ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΑΙΔΙ; …


a-960x561.jpg

Μεταφράσεις

του Vincent Bevins στο Τhe Νew Ιnquiry, 17 Ιανουαρίου 2018

Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ζούμε σε καιρούς έξαρσης μια συλλογικά βιωμένης νοσταλγίας για το παρελθόν, μια τάση που γίνεται εμφανής σε έργα μυθοπλασίας, αλλά και στις μουσικές υποκουλτούρες που βρίσκονται σε αναγέννηση. Ωστόσο, λιγότερο εμφανής είναι μια άλλη τάση, που συνυπάρχει σε ένα βαθμό στα παραπάνω έργα μυθοπλασίας, και είναι η τοποθέτηση σε κεντρικό ρόλο των αφηγημάτων χαρακτήρες που είναι παιδιάσ.1. Βέβαια, σε όλο τον 20ο αιώνα η επιστράτευση παιδιών ως κεντρικών ηρώων, έχει αποτελέσει μια σύνηθη τακτική καλλιτεχνών, ίδιως όταν πρόκειται να ανιχνευθούν κοινωνικές μετατοπίσεις και αλλαγές που συντελούνται στις σχέσεις υποκειμένου-κοινωνίας. Έτσι και η σημερινή εκλεκτική σύνδεση των δύο λόγων εμφανίζει ενδιαφέρον, υπό το φως, μάλιστα, των ραγδαίων μεταλλάξεων των κοινωνικών και εργασιακών σχέσεων που ορίζουν τη συνθήκη της ύπαρξης των, ευρεία εννοία, νέων. Σε μια απόπειρα ψηλάφησης του σημαίνοντος «παιδί», παρουσιάζουμε την κάτωθι συνέντευξη του Paul Rekret στον Vincent Bevins για το Τhe Νew Ιnquiry.
λ.θ.


Στο Down With Childhoodσ.2, το οποίο κυκλοφόρησε το Σεπτέμβρη, ο πολιτικός επιστήμονας Paul Rekretοδηγεί τον αναγνώστη σε μια συναρπαστική περιήγηση στην πρόσφατη ιστορία της ποπ μουσικής και της πολιτικής. Για τον Rekret, η «παιδική ηλικία» όπως την κατανοούμε σήμερα αναδύθηκε με τον καπιταλισμό του 20ου αιώνα, ιδίως μετά την αφαίρεση των νέων από την αγορά ως το προβαλλόμενο/προβλεπόμενο αντίστροφο μίας καθημερινής εργάσιμης μέρας. Αλλά καθώς η διάκριση μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου καταρρέει, συμπαρασύρει και την έννοια της παιδικής ηλικίας. Η συνέντευξη παρουσιάζεται μετά από επιμέλεια και συμπύκνωση για λόγους σαφήνειας.

Ποιες ερωτήσεις επιχειρείτε να απαντήσετε σχετικά με την παιδική ηλικία; Επισημαίνετε τους τρόπους με τους οποίους η μεταβαλλόμενη δημόσια κατανόηση της παιδικής ηλικίας υπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς στην κοινωνία μας. Επιπλέον επισημαίνετε αυτά, που μπορούν να μας πουν για την κοινωνία μας, οι μετατοπίσεις των εμφανίσεων της παιδικής ηλικίας στην ποπ μουσική .

Τα παιδιά διαδραματίζουν ένα συναισθηματικό ρόλο: H απόλαυση αντλείται από αυτά, πράγμα που συνήθως θεμελιώνεται στην νοσταλγία για αυτό που κανείς θυμάται τρυφερά ως μία καλύτερη εποχή στης δικής του ζωής. Η Shulamith Firestone, από την οποία απέσπασα τον τίτλο του βιβλίου, λέει ότι είναι φυσικό. Δεδομένου ότι η ζωή στον καπιταλισμό είναι μάλλον αγγαρεία, η φαντασίωση μιας περιόδου σχετικής απόλαυσης και παρηγοριάς δρα θεραπευτικά. Επιπλέον, τα παιδιά επενδύονται με ελπίδες για το μέλλον, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να φυλάσσονται προσεκτικά, να εκπαιδεύονται και να ελέγχονται.

Συνέχεια

Η θεωρία του ίδιου άκρου…


του Δημήτρη Κούλαλη – Εφημερίδα των Συντακτών

Πρόσφατα, έπειτα από την απόφαση του Ελληνα υπουργού Δικαιοσύνης να μη συμμετάσχει στο συνέδριο που διοργάνωσε η εσθονική προεδρία, μια χλαλοή ιστορικής παραχάραξης και χυδαίου αντικομμουνισμού επικράτησε στον δημόσιο λόγο.

Η στάση των εσθονικών κυβερνήσεων απέναντι στους ναζί είναι γνωστή. Αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι η ημέρα απελευθέρωσης του Ταλίν από τον Κόκκινο Στρατό (22/9) έχει χαρακτηριστεί «ημέρα πένθους».

Η στάση της Ε.Ε. όλα αυτά τα χρόνια απέναντι στην προσπάθεια οικοδόμησης του πρώτου εργατικού κράτους είναι επίσης γνωστή. Μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι μόλις τον περασμένο Μάιο εγκαινιάστηκε στις Βρυξέλλες το «Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας», το οποίο εν πολλοίς επιχειρεί τη σύμφυση του σοσιαλισμού με τον ναζισμό. Το περίεργo, βέβαια, της υπόθεσης είναι ότι πουθενά δεν αντιπαραβάλλεται ο φασισμός με τον καπιταλισμό. Γιατί, άραγε;

Πιθανότατα, γιατί μερικές από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες παγκοσμίως (Kodak, Siemens, Boss, Coca-Cola, Porsche, General Motors, IBM κ.ά.) στήριξαν, άλλες απροκάλυπτα και άλλες λιγότερο φανερά, τον φασισμό.

Περνώντας στην άλλη όχθη του Ατλαντικού συναντάμε ένα πολιτικό σκηνικό που κάτι μας θυμίζει…

Δεν είναι μόνο η υπόγεια προσπάθεια του Τραμπ να αναβαπτίσει τον ναζισμό. Είναι και η οικονομική του πολιτική, όπως η πρόταση των Μνούτσιν-Κον για τη φορολόγηση των επιχειρήσεων (μείωση από το 35% στο 15%), αλλά και η στάση του απέναντι στα συνδικάτα που δείχνουν συγκεκριμένο προσανατολισμό.

Στον αντίποδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του προϋπολογισμού, προωθείται η περικοπή περίπου 3,6 τρισ. $ σε μια σειρά κοινωνικών προγραμμάτων, επιδομάτων και υπηρεσιών πρόνοιας. Στα αντιλαϊκά μέτρα συμπεριλαμβάνεται και η σύσταση ενός προγράμματος που θα στέλνει όσους παίρνουν «επίδομα αναπηρίας και δεν θα έπρεπε(!)» πίσω στη δουλειά. «Θέλουμε να πάνε οι άνθρωποι να δουλέψουν» δήλωνε κυνικά πριν από λίγο καιρό ο υπεύθυνος του Λευκού Οίκου για τον προϋπολογισμό, Μικ Μαλβάνεϊ.

Συνέχεια

Η εργασία απελευθερώνει(!)…


Του Δημήτρη Κούλαλη

ΕΛΛΟΓΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Στον Τ.

Ήταν πρωτομαγιά του 1886, στο Σικάγο, ημέρα της μεγάλης απεργίας, όταν χιλιάδες κόσμου διαδήλωναν στους δρόμους με αίτημα την καθιέρωση της 8ωρης εργάσιμης μέρας. Εκείνη την εποχή, ο ημερήσιος εργάσιμος χρόνος στα εργοστάσια και τους άλλους παραγωγικούς τομείς ήταν 10, 11, ακόμη και 14 ώρες. Η απεργία συνεχίστηκε δυναμικά και τις επόμενες μέρες. Η κατάληξή της; Βάφτηκε στο αίμα. Η αστυνομία, έπειτα από αίτημα των εργοδοτών, κατέστειλε βίαια τις κινητοποιήσεις των εργατών. Οκτώ από τους πρωτεργάτες της απεργίας, συνελήφθησαν και δικάστηκαν σε δίκη- παρωδία με την κατηγορία της ευθύνης για τη συμμετοχή τους στην (προβοκατόρικη) βομβιστική επίθεση που σημειώθηκε σε μια από τις εργατικές συγκεντρώσεις. Οι Πάρσονς, Σπάις, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη στις 11 Νοεμβρίου 1887. Ο Λιγκ βρέθηκε νεκρός στο κελί του, ενώ οι υπόλοιποι, Νιμπ, Σουάμπ και Φίλντεν, καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια καταναγκαστικά έργα…

Αυτή δεν είναι μια ιστορία βγαλμένη από τ’ ανήλιαγα υπόγεια της σκέψης μερικών δογματικώνπου αρνούνται να πιστέψουν ότι έχασαν. Δεν είναι μια προσπάθεια ηρωοποίησης και υποκριτικής θυματοποίησης. Είναι άλλη μια απόδειξη ότι το οκτάωρο και εν γένει όλα τα εργατικά κεκτημένα κατακτήθηκαν με αίμα. Κατακτήθηκαν με το αίμα ανθρώπων που διεκδίκησαν με κάθε μέσο, πληρώνοντας βαρύ τίμημα, το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή καθημερινότητα μακριά από το μυκηθμό απογοήτευσης που γεννά η φτώχεια, η η ανασφάλεια, η υποαπασχόληση, οι εξοντωτικοί ρυθμοί εργασίας με τους μισθούς πείνας, η ανεργία…

Όμως, σήμερα, 131 χρόνια από την Πρωτομαγιά του Σικάγου, ποια η θέση των εργατών, ποια η εργασιακή καθημερινότητα που βιώνει ο κόσμος του μεροκάματου;


«Ολοένα και μικρότερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος αντιπροσωπεύουν τα εισοδήματα των εργαζομένων τις τελευταίες δεκαετίες στις ανεπτυγμένες και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η μείωση των μεσαίων εισοδημάτων και παράλληλα η διεύρυνση της ανισότητας». Σε αυτή τη διαπίστωση καταλήγει το ΔΝΤ, το οποίο σε Έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία το 2017 αποδίδει αυτή την αρνητική εξέλιξη αφενός στη ραγδαία τεχνολογική πρόοδο και αφετέρου στην παγκοσμιοποίηση και στις αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας που αυτή έχει επιφέρει.

Στις ανεπτυγμένες οικονομίες η εξέλιξη άρχισε να καταγράφεται από τη δεκαετία του 1980, με το ποσοστό των μισθών επί του ΑΕΠ να φτάνει στο χαμηλότερο επίπεδό του ακριβώς πριν από το «Κραχ» του 2008. Έκτοτε, όχι μόνο δεν έχει ανακάμψει, αλλά σήμερα βρίσκεται σχεδόν 4% χαμηλότερα από το αντίστοιχο του 1970. Η πτωτική πορεία είναι παρεμφερής τόσο στις αναδυόμενες αγορές όσο και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, με αφετηρία τις αρχές της δεκαετίας του 1990.  Παραδόξως (; ),  η μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων είναι μεγαλύτερη στις ισχυρότερες από τις οικονομίες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Στην Κίνα, για παράδειγμα, όπου υπάρχουν καταγεγραμμένες 32 εκατομμύρια ιδιωτικές επιχειρήσεις, τα μεταφορικά μονοπώλιά της διακινούν το 67% του συνόλου των εμπορευματοκιβωτίων παγκοσμίως, ενώ το σύνολο των κινεζικών επενδύσεων στις ΗΠΑ μόνο το 2016 ξεπέρασε τα $50 δισ., κατέχοντας μέρος του αμερικανικού δημόσιου χρέους σε ομόλογα ύψους άνω των $1,3 τρισ., μολονότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες επήλθε δραστική μείωση της φτώχειας, το ποσοστό των εισοδημάτων των εργαζομένων επί του ΑΕΠ έχει μειωθεί σχεδόν κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες.

Συγκεκριμένα, οι μισθοί των εργαζομένων κυμαίνονται μεταξύ 300-400 ευρώ, με τάσεις μείωσης λόγω της αναπτυξιακής επιβράδυνσης  σε μια κοινωνία στην οποία το κόστος ζωής ολοένα και αυξάνεται.

Συνέχεια

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΙΡΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΛΟΓΗ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ…


1-3.jpg

από Κλεονίκη Αλεξοπούλου

 ή  Μανιφέστο μιας δυναμικής διασποράς, όχι μιας χαμένης γενιάς.Για αρκετούς κοινωνικούς ιστορικούς και θεωρητικούς της διεθνικότητας (transnationalism), η μετανάστευση ανθρώπων από μια περιοχή σε μια άλλη εντός ή ακόμα περισσότερο εκτός του έθνους-κράτους παίζει ένα σημαντικό μετασχηματιστικό ρόλο, (επανα)διαμορφώνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και τους θεσμούς. Καταρχάς, η μετανάστευση αμφισβητεί τα σύνορα, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεχνητή ανθρώπινη σύμβαση. Ήταν και είναι μια έμπρακτη ένδειξη αμφισβήτησης της αξίωσης του εθνικού κράτους ότι οι πολίτες (οφείλουν να) ανήκουν σε μια μόνο χωρική επικράτεια (Lubkemann 2000). Ενσαρκώνει επίσης την ελεύθερη επιλογή των ατόμων ή ολόκληρων κοινοτήτων να διαλέξουν τον τρόπο ζωής τους (life strategy). Έχει κατοχυρωθεί σε τελική ανάλυση ως ένα ανθρώπινο δικαίωμα.

Στην περίπτωση του αποικιοκρατούμενου κόσμου και ειδικά της Αφρικής, τα σύνορα επιβλήθηκαν έξωθεν και με τόσο αυθαίρετο τρόπο από τις ευρωπαικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις το 19ο αιώνα, όπου δικαίως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την καταπάτηση αυτών των συνόρων και την «επανοικειοποίηση» του χώρου από τους τότε μετανάστες ως μια επαναστατική πράξη. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή να μεταναστεύσει κανείς ήταν και είναι σε έναν περιορισμένο βαθμό μια κατάσταση ελευθερίας, εφόσον γινόταν και γίνεται εντός καθορισμένων ορίων που θέτουν οι εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και η πολιτική εξουσία. Όμως αυτό ισχύει σχεδόν για όλο το φάσμα των ανθρώπινων επιλογών.

 

Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε ως οικονομικό εργαλείο από αποικιακά κράτη και ισχυρές καπιταλιστικές εταιρίες. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Μοζαμβίκης η πορτογαλική αποικιακή κυβέρνηση υπέγραψε μια σειρά από συμβάσεις με το κράτος της Νοτίου Αφρικής, ώστε να μεταναστεύουν συστηματικά εργάτες απ’ το νότο της πορτογαλικής αποικίας στα ορυχεία χρυσού και διαμαντιών της γείτονος χώρας. Οι εργάτες αυτοί όμως υποχρεώνονταν να γυρίσουν στη χώρα τους μετά το πέρας του συμβολαίου τους και να λαμβάνουν μισή αμοιβή στα ορυχεία χρυσού της Νοτίου Αφρικής και μισή αμοιβή στη Μοζαμβίκη, ώστε να ξοδεύουν το μισθό τους εντός της μαμάς «πατρίδας» και να καταναλώνουν ντόπια προιόντα ώστε να προωθηθεί η νομισματοποίηση της οικονομίας. Έτσι, οι Πορτογάλοι αποικιοκράτες θεσμοποίησαν την κυκλική μετανάστευση και επέβαλαν την «επιστροφή» των μεταναστών ως απαράβατο όρο (Alexopoulou and Juif 2017). Συγκεκριμένα, οι Αφρικανοί μετανάστες ανθρακωρύχοι κατανάλωναν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους στο εισαγόμενο πορτογαλικό κρασί(!).

Επιπλέον, υπήρξαν αναρίθμητες περιπτώσεις καταναγκαστικής μετανάστευσης και εργασίας (δεκαετίες αφότου είχε καταργηθεί η δουλεία), λόγω έλλειψης επαρκούς εργατικού δυναμικού στα δημόσια έργα και στην αγροτική παραγωγή: χαρακτηριστική περίπτωση, η μετανάστευση Αφρικανών απ’ τις δυτικές ακτές της ηπείρου στις Cadbury φυτείες κακάο στα νησιά Σάο Τομέ και Πρίνσιπε. Πάμπολλα άλλα παραδείγματα μετανάστευσης στην αποικιακή Αφρική ανοίγουν διάπλατα τη βεντάλια της ιστορίας της μετανάστευσης, από πλέον οργανωμένες και θεσμοποιημένες μορφές έως ανεπίσημες (informal) και άτακτες «λαθρο»μεταναστεύσεις.

Από τον καιρό που υπάρχουν μοντέρνες νομισματοποιημένες οικονομίες είναι γνωστή η συμβολή των μεταναστών είτε στην οικονομία των χωρών καταγωγής μέσω εμβασμάτων είτε στην ανάπτυξη των χωρών υποδοχής μέσω της εργασίας τους σε καίριους τομείς της παραγωγής. Επίσης αυξημένο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει προσελκύσει τις τελευταίες δεκαετίες ο κρίσιμος ρόλος των μεταναστών στη μεταφορά ανθρώπινου κεφαλαίου (human capital) και τεχνογνωσίας, που προωθούν την καινοτομία και στις χώρες υποδοχής και στις χώρες καταγωγής, εάν πρόκειται για κυκλική μετανάστευση (όπου οι μετανάστες επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους).

Στη μεταμοντέρνα εποχή μας ή αλλιώς στο στάδιο του ύστερου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία υπηρεσιών, η έννοια της εργατικής τάξης ως μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο αμφισβητείται, επειδή αποκλείει άλλα είδη εργαζομένων ή άλλες υπεξούσιες ομάδες όπως οι μετανάστες, οι άνεργοι, οι νοικοκυρές. Το «πλήθος», όπως το εννοιολόγησαν οι Χαρντ και Νέγκρι (2011), σε αντίθεση με το λαό που είναι μια παραδοσιακά ενοποιητική έννοια βασισμένη στο έθνος ή τη φυλή, περικλείει τους μετανάστες, και διεκδικεί τον τίτλο του νέου επαναστατικού υποκειμένου. Πώς οργανώνονται όλες αυτές οι ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών? Μέσω ενός δικτύου «δημοκρατικών σχέσεων» που προσομοιάζει με το ίντερνετ (ibid).

Δε φιλοδοξώ σε καμιά περίπτωση μέσα σε λίγες παραγράφους να ανασυγκροτήσω τις θεωρήσεις στις οποίες αναφέρομαι ούτε τις κριτικές τους. Θέλω μόνο να δείξω την αυξανόμενη σημασία που έχουν οι μετανάστες σήμερα ως φορείς αλλαγής, από την οπτική γωνία διαφορετικών θεωρητικών παραδόσεων. Επίσης νομίζω ότι αξίζει η προσπάθεια να ντύνουμε τα εκάστοτε θεωρητικά σχήματα με τις εμπειρίες του παρόντος, με μια σχετική ελευθερία έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων, για λόγους οικειοποίησης και επαναπροσδιορισμού των ιδεών, σύμφωνα με τις δικές μας καθημερινές πραγματικές ανάγκες.

Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό και ειδικεύονται σε διάφορους επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους, δουλεύουν σε πολυεθνικές και μεσαίου μεγέθους εταιρίες ή συνιστούν άλλον έναν κρίκο του πρεκαριάτου διαφόρων χωρών του εξωτερικού. Αρκετές έρευνες κι αναλύσεις (Generation E, EUmigré) αναφέρονται στο βραχυπρόθεσμο brain drain που υφίσταται η Ελλάδα και στο ενδεχόμενο μακροπρόθεσμο brain gain, το οποίο θα μπορούσε να καρπωθεί εάν οι μετανάστες αυτοί κάποια στιγμή επέστρεφαν στη χώρα τους.

Φαίνεται σαν το ελληνικό κράτος να μην επέλεξε ποτέ συνειδητά να διώξει ορδές νέων εργαζομένων και φοιτητών. Πράγματι, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας δε θεσμοποίησαν ποτέ τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού με τον τρόπο που το έκαναν οι αποικιακές κυβερνήσεις του παρελθόντος. Υπέγραψαν μόνο τις συμβάσεις ελεύθερης διακίνησης πολιτών εντός της ΕΕ που ειναι ακόμα και για τους αντιπάλους της μια προοδευτική κατάκτηση. Και εφάρμοσαν τις εργασιακές πολιτικές που προτάθηκαν από την ηγεσία της ΕΕ και το ΔΝΤ, πολιτικές που ίσως θα έπρεπε να ονομάζονται «πολιτικές ανεργίας», καθώς πρόκειται για μια κοινωνική πραγματικότητα δυσθεώρητων ποσοστών ανεργίας εκτός της συνεχούς αναθεώρησης των όρων και συνθηκών εργασίας, όπου επανα- ή μάλλον από-ρυθμίζονται καθημερινά ωράρια, μισθοί, συντάξιμα κλπ. Παρουσιάζεται, λοιπόν, σαν όλο αυτό να είναι μια παράπλευρη συνέπεια της κρίσης που χτύπησε τη χώρα και η πράξη της μετανάστευσης να είναι η εφαρμογή αυτού που αποκαλούμε ατομική στρατηγική.

Όμως αν το καλοσκεφτούμε, η ατομική αυτή επιλογή είναι η αποκρυστάλλωση των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων και της πολιτικής εξουσίας στο δεδομένο ιστορικό χρόνο. Έχει δηλαδή ταξικό πρόσημο. Λόγω της σύμπτυξης του χώρου και του χρόνου που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, υπάρχουν αυξανόμενες ανάγκες για δια βίου εκπαιδευόμενους και πολλές φορές πολύγλωσσους εργαζόμενους. Οι  εταιρίες χρειάζονται όλο και πιο ευέλικτους μαχητές (τύπου Survivor, σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικού δαρβινισμού) που τη Δευτέρα θα ‘ναι στο Ναιρόμπι και την Πέμπτη στο Σικάγο. Οι μαχητές αυτοί βέβαια δεν προλαβαίνουν έτσι ούτε να συνειδητοποιήσουν ποιος είναι ο φυσικός και κοινωνικός τους χώρος ούτε να συνάψουν φιλικούς και συντροφικούς δεσμούς με βάθος. Ενώ η απόλαυση της μάθησης και η μνήμη  δίνουν συχνά τη θέση τους στο ανικανοποίητο της ταχείας κατανάλωσης εντυπώσεων και στη λήθη. Όταν έγραφε ο Κούντερα τη «βραδύτητα» (1995), δε μπορούσε ακόμα να φανταστεί το σημερινό βαθμό εντατικοποίσης των πάντων.

Η ηλεκτρονική δικτύωση, στην οποία εναποθέτουν τις ελπίδες τους πολλοί, ανοίγει σίγουρα δρόμους επικοινωνίας και αυξάνει κι άλλο την ταχύτητα με την οποία αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι. Αλλά η συνεχής μετακίνηση αναγκαστικά οδηγεί σε μια συνεχή ανακύκλωση ανθρώπων που ενδεχομένως να συνοδεύεται και από συναισθήματα αποκοπής, ανασφάλειας και ματαίωσης που προέρχονται από τη φυσική απουσία κι από τον αέναο επαναπροσδιορισμό του επόμενου βήματος και του επόμενου στόχου. Κάποτε ήταν ουτοπία κι άπιαστο όνειρο να ταξιδέψεις, να ανακαλύψεις. Τώρα έχει καταλήξει να ‘ναι ουτοπία, για μια σημαντική μερίδα ανθρώπων, το να έχεις βάση, όνομα που δεν αλλάζει, γλώσσα προτίμησης. Και φυσικά, η επιλογή ταυτότητας και η ταξική συνείδηση από μια διεθνιστική άποψη φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Υπάρχει βέβαια η ταυτότητα του κοσμοπολίτη με όλα τα ερωτηματικά που ανοίγει ο ορισμός της.

Ολ’ αυτά δεν αποσκοπούν σε μια επανάληψη του αυτονόητου ή σε ένα «κατηγορώ» της ελεύθερης διακίνησης πολιτών. Βοηθούν ομως στον εντοπισμό της ανάγκης ενός σημερινού κομματιού εργαζομένων να ανήκουν κάπου, και στην κατανόηση της κυρίαρχης ακροδεξιάς ατζέντας στο ταυτοτικό ζήτημα. Ποιοι είμαστε? Η απάντηση φαίνεται να έρχεται μόνο απ’ τα δεξιά: Είμαστε ο ισχυρότερος λαός του κόσμου, Αμερικανοί, πρώην μετανάστες που είχαμε όμως κοινό όραμα, ξεκινήσαμε από διαφορετικά σημεία, συγκλίναμε όμως σε ένα. Είμαστε Ολλανδοί, Γάλλοι. Ενώ το ακραίο κέντρο επιμένει: Μόνο το ελεύθερο εμπόριο, οι ξένες (πάντα) επενδύσεις και η οικονομική μεγέθυνση δημιουργούν θέσεις εργασίας και μαγικά προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Κι η Αριστερά σιωπά, μπερδεμενη ανάμεσα σε ρατσιστικές κορώνες και κοινωνικά κεκτημένα που καταπατήθηκαν από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και την ήττα της σοσιαλδημοκρατίας. Η απάντηση της Αριστεράς δεν ειναι συνταγή μαγειρικής για να τη γραψουμε σε μια γραμμή, επαναλαμβάνουν πολλοί. Ας κάνουμε όμως, όπως κάναμε στο δημοτικό, την εξής άσκηση: ας εντοπίσουμε τα συστατικά μέρη αυτής της απάντησης και ας εναπόκειται μετά στην ελεύθερη βούληση του καθενός πώς θα τα συνθέσει. Συλλογική επιλογή, εναλλακτικό όραμα, αλλαγή παραδείγματος. Αν η Αριστερά δεν τα προσφέρει αυτά, δεν είναι Αριστερά.

Η διασπορά, αν θέλει να είναι οργανικό κομμάτι αυτού του μετασχηματισμού, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Κι οι ευθύνες της εκτείνονται πέρα απ’ την ανακύκλωση ιδεωδών στις παρέες των ίδιων γνωστών-αγνώστων. Ας μην αφήσουμε άλλο χρόνο ανεκμετάλλευτο, ας επιχειρήσουμε να οργανώσουμε ανοιχτά φόρουμ θέτοντας προς συζήτηση όλες τις διαστάσεις λειτουργίας του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, των δομών αλληλεγγύης και των commons  όχι μόνο εντός Ελλάδας, αλλά σε όποια πόλη του εξωτερικού η παρουσία μας είναι σημαντική. Όπως οι οικονομολόγοι μελετούν την περίπτωση κυκλοφορίας άλλου νομίσματος πλην του Ευρώ, συχνά σε συνεργασία με ξένους φορείς, έτσι χρειαζόμαστε όχι μόνο τους κοινωνικούς αλλά και τους θετικούς επιστήμονες της διασποράς να ανταλλάξουν απόψεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγής, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μια διαφορετική πολεοδομία κοκ. Αν δε θέλουμε την κρίση ως ευκαιρία μόνο για μεμονωμένες start-ups και θέλουμε η έρευνα να προηγείται της εμπορικής ιδέας και η παραγωγή της πώλησης, οφείλουμε να συμμετέχουμε με όποιο τρόπο μπορούμε σε συλλογικότητες που θα αποσκοπούν σ’ έναν κεντρικό σχεδιασμό. Ακόμα κι αν δεν έχουμε τη δύναμη, έχουμε τη γνώση και μπορούμε να γίνουμε ένας σημαντικός μοχλός πίεσης. Έτσι, για άλλη μια φορά στην ανθρώπινη ιστορία, θα άρουμε συλλογικά τα σύνορα που αρχικά περάσαμε ως άτομικότητες. Ας πιάσουμε το ΤΙΝΑ από το Α κι ας το γδάρουμε ίσαμε το Τ.

*Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά από συζητήσεις εντός της πολιτικής συλλογικότητας Reinform στην Ολλανδία.

 _________________________________________________________

 

Προσωπικό πρόβλημα ή συστημικό λάθος; …


του Αντώνη Ανδρουλιδάκη  

«Θεραπεύοντας» το καπιταλιστικό τραύμα.

Έστω κι αν φαίνεται κάπως μελό, είναι να απορεί κανείς πως τόσοι άνθρωποι είναι ενημερωμένοι -παρά την εξωραϊστική ισχύ των κυρίαρχων συστημικών μέσων- για την τόση αδικία, την ανισότητα, την ανεντιμότητα, την καταπίεση, την εκμετάλλευση και την τόση απανθρωπιά του κόσμου μας. Και είναι βέβαιο πως οι άνθρωποι αυτοί παλεύουν με πάθος, προσπαθώντας σκληρά,  για την ανατροπή της κατάστασης αυτής. Όλοι, λίγο ως πολύ, έχουμε αυτό το χάρισμα, να μπορούμε να φανταστούμε «έναν άλλο κόσμο, που είναι εφικτός».

Αλλά -πάντα υπάρχει ένα καταραμένο «αλλά» που καιροφυλακτεί για να μας διαψεύσει- στις περισσότερες περιπτώσεις, παγιδευόμαστε σε μια τόσο ανόητη παγίδα, σε κάτι που μοιάζει με κρυμμένη συναισθηματική βόμβα ή μάλλον με συναισθηματική νάρκη, που την πατάμε, έτσι καθώς σκοντάφτουμε στον εαυτό μας. Κι εκείνη, «σκάει η κουφάλα» κάθε φορά που «μπερδεύουμε τα μπούτια μας». Πάντα «σκάει».  Και «σκάει» με την παραμικρή, την πιο ασήμαντη πρόκληση, χωρίς ούτε μια προειδοποίηση, έτσι σχεδόν από το πουθενά, κάθε φορά που επιχειρούμε να κάνουμε κάτι καινούργιο, να «εγκαινιάσουμε» και πάλι λίγο τη ψυχή μας. Η -κατά προσωπικού- «νάρκη» εκρήγνυται, ενεργοποιώντας αρνητικά συναισθήματα και βλαπτικές συμπεριφορές. «Γιατί, γαμώ την τρέλα μου, πάλι;» είναι η βουβή, συνήθως ανέκφραστη, αλλά τόσο βασανιστική ερώτηση. Η εκκωφαντική σιωπή της επαναλαμβανόμενης αστοχίας του προσώπου μου. Εμένα. Του δικού μου προσώπου. Κανενός Άλλου. «Γιατί, ρε φίλε;» είναι η παρά-πονη απορία μας.

Όμως η σιωπή αυτή «σπάει κόκκαλα», ιδιαίτερα όταν η προσπάθεια μας εντάσσεται σε μια συλλογικότητα ανθρώπων. Η ματαίωση εδώ, είναι συχνά το ίδιο οδυνηρή με την απώλεια ενός μεγάλου έρωτα, του οποίου το «θαύμα» ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι ζούσαμε «μόνοι» μας…

Για όποιον την «ψάχνει» λίγο, είναι προφανές ότι ο Τρόπος τον οποίο ακολουθούμε για να ζήσουμε σ’ έναν τόσο άνισο, ή μάλλον άκαρδο, κόσμο, προκαλεί ένα πλήθος από τραύματα, διαφόρων βαθμών, σε όλους μας. Και είναι αυτά τα τραύματα που συναρμολογούν την «παγίδα», αποδυναμώνοντας την ικανότητα μας να «θεραπεύσουμε» ο ένας τον Άλλο. Κι αν θεωρούμε πως δεν είναι δα και δικιά μας δουλειά να «θεραπεύσουμε» τον απέναντι Άλλο, τότε καλύτερα να εγκαταλείψουμε την ιδέα να «θεραπεύσουμε» τον κόσμο. Εδώ ίσως χρειάζεται μια άλλου είδους χειραφέτηση: η χειραφέτηση από τη ναρκισσιστική αντίληψη που θεωρεί ότι αν και είμαστε αφοσιωμένοι στο να σώσουμε τον κόσμο γενικώς, όταν αυτός ο κόσμος σαρκώνεται στο συγκεκριμένο απέναντι πρόσωπο…είναι Τετάρτη απόγευμα.

Συνέχεια

Ηνωμένες Πολιτείες, η γη της επαγγελίας …


Από τον Θάνο Καραμπουρνιώτη

Από την 21η Ιανουαρίου και την ορκωμοσία Τραμπ έως και σήμερα επικρατεί ένας κοινωνικός αναβρασμός στις Η.Π.Α. με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους σε καθημερινή βάση. Η εκλογή ενός βαθύπλουτου ρατσιστή στην προεδρεία των Η.Π.Α. είναι το αίτιο ή μήπως η αφορμή για ένα γεγονός στο οποίο οδηγούμασταν με μαθηματική ίσως ακρίβεια; Είναι τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες η χώρα των ευκαιριών και αν ναι για ποιους;

Για να καταφέρουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να ασχοληθούμε με κάποια οικονομικά στοιχεία τα οποία συγκλίνουν σε ένα και μόνο γεγονός, την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η οποία λαμβάνει μέρος εδώ και αρκετές δεκαετίες όπως θα δούμε παρακάτω. Αποτέλεσμα αυτής, το 66% του παραγόμενου πλούτου της χώρας να κατέχουν οι εκατομμυριούχοι (αναμένοντας εκτόξευση στο 71% έως το 2020) ποσοστό δυσθεώρητα μεγάλο εάν σκεφτούμε πως δεύτερες και καταϊδρωμένες στην κατηγορία αυτή έρχονται οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι χώρες της Μέσης Ανατολής και οι χώρες της Αφρικής με 55%(http://money.cnn.com/2016/06/07/news/economy/millionaires-control-wealth/) Η φράση λοιπόν ‘’all dreams come true’’ μάλλον αναφέρεται στους λίγους κατέχοντες μιας και οι πολλοί ενώ έχουν δικαίωμα να ονειρεύονται,το όνειρο αυτό αποδεικνύεται απατηλό. Ο εφιάλτης ξεκινά ως εξής:

Το 1973 ο μέσος εργαζόμενος στις Η.Π.Α. αμοιβόταν με 4.03 USD (δολλάρια) την ώρα, ενώ το Δεκέμβρη του 2016 το αντίστοιχο ποσό ήταν 21.73 USD (http://www.tradingeconomics.com/united-states/wages). Εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται μια πενταπλάσια αύξηση μισθού σε σχέση με τον αρχικό, αλλά η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Ο ‘’πραγματικός μισθός’’ (ο μισθός αφού λάβουμε υπόψιν τα επίπεδα πληθωρισμού) δηλαδή η αγοραστική δύναμη που κατέχει κάποιος είναι σχεδόν η ίδια ανάμεσα σε 1973 και 2016, με το ’73 να είναι η χρονιά όπου ο μέσος εργαζόμενος είχε τη μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη έως σήμερα (http://www.pewresearch.org/fact-tank/2014/10/09/for-most-workers-real-wages-have-barely-budged-for-decades/).

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως βρίσκεται στην παραγωγικότητα του μέσου εργαζομένου και τη σταθερή, σχεδόν γραμμική της αύξηση μέσα στα χρόνια. Συγκεκριμένα, από το 1973 έως το 2016 η παραγωγικότητα έχει αυξηθεί 2.17 φορές με βάση στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Αμερικάνικη κυβέρνηση στις 2 Φεβρουαρίου του 2017 (https://www.bls.gov/lpc/). Εάν δούμε λοιπόν το συνδυασμό των προηγουμένων, θα συνειδητοποιήσουμε πως ενώ ο εργαζόμενος μέσα σε 44 χρόνια έχει αυξήσει την παραγωγικότητά του περισσότερο από 100%, ο πραγματικός του μισθός είναι μειωμένος. Με λίγα λόγια, το πλεόνασμα αυτό στην παραγωγή αντί να το καρπώνεται ο εργαζόμενος πηγαίνει κατευθείαν στην τσέπη του εργοδότη, με αποτέλεσμα μια πλέον ακραία ταχεία συσσώρευση κεφαλαίου σε λίγους.

Ενδεικτικός της κατάστασης όμως είναι και ο χαρακτήρας του κρατικού παρεμβατισμού και των διακρίσεών του μέσω της φορολογίας, ανάμεσα σε μεγάλες εταιρίες και μισθωτούς. Ενώ ο θεωρητικός συντελεστής εταιρικής φορολογίας των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται στο 40% (http://www.investopedia.com/articles/personal-finance/051915/corporate-tax-rates-highs-and-lows.asp) ο πραγματικός συντελεστής με τον οποίο κατά μέσο όρο φορολογούνται οι 400 πλουσιότερες εταιρίες της χώρας είναι της τάξης του 18% (http://www.investopedia.com/financial-edge/0312/why-americas-taxes-are-too-low.aspx).

Εάν μάλιστα κάποιος συμπεριλάβει και το ό,τι το 64% των πλουσιότερων 500 εταιριών έχει παράρτημα στις Βερμούδες και στα νησιά Κέιμαν (http://www.investopedia.com/articles/personal-finance/051915/corporate-tax-rates-highs-and-lows.asp) που οι φορολογικοί τους συντελεστές είναι μηδενικοί, καταλαβαίνει το μέγεθος εξοικονόμησης κεφαλαίου που επιτυγχάνεται με νόμιμες μεν, ανήθικες διόδους δε, εις βάρος των κρατικών εσόδων. Από την άλλη πλευρά ο μέσος μισθωτός εργάτης, καλείται να πληρώσει το 31.5% του μισθού του (http://www.fedsmith.com/2015/07/23/how-much-does-the-average-american-worker-pay-in-taxes/) αποδεικνύοντας πως το κράτος ζυγίζει με δυο μέτρα και δυο σταθμά τους πλούσιους και τους φτωχούς.

Η εργατική εκμετάλλευση αντί να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη της τεχνολογίας, αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς και χωρίς τάσεις απομείωσης στα επόμενα χρόνια. Την εκμετάλλευση αυτή τη νιώθει ο Αμερικανός πολίτης εδώ και πολλά χρόνια, με αμυδρά ξεσπάσματα μεν ανά περιόδους, αλλά με την οργή να διευρύνεται συνεχώς και με την κοινωνική έκρηξη να βρίσκεται ίσως προ των πυλών.

Έτσι λοιπόν, τα κινήματα που δημιουργούνται και κατακλύζουν σχεδόν καθημερινά τους δρόμους της χώρας μετά την εκλογή του νέου Προέδρου, ίσως να κρύβουν μέσα τους κάτι βαθύτερο από την εναντίωση σε ένα μισαλλόδοξο κροίσο, την αντίστασή τους απέναντι σε ένα άδικο και απάνθρωπο σύστημα που δημιουργεί και αναπαράγει κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.

Ο αδηφάγος καπιταλισμός σκάβει τον ίδιο του το λάκκο και το γνωρίζει, η μόνιμη συσσώρευση κεφαλαίων και η συνεχής τάση αύξησης των κερδών οδηγεί στην εξαθλίωση της ζωής των μαζών οι οποίες θα απαιτήσουν τελικά τα δικαιώματα και τους κόπους τους. Η γη της επαγγελίας των αφεντικών μπορεί να κερδηθεί πίσω από τους υποτελείς, ο δρόμος άλλωστε έχει ανοίξει.

_____________________________________________________________

Aπό:http://www.nostimonimar.gr/inomenes-polities-i-gi-tis-epangelias/

Ο Μαρξ είχε δίκιο: 5 γεγονότα του σήμερα που προέβλεψε σωστά…


marx

Μετάφραση : Ελεάννα Μπάρδη

Από το iPhone έως την εταιρική παγκοσμιοποίηση, η σύγχρονη ζωή είναι γεμάτη από αποδείξεις της διορατικότητας  του Μαρξ.

Υπάρχει μεγάλη συζήτηση για τον Καρλ Μαρξ αυτή την εποχή -από τον Rush Limbaugh να κατηγορεί τον Πάπα Φραγκίσκο για προώθηση «καθαρού μαρξισμού», στον αρθρογράφο των Washington Times  που ισχυρίζεται ότι ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Bill de Blasio, είναι ένας «αμετανόητος μαρξιστής».

Λίγοι όμως άνθρωποι καταλαβαίνουν πραγματικά τη δριμεία κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μιαν αόριστη επίγνωση της πρόβλεψης αυτού του ριζοσπαστικού οικονομολόγου, ότι δηλαδή ο καπιταλισμός αναπόφευκτα θα αντικατασταθεί από τον κομμουνισμό, συχνά όμως παρεξηγούν γιατί πίστευε πως αυτό είναι αλήθεια. Κι ενώ ο Μαρξ έκανε λάθος για μερικά πράγματα, τα γραπτά του (πολλά εκ των οποίων προηγήθηκαν του Αμερικανικού Εμφυλίου) προέβλεψαν με ακρίβεια διάφορες πτυχές του σύγχρονου καπιταλισμού, από τη Μεγάλη Ύφεση έως το iPhone 5S στην τσέπη σας.

Και ιδού πέντε γεγονότα του 2014, που η ανάλυση του Μαρξ για τον καπιταλισμό προέβλεψε σωστά, εδώ και πάνω από έναν αιώνα:

Συνέχεια