Όταν το Κέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών απωθεί το Πολιτικό-»Έρωτας και Επιθυμία στον 21ο αιώνα»…


Στις 10 Μαρτίου, Σάββατο, πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων κλινικό σεμινάριο με θέμα «Έρωτας και επιθυμία τον 20ο αιώνα», με κεντρικό ομιλητή τον Fabian Fajnwaks.

https://www.psychologynow.gr/psy-activities/speeches-lectures/3295-erotas-kai-epithymia-ston-21o-aiona-kentro-psyxanalytikon-erevnon-tis-athinas.html 

 
Η Εισήγηση

Δεδομένου ότι η όλη διαδικασία της εισήγησης και της μετάφρασης από τα γαλλικά στα ελληνικά διήρκεσε πολύ ώρα, παρακάτω σημειώνω κάποια ουσιαστικά σημεία.

Ο ομιλητής μας ξενάγησε στη θεωρία του Lacan για τις σχέσεις των φύλων με επίκεντρο τους τύπους εμφυλοποίησης που ο Γάλλος ψυχαναλυτής θέτει στο 20ο Σεμινάριο (»Ακόμη»). Με γνώμονα το λακανικό αξίωμα »δεν υπάρχει διάφυλη σχέση», δεν υπάρχει δηλαδή τυποποιήσιμη, μαθηματική-συναρτησιακή σχέση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αναφέρθηκε στη λογική του όλου και της φαλλικής σημασίας που σύμφωνα με τον Lacan χαρακτηρίζει τον Άντρα, και τη λογική του μη-όλου που χαρακτηρίζει το γυναικείο. Ο Lacan διαφοροποιείται τόσο από τον κοινωνιολογικό αναγωγισμό όσο και από τον βιολογικό αναγωγισμό. Η θέση »Άντρας» και η θέση »γυναίκα» ή »γυναικείο», είναι δύο θέσεις που τα υποκείμενα καταλαμβάνουν μέσα στο πολιτισμικό Συμβολικό, δεν αποτελούν όμως πλήρως »κοινωνική κατασκευή», αφού η έμφυλη τοποθέτηση αναφέρεται πάντοτε σε κάτι της τάξεως του Πραγματικού, ένα τρόπο απόλαυσης που ριζώνει στο σώμα. Μολονότι ο (φαντασιακός και συμβολικός) Φαλλός παραμένει ο άξονας αναφοράς στην κατανομή των φύλων, ο ομιλητής υποστήριξε πως, σε αντίθεση με τις ενστάσεις ορισμένων φεμινιστριών, ο Lacan δίνει προνομιακό status στο γυναικείο ως εκείνο που έχει πρόσβαση σε μια απόλαυση εκτός της φαλλικής σημασίας. Η απουσία υπολογισμένης διάφυλης σχέσης συνεπάγεται το πεπρωμένο της ασυμμετρίας των δύο φύλων και της αποτυχίας στερέωσης ενός δεσμού-παραδοσιακή απάντηση σε αυτή την αποτυχία ήταν ο γάμος, ως συμβολικός δεσμός που συγκάλυπτει το χάσμα του Πραγματικού μεταξύ αντρών και γυναικών. Η αποδυνάμωση του γάμου ως θεσμού με την παρακμή της Πατρικής imago και της οιδιπόδειας αρχιτεκτονικής, καθώς και οι νέες σεξουαλικές ταυτότητες που μελετούν οι gender studies και οι νέες τεχνολογικές εφαρμογές των social media και της ρομποτικής, είναι αιτία και αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης αυτού του διάφυλου χάσματος, και θέτουν εν αμφιβόλω της παλιές έμφυλες ταξινομήσεις. Η θεωρία των 4+1 Λόγων του Lacan, του Λόγου του Κυρίου, του Λόγου της Υστερίας, του Λόγου του Πανεπιστημίου και, τελικά, του Λόγου του Καπιταλιστή, προσπαθεί να συλλάβει τις αλλαγές αυτές στον κοινωνικό δεσμό, που έχουν αποτέλεσμα την απομυθοποίηση του έρωτα. Η διάκλειση, βασικός μηχανισμός στο φροϋδολακανικό λεξιλόγιο της ψύχωσης, ως η απόρριψη του Κύριου Σημαίνοντος και του θεμελιακού Νοήματος που εδραιώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, προωθείται μέσω της Επιστήμης και του Κεφαλαίου, και εμφανίζεται να επιτελεί το ρόλο ενός τελεστή αποκανονικοποίησης της κοινωνικο-πολιτισμικής και υποκειμενικής-ηθικής οργάνωσης. Συνεπιφέροντας την απομυθοποίηση του Έρωτα, είτε στην εκδοχή του ιπποτικού ιδεώδους είτε στην εκδοχή άλλων εξιδανικεύσεων, και την εργαλειοποίηση-πραγμοποίηση των ερωτικών σχέσεων ως επιδεκτικών χειρισμού και επιστημονικών-καπιταλιστικών κριτηρίων μετρησιμότητας-αποδοτικότητας. Το ανυπόφορο της διάφυλης σχέσης αποκαλύπτεται πλέον χωρίς πολιτισμικά ψιμύθια. Ο Λόγος του Καπιταλιστή ανοίγει το δρόμο, υπερβαίνοντας τους συμβολικούς-κανονιστικούς ευνουχιστικούς φραγμούς, προς έναν φαινομενικό παράδεισο των ενορμήσεων, δεν οδηγεί όμως στην απελευθέρωση της επιθυμίας αλλά στην ενίσχυση της φαντασιωτικής αιχμαλώτισής της, με την παραγωγή νέων, εμπορευματικών και χρηματικών φαντασιώσεων, προστάζοντας διαρκώς το κυνήγι της τραυματικής υπεραπόλαυσης-κάθε νέο Iphone εμφανίζεται ως εκείνο που θα βουλώσει τελικά τη τρύπα του υποκειμενικού διχασμό, ως εμπορευματικό ομοίωμα του χαμένου αντικειμένου της υπεραπόλαυσης.

Συνέχεια

Joy Division …


Από την εποχή του νεαρού Μαρξ και του λιγότερο διάσημου γαμπρού του, η δυτική θεωρία της χειραφέτησης δεν κατάφερε να ξεκαθαρίσει την θέση της πάνω σε ένα αρκετά βασικό θέμα: Ευτυχία είναι το δικαίωμα στην εργασία ή αυτό στην τεμπελιά; Μετράει περισσότερο η πλήρης και απρόσκοπτη ανάπτυξη παρεμποδισμένων και κατατεμαχισμένων δυνατοτήτων ή η απελευθέρωση κάθε δυνατότητας από το ζυγό της ήδη αλλοτριωμένης έννοιας της παραγωγικότητας; Το λάβαρο της ουτοπίας θα είναι κεντημένο με χρυσά γράμματα, χωρίς αμφιβολία, αλλά τι πρέπει να γράφει τελικά; «Δουλειά για όλους»; Ή «λευτεριά απ’ τον καταναγκασμό μιας ανεξάλειπτα αλλοτριωμένης εργασίας»;
Στην πράξη, οι απαντήσεις σε τούτα τα δυσεπίλυτα ερωτήματα δεν δόθηκαν από την θεωρία της χειραφέτησης. Δόθηκαν, κάθε φορά εκ νέου, από τις συνθήκες που δημιούργησαν οι ανοδικές και καθοδικές φάσεις του καπιταλισμού. Σε περιόδους ευμάρειας, ο εξαναγκασμός στην εργασία μοιάζει περισσότερο ηθικά αυθαίρετος και υπαρξιακά έκνομος από ποτέ· είναι εποχές που έχουν χώρο για αναρχικές, «εντοπισμένες» αμφισβητήσεις των κρυφών πειθαρχικών μηχανισμών που υποστηρίζουν την παραγωγικότητα, εποχές μαρκουζικές, φουκωϊκές, μποντριγιαρικές, ντελεζιανές. Σε περιόδους κρίσης, ο εξαναγκασμός στην ανεργία γίνεται η κυρίαρχη μορφή κανονικοποιημένης βίας· είναι εποχές επιστροφής στα «μεγάλα» αφηγήματα για τάξεις και εκμετάλλευση, εποχές λενινιστικές, μαοϊκές, μαρξικές.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα, ωστόσο, έχει ίσως μια αρκετά ιδιόρρυθμη μορφή, που θα μπορούσε δομικά να περιγραφεί ως συνέπεια του ταυτόχρονου της κρίσης δανεισμού, της ανεξέλεγκτης ως εκ τούτου εμφάνισης μιας χρονίζουσας παραγωγικής στασιμότητας και της κατάρρευσης, για λόγους τόσο πολιτικούς όσο και πληθυσμιακούς-βιολογικούς, του κράτους πρόνοιας. Παντού όπου κοιτάζεις, οι έχοντες εργασία συζητούν έντρομοι για το γεγονός ότι με τους σημερινούς ρυθμούς, δεν θα την ξεφορτωθούν ποτέ. Το όριο συνταξιοδότησης θα μετατοπίζεται, λένε μεταξύ τους, διαρκώς όλο και μακρύτερα, με στατιστικά όλο και πιθανότερο αποτέλεσμα να πεθάνεις πριν προλάβεις ποτέ να απολαύσεις τον αέρα της ελευθερίας από το μαγγανοπήγαδο της δουλειάς. Και βέβαια, αυτός ακριβώς, όλοι γνωρίζουν, είναι ο στόχος: η εξοικονόμηση στις συντάξεις σημαίνει τον σταδιακό εξαναγκασμό όλο και περισσοτέρων να αφήσουν την τελευταία τους πνοή στη δουλειά.

Συνέχεια

Το μελλοντικό »κοινωνικό συμβόλαιο» από τους εκμεταλλευτές στους εκμεταλλευόμενους…


Έχουμε ήδη εισέλθει στην περίοδο της οριστικής κρίσης του »βιομηχανοκεντρικού» καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός με βάση το βιομηχανικό κεφάλαιο γεννήθηκε, οπότε πρόκειται για τη πλέον κοσμογονική μετάβαση των τελευταίων τουλάχιστον 400 χρόνων. Τα περιθώρια για ένα »κοινωνικό συμβόλαιο» του παρελθόντος δεν υπάρχουν, για λόγους που έχουμε σκιαγραφήσει αλλού.

Αυτή είναι λοιπόν η υπόθεση εργασίας μου για το επικείμενο »κοινωνικό συμβόλαιο» που θα προταθεί στους κάτω από τους από πάνω, με επίκεντρο τον »δυτικό κόσμο»:

  1. Καπιταλιστική ελαστασφάλεια της εργασίας, »προτιμότερη» από την ανεργία.
  2. Κρατική ελαστασφάλεια του σώματος, »προτιμότερη», από την απειλή του θανάτου και του  εμπόλεμου χάους, εν μέσω διασκορπισμένων θανάτων και περιφραγμένων ζωνών εμπόλεμου χάους.

  3. »Κοινωνική Οικονομία» ως συμπλήρωμα κρατικής και ιδιωτικής οικονομίας, στο περιθώριο ελεγχόμενη από το κράτος και το κεφάλαιο (βλ. ενδεικτικά http://www.eesc.europa.eu/resources/docs/a_ces11042-2012_00_00_tra_etu_el.pdf) + εθελοντική και επιδοτούμενη αυτοδιαχείριση των ζωών και των πόρων, »προτιμότερη» από το δαπανηρό και μη ρεαλιστικό »Κράτος Πρόνοιας».

Συνέχεια

Fight Club-7… ουτοπικές συντεταγμένες στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό…


Σημ: προσοχή, ακολουθεί spoiler 

  1. ΥΠΕΡΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Όσο περισσότερο τα σώματα εκτελούν πραγματιστικά τις εντολές, τα χρονοδιαγράμματα και τα προγράμματα της καθημερινής καπιταλιστικής ζωής, τόσο περισσότερο η δημιουργία μιας υπερφυσικής, μη πραγματιστικής ζωής είναι, παραδόξως, η μόνη σωτηρία του Πραγματικού του φυσικού σώματος και της απόλαυσής του. Εκείνο που σήμερα φαντάζει παράλογο, ουτοπικό, παραληρηματικό, μια ζωή δίχως το σχήμα του καπιταλισμού, μπορεί και πρέπει να φανεί ως το μόνο αληθινό μέσα σε ένα κόσμο ειδώλων και σκιών που καταρρέει κάτω από το βάρος μιας απύθμενης κρίσης. Η αντιστροφή της σχέσης του αληθινού και του ψεύτικου, από την παραβολή του Σπηλαίου του Πλάτωνα μέχρι το Matrix και το Fightclub, είναι κεντρικό διακύβευμα της ριζοσπαστικής πολιτικής. Ο κόσμος της ουτοπίας, των ονείρων, της φαντασίας, της κατάργησης της αναγκαιότητας και της εργασίας, ο κόσμος της ελεύθερης διακίνησης της απόλαυσης και της κοινής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής της-μια διαφορετική κατανομή του δυνατού και του αδύνατου, η υπερπραγματικότητα στα σκοτεινά υπόγεια του Fight Club, στο περιθώριο της εργασιακής σκληρότητας  και του κονφορμιστικού καθωσπρεπισμού σε έναν καπιταλισμό που έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά απέναντι σε κάθε άλλη μορφή παραγωγής της ζωής. Σχήματα και μορφές υπεράνθρωπης αντίστασης αναδύονται καθημερινά στο μυαλό και στην καρδιά των σκλάβων πριν πυροβοληθούν με σιγαστήρα και βυθιστούν στη σιωπή.

Συνέχεια

Έρευνα για τις αξίες της ελληνικής νεολαίας…


Με βάση τα παρακάτω ευρήματα, φαίνεται πως η ελληνική νεολαία έχει το προφίλ νεολαίας μιας κοινωνίας όπου, παρά τις »μεσογειακές» και »βαλκανικές» ιδιαιτερότητες που φυσικά ισχύουν, η »πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο» των ανθρωπίνων σχέσεων είναι η κυρίαρχη κατάσταση. Με εξαίρεση την Οικογένεια, δηλαδή το ιδιωτικοποιημένο »σύμπλεγμα του Οιδίποδα», που εμφανίζεται σαν νησίδα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, αυτό που καθοδηγεί τα κίνητρα των νέων είναι η Οικονομία, η Εργασία, το Χρήμα, και για αναψυχή το διαδίκτυο και διάφορες μορφές διασκέδασης. Η Οικογένεια, φαντάζει σημαντικός πυλώνας και από οικονομική σκοπιά, ως σημείο στήριξης σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον. To Kεφάλαιο και το αξιακό του πλαίσιο, κερδίζοντας έδαφος σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού βίου, φαίνεται να υποβαθμίζει ό,τι ανθίσταται στην επιχειρηματικοποίησή του, δηλαδή το »σκληρό» πυρήνα της πολιτικής, του κράτους, των μη οικονομικών θεσμών (εκπαίδευση κ.α).

Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε το »χάσμα γενεών» ως και πολιτικό πρόβλημα, αναζητώντας τις πιο δυναμικές, και σημαντικές για το προσεχές μέλλον, αξιακές τάσεις της κοινωνίας στους ανθρώπους που γεννήθηκαν μετά το 1990 (κατάρρευση της ΕΣΣΔ, »There is no alternative»), έναντι των ανθρώπων που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν την εποχή μετά το Β’Παγκόσμιο πόλεμο και κατά την ανάπτυξη του περίφημου »κευνσιανού κράτους πρόνοιας» (μια καρικατούρα του οποίου έζησε η ελληνική »μεταπολίτευση»). Σε τελική ανάλυση, η νεολαία, με τις δικές της αξίες, αντιπροσωπεύει το κομμάτι του πληθυσμού που θα στελεχώσει τους οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς κ.α μηχανισμούς τα επόμενα χρόνια.

Προφανώς υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ταξική προέλευση και θέση των ατόμων, τις οποίες, όπως είναι αναμενόμενο, τείνει συχνά να υποβαθμίζει μια δημόσια κρατική έρευνα. Επιπλέον, είναι αυτονόητο πως καμιά έρευνα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ίδια τη πραγματικότητα-και τις στροφές της συγκυρίας (για παράδειγμα, το Δεκέμβρη του 2012 η μαζική ψυχολογία ήταν διαφορετική από το 2008 ή το Γενάρη του 2015, για να μη μιλήσουμε για εποχές προ καπιταλιστικής κρίσης). Όμως νομίζω ότι τα τελικά πορίσματα, δεν αντιφάσκουν ιδιαίτερα με τη δική μας εμπειρία της ελληνικής νεολαίας. Η καπιταλιστική κρίση, στο βαθμό που δεν οδηγεί σε επαναστατικοποίηση, οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη εμπέδωση των κεφαλαιοκρατικών αξιών, ασκώντας καταλυτική επίδραση στη προσωπικότητα των νέων.

Συνέχεια

Slavoj Zizek, ανάμεσα στους δύο φετιχισμούς (κυνισμός και φονταμενταλισμός)…


Παρά τις ξεπουλημένες πολιτικές τοποθετήσεις του Zizek τα τελευταία χρόνια, από την υποστήριξη της πολιτικής ΗΠΑ-Ε.Ε στην Ουκρανία μέχρι την στήριξη, μετεκλογικά, του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ με τη λογική πως αυτός αποτελεί κάποιου είδους…»ανταρτοπόλεμο» μέσα στην Ε.Ε, οι αναλύσεις του σλοβένου διατηρούν ακόμα τη χρηστική τους αξία, για την κατανόηση της εποχής από μια ψυχαναλυτική σκοπιά. Δώστε ιδιαίτερη προσοχή στο σχηματάκι στο τέλος.

Κυνισμός και φονταμενταλισμός, λοιπόν.

Slavoi Zizek, Πρώτα σαν Τραγωδία και μετά σαν Φάρσα, εκδόσεις Scripta, σελ. 101 και επ.

Aνάμεσα στους δύο φετιχισμούς 

Πώς είναι δυνατόν η ιδεολογία να εμφανίζεται ως το αντίθετό της, ως μη ιδεολογία; Πρόκειται για μια εξέλιξη, η οποία συναρτάται προς μιαν αλλαγή στον επικρατούντα τρόπο λειτουργίας της ιδεολογίας. Στη δήθεν »μεταιδεολογική» εποχή μας, η ιδεολογία λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με φετιχιστικό τρόπο, εν αντιθέσει προς τον συμπτωματικό τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε παραδοσιακά. Σε αυτό τον δεύτερο, το ιδεολογικό ψεύδος που δομεί την αντίληψή μας για τη πραγματικότητα απειλείται από συμπτώματα τα οποία αποτελούν «επιστροφές του απωθημένου»-ρωγμές στον ιστό του ιδεολογικού ψεύδους-ενώ το φετίχ είναι ουσιαστικά ένα είδος envers [αντιθέτου] του συμπτώματος. Δηλαδή το σύμπτωμα είναι εξαίρεση που διαταράσσει την επιφάνεια της ψευδαίσθησης, το σημείο όπου εκρήγνυται η απωθημένη Άλλη Σκηνή, ενώ το φετίχ είναι η ενσάρκωση του Ψεύδους που μας επιτρέπει να αντέξουμε την αβάσταχτη αλήθεια. Πάρτε το παράδειγμα του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου: στην περίπτωση ενός συμπτώματος, »απωθώ» αυτό το θάνατο, προσπαθώ να μην το σκέφτομαι, αλλά το απωθημένο τραύμα επιστρέφει ως σύμπτωμα. Στην περίπτωση ενός φετίχ, αντίθετα, αποδέχομαι »ορθολογικά» πλήρως το θάνατο, κι ωστόσο αγκιστρώνομαι στο φετίχ, σε κάποιο στοιχείο που ενσαρκώνει για μένα την απάρνηση του θανάτου. Κατ’αυτή την έννοια, ένα φετίχ μπορεί να διαδραματίζει τον λίαν εποικοδομητικό ρόλο του να μας επιτρέπει να αντεπεξέλθουμε σε μια σκληρή πραγματικότητα. Οι φετιχιστές δεν είναι ονειροπόλοι, χαμένοι στο δικό τους προσωπικό κόσμο, είναι ανένδοτοι »ρεαλιστές», ικανοί να αποδεχτούν την κατάσταση των πραγμάτων επειδή, αγκιστρούμενοι στο φετίχ τους, έχουν τη δυνατότητα να μετριάζουν τον αντίκτυπο της πραγματικότητας.
Κατ’αυτήν ακριβώς την έννοια, το χρήμα είναι, για τον Μάρξ, ένα φετίχ. Προσποιούμαι ότι είμαι ένα έλλογο, ωφελιμιστικό ενεργούν υποκείμενο, το οποίο έχει πλήρη συνείδηση της κατάστασης των πραγμάτων, αλλά ενσαρκώνω την απαρνημένη πεποίθησή μου στο χρήμα-φετίχ…Κάποιες φορές, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο είναι σχεδόν αδιόρατη. Ένα αντικείμενο μπορεί να λειτουργεί ως σύμπτωμα (μιας απωθημένης επιθυμίας) και, σχεδόν ταυτόχρονα, ως φετίχ (το οποίο ενσαρκώνει την πεποίθηση που επίσημα απαρνούμαστε). Ένα υπόλειμμα του νεκρού προσώπου, φερ’ειπείν-όπως ένα ρούχο του-μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως φετίχ (σ’αυτό, το πρόσωπο συνεχίζει κατά μαγικό τρόπο να ζει) όσο και ως σύμπτωμα (η οχληρή λεπτομέρεια που θυμίζει διαρκώς το θάνατό του). Δεν είναι αυτή η αμφίσημη ένταση ανάλογη εκείνης ανάμεσα στο φοβικό και το φετιχιστικό αντικείμενο; Ο δομικός ρόλος είναι και στις δύο περιπτώσεις ο ίδιος. Αν αυτό το εξαιρετικό στοιχείο θιγεί, ολόκληρο το σύστημα καταρρέει. Δεν καταρρέει μόνο το ψευδές σύμπαν του υποκειμένου, αν αναγκαστεί να αντιμετωπίσει το νόημα του συμπτώματός του. Ισχύει επίσης το αντίθετο, δηλαδή η »ορθολογική» αποδοχή της κατάστασης των πραγμάτων από το υποκείμενο εξανεμίζεται, όταν του στερήσουν το φετίχ του.

Συνέχεια

Gilles Deleuze/Felix Guattari-Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία…


Για τον καπιταλισμό και την επιθυμία,εκδόσεις ελευθεριακή κουλτούρα (σελ. 5-25)

[Η συνέντευξη αυτή δόθηκε στο Actuel,μα εκδόθηκε τελικά για πρώτη φορά το 1973 στην συλλογή C’ est Demain la veille υπό την επιμέλεια του Michel-Antoine Burnier. O Pierre Victor στον οποίο αναφέρεται ο Γκουατταρί αποτελεί ψευδώνυμο μαοϊκού ηγέτη της Προλεταριακής Αριστεράς ο οποίος ζούσε τότε στην παρανομία,η συζήτηση με τον Φουκώ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Ερατώ με τίτλο Για την Λαϊκή Δικαιοσύνη και τα Δικαστήριa. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα ελληνικά σε μετάφραση από το περιοδικό Flesh Machine στην έκδοση «Deleuze & Guattari: τρεις συνεντεύξεις για τον καπιταλισμό και τις επιθυμητικές μηχανές» με τίτλο «Καπιταλισμός: Ένα Πολύ Ιδιαίτερο Ντελίριο»].

Actuel: Όταν περιγράφετε τον καπιταλισμό λέτε: «Δεν υπάρχει καμία επιχείρηση,κανένας βιομηχανικός ή χρηματιστικός μηχανισμός που να μην αποκαλύπτει την τρέλα της καπιταλιστικής μηχανής και τον παθολογικό χαρακτήρα της ορθολογικότητάς της (δεν πρόκειται για μια λαθεμένη ορθολογικότητα,αλλά για την πραγματική ορθολογικότητα αυτής της παθολογίας,αυτής της τρέλας,αφού η μηχανή λειτουργεί,να είστε σίγουροι για αυτό). Δεν υπάρχει κίνδυνος αυτή η μηχανή να τρελαθεί,είναι τέτοια από την αρχή της και είναι σε αυτήν την τρέλα που βρίσκει την ορθολογικότητά της». Αυτό σημαίνει ότι μετά από αυτή την «ανώμαλη» κοινωνία ή,πέρα από αυτή,μπορεί να υπάρχει μια κοινωνία «φυσιολογική»;

 Gilles Deleuze: Εμείς δεν χρησιμοποιούμε τους όρους «φυσιολογικό» και «ανώμαλο». Όλες οι κοινωνίες είναι ταυτοχρόνως λογικές και παράλογες. Είναι αναγκαστικά λογικές όσον αφορά τους μηχανισμούς,τα γρανάζια,τα συστήματα διασύνδεσής τους,όπως και για τη θέση που επιφυλάσσουν στο παράλογο. Όμως όλα αυτά προϋποθέτουν κώδικες ή αξιώματα που δεν είναι τυχαία αποτελέσματα,αλλά ούτε εμμενώς λογικά. Είναι όπως στη θεολογία: τα πάντα είναι απολύτως λογικά αν αποδεχτείς το προπατορικό αμάρτημα,την άμωμο σύλληψη,τη μετενσάρκωση. Το λογικό είναι πάντοτε ένας χώρος αποκομμένος από το παράλογο,ουδέποτε προστατεύεται σαφώς από το παράλογο,αλλά διαπερνάται από αυτό και ορίζεται μόνο μέσω συγκεκριμένων σχέσεων και συντελεστών. Κάτω από κάθε τι λογικό επωάζεται το ντελίριο,και είναι από αυτό που πηγάζει. Τα πάντα είναι λογικά στον καπιταλισμό,εκτός από το κεφάλαιο ή τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ένας χρηματιστικός μηχανισμός είναι απόλυτος,μπορούμε να τον κατανοήσουμε,να τον μελετήσουμε,οι καπιταλιστές ξέρουν σε τι χρησιμεύει,ωστόσο είναι εντελώς παραληρηματικός,τρελός. Είναι με αυτή την έννοια που λέμε: το λογικό είναι πάντοτε η ορθολογικότητα ενός παράλογου. Υπάρχει κάτι που δεν έχει επισημανθεί επαρκώς στο Κεφάλαιο του Μαρξ,δηλαδή σε ποιο σημείο είχε αυτός γοητευτεί από τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς,ακριβώς επειδή είναι παράφρονες αλλά ταυτοχρόνως λειτουργούν άριστα. Λοιπόν,τι είναι λογικό σε μια κοινωνία; Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα επιδιώκουν και προσπαθούν να υλοποιήσουν τα συμφέροντά τους,όντας αυτά τα συμφέροντα καθορισμένα στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας. Όμως από κάτω υπάρχουν επιθυμίες,επενδύσεις επιθυμιών,που δεν ταυτίζονται με τις επενδύσεις του συμφέροντος και ωστόσο είναι από αυτές που εξαρτώνται τα συμφέροντα ως προς τον καθορισμό και την κατανομή τους: μια τεράστια ροή,κάθε είδος λιμπιντικής-ασυνείδητης ροής που συνιστά το παραλήρημα αυτής της κοινωνίας. Η πραγματική ιστορία είναι η ιστορία της επιθυμίας. Ένας καπιταλιστής ή ένας μοντέρνος τεχνοκράτης δεν επιθυμεί με τον ίδιο τρόπο που επιθυμεί ένας δουλέμπορος ή ένας αξιωματούχος της αρχίας κινζεικής αυτοκρατορίας. Ότι τα άτομα σε μια κοινωνία επιθυμούν την καταπίεση για άλλους όπως και γι’ αυτά τα ίδια,ότι υπάρχουν πάντοτε άτομα που θέλουν να σπάσουν τα πλευρά κάποιων άλλων και έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν,το «δικαίωμα» να το κάνουν,είναι αυτό που φέρνει στο ως το πρόβλημα ενός εις βάθος δεσμού μεταξύ της λιμπιντικής επιθυμίας και της κοινωνικής σφαίρας. Ένας «ανιδιοτελής» έρωτας για την καταπιεστική μηχανή: ο Νίτσε είχε πει πανέμορφα πράγματα για αυτόν τον διαρκή θρίαμβο των σκλάβων,για το πώς οι βασανισμένοι,οι ταπεινωμένοι και οι αδύναμοι επιβάλουν τον τρόπο ζωής τους σε όλους εμάς.

Συνέχεια