Ο Shaxson, ο Κέινς και ο νεοφιλελευθερισμός…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το ότι ο Κέινς έχει γαλουχηθεί με τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου είναι αναμφισβήτητο. Ο Shaxson στο βιβλίο του «OFFSHORE, Τα Νησιά των Θησαυρών» είναι απολύτως σαφής: «Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα οι υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου ασκούσαν μεγάλη επιρροή: πολλοί πίστευαν ότι ήταν αυτονόητο πως το ελεύθερο εμπόριο δημιουργούσε ευημερία και έφερνε ειρήνη, ενισχύοντας την οικονομική εμπλοκή μεταξύ εθνών και δημιουργώντας αλληλεξαρτήσεις που δυσχέραιναν τη διεξαγωγή πολέμων. Αυτό θύμιζε κάπως το αξέχαστο επιχείρημα που είχε διατυπώσει τη δεκαετία του 1990 ο Τόμας Φρίντμαν, σύμφωνα με το οποίο ποτέ δύο χώρες με McDonalds – σύμβολο του ελεύθερου εμπορίου και της “Συναίνεσης της Ουάσινγκτον” – δεν είχαν εμπλακεί σε πόλεμο μεταξύ τους. (Αυτό έπαψε να ισχύει τον Μάρτιο του 1999 όταν οι νατοϊκές δυνάμεις βομβάρδισαν το Βελιγράδι). Ο Κέινς πίστευε ακράδαντα στα παραπάνω – για λίγο. “Μεγάλωσα όπως οι περισσότεροι Άγγλοι μαθαίνοντας να σέβομαι το ελεύθερο εμπόριο” έγραφε 1933 στο Yale Review, “σχεδόν σαν να αποτελούσε τμήμα του ηθικού νόμου. Θεωρούσα κάθε κοινή απόκλιση από αυτό το νόμο ηλιθιότητα και ταυτόχρονα ανοσιούργημα”». (σελ. 105 – 106).

Το ζήτημα είναι ότι μελετώντας κανείς τον τρόπο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν οδηγείται στα ίδια συμπεράσματα: «… ο Κέινς αντιλήφθηκε ότι στον χρηματοπιστωτικό τομέα ο δανειστής και ο δανειζόμενος διαμορφώνουν μια ιεραρχία.» [… …] «Οι βιομήχανοι καπιταλιστές είναι υποχείρια των χρηματοδοτών καπιταλιστών, και συχνά τα συμφέροντά τους συγκρούονται. Στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, λόγου χάρη, αρέσουν τα υψηλά επιτόκια, από τα οποία μπορεί να αποκομίζει σημαντικά κέρδη· όμως οι βιομήχανοι θέλουν χαμηλά επιτόκια, για να περιορίσουν το κόστος τους». (σελ. 106). Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο ραντιέρη (εισοδηματία) καπιταλιστή και τον επιχειρηματία. Όμως το ζήτημα δεν έμεινε μόνο εδώ: «Ο Κέινς … πρόσθεσε μία ακόμη παράμετρο. Οι χρηματοπιστωτικές εμπλοκές μεταξύ χωρών δε διασφαλίζουν απαραίτητα τη διεθνή ειρήνη». (σελ. 106).

Για τον Shaxson το υπεράκτιο σύστημα των αφορολόγητων παραδείσων και της πλήρους εχεμύθειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης οικονομίας

Για τον Shaxson το υπεράκτιο σύστημα των αφορολόγητων παραδείσων και της πλήρους εχεμύθειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης οικονομίας

Συνέχεια

Advertisements

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς για το χρηματιστήριο…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Ο Γιάννης Χολέβας στο βιβλίο του «Τι πρέπει να γνωρίζουμε για το Χρηματιστήριο» δίνει τον ακόλουθο ορισμό: «Όταν λέμε “Χρηματιστήριο” εννοούμε ταυτόχρονα, (1) ένα συγκεκριμένο τόπο και χώρο (μια εγκατάσταση) όπου γίνονται ορισμένες ιδιόμορφες συναλλαγές, (2) το σύνολο των προσώπων που συγκεντρώνονται σ’ αυτό το χώρο και πραγματοποιούν τις συναλλαγές και (3) τις δραστηριότητες (αγοροπωλησίες) αυτών των προσώπων σ’ αυτό το χώρο». (σελ. 17). Και συμπληρώνει: «Επιστημονικά, τα Χρηματιστήρια θεωρούνται ως οργανωμένες αγορές, συνήθως επίσημα από τα κράτη αναγνωριζόμενες, όπου συναντώνται οι ενδιαφερόμενοι για τη διενέργεια αγοροπωλησιών κινητών αξιών ή εμπορευμάτων». (σελ. 17).

Όσο για τους λόγους που δημιουργήθηκαν αναφέρει συνοπτικά: «Τα δημιούργησε, αφενός η επιδίωξη εξεύρεσης (και βραχυμεσοπρόθεσμων αλλά κυρίως) μακροπρόθεσμων κεφαλαίων (κεφαλαιαγορά) ή η ανάγκη για σύναψη αγοραπωλησιών μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων που βρίσκονταν πολύ μακριά από τον τόπο διαπραγμάτευσής τους, ενώ απαιτούνταν γι’ αυτά σοβαρά κεφάλαια και αφετέρου η (θεωρούμενη ως θεμιτή στον καπιταλισμό) τάση για κερδοσκοπία (εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της αγοράς για την πραγματοποίηση κερδών). […] Αλλά, την οργανωμένη μορφή τους επέβαλλαν: η ταχύτητα διενέργειας των συναλλαγών, η αμεσότητά τους, η δημοσιότητά τους και η καθαρότητα των συναλλαγών». (σελ. 18).

Στην ουσία, η εμπιστοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο, από την εγγύηση του σταθερού πλαισίου της χρηματιστηριακής λειτουργίας, που θα επιτρέψει μια ασφαλή πρόβλεψη.

Στην ουσία, η εμπιστοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο, από την εγγύηση του σταθερού πλαισίου της χρηματιστηριακής λειτουργίας, που θα επιτρέψει μια ασφαλή πρόβλεψη.


Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι οικονομικές κρίσεις και ο σύγχρονος κόσμος των πολυεθνικών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Αντιλαμβανόμενοι την κυκλική πορεία της οικονομίας (την άνοδο ακολουθεί η πτώση), κατανοούμε ότι ο κύκλος αυτός αποδίδεται στην πολυπλοκότητα πολλών συνισταμένων που καθορίζουν το οικονομικό γίγνεσθαι: «Αν εξετάσουμε τις λεπτομέρειες οποιασδήποτε πραγματικής στιγμής του οικονομικού κύκλου, θα ανακαλύψουμε ότι είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και ότι κάθε στοιχείο της ανάλυσής μας θα απαιτηθεί για την πλήρη εξήγησή της. Θα ανακαλύψουμε, ιδιαίτερα, ότι οι διακυμάνσεις στη ροπή προς κατανάλωση, στην προτίμηση ρευστότητας και στην οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου, όλα αυτά, έχουν παίξει κάποιο ρόλο». (σελ. 335).

Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι ο σπουδαιότερος παράγοντας διαιώνισης του οικονομικού κύκλου είναι αυτό που έχουμε ονομάσει οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου: «Θεωρώ, όμως, ότι ο ουσιαστικός χαρακτήρας του οικονομικού κύκλου και, ειδικά, η κανονικότητα της χρονικής αλληλουχίας και της διάρκειας που μας επιτρέπει να τον αποκαλούμε κύκλο οφείλεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο κυμαίνεται η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Νομίζω ότι ο οικονομικός κύκλος καλύτερα είναι να θεωρείται ότι προκαλείται από κυκλική μεταβολή της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου, η οποία όμως περιπλέκεται και συχνά επιδεινώνεται από συναφείς μεταβολές στις άλλες σημαντικές βραχυπρόθεσμες μεταβλητές του οικονομικού συστήματος». (σελ. 335).

ARKAS -The Original Page

Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, το κόστος χρήστη και οι τιμές των αγαθών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

            Ως κόστος χρήστη ο Κέινς ονομάζει τα έξοδα που πρέπει να κάνει ένας βιομήχανος (επιχειρηματίας) προκειμένου να βάλει σε λειτουργία τη μονάδα παραγωγής που κατέχει. Θεωρώντας δεδομένη την ύπαρξη του κεφαλαιουχικού του εξοπλισμού – αν δεν έχει κεφαλαιουχικό εξοπλισμό (χώρο, μηχανήματα κλπ) δεν είναι επιχειρηματίας – αυτό που μένει είναι η αγορά αγαθών από άλλους επιχειρηματίες (κυρίως πρώτες ύλες), που είναι απαραίτητα για τη συντέλεση της παραγωγικής διαδικασίας. Όμως, μέσα στο κόστος χρήστη πρέπει να συνυπολογιστεί και η φθορά των μηχανημάτων. Στο τέλος μιας χρονιάς η αξία του κεφαλαιουχικού του εξοπλισμού βρίσκεται μειωμένη, από τη χρήση. Αν ο βιομήχανος δεν είχε θέσει σε λειτουργία τον εξοπλισμό του και δαπανούσε κάποιο ποσό για τη συντήρησή του, ασφαλώς η αξία του θα ήταν μεγαλύτερη. Το ότι (αν το έκανε αυτό)  θα είχε στερηθεί τα κέρδη της τρέχουσας παραγωγής δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να συνυπολογίσει τη ζημιά στην οποία – μοιραία – υπόκειται το κεφάλαιο του.

Με άλλα λόγια βρίσκεται μπροστά σε δύο τιμές του κεφαλαιουχικού του εξοπλισμού· αυτή που πραγματικά έχει κι αυτή που θα είχε αν προέβαινε στη συντήρησή του απέχοντας από τη φθορά της παραγωγής. Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο τιμές δείχνουν το μέγεθος της φθοράς. Αν από το υποτιθέμενο κεφάλαιο που θα εξασφάλιζε η αποχή από την παραγωγή και η συντήρηση αφαιρέσουμε τα έξοδα της συντήρησης αυτής, ώστε να βελτιωθεί, θα βρούμε την καθαρή αξία του υποτιθέμενου κεφαλαίου που θα μπορούσε να έχει δυνητικά, αλλά θυσίασε στο βωμό της παραγωγής. Στο ποσό αυτό προσθέτουμε και τα ποσά που δαπανήθηκαν για την αγορά προϊόντων από άλλους επιχειρηματίες κυρίως για πρώτες ύλες, αλλά όχι μόνο. Το άθροισμα αυτό είναι το σύνολο των εξόδων του επιχειρηματία (χωρίς να υπολογίσουμε μισθούς εργαζομένων).

).

Όμως, αυτό που ονομάζεται «τιμή προσφοράς» είναι η τελική τιμή του προϊόντος που θα φτάσει στα χέρια του καταναλωτή.
Όμως, αυτό που ονομάζεται «τιμή προσφοράς» είναι η τελική τιμή του προϊόντος που θα φτάσει στα χέρια του καταναλωτή.

Συνέχεια

Ο Κέινς και τα συγκοινωνούντα δοχεία της οικονομίας …


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Τα κίνητρα του επιχειρηματία για να προβεί σε οποιουδήποτε είδους επένδυση δε χρειάζονται ιδιαίτερες διευκρινίσεις: «Όταν κάποιος αγοράζει μια επένδυση ή κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, αγοράζει το δικαίωμα των μελλοντικών αποδόσεων που προσδοκά να αποκτήσει από την πώληση της παραγωγής του, μετά την αφαίρεση των τρεχουσών δαπανών για την απόκτηση της παραγωγής αυτής, στη διάρκεια της ζωής του κεφαλαίου». (σελ. 173).

Η προσδοκία του κέρδους δεν καθορίζει μόνο τη διάθεση του επιχειρηματία να αξιοποιήσει στην παραγωγή το κεφάλαιό του, αλλά και την τιμή στην οποία θα του προσφερθεί το κεφαλαιουχικό στοιχείο που του χρειάζεται: «Έναντι της προσδοκώμενης απόδοσης της επένδυσης έχουμε την τιμή προσφοράς του κεφαλαιουχικού στοιχείου, εννοώντας με αυτό, όχι την τιμή αγοράς στην οποία ένα τέτοιο κεφαλαιουχικό αγαθό μπορεί να αγοραστεί πραγματικά στην αγορά, αλλά την τιμή που θα ήταν ακριβώς αρκετή για να παρακινήσει τον μεταποιητή να παραγάγει μια πρόσθετη μονάδα ενός τέτοιου κεφαλαιουχικού στοιχείου, δηλαδή αυτό που μερικές φορές ονομάζεται κόστος αντικατάστασης». (σελ. 173).

Αντιλαμβανόμενοι ότι η προτίμηση για ρευστότητα ή όχι είναι θέμα ψυχολογίας κατανοούμε το εύθραυστο των ισορροπιών, αφού ανά πάσα στιγμή το κλίμα μπορεί να αλλάξει.

Αντιλαμβανόμενοι ότι η προτίμηση για ρευστότητα ή όχι είναι θέμα ψυχολογίας κατανοούμε το εύθραυστο των ισορροπιών, αφού ανά πάσα στιγμή το κλίμα μπορεί να αλλάξει.

Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι κλασικοί και το ζήτημα της ανεργίας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το βιβλίο του Κέινς «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», πιο γνωστό ως «Γενική Θεωρία», αναμφίβολα αποτέλεσε σταθμό στην πορεία της οικονομικής σκέψης. Η πρωτοπορία των απόψεων ανέτρεψαν τα δεδομένα της εποχής – το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1936 – υποδεικνύοντας ένα οικονομικό μοντέλο, που, χωρίς να αναιρεί τις καπιταλιστικές αρχές της παραγωγής και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, φέρνει στο προσκήνιο το ρόλο του κράτους ως ρυθμιστικό κι εξισορροπητικό παράγοντα στο οικονομικό γίγνεσθαι. Κι επειδή η διαμόρφωση των οικονομικών σχέσεων καταδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό (αν όχι σε απόλυτο) και το πρόσωπο της κοινωνίας, δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο κεϊνσιανισμός δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική πρόταση. Εξάλλου, ακόμη και σήμερα, ο όρος «κεϊνσιανό μοντέλο» είναι αδύνατο να αποκοπεί από την κοινωνική του διάσταση.

Ο Κέινς από την αρχή ασκεί δριμύτατη κριτική στις απόψεις της κλασικής οικονομικής σχετικά με την απασχόληση. Καταγγέλλει ότι οι εκπρόσωποι της κλασικής σχολής παρασυρόμενοι από το Ρικάρντο και διαστρεβλώνοντάς τη θεωρία του επικαλούνται τις ρικαρντιανές απόψεις, που δεν αφορούν το εθνικό εισόδημα αλλά τη διανομή του, ακόμη κι όταν ερευνούν τα αίτια του πλούτου σε εθνικό επίπεδο: «Ο Ricardo απαρνείται ρητά κάθε ενδιαφέρον για το μέγεθος του εθνικού εισοδήματος, σε αντίθεση με το ενδιαφέρον του για τη διανομή του. Ως προς αυτό αξιολογούσε ορθά το χαρακτήρα της θεωρίας του. Οι διάδοχοί του, όμως, λιγότερο οξυδερκείς, χρησιμοποίησαν την κλασική θεωρία σε συζητήσεις σχετικές με τα αίτια του πλούτου». (σελ. 55).

Ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, πρώτος βαρώνος Κέυνς του Τίλτον (John Maynard Keynes, 5 Ιουνίου 1883 – 21 Απριλίου 1946) ήταν Άγγλος οικονομολόγος, μαθηματικός, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και ανώτατος κρατικός υπάλληλος. Εξώφυλλο του περιοδικού TIME

Ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, πρώτος βαρώνος Κέυνς του Τίλτον (John Maynard Keynes, 5 Ιουνίου 1883 – 21 Απριλίου 1946) ήταν Άγγλος οικονομολόγος, μαθηματικός, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και ανώτατος κρατικός υπάλληλος. Εξώφυλλο του περιοδικού TIME

Συνέχεια

Η Ναόμι Κλάιν, οι πολυεθνικές και η υπόθεση της Μασαχουσέτης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η επαίσχυντη χούντα στη Βιρμανία και η απροκάλυπτη εκμετάλλευση της κατάστασης από ένα πλήθος πολυεθνικών, που μεταφέρθηκαν εκεί παράγοντας σχεδόν τσάμπα με την προστασία του καθεστώτος (κάποιες μάλιστα είχαν και ενεργή συμμετοχή στη στήριξή του), προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην Αμερική σχετικά με τις μεθόδους των εταιρειών να ελαχιστοποιούν τα έξοδά τους.

Η συνεργασία με δικτατορικά καθεστώτα, η παιδική εργασία, τα εργοστάσια-κάτεργα, η περιφρόνηση του περιβάλλοντος, με δυο λόγια η συνολική εικόνα του ακραίου αμοραλισμού και της κατάφωρης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στο όνομα του κέρδους) δημιούργησε δυσαρέσκεια και προκάλεσε κινητοποιήσεις.

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο «NO LOGO» σημειώνει: «Η πιο σημαντική κίνηση […] πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1996, όταν το πολιτειακό κοινοβούλιο της Μασαχουσέτης υπερψήφισε το Νόμο της Μασαχουσέτης για τη Βιρμανία, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη για τις εταιρείες που είχαν δοσοληψίες με το δικτατορικό καθεστώς της χώρας τη σύναψη συμβολαίων με τη συγκεκριμένη Πολιτεία». (σελ. 497). Επρόκειτο για ένα νόμο που θορύβησε τις πολυεθνικές: «Όπως επισήμανε και η έγκυρη Journal of Commerce “οι στόχοι βρίσκονται πολύ μακριά μας, αλλά ξαφνικά οι τοπικές κυβερνήσεις φαίνονται να μπορούν να φτάσουν στην άκρη της γης”». (σελ. 497 – 498).

Βιρμανία / Μιανμάρ
Βιρμανία / Μιανμάρ

Η απόφαση του συγκεκριμένου πολιτειακού κοινοβουλίου δεν ήταν ούτε ουρανοκατέβατη ούτε αιφνιδιαστική. Εξέφραζε τη γενικευμένη δυσπιστία του πληθυσμού απέναντι στις πολυεθνικές και τη βαθιά ανησυχία για τις μεθοδεύσεις τους. Λίγα χρόνια νωρίτερα (από το 1994) και το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ είχε κινηθεί ανάλογα: «… το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ πέρασε τόσες πολλές αποφάσεις μποϊκοτάζ – εναντίον εταιρειών που κάνουν επιχειρήσεις στη Βιρμανία, τη Νιγηρία και το Θιβέτ, κι εταιρειών που συνδέονται με τη βιομηχανία όπλων ή με την πυρηνική ενέργεια – ώστε, όπως αστειεύτηκε η δημοτική σύμβουλος Πόλι Άρμστρονγκ, “πολύ σύντομα θα πρέπει να κάνουμε τη δική μας υπεράκτια γεώτρηση”». (σελ. 498 – 499).

Συνέχεια