Ποια είναι η χώρα του Τράμπ; …


Του Tristan Hughes (μετάφραση: barikat)

Η εκλογική βάση στην οποία απευθύνεται ο Ντόναλντ Τράμπ είναι πάντα η ανώτερη τάξη – όχι φτωχοί εργαζόμενοι.

Αυτό που ακολουθεί είναι η διερεύνηση ενός παζλ: πώς μπορούμε να σχηματίσουμε τη ρητορική του  Ντόναλντ Τράμπ σχετικά με τη διάσωση της (λευκής) Αμερικανικής εργατικής τάξης από μια διεθνή οικονομική συνωμοσία με τα δεδομένα που έχουμε σχετικά με την πραγματική εκλογική βάση του, που υποδηλώνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία της υποστήριξής του την ημέρα των εκλογών προήλθε από το πιο εύπορο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας;

Ο Tράμπ κέρδισε το αξίωμα υποσχόμενος να εξοντώσει μια «φιλελεύθερη» ή «παγκόσμια» ελίτ, μια ομάδα την οποία τουλάχιστον ο ίδιος και μερικοί από τους υποστηρικτές του εξακολουθούν να θεωρούν ότι τη πολεμούν. «Εκλέχτηκα», δήλωσε ο Trump ανακοινώνοντας την απόφασή του να αποχωρήσει από τη Συμφωνία των Παρισίων «για να εκπροσωπήσω τους πολίτες του Πίτσμπουργκ, όχι του Παρισιού».

Ωστόσο, ο Trump πιθανώς κατέχει, τουλάχιστον ονομαστικά, εκατομμύρια δολάρια σε ξένα χρηματοπιστωτικά επενδυτικά προιόντα (μέχρι να δημοσιοποιήσει τις φορολογικές δηλώσεις του, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι). Εάν κάποιος ανήκει σε μια παγκόσμια οικονομική ελίτ, σίγουρα είναι αυτός.

Η εκλογική βάση του Tράμπ

Τις τελευταίες δεκαετίες, τo 10% των μεγάλων εσόδων έχει υπεξαιρεθεί από το 90% των χαμηλών στρωμάτων. Πρόκειται για πλούτο τέσσερις φορές μεγαλύτερο από το χρέος της αμερικανικής κυβέρνησης προς ξένες χώρες. Η συντριπτική πλειοψηφία των υποστηρικτών του Trump βρίσκεται σε αυτή την ελίτ.

Με άλλα λόγια ο Trump, είναι ένας πλούσιος καπιταλιστής που παλεύει με ένα φάντασμα: δίνει, δηλαδή, μια μάχη που μπορεί να έχει λογική σε επίπεδο ρητορικής, αλλά δεν έχει βάση σε επίπεδο στατιστικών δεδομένων.

Συνέχεια

Advertisements

Η ανωμαλία της ομαλοποίησης …


Συντάκτης:

Ολοι έχουμε μία και μόνη ζωή. Υπάρχουνε κι άλλοι που πιστεύουν πως αυτή η ζωή είναι προσωρινή και μετά μας περιμένει μια αιώνια. Ακόμα, υπάρχει και η θεωρία της μετεμψύχωσης, που θεωρεί την ψυχή αθάνατη. Απλά το περιτύλιγμά της, δηλαδή το σώμα, χάνεται και αυτή συνεχίζει το ταξίδι της στο διηνεκές. Αυτά είναι μεταφυσικά, βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα στα οποία δυστυχώς δεν μπορεί να υπεισέλθει η δημοσιογραφία.

Ο κώδικας της επαγγελματικής δεοντολογίας επιβάλλει στον δημοσιογράφο να τεκμηριώνει τις πηγές του, να τις διασταυρώνει, γιατί αλλιώτικα κινδυνεύει να περάσει από το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, με απρόβλεπτες συνέπειες. (Αυτά στη θεωρία βέβαια, γιατί το Πειθαρχικό είναι πονόψυχο και κάνει τα στραβά μάτια.)

Δυστυχώς δεν διαθέτουμε καμιά τεκμηριωμένη έρευνα για τη μετά θάνατον ζωή, αλλά ούτε και μαρτυρίες. Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, δεν έχουμε ούτε μία κατάθεση νεκρού για την εμπειρία του στον άλλο κόσμο. Ετσι, αναγκαστικά θα περιοριστούμε στην παρούσα ζωή, στην οποία όλοι συμμετέχουμε. Και να θέσουμε το ερώτημα: Η ζωή που κάνουμε είναι η ζωή που θέλαμε ή ζούμε σαν να κάνουμε τη ζωή κάποιου άλλου; Με άλλα λόγια, μήπως μας έχει επιβληθεί μια άλλη ζωή που σκοτώνει τη δική μας;

Ο κάθε άνθρωπος που γεννιέται σε αυτόν τον πλανήτη είναι διαφορετικός. Εχει τα δικά του δακτυλικά αποτυπώματα (που σημαίνει μοναδικός), όπως και τα δικά του χαρίσματα και ταλέντα. Και αυτό φαίνεται από την παιδική ηλικία. Αδιάψευστος μάρτυρας είναι τα παιχνίδια που προτιμούν ή οι συνήθειες που έχουν τα παιδιά, αν βέβαια οι γονείς τα σεβαστούν και τα αφήσουν στην ησυχία τους.

Συνήθως οι γονείς διαπαιδαγωγούν τα παιδιά με παιχνίδια της αγοράς που δεν είναι καθόλου αθώα (εκπαιδεύονται στον καπιταλισμό). Παράλληλα, προσπαθούν να κόψουν τις «κακές» συνήθειες που προδίδουν τεμπελιά. Ετσι, αν κάποιο παιδί κάθεται με τις ώρες και κοιτάζει τα κύματα, οι γονείς θα νομίσουν πως το παιδί τους κάτι έχει. Και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να δολοφονούν έναν μελλοντικό διάσημο ωκεανολόγο.

Ή κάτι πιο συνηθισμένο: Αν κάποιο παιδί έχει μανία με την μπάλα και παραμελεί τα μαθήματά του, θα κοιτάξουν να το «στρώσουν». Αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια να χαθεί ένα μεγάλο αστέρι του ποδοσφαίρου και ένας εν δυνάμει εκατομμυριούχος.

Για να μη μιλήσουμε για την περίπτωση που το παιδί τους βγαίνει ομοφυλόφιλο, κάτι που εκδηλώνεται συνήθως στην παιδική ηλικία. Αντί να καταλάβουν πως είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο που συναντάται τόσο στους ανθρώπους όσο και στη φύση, εκλαμβάνεται ως ανωμαλία και διαστροφή που πρέπει να «ομαλοποιηθεί». Αυτή ακριβώς η ομαλοποίηση είναι που ευνουχίζει τον άνθρωπο, τον οποίο υποχρεώνουν να ζει μια ζωή που του επιβάλλουν και του στερούν την ελευθερία του, καταστρέφοντας τη θέλησή του να ζήσει τη δική του ζωή.

Λίγοι είναι αυτοί που ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα. Ολοι εκπαιδευόμαστε με κατεύθυνση να βρούμε μια δουλειά στην υπάρχουσα αγορά εργασίας και όσο το δυνατόν πιο σίγουρη, π.χ. στα Σώματα Ασφαλείας, στην Εκκλησία, στο Δημόσιο.

Με άλλα λόγια: Ο καπιταλισμός γίνεται ο δημιουργός μας και εμείς χάνουμε την ιδιοκτησία του σώματός μας. Και ο Θεός που μας έφτιαξε (κατά μία εκδοχή) πάει περίπατο. Το κεφάλαιο σφετερίζεται όλες τις ανθρώπινες ιδιότητές μας και γινόμαστε, θέλοντας και μη, το στήριγμά του, με τη μισθωτή εργασία, τον καταναλωτισμό μας και τις συνήθειές μας. Τον αναπαράγουμε, άσχετα αν ο καπιταλισμός και η αντίστοιχη πολιτική του εκπροσώπηση μας έχουν σαν αναλώσιμα είδη.

Η Amazon σκέφτεται να ανοίξει στις ΗΠΑ 2.000 μίνι μάρκετ εντελώς αυτοματοποιημένα, χωρίς προσωπικό. Μπαίνοντας ο πελάτης στο μαγαζί, θα σκανάρει στο τερματικό το έξυπνο κινητό, οι κάμερες θα παρακολουθούν το κάθε του βήμα και ό,τι κατεβάσει από τα ράφια, θα χρεώνεται αμέσως στον λογαριασμό του. Με αυτόν τον τρόπο υπολογίζουν πως θα γλιτώσουν είκοσι χιλιάδες μισθούς.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, μέχρι το 2030 αυτός ο εκσυγχρονισμός θα έχει αφανίσει το 40% των σημερινών θέσεων εργασίας στον ανεπτυγμένο κόσμο. Δηλαδή η ανεργία γίνεται προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Και έτσι έχουμε την εξής αναστροφή: Ενώ ο άνθρωπος είναι το μόνο πραγματικό κεφάλαιο, αυτό το κεφάλαιο εκμηδενίζεται από το χρήμα, που έχει δικτατορική ισχύ και μας εκπορνεύει βαθιά.

Ποιο είναι το αντίδοτο; Η αγάπη και η δημιουργία. Οποιος αγαπάει δεν μετράει. Οπου το χρήμα έχει αξία, οι λέξεις δεν έχουν καμία (βλέπε τον πολιτικό λόγο στη Βουλή). Εκεί που οι λέξεις έχουν αξία (βλέπε δημιουργία) το χρήμα δεν έχει καμία. Αλήθεια, ποια είναι η αξία ενός στίχου του Σολωμού; Ή ακόμα του συνόλου του ποιητικού έργου του Καρούζου που πέθανε με χαρτί απορίας; Ενώ ένας ασήμαντος βουλευτής μπορεί σε τέσσερα χρόνια να έχει αγορεύσει μόνο ένα «ναι» ή ένα «όχι» και να παίρνει μισθό αρεοπαγίτη.

Δηλαδή τον μεγαλύτερο μισθό που δίνει το κράτος. Για να δούμε τον κόσμο σωστά, πρέπει να τον δούμε ανάποδα. Και τότε ίσως να τον καταλάβουμε και κάτι να κάνουμε. Αλλιώτικα, όλοι συντηρούμε και αναπαράγουμε τον καπιταλισμό. Ακόμα και με αριστερή ρητορική. Βλέπε στα καθ’ ημάς ΣΥΡΙΖΑ.

____________________________________________________________

Aπό:http://www.efsyn.gr/arthro/i-anomalia-tis-omalopoiisis

Ένας τρελός κόσμος: ο καπιταλισμός και η επιδημία ψυχικών ασθενειών…


Του Rod Tweedy (μετάφραση: tvxs.gr)

«Τι γίνεται αν δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι άρρωστοι, αλλά ένα σύστημα που βρίσκεται σε αντίθεση με το ποιοι είμαστε ως κοινωνικά όντα;» ρωτάει ο συγγραφέας και ανεξάρτητος εκδότης βιβλίων για την ψυχική υγεία και τη θεραπεία, Rod Tweedy.

Η ψυχική ασθένεια αναγνωρίζεται πλέον ως μία από τις μεγαλύτερες αιτίες ατομικής δυστυχίας στις σύγχρονες κοινωνίες και πόλεις της Δύσης, συγκρίσιμη με τη φτώχεια και την ανεργία. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο ένας στους τέσσερις ενήλικες έχει διαγνωσθεί με ψυχική ασθένεια και τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά κάθε χρόνο. «Ποιό μεγαλύτερο κατηγορητήριο ενός συστήματος θα μπορούσε να υπάρξει από μια επιδημία ψυχικών ασθενειών;», σημειώνει ο ερευνητής, συγγραφέας και αρθρογράφος George Monbiot, σχολιάζοντας τα στοιχεία.

Η συγκλονιστική έκταση αυτής της «επιδημίας» γίνεται όλο και πιο ανησυχητική ενώ ταυτόχρονα γνωρίζουμε ότι μεγάλο μέρος της μπορεί να προληφθεί. Αυτό οφείλεται στην καθοριστική συσχέτιση μεταξύ κοινωνικών – περιβαλλοντικών συνθηκών και των ψυχικών διαταραχών. Ο Richard Bentall, καθηγητής κλινικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, και ο Peter Kinderman, πρόεδρος της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, έχουν γράψει επιτακτικά για αυτήν τη σχέση τα τελευταία χρόνια, δίνοντας μεγάλη προσοχή στους «κοινωνικούς καθοριστικούς παράγοντες της ψυχολογικής μας ευημερίας». «Τα στοιχεία είναι συντριπτικά», σημειώνει ο Kinderman και τονίζει: «δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες, αλλά ότι είναι συντριπτικά σημαντικοί».

Μια άρρωστη κοινωνία

Οι εμπειρίες της κοινωνικής απομόνωσης και αποξένωσης, της ανισότητας, της ιδεολογίας του υλισμού και του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού, θεωρούνται σήμερα σημαντικές γενεσιουργές αιτίες για τις ψυχικές διαταραχές κι αυτό αντικατοπτρίζεται στους τίτλους πολλών πρόσφατων άρθρων και ομιλιών επί του θέματος από πολλούς ψυχοθεραπευτές και περιλαμβάνουν συζητήσεις για το αν ο «νεοφιλελευθερισμός είναι επικίνδυνος για την ψυχική υγεία» και αν «είναι ο νεοφιλελευθερισμός που μας κάνει να αρρωστήσουμε»;

Συνέχεια

Δεξιά Ριζοσπαστικοποίηση & Αυταρχικός Νεοφιλελευθερισμός στο Μόρφωμα της ΝΔ…


Αντώνης Μπρούμας

Τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα έχουμε μια ριζοσπαστικοποίηση της Δεξιάς. Καθώς η Αριστερά μετατοπίζεται προς το κέντρο, εκσυγχρονίζοντας το κράτος και βαθαίνοντας τη νεοφιλελεύθερη ολοκλήρωση της κοινωνίας, οι εκπρόσωποι της Δεξιάς μετατοπίζονται προς μία ριζοσπαστική εμμονική ρητορική περί αριστερής απειλής, σοβιετίας, κρατισμού, πολέμου κατά των επενδύσεων, κομμουνιστικού κινδύνου, δύο άκρων, Αριστεράς εκτός του δημοκρατικού τόξου, κτλ.

Για τον περισσότερο κόσμο, πλην του σκληρού ακροατηρίου της Δεξιάς, η ριζοσπαστικοποίηση αυτή δεν είναι κατανοητή, γιατί δεν απαντάται στην καθημερινότητά του. Υπάρχουν όμως λόγοι, για τους οποίους ριζοσπαστικοποιείται η Δεξιά. Είναι κατ’ αρχάς οι ακόλουθοι:

1. Η πολιτική ως εκλογικό προϊόν στηρίζεται στη διάκριση. Σε μια εποχή προσέγγισης των θέσεων όλων των κομμάτων η ριζοσπαστικοποίηση διακρίνει τη ΝΔ από τον Σύριζα και θωρακίζει την εκλογική βάση της. Συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Η δεξιά ριζοσπαστικοποίηση συσπειρώνει την αποσυσπειρωμένη εκλογική βάση του Σύριζα.

2. Η απαλλοτρίωση από τους δανειστές των κεντρικών πολιτικών αποφάσεων για τη χώρα απαξιώνει τις εγχώριες δυνάμεις αντιπροσώπευσης. Η υπερθεμάτιση σε συγκρουσιακή ρητορική αποπροσανατολίζει από την απαλλοτρίωση της δημοκρατίας, ενώ διατηρεί το ενδιαφέρον κάποιων στο παίγνιο της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Η δεξιά ριζοσπαστικοποίηση ευνοεί έτσι και πάλι τον Σύριζα, εμφανίζοντάς τον σε συγκρουσιακή σχέση με την ΝΔ.

Συνεπώς, η δεξιά ριζοσπαστικοποίηση επιχειρεί τη διάσωση του προϊόντος «αντιπροσωπευτική πολιτική» από τη γενικευμένη απαξίωσή του από τους βασικούς καταναλωτές του, τους ψηφοφόρους. Τα οφέλη από τη διαρκή καλλιέργεια ενός κλίματος έντασης τα καρπώνεται βραχυπρόθεσμα κυρίως η ΝΔ, χωρίς όμως να αποκόπτει ουσιαστικά τον Σύριζα από το παίγνιο της πολιτικής εξουσίας.

Υπάρχουν όμως και βαθύτεροι λόγοι για την δεξιά ριζοσπαστικοποίηση. Αυτοί λέγονται αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός και κωδικοποιούνται ως εξής:

3. Η επιβεβαίωση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική από έναν από τους παλαί ποτέ βασικούς εγχώριους αμφισβητίες της στην κεντρική πολιτική σκηνή δίνει την δυνατότητα για μία νεοφιλελεύθερη ηγεμονία ετών. Με τις δυνάμεις, που επιθυμούν την εφαρμογή της σκληρής εκδοχής της (δανειστές, κεφάλαιο) να υπερτερούν συντριπτικά έναντι της κοινωνίας, ο βασικός εκπρόσωπος της σκληρής εκδοχής (ΝΔ) νιώθει ότι έχει πια χώρο να μετατοπίσει το πλαίσιο, να υπερθεματίσει και να βγει στην επίθεση σε όλα τα μέτωπα, ακόμη και με σχήματα που ξεφεύγουν προφανώς από τον χώρο του κέντρου. Η ηγεμονία, που πρέπει να χτιστεί πάνω στην ήττα, δεν πρέπει να επιδέχεται αμφισβήτησης, ακόμη και κεντρώας, καθώς τα χέρια πρέπει να είναι λυμένα για τομές σε βάθος. Το ακραίο κέντρο βρίσκεται σε πλήρη εκτύλιξη.

4. Από το tea party μέχρι το UKIP η δεξιά ριζοσπαστικοποίηση αποτελεί μία νέα συνεκτική αφήγηση για το μέλλον. Σύμφωνα με αυτή τα σύγχρονα προβλήματα μπορούν να λυθούν χωρίς να αμφισβητήσουμε το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο αλλά, ταυτόχρονα, με την επιστροφή σε ένα πιο ανταγωνιστικό έθνος-κράτος. Στη νέα συνθήκη πρέπει να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί ως έθνος, για να δούμε καλύτερες μέρες. Η εθνικιστική αφήγηση όχι μόνο διατηρεί άθικτη την πηγή των προβλημάτων αλλά επιταχύνει την πορεία των πραγμάτων. Είναι όμως σαφώς πιο ελκυστική από ρητορικής άποψης. Έτσι, στα χνάρια του Trump, ο εγχώριος θαυμαστής του Άδωνις μπορεί να πουλάει έθνος στους φτωχούς ψηφοφόρους του την ίδια ώρα, που τους στερεί την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας. Δομείται έτσι μία ηγεμονία, η οποία στο σύμπλεγμα κεφάλαιο/έθνος/κράτος επενδύει ξανά στις συνεκτικές δυνατότητες της φαντασιακής κοινότητας του έθνους, για να συγκαλύψει τις διαλυτικές για τις ανθρώπινες κοινωνίες αρνητικές εξωτερικότητες της αποχαλίνωσης του κεφαλαίου.

5. Από την αυγή του ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα πολιτικό εγχείρημα ανατροπής των κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων του 19ου και του 20ου αιώνα. Η πρώτη χρήση του όρου ανάγεται στον οικονομολόγο Alexander Rüstow, ο οποίος το 1938 κάλεσε σε αναβίωση φιλελεύθερων αξιών του 18ου και 19ου αιώνα, όπως η ελευθερία της επιχειρηματικότητας. Το «νέο» στον νεοφιλελευθερισμό αφορούσε ήδη από τότε τις νέες σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή τις κατακτήσεις των από κάτω σε σχέση με τα συνδικάτα, τα κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα και το κράτος πρόνοιας. Από την εκκίνησή του το νεοφιλελεύθερο εγχείρημα στόχευε στο ξήλωμα των κατακτήσεων αυτών, αντιμετωπίζοντάς τα ως εμπόδια στην αποχαλίνωση της εξουσίας του κεφαλαίου. Σήμερα βρισκόμαστε ήδη σε μία περίοδο, όπου η ασυμβατότητα του νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος με στοιχειώδες κατακτήσεις, θεμελιώδη δικαιώματα, ακόμη και αστικά, αλλά και με οποιαδήποτε μορφή δημοκρατικού ελέγχου της κοινωνίας είναι πλέον προφανής. Σε συνθήκες αποικιοκρατίας η εγχώρια δεξιά ριζοσπαστικοποίηση στοχεύει ευθέως στην εγκαθίδρυση ενός τέτοιου αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού.

Υπάρχει ένα πρόβλημα με την δεξιά ριζοσπαστικοποίηση. Είναι ένα εγγενώς αντιφατικό εγχείρημα. Η απόκλιση από την πραγματικότητα είναι τόσο χαώδης, ώστε να καθιστά δυσχερή την ηγεμόνευση σε ευρύτερες μάζες του πληθυσμού. Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία βρίσκεται ήδη σε κρίση και τέτοιες προσπάθειες διάσωσης λίγη τύχη έχουν. Ωστόσο, η επιλογή από την εγχώρια ελίτ για την μετατόπιση του πλαισίου της δημόσιας συζήτησης προς τα ακροδεξιά φασιστικοποιεί ομάδες πολιτών και θέτει σε άμυνα τον δημοκρατικό πόλο. Απέναντι σε αυτή την πρακτική δική μας δουλειά είναι η καθημερινή αποδόμηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και των ακροδεξιών τζουτζέδων της αλλά και η επιθετική πρόταξη των αξιών και των οραμάτων μας. Δεν πρέπει να αφήνουμε ούτε στιγμή το γάντι να πέσει κάθε φορά που μας το ρίχνει η εγχώρια εξουσιαστική ελίτ και τα γλυφτρόνια της. Στην ριζοσπαστικοποίηση της Δεξιάς να βγούμε στην αντιεξουσιαστική αντεπίθεση.

 ____________________________________________________________

Η «μάγισσα» της Σαχαλίνης. Ο παλινορθωμένος καπιταλισμός ως Μεσαίωνας. Κυριολεκτικά…


og_og_1499208196265074295

Γράφει ο Γρηγόρης Τραγγανίδας

Η Βαρβάρα Νιγκματούλινα είναι μια μαμά 26 ετών. Ζει, μαζί με το παιδί της, σε ένα χωριό, το Πομπιέντινο, στην μέση της Σαχαλίνης.

Μια ημιζωή.
Σε μια «τρύπα στην γεωγραφία», της σημερινής ρωσικής επαρχίας της ανεργίας, του αλκοολισμού, της κρατικής εγκατάλειψης.

Κατά πάσα πιθανότητα, ούτε η ίδια, ούτε το χωριό της θα είχαν ακουστεί ποτέ εκτός Ρωσίας. ‘Ισως και εκτός του νησιού της.

Σίγουρα όχι για τους σωστούς λόγους.

Στις αρχές Ιουλίου, ένας κάτοικος της περιοχής, ο Ολέγκ Βνούκοφ, εμφανίστηκε στην αστυνομία για να καταγγείλει κάτι που πολύ δύσκολα, ομολογουμένως, θα αναμενόταν να ακουστεί στην εποχή μας, στα περισσότερα αστυνομικά τμήματα του πλανήτη: Σύμφωνα με όσα είπε, οι χωριανοί έκαψαν το σπίτι μιας γνωστής του, θεωρώντας την «μάγισσα».

‘Ηταν το σπίτι της Βαρβάρας.

Η οποία έμεινε στον δρόμο με το παιδί της.

Ο Ολέγκ είπε ότι οι ντόπιοι αρνούνται να βοηθήσουν την Βαρβάρα. Δεν θέλουν να έχουν καμία επαφή μαζί της, επειδή φοβούνται ότι θα τους κάνει «μάγια».

Αφορμή γι’ αυτήν την άγρια επιστροφή στην νοσηρή μεσαιωνική «ντίσνεϊλαντ» στάθηκε η αυτοκτονία του συντρόφου της. Και ότι ακόμη δύο άνδρες που ήταν κοντά της σε διάφορες φάσεις της ζωής της, επίσης έδωσαν τέλος στην ζωή τους.

Αλλά και χωρίς τα παραπάνω, η Βαρβάρα δεν έχει και την καλύτερη φήμη στην κλειστή κοινωνία του χωριού. Θεωρείται «επιπόλαιη», έχει «πολλές αντρικές παρέες».

Αλλά μπορεί απλώς να προσπαθεί να ζήσει με όποιον τρόπο θα την βοηθήσει να περάσει ακόμη μια μέρα χωρίς να τρελαθεί.

Ποιος ξέρει.

Μια ντόπια είπε στους δημοσιογράφους ότι η φήμη περί «μαγείας» ίσως διαδόθηκε εσκεμμένα από τους φίλους του συζύγου της, του πατέρα του παιδιού της, μετά τον θάνατό του. Για να την εκδικηθούν. ‘Αγνωστο γιατί.

‘Ισως επειδή αυτή είναι ακόμη ζωντανή.

‘Οπως και νά ‘χει, αν και οι κατηγορίες εναντίον της κοπέλας είναι εύκολες, δεν υπάρχει ούτε μισό στοιχείο που να τις τεκμηριώνει.

Απλά, η Βαρβάρα είναι διαφορετική.

Ο τελευταίος σύντροφός της, ο 38χρονος Ντμίτρι Ρουμπτσόφ, σύμφωνα με τις διηγήσεις των χωριανών, ήταν άνεργος, άγρια αλκοολικός και ναρκομανής. Γέννημα – θρέμμα του Πομπιέντινο. Η μητέρα του είχε φύγει από τις αρχές του 2000 ακόμη, για την ηπειρωτική Ρωσία. Τον εγκατέλειψε.

Ωστόσο ο Ντίμα προσπάθησε κάτι να κάνει με την ζωή του. ‘Ηταν καλός τεχνίτης με τα αυτοκίνητα, αλλά είχε και επαγγελματικά σχέδια με την αλιεία.

Μέχρι που βρέθηκε ξαφνικά στην φυλακή «από μια βλακεία».

‘Οταν βγήκε ήταν ήδη ένας τελειωμένος άνθρωπος. Παράτησε την γυναίκα του για την Βαρβάρα, ή τουλάχιστον σε εκείνη βρήκε ίσως ένας καταφύγιο. Στο σπίτι της πάντα υπήρχε κίνηση, θόρυβος, κάτι ζωντανό. Πάρτι, άφθονο ποτό, χορός. Στο χωριό λένε, πως αν ένας άνδρας δεν είχε επιστρέψει το βράδυ σπίτι του, τότε μάλλον γλεντούσε στο σπίτι της Βαρβάρας.

Λένε ότι λίγο πριν πεθάνει, ο Ντίμα είχε τσακωθεί άγρια μαζί της. Αλλά μια γειτόνισσα της Βαρβάρας, σαν μια όαση ορθολογισμού σε μια έρημο προλήψεων και προκαταλήψεων, θα πει: «Βλακείες είναι όλα αυτά για τις μαγείες. Απλά ο Ντίμα ήταν μαστουρωμένος πάλι. Λένε ότι βρήκαν σύριγγες στο αυτοκίνητό του».

Μια άλλη γειτόνισσα λέει ότι κανείς δεν κυνηγάει την Βαρβάρα. Ότι δεν μένει στον δρόμο αλλά στο σπίτι της αδελφής της.

Αλλά το δικό της σπίτι, παραμένει καμμένο.

Και κάποιοι το έκαψαν.

Πού τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει ο μύθος;

DD5dBVqXgAAh0VL

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα περνάει μέσα από την ιστορία του ίδιου του χωριού. Η οποία είναι, υπό κλίμακα, η σοβιετική και μετασοβιετική ιστορία όλης της Ρωσίας. ‘Οσο κι αν ακούγεται παράξενη τώρα, στο τέλος αυτής της σύντομης αφήγησης δεν θα μοιάζει και τόσο η διαπίστωση, ότι ο ηθικός αυτουργός του εμπρησμού του σπιτιού της Βαρβάρας είναι, ουσιαστικά, ο παλινορθωμένος καπιταλισμός.

Το Πομπιέντινο βρίσκεται περίπου 10 χιλιόμετρα μακριά από το διοικητικό κέντρο της περιοχής. Μέχρι το 1945, οπότε η Σαχαλίνη βρισκόταν υπό ιαπωνική κατοχή, ήδη από τους Ρωσο-ιαπωνικούς πολέμους των αρχών του 20ού αιώνα, ονομαζότον Κότον και ανήκε στην ιαπωνική επαρχία Καραφούτο.

Μετά την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος έδιωξε τους Ιάπωνες και από την Νότια Σαχαλίνη, το χωριό γνώρισε μια πρωτόγνωρη άνθηση. Κοντά του δημιουργήθηκε μια μικρή στρατιωτική βάση και, ταυτόχρονα, οργανώθηκαν οι πρώτες αλιευτικές μονάδες βιομηχανικής κλίμακας.

«Στην σοβιετική εποχή, στο Πομπιέντινο ζούσαν 7.000 άνθρωποι», θυμάται μια παλιά κάτοικος. «Αλλά στην 10ετία του ‘90 άρχισε να βυθίζεται».

Το 2002, σύμφωνα με την επίσημη απογραφή, στο χωριό είχαν απομείνει 1.390 κάτοικοι. Σήμερα είναι ακόμη λιγότεροι. Κανείς πια δεν μετρά. Ακόμη και η στρατιωτκή βάση, η τελευταία ελπίδα του χωριού για δουλειά και για ανανέωση του πληθυσμού με νέο κόσμο, έκλεισε με αφορμή ένα τραγικό γεγονός: Το 1998, ο έφεδρος στρατιώτης, Ολέγκ Ναούμοφ, πήρε το όπλο του, το έστρεψε στους συναδέλφους του και άρχισε να πυροβολεί. Εξι φαντάροι και ο επικεφαλής της φρουράς έπεσαν νεκροί. Η έρευνα και η δικαστική διαδικασία γι’ αυτό το τραγικό περιστατικό κράτησε έξι χρόνια. Ο Ναούμοφ καταδικάστηκε σε ισόβια.

«Μετά από αυτά τα γεγονότα μάζεψαν την βάση» λέει η ίδια κάτοικος στο «Russia Today». «Ακριβώς τότε άρχισε η μαζική μετακίνηση των κατοίκων προς το διοικητικό κέντρο της περιοχής. Ετσι, τώρα στο χωριό απέμειναν μόνο συνταξιούχοι και άνεργοι. Η νεολαία πίνει μέχρι αλκοολισμού ή παίρνει ναρκωτικά».

Στην θέση των ντόπιων κατοίκων του χωριού που πήραν τον δρόμο της εσωτερικής μετανάστευσης άρχισαν να εγκαθίστανται πρώην τρόφιμοι της κοντινής φυλακής. Οι κάτοικοι λένε ότι οι πρώην κατάδικοι έχουν έναν «μη κοινωνικό» τρόπο ζωής. Τα τελευταία τρία χρόνια, το άλλοτε γνωστό για την αλιευτική βιομηχανία του Πομπιέντινο, βρέθηκε κάμποσες φορές μέσα στις περιοδικές αναφορές των αρχών για ποινικά εγκλήματα ομοσπονδιακού χαρακτήρα.

Οι τοπικοί κρατικοί παράγοντες προσπαθούν να παρουσιάσουν μια διαφορετική εικόνα. «Ναι, έχουμε μια φυλακή κοντά. Μερικοί από τους φυλακισμένους, όταν απελευθερώνονται και δεν έχουν πού άλλου να πάνε, έρχονται να ζήσουν στο Πομπιέντινο. Φυσικά, αυτό το πράγμα αφήνει κάποιο αποτύπωμα στην ζωή των ανθρώπων. Αλλά, την ίδια στιγμή, στο χωριό υπάρχουν χώροι άθλησης, πολιτιστικό κέντρο, καλή βιβλιοθήκη, γίνονται διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι άνθρωποι δουλεύουν, τουλάχιστον εκείνοι που θέλουν. Αλλά και οι κάτοικοι δεν είναι αναίσθητοι».

Λέξη για την αποβιομηχάνιση, για την καταστροφή της παραγωγικής βάσης του χωριού, για την πληθυσμιακή «αποψίλωσή» του, για την χαμένη νεολαία. Το πιθανότερο είναι, όλα αυτά που παρουσιάζουν οι παράγοντες, να συμβαίνουν από την καλή θέληση κάποιων κατοίκων που επιμένουν να κρατούν ζωντανή την φλόγα της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή. ‘Οσο για τα περί «επιλογής» του ανέργου να μην δουλεύει για να πίνει και να παίρνει ναρκωτικά, πρόκειται για την γνωστή συστημική, αμοραλιστική, χυδαία και άθλια προπαγάνδα.

Και με την Βαρβάρα τι γίνεται;

Ο επικεφαλής της δημαρχιακής υπηρεσίας Παιδείας της περιοχής Σμιρνιχόβσκι, Νικολάι Κοζνίσκι είπε ότι η κοπέλα ήρθε στις αρμόδιες αρχές και αιτήθηκε επισήμως στέγη. Της πρότειναν να μείνει σε ένα κοινόβιο (σσ. διαμέρισμα το οποίο μοιράζονται διαφορετικά νοικοκυριά ανα δωμάτιο), αλλά σύμφωνα με τον ίδιο η Βαρβάρα αρνήθηκε και τώρα ψάχνουν εναλλακτικές.

«’Ακουσα, φυσικά, ότι την λένε μάγισσα, αλλά είναι μια χαρά, κανονική κοπέλα» πρόσθεσε.

Για την ρωσική ‘Ενωση Νομικών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δεν υπάρχει καμία μεταφυσική. «Δεν είναι το πρώτο ανάλογο περιστατικό στην Ρωσία τα τελευταία χρόνια, που οι κάτοικοι προβαίνουν σε πράξεις “εκδίκησης” για υποτιθέμενα “μάγια”. Κατά βάση αυτό συμβαίνει σε φτωχές περιοχές, με μεγάλα ποσοστά ανεργίας, όπου κλείνουν οι εκπαιδευτικές δομές» ανέφερε εκπρόσωπός της.

«Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι άνθρωποι διαμορφώνουν τη δική τους εμπειρία και βγάζουν συμπεράσματα με βάση τα τοπικά έθιμα, τις παραδόσεις, τις πεποιθήσεις, και εκείνες τις μίζερες, λιγοστές πληροφορίες που παίρνουν από τα μέσα ενημέρωσης στα οποία έχουν πρόσβαση. Δυστυχώς, σε τέτοιες περιοχές, οι πληροφορίες στις οποίες έχουν πρόσβαση οι άνθρωποι είναι ψευδοεπιστημονικές εκπομπές, οι οποίες προβάλουν “πληροφορίες” οι οποίες δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα, για μέντιουμ, μάγισσες και ανάλογα επινοημένα πρόσωπα, τα οποία, ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι αρχίζουν να ψάχνουν έξω από τα όρια του σπιτιού τους».

Οι νομικοί προσθέτουν ότι «στις οικονομικές δυσκολίες, οι άνθρωποι αρχίζουν να επιρρίπτουν την ευθύνη σε “ανώτερες δυνάμεις” και σε ανθρώπους οι οποίοι υποτίθεται ότι έχουν “ιδιαίτερες δυνάμεις”. Δηλαδή, συμβαίνει μία αποδόμηση της στοιχειώδους συνείδησης από την λογική σκέψη στην μυστικιστική και την δεισιδαιμονική, η οποία καθίσταται στρεοτυπική.Αυτή την “τύχη” είχε και η Βαρβάρα. Κατηγορήθηκε από τους ντόπιους για μαγεία. Νομίζουν ότι είναι μια μάγισσα που φέρνει κακή τύχη στο χωριό τους και, άρα, θα πρέπει να απαλλαγούν από αυτήν».

Για την ‘Ενωση είναι απαραίτητο να ληφθούν μια σειρά μέτρων, από οικονομικά και κοινωνικά, μέχρι διαφωτιστικά – εκπαιδευτικά.

Την υπόθεση της Βαρβάρας οι νομικοί της ‘Ενωσης την πήραν ζεστά. Θα κινηθούν ταυτόχρονα σε επίπεδο γενικού εισαγγελέα και δομών υπεράσπισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Διότι θεωρούν ότι ο συγκεκριμένος εμπρησμός δεν είναι απλά ποινικό αδίκημα. Συνιστά έκφραση κοινωνικής διάκρισης. Και αυτό ξεπερνά τις αρμοδιότητες της τοπικής αστυνομίας.

Στην πραγματικότητα βέβαια, ο εμπρησμός του σπιτιού της Βαρβάρας ξεπερνά και τον γενικό εισαγγελέα. Διότι τα οικονομικά, κοινωνικά και διαφωτιστικά μέτρα που προτείνουν πολύ σωστά οι νομικοί, ξεπερνούν το ίδιο το κυρίαρχο σύστημα. Τέτοια μέτρα, δεν είναι απλά εκτός των καπιταλιστικών ορίων. Αλλά ενάντια στον καπιταλισμό εν γένει.

Ο οποίος, μέσα σε μια νύχτα – με όρους ιστορίας – κατέστησε έναν λαό που οι παππούδες του άνοιξαν τον δρόμο στο μέλλον με την Επανάσταση του Οχτώβρη, έναν λαό που εξάλειψε τον αναλφαβητισμό μέσα σε λιγότερα από είκοσι χρόνια, έναν λαό που έστειλε τα παιδιά του δρόμου στο διάστημα, έρμαιο του τσαρλατανισμού και του σκοταδισμού.

Στοιχειώδης γνώση του μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου της ΕΣΣΔ θα αρκούσε για να γίνει κατανοητή αυτή η καταστροφή που συνέβη με την αντεπανάσταση.

Με μια ταχύτητα τρομακτική.

Σχεδόν «μαγική».

Αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για «μαύρη μαγεία»…


Από:http://www.toperiodiko.gr/%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%89/#.WWtTAVSLRWc

Μετρώντας (χαμένες) ανθρώπινες ζωές…


Από το Μάντσεστερ, στο Παρίσι, στην Μόσχα, στη Χομς

ariana-grande-manchester-concert-goers

Γράφει η Ελένη Μαυρούλη

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στο φρικτό μαζικό θάνατο μικρών παιδιών, εφήβων, ανθρώπων όλων των ηλικιών.  Στη συναυλία στο Μάντσεστερ, στον πεζόδρομο στην Νίκαια και στο Μπατακλάν στο Παρίσι, στα σπίτια του Ντονμπάς και στους δρόμους της Χομς, του Κομπάνι,  της Δαμασκού ή της Λαττάκειας, στη Σύρτη της Λιβύης ή στη Ραμάλα και στη Γάζα της Παλαιστίνης, στο μετρό της Μόσχας, στα τρένα της Μαδρίτης και στο αεροδρόμιο στις Βρυξέλλες και στους δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης.

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στην ιδέα, στην εικόνα, στην πράξη της διάλυσης ενός σώματος από τα εκρηκτικά που κουβαλά σε κομμάτια – φονιάδες για όποιον βρίσκεται γύρω του. Στον προγραμματισμό της έκρηξης ενός μηχανισμού έτσι ώστε να σκοτώσει τον μέγιστο αριθμό ανίδεων ανθρώπων που έτυχε απλώς να βρίσκονται σε έναν χώρο. Στον βομβαρδισμό μιας κατοικημένης περιοχής, στην ισοπέδωση μιας πόλης, στην εξαΰλωση της ζωής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, στην μετατροπή τους σε αριθμούς, σε πηχιαίους τίτλους, σε μικρά γράμματα, σε βουβούς εφιάλτες. Στο να αντιλαμβάνεται κανείς ως εκδίκηση σε ένα έγκλημα τη διάπραξη ενός μεγαλύτερου εγκλήματος.

Συνέχεια

Συνέντευξη με τον Νάνι Mπαλεστρίνι Η λογοτεχνία της αυτονομίας …


18556216_627267017462972_5062387389073306666_n

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος

Δημοσιεύουμε εδώ μια παλιότερη -προ οικονομικής κρίσης- συνέντευξη μας με τον ιταλό συγγραφέα έχοντας ως αφορμή την πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά του τελευταίου βιβλίου του, «Σάντοκαν».

Είχαμε την εξαιρετική τύχη να βρεθούμε στην δίνη του Ιταλικού Μάη, ενός Μάη που κράτησε -σε αντίθεση με εκείνο της Γαλλίας- δέκα ολόκληρα χρόνια, απ’το ’68 έως το ’77- σπουδάζοντας στη Γένοβα, προλάβαμε το παρατεταμένο φινάλε μιάς εποχής αισιόδοξης και απελπισμένης μαζί. Καιροί δημιουργίας και δράσης, έντονα συναισθηματικοί και αθώοι που γέννησαν νησίδες πολιτισμού παρά και ενάντια στα κομματικά στερεότυπα και τις άρχουσες ιδεολογίες. Η Εργατική Αυτονομία άφηνε έντονα σημάδια στην ιταλική κοινωνία παρά τη λυσσώδη προσπάθεια του κράτους να εξαφανίσει κάθε ίχνος της. Με πρόσχημα την ένοπλη εξέγερση έκανε 60.000 συλλήψεις και έστειλε στις φυλακές, σχεδόν, 25.000, ενώ έκλεισε βίαια ραδιοφωνικούς σταθμούς, έντυπα και πολιτιστικά κέντρα. Φυσικά τα ΜΜΕ κάλυψαν απόλυτα την κρατική τρομοκρατία και τους κατασταλτικούς νόμους που θεσμοποιούσαν με πάθος τον χαφιεδισμό και ταύτιζαν το μαζικό κίνημα με τους ελάχιστους οπλοφόρους. Μερικές δεκαετίες μετά -λες και ποτέ δεν υπήρξαν- όλα αυτά έχουν παραδοθεί στη λήθη. Γύρω στο 2005 και με αφορμή την εδώ κυκλοφορία των «Αόρατων» από το «Βιβλιοπέλαγος» είχαμε την τύχη να μιλήσουμε με τον Νάνι Μπαλεστρίνι όταν ήρθε στην Αθήνα για το παρουσιάσει. Με αφορμή, λοιπόν, την πρόσφατη κυκλοφορία του τελευταίου βιβλίου του, «Σάντοκαν» πάλι από το Βιβλιοπέλαγος -στο Περιοδικό μπορείτε να διαβάσετε την εξαιρετική παρουσίαση του Τηλέμαχου Δουφεξή (με αφορμή την καινούρια έκδοση, παραθέτουμε την συνέντευξη που πήραμε τότε.  Ο 82χρονος σήμερα, Νάνι Μπαλεστρίνι- που, έξω από την γραφή, ασχολείται με την ζωγραφική και τις οπτικές τέχνες -βιώνει τα γεγονότα από κοντά όντας ιδρυτικό μέλος της εξωκοινοβουλευτικής, Potere Operaio- θα καταδικαστεί, το ’79, από τις αρχές, θα διαφύγει με περιπετειώδη τρόπο στη Γαλλία για να επιστρέψει το ’84 και αφού η δίωξη έχει πάψει λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Το ’71 κυκλοφορεί το «Τα Θέλουμε Όλα» (Εκδ. Στοχαστής) για τους αγώνες της Αυτονομίας στη Φίατ, στο Τορίνο – το ’87 τους «Αόρατους» (Εκδ. Βιβλιοπέλαγος) για τους αφανείς πρωταγωνιστές της Αυτονομίας και δυό χρόνια μετά, τον «Εκδότη» (Εκδ. Στοχαστής) για τον αναρχικό εκδότη Τζιαντζάκομο Φελτρινέλι που σκοτώθηκε από την πρόωρη έκρηξη μιας βόμβας που τοποθετούσε σε πυλώνα υψηλής τάσης.

Συνέχεια