρέπει να έχει κάποια προτεραιότητα όσον αφορά αυτές τις αξίες και αυτά τα αγαθά». (σελ. 100).

Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι το μέσον που σταθμίζει τις αξίες ή, αλλιώς, ο γνώμονας που συμφιλιώνει τις αντικρουόμενες αξίες και τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε να αποκοπεί από τις τρέχουσες κοινωνικές προτεραιότητες. Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να καθρεφτίζει τις πολιτικές αντιλήψεις μιας κοινωνίας αναπαράγοντάς τες ως μορφή δικαίου.

Η επικράτηση της μιας ή της άλλης πολιτικής οπτικής έχει άμεση αντανάκλαση στη δικαιοσύνη, η οποία εν τέλει θα αποδώσει το δίκαιο σύμφωνα με τις τρέχουσες αξιακές επιταγές. Ο φιλελεύθερος Τζων Ρωλς, στο βιβλίο του «Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός» είναι πρόθυμος να καταδείξει ότι σε τελική ανάλυση η δικαιοσύνη είναι θέμα πολιτικό: «Λέγοντας πως μια αντίληψη της δικαιοσύνης είναι πολιτική εννοώ […] τρία πράγματα: ότι είναι πλαισιωμένη έτσι ώστε να εφαρμόζεται αποκλειστικά στη βασική δομή της κοινωνίας, στους κύριους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς της θεσμούς, σαν οι τελευταίοι να αποτελούν ένα ενοποιημένο σχήμα κοινωνικής συνεργασίας· ότι παρουσιάζεται ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ευρύτερο θρησκευτικό ή ηθικό δόγμα· και ότι η επεξεργασία της έγινε με όρους θεμελιωδών πολιτικών ιδεών, οι οποίες θεωρούνται ως εξυπονοούμενες από τη δημόσια πολιτική κουλτούρα μιας δημοκρατικής κοινωνίας». (σελ. 269).

Marc Roche
Marc Roche

Επομένως, ένα φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα (όπως και κάθε άλλο), οφείλει να εκφράζεται και μέσα από τις αρχές της δικαιοσύνης: «… είναι ουσιώδες μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη να συμπεριλαμβάνει, πέρα από τις δικές της αρχές δικαιοσύνης, και κατευθυντήριους κανόνες της έρευνας, οι οποίοι θα προσδιορίζουν τρόπους συλλογισμού και κριτήρια για τα είδη εκείνα πληροφόρησης που είναι σχετικά με τα πολιτικά ερωτήματα. Χωρίς τέτοιους κατευθυντήριους κανόνες οι ουσιαστικές αρχές δεν μπορούν να εφαρμοστούν, και τούτο αφήνει την πολιτική αντίληψη ανολοκλήρωτη και θραυσματική». (σελ. 269).

Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόταγμα, αν θέλει να καθιερωθεί, πρέπει πρωτίστως να επικρατήσει στη μάχη των ιδεών. Πρέπει, δηλαδή, να πείσει τους πολίτες για την ιδεολογική του υπεροχή δικαιολογώντας τόσο σε επίπεδο πολιτικής, όσο και σε επίπεδο δικαιοσύνης, παιδείας, ελεγκτικών μηχανισμών και θεσμικών αρχών την ορθότητα της κατεύθυνσης που χαράζει.

Η κυριαρχία μιας πολιτικής ιδέας σε όλους τους τομείς εξασφαλίζει τη σταθερότητα του προτάγματος που πρεσβεύει. Πρόκειται για την τελική υλοποίηση αυτού που ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» αποκαλεί πρόγραμμα: «Όταν πρόκειται για πολιτική, η παράσταση του επιδιωκόμενου μετασχηματισμού, ο ορισμός των στόχων, μπορεί να πάρει – και πρέπει κατ’ ανάγκη να πάρει, υπό ορισμένες συνθήκες – τη μορφή του προγράμματος. Το πρόγραμμα είναι μια προσωρινή συγκεκριμενοποίηση των στόχων του προτάγματος σε σημεία που κρίνονται ουσιώδη στις δεδομένες περιστάσεις, στο μέτρο που η πραγματοποίησή τους θα επέφερε ή θα διευκόλυνε, από την ίδια της τη δυναμική, την πραγματοποίηση του συνόλου του προτάγματος. Το πρόγραμμα δεν είναι παρά μια αποσπασματική και προσωρινή μορφή του προτάγματος. Τα προγράμματα περνούν, το πρόταγμα παραμένει». (σελ. 118).

Συνέχεια