Ό βιασμός μέσα από τόν τύπο…


Ό Τύπος είναι ένας άπό τούς κύριους παράγοντες πού έχουν τή δυνατότητα νά διαμορφώνουν τήν κοινή γνώμη σέ θέματα πού βιώνουμε καθημερινά σάν πολίτες καί, έμμεσα ή άμεσα, έχουν άντίκτυπο στή ζωή μας: πολιτική καί πολιτιστική ζωή, κοινωνικά θέματα, φόνους, κλοπές, εγκλήματα τιμής, βιασμούς.

Οί μηχανισμοί μέσα άπό τούς οποίους ό Τύπος συμβάλλει στή διαμόρφωση τής κοινής γνώμης καί στήν καταγραφή – ερμηνεία κάποιων εννοιών είναι πολλοί, σύνθετοι καί ή λειτουργία τους σ’ αύτή τή διαδικασία δέν είναι πάντα εμφανής. Σ’ αυτό τό κείμενο θά άσχοληθοϋμε άποκλειστικά μέ τήν παρουσίαση τών βιασμών άπό τόν ήμερήσιο τύπο (Νέα, Ελευθεροτυπία 1980, 81, 82).

Διαβάζοντας τίς άνακοινώσεις καί τά άρθρα πού άναφέρονται στό συγκεκριμένο θέμα βλέπουμε νά γίνεται μιά προσπάθεια μέ διπλό στόχο: άπό τή μιά —μέσα άπό τήν εικόνα πού δίνεται γιά τή γυναίκα/θύμα—, νά άναιρεθεϊ ή έστω νά χάσει τή βαρύτητά της αύτή καθαυτή ή πράξη τού βιασμού καί, άπό τήν άλλη, νά κατα­σκευαστεί συγκεκριμένη εικόνα γιά τό πρόσωπο τού βιαστή.

Τίτλοι όπως:

  1. «Μπαργούμαν κατήγγειλε βιασμό»
  2. «Τής άρεσαν μόνο οί θωπείες»
  3. «Καταγγελίες γιά περίεργους βιασμούς»

προκαταλαμβάνουν τόν άναγνώστη, δημιουργώντας του έστω καί μή συνειδητές αμφιβολίες γιά τό κατά πόσο ή βιασθεΐσα μπο­ρεί καί νά τά ήθελε. Διότι είναι δυνατόν νά μήν τά ήθελε ή αυστριακή τουρίστρια άφοϋ δέχτηκε τούς ερωτικούς άσπασμούς καί τις θωπείες τού νεαρού σερβιτόρου σέ παραλιακό ζαχαροπλα­στείο;

Ή κυρίαρχη ιδεολογία υπαγορεύει πώς μιά γυναίκα πού έχει φτάσει νά άγκαλιάζεται καί νά φιλά έναν άντρα δέν μπορεί παρά νά θέλει νά ολοκληρώσει. Σέ περίπτωση πού διεκδικήσει τό άντίθετο, τότε μάλλον ό βιασμός είναι άναπόφευκτος καί έν μέρει δι­καιολογημένος, άφοΰ οί άντρικές ορμές έχουν φουντώσει καί δέν ελέγχονται. Ό έπόμενος τίτλος παραμπέμπει τόν άναγνώστη στή γνωστή ιδεολογία πώς μιά γυναίκα πού άποφασίζει νά γίνει μπαρ­γούμαν, άφενός ξέρει τίς άπαιτήσεις καί τούς κινδύνους τού επαγ­γέλματος (άρα είναι άξια τής τύχης της) καί άφετέρου άποτελεϊ μάλλον άναξιόπιστο πρόσωπο (άρα ή καταγγελία της μπορεί νά είναι ιι/ευδής).

Ό τρίτος τίτλος πληροφορεί πώς γίνονται περίεργοι βιασμοί ά- ρα έμμεσα ύπονοεϊται πώς ύπάρχουν καί βιασμοί μή περίεργοι δηλ. νορμάλ!!

’Έτσι δσο ούδέτερο καί νά είναι τό κείμενο πού άκολουθεΐ, ό άνώδυνος/τυχαϊος τίτλος έχει ήδη λειτουργήσει. Είναι όμως ούδέ­τερο τό ύφος των άνακοινώσεων ή των άρθρων πού περιγράφουν ένα βιασμό;

’Αποτελεί ή άπαρίθμηση στοιχείων γιά τή ζωή καί τήν έμφάνιση τής γυναίκας άπλή καί άθώα πληροφόρηση; ’Απαράδεκτα καί ου­σιαστικά άσχετα στοιχεία τής μορφής «ή άδελφή τού θύματος δούλευε σέ καμπαρέ» καί φαινομενικά άνώδυνες φράσεις όπως «οί φερόμενοι ώς δράστες» καί «σύμφωνα πάντα μέ τήν καταγγε­λία» συνηγορούν γιά τό άντίθετο. Τό ότι ή άδελφή τού θύματος δούλευε σέ καμπαρέ δέν άφορά κανέναν. ’Ή μάλλον δέν θά έπρε­πε νά άφορά κανέναν. ’Επιτέλους γιατί συνιστά πληροφορία ή ποιότητα τού έπαγγέλματος, καί μάλιστα όχι τού ’ίδιου τού θύμα­τος άλλά τής άδελφής; Ό τύπος όμως φαίνεται νά έχει διαφορετι­κή γνώμη. ’Έτσι, όταν δέν ύπάρχει τίποτα νά τονιστεί γιά τήν ίδια τή βιασμένη, ή άνακοίνωση έπιλέγει νά μάς πληροφορήσει γιά συγγενικό πρόσωπο, υπονοώντας πώς τό μήλο κάτω άπό τή μη­λιά θά πέσει. Δέν έχουμε δει βέβαια ποτέ σέ άντίστοιχες περιπτώ­σεις νά γράφεται καί νά συνιστά πληροφορία πώς ή άδελφή τού θύματος είναι φοιτήτρια ή δικηγόρος! Επίσης, μιά καί ή φράση «ό φερόμενος ώς κλέφτης» είναι άγνωστη στόν έλληνικό τύπο, ή συχνά επαναλαμβανόμενη φράση «ό φερόμενος σάν δράστης» σέ περιπτώσεις βιασμών, σέ συνδυασμό μέ τό «σύμφωνα μέ τήν κα­ταγγελία» φαίνεται νά εξυπηρετεί μόνο τή δημιουργία άμφιβο λιών: Ήταν πράγματι βιασμός;

Στίς περιπτώσεις πού ό βιασμός είναι άναμφ\σβήτητος, τά άρ­θρα συνήθως επικεντρώνουν τήν προσοχή τους στό πρόσωπο τού βιαστή, φτιάχνοντας γι’ αυτόν μιά εικόνα πού σαφώς δέν μοιάζει μέ τούς άνθρώπους πού καθημερινά συναναστρεφόμαστε στή δουλειά μας, δέν μοιάζει μέ τούς φίλους μας, δέν έχει τίποτα κοι­νό μέ τόν άδελφό, τόν πατέρα ή σύζυγό μας. ’Έτσι τίτλοι καί πε­ριεχόμενο μάς πληροφορούν πώς οί βιαστές είναι: κτηνάνθρωποι, υπάνθρωποι, καμικάζι, σάτυροι, δράκοι, παραπέμποντας είτε σέ κάποια ψυχική άνωμαλία, είτε σέ κάποια έκφραση κοινωνικής έκτροπής.

Συγχρόνως, οί εφημερίδες θεωρούν ύποχρέωσή τους νά άναφέ- ρουν ή νά τονίσουν όπου είναι δυνατόν εκείνα τά στοιχεία πού άπό τή μιά μάς δημιουργούν οίκτο γι’ αυτά τά πλάσματα καί άπό τήν άλλη παρουσιάζουν τήν πράξη τους έν μέρει δικαιολογημένη στά πλαίσια των «φυσικών» άντρικών όρμων καί τής συγκυρίας:

  • «Οί τύψεις μέ τσάκισαν».
  • «Μετανιώνω — Φέρθηκα σά ζώο — Θέλω νά εξιλεωθώ καί να κάνω ότιδήποτε γι’ αυτήν, άκόμα καί νά τήν παντρευτώ».
  • «Σημειώνεται δτι ό Εύάγγελος, παιδί χωρισμένων γονέων, κρα­τούσε ήμερολόγιο δπου περιέγραφε μέ λεπτομέρειες τή γελοία ζωή πού δπως γράφει ό ’ίδιος έκανε».
  • «Τό σκηνικό βγαλμένο άπό τροπική νύχτα. ’Ανταύγειες φεγγα- ριών πάνω στήν άμμο καί τά μισόγυμνα κορμιά τής Ίζαμπέλ Ταρντίφ 20 χρονών καί τής φίλης της Μαρί Άντρέ Ζεφρέ 21 χρο- νών καί οί δύο άπό τή Βρεττάνη».

Τί άλλο νόημα μπορεί νά έχει αύτή ή τελευταία περιγραφή άπό τό νά φτιάξει ειδυλλιακή καλοκαιριάτικη εικόνα διακοπών στό μυαλό τού άναγνώστη, καί έτσι έστω καί ύποσυνείδητα νά δικαιο­λογήσει τό βιαστή, ιδιαίτερα άν δέν είχε γίνει φόνος;

Τέλος είναι σύμπτωση δτι τό 80-90% τών άνακοινώσεων γιά θέ­ματα βιασμών είναι κάπου κρυμμένες μεταξύ τρίτης καί τελευ­ταίας σελίδας; Διότι βέβαια πώς είναι δυνατόν νά έχουν τήν ίδια μεταχείρηση καί βαρύτητα οί έξαγγελίες τής κυβέρνησης γιά τήν οικονομική πολιτική πού αφορούν δλο τόν κόσμο, μέ κάποιο βια­σμό, ένα καθαρό προσωπικό συμβάν;

Στό κάτω κάτω, δπως γίνονται κλοπές καί ληστείες γίνονται καί βιασμοί. Είναι γεγονότα τής αυτής κατηγορίας καί μέσα στήν καθημερινότητα. Μόνο κάτι τέτοιο μπορούμε νά συμπεράνουμε άπό τήν παρακάτω κατά τά άλλα «τυχαία» συστέγαση δύο άνα- κοινώσεων:

Τίτλος:

«Σουηδέζα 20 χρονών βιάστηκε στήν ’Ακρόπολη».

«Σουηδέζα ήλικίας 20 χρονών βιάστηκε άπό 3 άγνώστους στήν ’Ακρόπολη, προχτές τή νύχτα…».

«”Ενας άλλος άλλοδαπός ‘Ολλανδός 30 χρονών κατήγγειλε δτι έ­πεσε θύμα ληστείας».

Οί εξαιρέσεις βέβαια ύπάρχουν. Βλέπουμε έτσι πολλές φορές ά νακοινώσεις καί άρθρα περί βιασμών νά καταλαμβάνουν σημαν­τική θέση στή διάταξη τής ύλης τών εφημερίδων καί νά δίνεται μεγάλη δημοσιότητα στό θέμα. Οί περιπτώσεις όμως αυτές άναφέρονται σχεδόν πάντα σέ κάποιους βιασμούς πού έχουν κατά πολύ ξεπεράσει κάθε παραδεκτό δριο κοινωνικής συμπεριφοράς (βιασμός Φιλοππάπου) ή συνδυάζονται μέ φόνο. Ή κοινωνία ολό­κληρη, διά στόματος τύπου, καταδικάζει τή βδελυρή πράξη προ­σπαθώντας νά τήν εμφανίσει σάν κάτι εντελώς εξαιρετικό καί έ­ξω άπό τίς άξιες της. ’Έτσι άποποιεΐται τίς εύθύνες της καί νύπτει τάς χείρας της.

ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Δεκέμβριος 1982

Κείμενο από μπροσούρα που εκδόθηκε το 1982 από την φεμινιστική ομάδα Σπίτι των Γυναικών. Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του κειμένου.

  

___________________________________________________________

Ούτε Θύματα, Ούτε Δήμιοι…Albert Camus…


Albert Camus, gagnant de prix Nobel, portrait en buste, posé au bureau, faisant face à gauche, cigarette de tabagisme.jpg

Ναι, πρέπει να υψώσουμε τις φωνές μας. Ως αυτή εδώ τη στιγμή, απέφυγα να απευθυνθώ στο συναίσθημα. Διαλυόμαστε από μια λογική της ιστορίας, που έχουμε εξυφάνει με κάθε λεπτομέρεια – ένα δίχτυ που απειλεί να μας πνίξει όλους. Δεν είναι το συναίσθημα που μπορεί να κόψει το δίχτυ της λογικής που έχει φτάσει σε σημείο παραλογισμού, αλλά μόνο ο λόγος μπορεί να αντιτεθεί με τη λογική στο δικό της γήπεδο. Δε θέλω όμως να αφήσω την εντύπωση… πως κάθε πρόγραμμα για το μέλλον μπορεί να προχωρήσει δίχως τις δυνάμεις της αγάπης και της αγανάκτησης. Ξέρω πολύ καλά πως χρειάζεται ένας ισχυρός βασικός καταλύτης να θέσει τους ανθρώπους σε κίνηση και είναι δύσκολο να εισέλθει κάποιος σε ένα αγώνα με στόχους τόσο ταπεινούς και που η ελπίδα έχει μόνο λογική βάση – και ούτε καν αυτή. Το πρόβλημα όμως δεν είναι πως θα παρασύρεις τους ανθρώπους, είναι ουσιαστικό αντίθετα να μην παρασυρθούν, αλλά να κατανοήσουν μόνοι τους τι κάνουν.

Για να σώσουμε ότι μπορεί να σωθεί, ώστε να υπάρξει ένα κάποιο μέλλον – αυτός είναι ο βασικός καταλύτης, το πάθος και η θυσία που απαιτείται. Απαιτεί μόνο να αναλογιστούμε και έπειτα να αποφασίσουμε, καθαρά, αν το ανθρώπινο είδος πρέπει να γίνει πιο μίζερο ώστε να επιτευχθούν μακρινοί και ασαφείς σκοποί, αν πρέπει να δεχτούμε  ένα κόσμο που ξεχειλίζει από όπλα, όπου αδερφός σκοτώνει αδερφό, ή αν, αντίθετα, θα πρέπει να αποφύγουμε την αιματοχυσία και τη μιζέρια όσο περισσότερο γίνεται ώστε να δώσουμε μια ευκαιρία επιβίωσης στις επόμενες γενιές που θα είναι καλύτερα εξοπλισμένες από εμάς.

Για το δικό μου ρόλο, είμαι σχεδόν σίγουρος πως έχω πάρει την απόφαση. Και έχοντας επιλέξει, νομίζω πως πρέπει να μιλήσω, πως πρέπει να πω πως δεν θα είμαι ποτέ ξανά ένας από εκείνους, όποιοι και αν είναι, που συμβιβάζονται με το φόνο, και πως πρέπει να σηκώσω τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης. Αυτό ήταν, ως εδώ για την ώρα… Θέλω όμως να ξεκαθαρίσω το πνεύμα πίσω από το γράψιμο αυτού του άρθρου.

Μας λένε να αγαπάμε ή να μισούμε την μια ή την άλλη χώρα, τον ένα ή τον άλλο λαό. Μερικοί από εμάς όμως αισθανόμαστε δυνατά την κοινή μας ανθρωπιά για να πάρουμε μια τέτοια απόφαση. Εκείνοι που πραγματικά αγαπάνε το ρωσικό λαό, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για αυτό που δεν έπαψε ποτέ να είναι – αυτό το παγκόσμιο προζύμι για το οποίο μιλούσε ο Τολστόι και ο Γκόρκι – δεν του εύχονται επιτυχία στη πολιτική ισχύ, αλλά μάλλον θέλουν να σωθεί, έπειτα από τις δοκιμασίες του παρελθόντος, από μια νέα και χειρότερη αιματοχυσία. Έτσι, το ίδιο και με τον αμερικάνικο λαό, και με τους λαούς της δυστυχισμένης Ευρώπης. Αυτό είναι το είδος της στοιχειώδους αλήθειας που είναι πιθανό να ξεχάσουμε μέσα στα φρενιασμένα πάθη της εποχής μας.

Ναι, είναι ο φόβος και η σιωπή και η πνευματική απομόνωση που προκαλούν όσα πρέπει να αντιμετωπιστούν σήμερα. Και είναι η κοινωνικότητα και η παγκόσμια διεπικοινωνία των ανθρώπων που πρέπει να υπερασπιστούμε. Η σκλαβιά, η αδικία και τα ψέματα καταστρέφουν αυτή την επαφή και απαγορεύουν αυτή τη κοινωνικότητα, και πρέπει να τα απορρίψουμε. Τα κακά αυτά όμως σήμερα είναι η ίδια η ουσία της ιστορίας, τόσο που πολλοί τα θεωρούν αναγκαία κακά. Είναι αλήθεια πως δεν μπορούμε να «δραπετεύσουμε από την ιστορία», μια και είμαστε χωμένοι μέσα σε αυτή μέχρι το λαιμό μας. Κάποιος όμως μπορεί να προτείνει να παλέψει μέσα από την ιστορία ώστε να σωθεί από την ιστορία εκείνο το κομμάτι του ανθρώπου που δεν είναι πραγματικό κτήμα της. Αυτό είναι όλο που έχω να πω εδώ. Η ουσία αυτού του άρθρου μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Τα σύγχρονα κράτη κινούνται από πανίσχυρες δυνάμεις σύμφωνα με τους άξονες της εξουσίας και της κυριαρχίας. Δεν θέλω να πω πως αυτές οι δυνάμεις πρέπει να επεκταθούν ή να παρεμποδιστούν. Δεν έχουν ανάγκη τη βοήθεια μας, και για την ώρα, γελάνε με τις απόπειρές μας να τις υποσκάψουμε. Θα συνεχίσουν, λοιπόν. Θα κάνω όμως αυτή την απλή ερώτηση: Τι θα γίνει αν αυτές οι δυνάμεις καταλήξουν σε αδιέξοδο, αν αυτό η λογική της ιστορίας στο οποίο τόσοι πολλοί από εμάς βασίζονται αποδειχτεί φαντασίωση; Αν παρά δυο ή τρεις παγκόσμιους πολέμους, παρά τη θυσία αρκετών γενεών και ενός ολόκληρου αξιακού συστήματος, τα εγγόνια μας – υπό την προϋπόθεση πως επιβίωσαν – βρεθούν το ίδιο μακριά από μια παγκόσμια κοινωνία; Είναι πολύ πιθανό πως οι επιζώντες μιας τέτοιας εμπειρίας θα είναι πολύ αδύναμοι να κατανοήσουν τα ίδια τους τα βάσανα. Μιας και οι δυνάμεις αυτές επιβιώνουν και μιας και είναι αναπόφευκτο να συνεχίσουν να το κάνουν, δεν υπάρχει λόγος γιατί κάποιοι από εμάς δε θα πρέπει να αναλάβουν τη δουλειά της διαιώνισης τους, μέσα από την αποκαλυπτική ιστορική θέα που απλώνεται μπροστά μας, μια ταπεινή σύνεση η οποία, δίχως να προσποιείται πως θα λύσει τα πάντα, θα είναι πάντα προετοιμασμένη να δώσει ένα ανθρώπινο νόημα στην καθημερινή ζωή. Το στοιχειώδες πράγμα είναι πως οι άνθρωποι πρέπει να ζυγίσουν προσεκτικά το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν.

Αυτό που ζητώ, στο μέσο ενός δολοφονικού κόσμου, είναι να συμφωνήσουμε να συλλογιστούμε πάνω στο φόνο και να κάνουμε μια επιλογή. Μετά από αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε εκείνους που αποδέχονται τις συνέπειες του να είναι δολοφόνοι ή συνεργοί δολοφόνων, και εκείνους που αρνούνται να γίνουν με όλη τη δύναμη και την ύπαρξη τους. Μιας και αυτή η τρομακτική διαχωριστική γραμμή υπάρχει πράγματι, θα είναι κέρδος αν επισημανθεί καθαρά. Σε ολόκληρη την έκταση των πέντε ηπείρων, στη διάρκεια των επόμενων χρόνων μια αέναη πάλη πρόκειται να υπάρξει μεταξύ βίας και φιλικής πειθούς, μια πάλη στην οποία, ομολογουμένως, η πρώτη έχει χίλιες φορές περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας σε σχέση με τη δεύτερη. Όμως πάντα πίστευα πως, εκείνος που βασίζει τις ελπίδες του στην ανθρώπινη φύση είναι ανόητος, εκείνος που εγκαταλείπει μπροστά στις συνθήκες είναι δειλός. Έτσι λοιπόν, ο μόνος έντιμος δρόμος είναι να ποντάρουμε τα πάντα σε ένα τρομακτικό στοίχημα: πως οι λέξεις είναι πιο ισχυρές από τα όπλα.

Κείμενο του Albert Camus που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Combat, Νοέμβρης 1946