Τόπος κατοικίας: Σύννεφα…


House-Clouds

Κίμων Ρηγόπουλος

Υπάρχει μία μεγάλη και κατά τα άλλα συμπαθής κατηγορία ανθρώπων, που κατοικοεδρεύουν στα σύννεφα. Εκεί λιάζονται, ξεχειμωνιάζουν και προσμετρούν τον μετρήσιμο βίο τους «εν ειρήνη» Πάντοτε εύπιστοι στις πατροπαράδοτες βεβαιότητες και ευπειθείς στα φιρμάνια των υπέργειων αρχόντων τους, χτίζουν το σπιτικό και τη ζωή τους με τόσο συμπαγή υλικά ώστε τα επί της γης να μην τους απασχολούν ιδιαίτερα. Το «μικρό» ή «μεσαίο» όνειρό τους είναι στέρεα δομημένο και στοιχημένο αυστηρά με την αφασία των μικρών και μεσαίων επιδιώξεών τους: να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να βάλουν στην άκρη κάποιες οικονομίες για τις σπουδές της μεγάλης κόρης που παίρνει τα γράμματα, να ψηφίσουν το μικρότερο κακό για το καλό της οικογένειας, που είναι γι’ αυτούς όλη η επικράτεια και ο ορίζοντάς τους. Πάνω από τα σύννεφα η περιοχή είναι προστατευμένη με ένα αδιαφανές πλέγμα κι έτσι οι φιλήσυχοι πολίτες της δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν πώς τα βολεύουν στην κάτω γειτονιά.

Συνέχεια

Το μεσσιανικό βασίλειο και η προλεταριακή επανάσταση…


Σημειώσεις σχετικά με την υλιστική-θεολογική αντίληψη του Walter Benjamin για την ιστορία

μπεν

Γράφει ο Δημήτρης Κεχρής


Εν έτει 1940 και λίγο καιρό πριν αυτοκτονήσει στα γαλλοϊσπανικά σύνορα για να αποφύγει τη σύλληψη από τους ναζί, ο Walter Benjamin ολοκληρώνει το τελευταίο και πιο αινιγματικό του έργο «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας». Υπό το πρίσμα ιδιαίτερα φορτισμένων κοινωνικών συμφραζομένων, αξιοποιεί την ευκαιρία να θέσει ερωτήματα που απευθύνονται στο σύνολο της ιστορίας της νεωτερικότητας με ένα ρομαντικό ύφος που είναι φορέας προκαπιταλιστικών πολιτισμικών παραδειγμάτων και αξιών. Η νοσταλγία του παρελθόντος που χαρακτηρίζει το έργο, όμως, δεν επιθυμεί την οπισθοδρόμηση, αλλά χρησιμεύει ως μέθοδος κριτικής του παρόντος και οδηγός στην αλλαγή πορείας προς ένα ουτοπικό μέλλον. Η ιδιαιτερότητα του έργου αυτού συνίσταται στην απόπειρα του Benjamin να συναρμόσει τον ιστορικό υλισμό με την ιουδαϊκή θεολογία, κάτι που οδήγησε στη δημιουργία ενός εξαιρετικά σύνθετου δοκιμίου, γεμάτου αλληγορίες και παραδοξότητες, που όπως φαίνεται, δεν έγινε ποτέ κτήμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.  Χρειάστηκε να περάσουν αρκετές δεκαετίες προτού το έργο αυτό αρχίσει να γίνεται αντικείμενο μελέτης από τους ακαδημαϊκούς κύκλους της αριστερής διανόησης. Σκοπός του παρόντος κειμένου λοιπόν, είναι να συμβάλει, στο μέτρο του δυνατού και τηρουμένων των αναλογιών, στην περαιτέρω κατανόηση και στην ανάδειξη της σημασίας αυτού του δοκιμίου, όχι προς ικανοποίηση κάποιου φιλολογικού ενδιαφέροντος, αλλά προς αξιοποίηση εκ μέρους μιας σύγχρονης επαναστατικής Αριστεράς και ενός νέου εργατικού κινήματος.

Βρίσκοντας μονομερείς και απλοϊκές τις ερμηνείες που θεωρούν είτε ότι ο Benjamin είναι μόνο υλιστής που αξιοποιεί μεταφορικά θεολογικές διατυπώσεις είτε ότι είναι μόνο θεολόγος που χρησιμοποιεί μαρξιστική ορολογία, θεωρούμε (υιοθετώντας την προσέγγιση του Michael Löwy) ότι ο Benjamin είναι και μαρξιστής και θεολόγος και οι δύο του αυτές πλευρές βρίσκονται σε σχέση αμοιβαίας διαύγασης.

Συνέχεια

Ο Μαρξ, ο Όργουελ και οι αλήτες…


O Έρικ Άρθουρ Μπλαιρ (Eric Arthur Blair, 25 Ιουνίου 1903 – 21 Ιανουαρίου 1950), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Τζορτζ Όργουελ, ήταν Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν Η Φάρμα των Ζώων και το 1984.

O Έρικ Άρθουρ Μπλαιρ (Eric Arthur Blair, 25 Ιουνίου 1903 – 21 Ιανουαρίου 1950), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Τζορτζ Όργουελ, ήταν Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος


Η έννοια αλήτης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Διατηρεί τέτοια σταθερότητα μέσα στο χρόνο, που καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για κάτι απολύτως αρνητικό. Αλήτης είναι αυτός που συμπεριφέρεται άσχημα, αλήτικα, που εγκαταλείπει την οικογένειά του και περιπλανιέται. Που δεν εργάζεται ποτέ και, κατ’ επέκταση, δεν προσφέρει τίποτε. Που ακροβατεί στο χείλος της παρανομίας, έχοντας τυχοδιωκτική φύση, που είναι βρώμικος και ρακένδυτος. Ο αλήτης δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με το μέλλον. Αναλώνεται αποκλειστικά με το παρόν και μάλιστα με το απολύτως άμεσο παρόν, θα λέγαμε, κυριολεκτικά με το τώρα. (Αυτή είναι και η αφετηρία της ρομαντικής διαστρέβλωσης του όρου από πολλούς λογοτέχνες, που ταυτίζουν την αλητεία με την ανεμελιά και την ξέφρενη ασωτία δίνοντας διαστάσεις ιδεολογίας, κάτι σαν εναλλακτικό νόημα της ζωής. Πρόκειται για τη σύγχυση των εννοιών μποέμ και αλήτη). Ο αλήτης, κατά κοινή ομολογία, δεν έχει ηθικές αρχές, πολλές φορές γίνεται επικίνδυνος, είναι σίγουρα αποκρουστικός – η εμφάνισή του και μόνο δεν αφήνει πολλά περιθώρια – και φυσικά αποτελεί βασικό παράδειγμα προς αποφυγή για τα παιδιά, γιατί ο αλήτης δεν είναι απλά ο αποτυχημένος, είναι κάτι βαθύτερο και πιο σκοτεινό. Είναι ο εκ πεποιθήσεως αρνητής της κοινωνίας, γιατί είναι αλήτης κατ’ επιλογή, από άποψη. Η αλητεία μεταφράζεται ως στάση ζωής, ως απόλυτη άρνηση κάθε κοινωνικής σύμβασης, εργασιακής, οικογενειακής κτλ. Γι’ αυτό οφείλει να είναι απεχθής. Γι’ αυτό οι αλήτες είναι ένα μάτσο κουρελήδες – τεμπέληδες. Γιατί από τη φύση τους πρεσβεύουν αυτή την επικίνδυνη διαφορετικότητα. Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη ο αλήτης ορίζεται ως «πρόσωπο που, χωρίς να έχει μόνιμο κατάλυμα ούτε τα μέσα διαβιώσεως, είτε λόγω φυγοπονίας, είτε από ροπή προς την άτακτη ζωή, περιφέρεται συνεχώς σε έναν τόπο ή από τόπο σε τόπο». Με δυο λόγια ο αλήτης είναι από θέση αρχής τεμπέλης ή διακατέχεται από αυτή την, μάλλον ασαφή, ροπή προς την άτακτη ζωή που μόνο ως φυσική κλίση μπορεί να ερμηνευθεί.

Συνέχεια

Με αφορμή και μόνο…


Με αφορμή και μόνο…

Το φρόνημα γεννιέται από την ανάγκη μα ταυτόχρονα την ξεπερνά

Του Τάσου Βαρούνη

Μπορεί τα πάντα γύρω σου να είναι ή να φαντάζουν ερείπια, να είσαι συντετριμμένος, αλλά το κεφάλι να παραμένει ψηλά. Μπορεί ακόμα και να ελπίζεις. Αυτό φοβούνται περισσότερο οι άρχοντες. Θέλουν να ξεμπερδέψουν με το φρόνημα. Κάτι που γεννιέται από την ανάγκη μα ταυτόχρονα την ξεπερνά. Κάτι που χτίζεται στην πραγματική ζωή μα δεν προκύπτει κι αυθόρμητα. Την πεποίθηση ότι μπορούμε να είμαστε κάτι παραπάνω από υποταγμένοι και θύματα.

Δοκίμασαν πολλά. Από τη συλλογική ενοχή του «μαζί τα φάγαμε», το success story, τη μαζική καταστολή, το κατέβασμα του πήχη και την επιστροφή στην κανονικότητα των μυαλών. Η άρνηση του Νίκου Ρωμανού έχει ένα τέτοιο στοιχείο φρονήματος. Μια λεβεντιά που εμφανίζεται ξανά στις δύσκολες μέρες που ζούμε και ψάχνει να βρει το δρόμο της. Παραμένει ζητούμενο να την ανυψώσουμε σε πιο συλλογικές σφαίρες και να την αξιοποιήσουμε όσο γονιμότερα γίνεται.

Συνέχεια