Ο Μάλκολμ Λόουρυ και το ηφαίστειο…


 Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Δε νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί πιο αυτοκαταστροφικό, πιο επώδυνο, πιο αδιεξοδικό, πιο παράτολμο και πιο καταραμένο βιβλίο από το «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρυ. Άρχισε να γράφεται το 1937 και ολοκληρώθηκε σε εννιά χρόνια. Όταν εκδόθηκε το 1947 στην Ευρώπη και στην Αμερική δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές. Θεωρήθηκε ως ένα από τα πιο πρωτότυπα έργα του 20ου αιώνα. Ο Λόουρυ δεν έγραψε κανένα άλλο ολοκληρωμένο έργο. Πέθανε από ατύχημα (ασφυξία) στα 48 του χρόνια αφήνοντας πίσω ένα τεράστιο όγκο χειρογράφων που όμως τίποτε από αυτά δεν αποτελούσε κάτι ολοκληρωμένο.

Θα λέγαμε ότι καταδικάστηκε να παραμείνει συγγραφέας του ενός έργου καθώς εξάντλησε τον εαυτό του σε πειραματισμούς και την αναζήτηση του τέλειου που αποδεικνύεται χίμαιρα. Μετά το θάνατό του η δεύτερη γυναίκα του, η Μάρτζερι Μπρόννερ Λόουρυ, κι ένας καλός του φίλος, ο Ντάγκλας Νταίυ, εκμεταλλεύτηκαν αυτά τα χειρόγραφα και κάνοντας κάποιες συνθέσεις εξέδωσαν μέρος τους, γεγονός που υποθέτουμε ότι δεν θα έκανε ο ίδιος ο Λόουρυ.

Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο», εκδόσεις «ΑΣΤΑΡΤΗ - ΑΣΤΕΡΙ», Αθήνα, Μάρτιος 1983.
Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο», εκδόσεις «ΑΣΤΑΡΤΗ – ΑΣΤΕΡΙ», Αθήνα, Μάρτιος 1983.

Το «Κάτω από το Ηφαίστειο», κατά τα πρότυπα του Τζόυς, εκτυλίσσεται σε μία μόνο μέρα και η παρουσίαση του κεντρικού ήρωα, του πρόξενου, γίνεται, κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα, μέσα από τη συζήτηση τρίτων που περιγράφουν στις πρώτες σελίδες μια άκρως αινιγματική φυσιογνωμία βυθισμένη στο αλκοόλ. Το αλκοόλ, μέσα από αυτή τη συζήτηση, προτού ακόμα εμφανιστεί ο πρόξενος, φαίνεται ως ο καθοριστικός παράγοντας που εξελίσσει όλη τη δράση και που απλώνεται σαν συλλογική κατάρα και σαν μονόδρομος που οριοθετεί τα πλαίσια κάθε συμπεριφοράς. Οι συζητητές περιγράφουν τη μέθη ως κάτι απόλυτα φυσιολογικό, ως αφοπλιστικό αναπόφευκτο και δεδομένο. Κι αφού χτίζεται το αυτοκαταστροφικό υπόβαθρο της ιστορίας, μέσα σε ελάχιστες σελίδες, έρχεται και η είδηση. Η Υβόν, η γυναίκα που είχε εγκαταλείψει τον πρόξενο, ξαναγύρισε κοντά του. Και κάπως έτσι προετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα.

Συναντάμε τον πρόξενο χαρούμενο. Η Υβόν είναι κοντά του. Όμως από τις πρώτες λέξεις που ανταλλάσσουν γίνεται κατανοητό ότι η χαρά είναι αδύνατο να ολοκληρωθεί. Ενώ προσπαθεί να βρει υπόσταση και διεξόδους τελικά πνίγεται από κάτι απροσδιόριστο, κάτι φρικιαστικό και ομιχλώδες που πλανιέται σαν αρρώστια και καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε συναισθηματική έξαρση. Κάτι σαν φράγμα που εγκλωβίζει τις συμπεριφορές, σαν συναισθηματικό φίμωτρο. Ενώ ο πρόξενος θέλει με κάθε τρόπο να πλησιάσει την Υβόν σκοντάφτει μέσα σε πέλαγος αμηχανίας που τον κλειδώνει. Το ίδιο και η Υβόν. Χωρίς να κατονομάζεται τίποτα γίνεται απολύτως σαφές ότι το παρελθόν κρύβει κάτι σκοτεινό μέσα του.

Κι αυτή είναι η μαγεία του Λόουρυ. Δημιουργεί ανεξέλεγκτες εντάσεις χωρίς συγκεκριμένη δράση που τις κινεί. Είναι ο μάστορας της ατμόσφαιρας, αφού βάζοντας δύο χαρακτήρες να παίρνουν απλώς το πρωινό τους καταφέρνει να κόβει την ανάσα με πράγματα ανεξιχνίαστα ή με μισόλογα που εκ πρώτης όψεως έχουν ελάχιστη σημασία, αλλά που γίνεται ολοφάνερο ότι προεξοφλούν απύθμενα βάθη. Η ένταση είναι πάντα υπόγεια, αφού στην επιφάνεια έχουμε την αδράνεια που φτάνει στα όρια της μαλθακότητας. Έτσι δημιουργείται κάτι μυστηριακό, κάτι αχαλίνωτο και φρικαλέο, που όμως μένει ανεκδήλωτο κάτω από μια νωχελική επιφάνεια. Ένα πραγματικό ηφαίστειο.

Η Υβόν κοιτάζει με τρυφερότητα τον πρόξενο. Ο πρόξενος θέλει με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσει. Η Υβόν αρχίζει να τον συμβουλεύει να μην πίνει. Ο πρόξενος της υπόσχεται ότι δεν θα πιει. Θέλει να τηρήσει την υπόσχεσή του. Κι όλα παραμένουν όπως πριν, αφανή κι ακρωτηριασμένα, σε μια χαοτική απόσταση κι όμως τόσο κοντά. Ενώ ο πρόξενος καίγεται για την Υβόν είναι αδύνατο να την αγγίξει. Ένα χάδι ή μια αγκαλιά φαίνονται τόσο παράταιρα, τόσο ασφυκτικά απόμακρα που κάθε απόπειρα θα ήταν τρέλα. Ανεξήγητη απόσταση τα σκεπάζει όλα αφήνοντας μια ευγένεια που συνθλίβει, χωρίς όμως να αμφισβητούνται τα ειλικρινή αισθήματα. Αυτό κάνει τον πρόξενο να στραφεί και πάλι στα κρυμμένα του μπουκάλια.

Οι εικόνες που δημιουργούνται όταν βγαίνει μεθυσμένος στην αυλή, κάτω από το αμείλικτο βλέμμα του γείτονα, προσπαθώντας να παραστήσει το νηφάλιο και η ταυτόχρονη καταγραφή των μύχιων σκέψεών του και της επώδυνης αντιστροφής που βιώνεται από την έλλειψη νηφαλιότητας είναι συγκλονιστικές. Οι σωματικές κινήσεις που περιγράφονται λεπτομερώς και η ενοχή του απέναντι στην Υβόν, που με κανένα τρόπο δεν πρέπει να καταλάβει την κατάστασή του, παραθέτουν με ακρίβεια την απόλυτη ανθρώπινη πανωλεθρία. Την πανωλεθρία της ύπαρξης που έχει αιτία τυφλή και διεκπεραιώνεται με φαινομενική απάθεια στο πλαίσιο μιας αξιοπρέπειας που πρέπει οπωσδήποτε να προστατευτεί. Δεν είναι η αδυναμία μπροστά στο ανίκητο του εθισμού που καταρρακώνει τον πρόξενο, είναι η αδυναμία της εξωτερίκευσης ενός ουρλιαχτού που πρέπει να απευθυνθεί προς κάθε κατεύθυνση για να διασφαλίσει το ζωτικό χώρο της ύπαρξης. Να διασφαλίσει μια ανάσα που τελικά πνίγεται κάτω από το βάρος μιας τραγωδίας που ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί.

Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο»
Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο»

Έτσι φτάνουμε στη στιγμή της μεγάλης είδησης. Την ίδια μέρα θα φτάσει και ο αδερφός του πρόξενου, ο Χιου. Ο πρόξενος θυμάται πράγματα που έχει μοιραστεί με τον αδερφό του. Φυσικά χαίρεται. Φυσικά δείχνει ενθουσιασμένος. Είναι σπουδαία αυτή η μέρα. Ξαφνικά, από την απόλυτη μοναξιά συγκεντρώνονται τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα. Και πάλι όμως κάτι πνίγει αυτή τη χαρά. Κάτι ανεπαίσθητο που όμως λειτουργεί ακαριαία.

Πράγματι φτάνει κι ο αδερφός και συγκεντρώνονται οι τρεις τους σ’ ένα φαινομενικό συναισθηματικό πανηγύρι, αλλά πλέον έχει γίνει σαφές ότι κάτι ηφαιστειακό συνθλίβει αυτές τις σχέσεις. Από την αρχή αιωρείται η υποψία των παράξενων σχέσεων ανάμεσα στην Υβόν και τον Χιου. Όλα ξεδιπλώνονται αργά και μεθοδικά – σαν θεατρικό του Τένεση Ουίλιαμς – αποκτώντας διαστάσεις εφιαλτικές και ταυτόχρονα όλα παραμένουν υποψία. Ο πρόξενος συντρίβεται σταδιακά. Είναι αδύνατο να υψώσει τη φωνή, είναι αδύνατο να ταράξει τη γαλήνη της επιφάνειας. Έτσι βρυχάται εσωστρεφώς κι αυτός είναι ο δρόμος της αυτοκαταστροφής. Ένα οριστικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών δεν θα ήταν τίποτε άλλο από ακαριαίος θάνατος, που ο πρόξενος δεν έχει το κουράγιο να αντιμετωπίσει. Έτσι βουλιάζει σ’ ένα θάνατο αργό και βασανιστικό που εκτυλίσσεται κάτω από το πέπλο της αδιατάραχτης ακινησίας.

Από την άλλη ούτε η Υβόν ούτε ο Χιου φαίνονται λιγότερο συντετριμμένοι. Ο Χιου μπαρκάρει διαρκώς σε καράβια σκυλοπνίχτες, χωρίς προφανή βιοποριστικό λόγο, μόνο και μόνο για τη χαρά της περιπέτειας. Το απόλυτο πρότυπο του τυχοδιώκτη κι ακαταπόνητου ανθρώπου, που η συλλογή εμπειριών είναι ο μοναδικός σκοπός ύπαρξης. Όμως πίσω απ’ όλα αυτά καθρεφτίζεται η θλίψη. Τα ταξίδια του δεν είναι τίποτε άλλο από φυγή, από διαρκή φυγή που μόνο η επιτηδευμένη δράση μπορεί να εξασφαλίσει.

Όσο για την Υβόν, που διατηρεί σκοτεινό το παρελθόν της και δεν εξηγεί τι έκανε όταν εγκατέλειψε τον πρόξενο, είναι φανερό ότι εκπληρώνει στην εντέλεια το πρότυπο της ξοφλημένης μοιραίας γυναίκας. Παρακολουθούμε μια αποδεκατισμένη τριάδα, που έχει απόλυτη επίγνωση του αδιεξόδου και ταπεινώνεται χωρίς όμως ποτέ να το ομολογεί. Ανθρώπινα κουρέλια, ξέπνοα κι άψυχα, καταδικασμένα στη συντριβή, που προδικάζεται ολοφάνερα, τα οποία παρουσιάζονται ως εναλλακτικοί λάτρεις της ανόθευτης ζωής που δεν μπορεί περιοριστεί στο πλαίσιο καμιάς συμβατικότητας, προβάλλοντας την παντιέρα της απόλυτης ελευθερίας που όμως θα παραμείνει για πάντα ψευδαίσθηση και ιδεολογικό δεκανίκι, αφού είναι αδύνατο να βιωθεί καταπλακωμένη από τόνους συντριπτικής αποξένωσης, ενοχών κι ανευθυνότητας που σηματοδοτούν την κενότητα της ύπαρξης. Ακόμα και η ολέθρια ερωτική σχέση ανάμεσα στην Υβόν και τον Χιου δεν έχει κανένα σημάδι συναισθηματικού πάθους που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει, αλλά στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτό. Στην κενότητα της ύπαρξης που αποθεώνει την ανθρώπινη ανευθυνότητα.

Ενώ ο πρόξενος φαίνεται ο πιο αδύναμος που αργοπεθαίνει στο αλκοόλ, (οι άλλοι δύο τον συμβουλεύουν να το κόψει κι ανησυχούν) ίσως τελικά να είναι ο πιο δυνατός γιατί είναι ο μόνος που έχει το θάρρος να ομολογήσει τη συντριβή του. Είναι ο μόνος που αντιμετωπίζει κατάματα το ηφαίστειο. Η σκηνή που κάθεται σε μια καντίνα, κάτω από το ανελέητο μεσημεριανό λιοπύρι του Μεξικού και πίνει όλα τα κατακάθια που του σερβίρει η γριά καντινιέρισσα είναι η πεμπτουσία της παρακμής.

Ο Λόουρυ με βαθιά ποιητικό και ζόρικο λόγο (το «Κάτω από το Ηφαίστειο» δεν είναι βιβλίο παραλίας) και υιοθετώντας όλα τα πρότυπα των καταραμένων – αλκοόλ, ουσίες, αδιέξοδο, αυτοκαταστροφή, τραγικό φινάλε, εσωτερική διαδρομή, αδυναμία ύπαρξης, συναίσθημα, φαινομενική ελευθερία, παραίτηση, μοναξιά, απογοήτευση, κατάπτωση, κτλ – πέτυχε κάτι αληθινά πρωτοποριακό. Σκιαγράφησε με ακρίβεια την ανθρώπινη εκμηδένιση εξαλείφοντας ολοκληρωτικά τόσο τη δράση, που ελαχιστοποιείται, όσο και το χρόνο που καθίσταται περιττός, αφού δεν υπάρχει δράση που να πλαισιώσει.

Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο», εκδόσεις «ΑΣΤΑΡΤΗ – ΑΣΤΕΡΙ», Αθήνα, Μάρτιος 1983.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/21/%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BC-%CE%BB%CF%8C%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B7%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF/

Advertisements

Ο Shaxson, ο Κέινς και ο νεοφιλελευθερισμός…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το ότι ο Κέινς έχει γαλουχηθεί με τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου είναι αναμφισβήτητο. Ο Shaxson στο βιβλίο του «OFFSHORE, Τα Νησιά των Θησαυρών» είναι απολύτως σαφής: «Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα οι υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου ασκούσαν μεγάλη επιρροή: πολλοί πίστευαν ότι ήταν αυτονόητο πως το ελεύθερο εμπόριο δημιουργούσε ευημερία και έφερνε ειρήνη, ενισχύοντας την οικονομική εμπλοκή μεταξύ εθνών και δημιουργώντας αλληλεξαρτήσεις που δυσχέραιναν τη διεξαγωγή πολέμων. Αυτό θύμιζε κάπως το αξέχαστο επιχείρημα που είχε διατυπώσει τη δεκαετία του 1990 ο Τόμας Φρίντμαν, σύμφωνα με το οποίο ποτέ δύο χώρες με McDonalds – σύμβολο του ελεύθερου εμπορίου και της “Συναίνεσης της Ουάσινγκτον” – δεν είχαν εμπλακεί σε πόλεμο μεταξύ τους. (Αυτό έπαψε να ισχύει τον Μάρτιο του 1999 όταν οι νατοϊκές δυνάμεις βομβάρδισαν το Βελιγράδι). Ο Κέινς πίστευε ακράδαντα στα παραπάνω – για λίγο. “Μεγάλωσα όπως οι περισσότεροι Άγγλοι μαθαίνοντας να σέβομαι το ελεύθερο εμπόριο” έγραφε 1933 στο Yale Review, “σχεδόν σαν να αποτελούσε τμήμα του ηθικού νόμου. Θεωρούσα κάθε κοινή απόκλιση από αυτό το νόμο ηλιθιότητα και ταυτόχρονα ανοσιούργημα”». (σελ. 105 – 106).

Το ζήτημα είναι ότι μελετώντας κανείς τον τρόπο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν οδηγείται στα ίδια συμπεράσματα: «… ο Κέινς αντιλήφθηκε ότι στον χρηματοπιστωτικό τομέα ο δανειστής και ο δανειζόμενος διαμορφώνουν μια ιεραρχία.» [… …] «Οι βιομήχανοι καπιταλιστές είναι υποχείρια των χρηματοδοτών καπιταλιστών, και συχνά τα συμφέροντά τους συγκρούονται. Στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, λόγου χάρη, αρέσουν τα υψηλά επιτόκια, από τα οποία μπορεί να αποκομίζει σημαντικά κέρδη· όμως οι βιομήχανοι θέλουν χαμηλά επιτόκια, για να περιορίσουν το κόστος τους». (σελ. 106). Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο ραντιέρη (εισοδηματία) καπιταλιστή και τον επιχειρηματία. Όμως το ζήτημα δεν έμεινε μόνο εδώ: «Ο Κέινς … πρόσθεσε μία ακόμη παράμετρο. Οι χρηματοπιστωτικές εμπλοκές μεταξύ χωρών δε διασφαλίζουν απαραίτητα τη διεθνή ειρήνη». (σελ. 106).

Για τον Shaxson το υπεράκτιο σύστημα των αφορολόγητων παραδείσων και της πλήρους εχεμύθειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης οικονομίας

Για τον Shaxson το υπεράκτιο σύστημα των αφορολόγητων παραδείσων και της πλήρους εχεμύθειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης οικονομίας

Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς για το χρηματιστήριο…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Ο Γιάννης Χολέβας στο βιβλίο του «Τι πρέπει να γνωρίζουμε για το Χρηματιστήριο» δίνει τον ακόλουθο ορισμό: «Όταν λέμε “Χρηματιστήριο” εννοούμε ταυτόχρονα, (1) ένα συγκεκριμένο τόπο και χώρο (μια εγκατάσταση) όπου γίνονται ορισμένες ιδιόμορφες συναλλαγές, (2) το σύνολο των προσώπων που συγκεντρώνονται σ’ αυτό το χώρο και πραγματοποιούν τις συναλλαγές και (3) τις δραστηριότητες (αγοροπωλησίες) αυτών των προσώπων σ’ αυτό το χώρο». (σελ. 17). Και συμπληρώνει: «Επιστημονικά, τα Χρηματιστήρια θεωρούνται ως οργανωμένες αγορές, συνήθως επίσημα από τα κράτη αναγνωριζόμενες, όπου συναντώνται οι ενδιαφερόμενοι για τη διενέργεια αγοροπωλησιών κινητών αξιών ή εμπορευμάτων». (σελ. 17).

Όσο για τους λόγους που δημιουργήθηκαν αναφέρει συνοπτικά: «Τα δημιούργησε, αφενός η επιδίωξη εξεύρεσης (και βραχυμεσοπρόθεσμων αλλά κυρίως) μακροπρόθεσμων κεφαλαίων (κεφαλαιαγορά) ή η ανάγκη για σύναψη αγοραπωλησιών μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων που βρίσκονταν πολύ μακριά από τον τόπο διαπραγμάτευσής τους, ενώ απαιτούνταν γι’ αυτά σοβαρά κεφάλαια και αφετέρου η (θεωρούμενη ως θεμιτή στον καπιταλισμό) τάση για κερδοσκοπία (εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της αγοράς για την πραγματοποίηση κερδών). […] Αλλά, την οργανωμένη μορφή τους επέβαλλαν: η ταχύτητα διενέργειας των συναλλαγών, η αμεσότητά τους, η δημοσιότητά τους και η καθαρότητα των συναλλαγών». (σελ. 18).

Στην ουσία, η εμπιστοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο, από την εγγύηση του σταθερού πλαισίου της χρηματιστηριακής λειτουργίας, που θα επιτρέψει μια ασφαλή πρόβλεψη.

Στην ουσία, η εμπιστοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο, από την εγγύηση του σταθερού πλαισίου της χρηματιστηριακής λειτουργίας, που θα επιτρέψει μια ασφαλή πρόβλεψη.


Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι οικονομικές κρίσεις και ο σύγχρονος κόσμος των πολυεθνικών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Αντιλαμβανόμενοι την κυκλική πορεία της οικονομίας (την άνοδο ακολουθεί η πτώση), κατανοούμε ότι ο κύκλος αυτός αποδίδεται στην πολυπλοκότητα πολλών συνισταμένων που καθορίζουν το οικονομικό γίγνεσθαι: «Αν εξετάσουμε τις λεπτομέρειες οποιασδήποτε πραγματικής στιγμής του οικονομικού κύκλου, θα ανακαλύψουμε ότι είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και ότι κάθε στοιχείο της ανάλυσής μας θα απαιτηθεί για την πλήρη εξήγησή της. Θα ανακαλύψουμε, ιδιαίτερα, ότι οι διακυμάνσεις στη ροπή προς κατανάλωση, στην προτίμηση ρευστότητας και στην οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου, όλα αυτά, έχουν παίξει κάποιο ρόλο». (σελ. 335).

Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι ο σπουδαιότερος παράγοντας διαιώνισης του οικονομικού κύκλου είναι αυτό που έχουμε ονομάσει οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου: «Θεωρώ, όμως, ότι ο ουσιαστικός χαρακτήρας του οικονομικού κύκλου και, ειδικά, η κανονικότητα της χρονικής αλληλουχίας και της διάρκειας που μας επιτρέπει να τον αποκαλούμε κύκλο οφείλεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο κυμαίνεται η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Νομίζω ότι ο οικονομικός κύκλος καλύτερα είναι να θεωρείται ότι προκαλείται από κυκλική μεταβολή της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου, η οποία όμως περιπλέκεται και συχνά επιδεινώνεται από συναφείς μεταβολές στις άλλες σημαντικές βραχυπρόθεσμες μεταβλητές του οικονομικού συστήματος». (σελ. 335).

ARKAS -The Original Page

Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, το κόστος χρήστη και οι τιμές των αγαθών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

            Ως κόστος χρήστη ο Κέινς ονομάζει τα έξοδα που πρέπει να κάνει ένας βιομήχανος (επιχειρηματίας) προκειμένου να βάλει σε λειτουργία τη μονάδα παραγωγής που κατέχει. Θεωρώντας δεδομένη την ύπαρξη του κεφαλαιουχικού του εξοπλισμού – αν δεν έχει κεφαλαιουχικό εξοπλισμό (χώρο, μηχανήματα κλπ) δεν είναι επιχειρηματίας – αυτό που μένει είναι η αγορά αγαθών από άλλους επιχειρηματίες (κυρίως πρώτες ύλες), που είναι απαραίτητα για τη συντέλεση της παραγωγικής διαδικασίας. Όμως, μέσα στο κόστος χρήστη πρέπει να συνυπολογιστεί και η φθορά των μηχανημάτων. Στο τέλος μιας χρονιάς η αξία του κεφαλαιουχικού του εξοπλισμού βρίσκεται μειωμένη, από τη χρήση. Αν ο βιομήχανος δεν είχε θέσει σε λειτουργία τον εξοπλισμό του και δαπανούσε κάποιο ποσό για τη συντήρησή του, ασφαλώς η αξία του θα ήταν μεγαλύτερη. Το ότι (αν το έκανε αυτό)  θα είχε στερηθεί τα κέρδη της τρέχουσας παραγωγής δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να συνυπολογίσει τη ζημιά στην οποία – μοιραία – υπόκειται το κεφάλαιο του.

Με άλλα λόγια βρίσκεται μπροστά σε δύο τιμές του κεφαλαιουχικού του εξοπλισμού· αυτή που πραγματικά έχει κι αυτή που θα είχε αν προέβαινε στη συντήρησή του απέχοντας από τη φθορά της παραγωγής. Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο τιμές δείχνουν το μέγεθος της φθοράς. Αν από το υποτιθέμενο κεφάλαιο που θα εξασφάλιζε η αποχή από την παραγωγή και η συντήρηση αφαιρέσουμε τα έξοδα της συντήρησης αυτής, ώστε να βελτιωθεί, θα βρούμε την καθαρή αξία του υποτιθέμενου κεφαλαίου που θα μπορούσε να έχει δυνητικά, αλλά θυσίασε στο βωμό της παραγωγής. Στο ποσό αυτό προσθέτουμε και τα ποσά που δαπανήθηκαν για την αγορά προϊόντων από άλλους επιχειρηματίες κυρίως για πρώτες ύλες, αλλά όχι μόνο. Το άθροισμα αυτό είναι το σύνολο των εξόδων του επιχειρηματία (χωρίς να υπολογίσουμε μισθούς εργαζομένων).

).

Όμως, αυτό που ονομάζεται «τιμή προσφοράς» είναι η τελική τιμή του προϊόντος που θα φτάσει στα χέρια του καταναλωτή.
Όμως, αυτό που ονομάζεται «τιμή προσφοράς» είναι η τελική τιμή του προϊόντος που θα φτάσει στα χέρια του καταναλωτή.

Συνέχεια

Ο Κέινς και τα συγκοινωνούντα δοχεία της οικονομίας …


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Τα κίνητρα του επιχειρηματία για να προβεί σε οποιουδήποτε είδους επένδυση δε χρειάζονται ιδιαίτερες διευκρινίσεις: «Όταν κάποιος αγοράζει μια επένδυση ή κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, αγοράζει το δικαίωμα των μελλοντικών αποδόσεων που προσδοκά να αποκτήσει από την πώληση της παραγωγής του, μετά την αφαίρεση των τρεχουσών δαπανών για την απόκτηση της παραγωγής αυτής, στη διάρκεια της ζωής του κεφαλαίου». (σελ. 173).

Η προσδοκία του κέρδους δεν καθορίζει μόνο τη διάθεση του επιχειρηματία να αξιοποιήσει στην παραγωγή το κεφάλαιό του, αλλά και την τιμή στην οποία θα του προσφερθεί το κεφαλαιουχικό στοιχείο που του χρειάζεται: «Έναντι της προσδοκώμενης απόδοσης της επένδυσης έχουμε την τιμή προσφοράς του κεφαλαιουχικού στοιχείου, εννοώντας με αυτό, όχι την τιμή αγοράς στην οποία ένα τέτοιο κεφαλαιουχικό αγαθό μπορεί να αγοραστεί πραγματικά στην αγορά, αλλά την τιμή που θα ήταν ακριβώς αρκετή για να παρακινήσει τον μεταποιητή να παραγάγει μια πρόσθετη μονάδα ενός τέτοιου κεφαλαιουχικού στοιχείου, δηλαδή αυτό που μερικές φορές ονομάζεται κόστος αντικατάστασης». (σελ. 173).

Αντιλαμβανόμενοι ότι η προτίμηση για ρευστότητα ή όχι είναι θέμα ψυχολογίας κατανοούμε το εύθραυστο των ισορροπιών, αφού ανά πάσα στιγμή το κλίμα μπορεί να αλλάξει.

Αντιλαμβανόμενοι ότι η προτίμηση για ρευστότητα ή όχι είναι θέμα ψυχολογίας κατανοούμε το εύθραυστο των ισορροπιών, αφού ανά πάσα στιγμή το κλίμα μπορεί να αλλάξει.

Συνέχεια

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι κλασικοί και το ζήτημα της ανεργίας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το βιβλίο του Κέινς «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», πιο γνωστό ως «Γενική Θεωρία», αναμφίβολα αποτέλεσε σταθμό στην πορεία της οικονομικής σκέψης. Η πρωτοπορία των απόψεων ανέτρεψαν τα δεδομένα της εποχής – το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1936 – υποδεικνύοντας ένα οικονομικό μοντέλο, που, χωρίς να αναιρεί τις καπιταλιστικές αρχές της παραγωγής και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, φέρνει στο προσκήνιο το ρόλο του κράτους ως ρυθμιστικό κι εξισορροπητικό παράγοντα στο οικονομικό γίγνεσθαι. Κι επειδή η διαμόρφωση των οικονομικών σχέσεων καταδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό (αν όχι σε απόλυτο) και το πρόσωπο της κοινωνίας, δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο κεϊνσιανισμός δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική πρόταση. Εξάλλου, ακόμη και σήμερα, ο όρος «κεϊνσιανό μοντέλο» είναι αδύνατο να αποκοπεί από την κοινωνική του διάσταση.

Ο Κέινς από την αρχή ασκεί δριμύτατη κριτική στις απόψεις της κλασικής οικονομικής σχετικά με την απασχόληση. Καταγγέλλει ότι οι εκπρόσωποι της κλασικής σχολής παρασυρόμενοι από το Ρικάρντο και διαστρεβλώνοντάς τη θεωρία του επικαλούνται τις ρικαρντιανές απόψεις, που δεν αφορούν το εθνικό εισόδημα αλλά τη διανομή του, ακόμη κι όταν ερευνούν τα αίτια του πλούτου σε εθνικό επίπεδο: «Ο Ricardo απαρνείται ρητά κάθε ενδιαφέρον για το μέγεθος του εθνικού εισοδήματος, σε αντίθεση με το ενδιαφέρον του για τη διανομή του. Ως προς αυτό αξιολογούσε ορθά το χαρακτήρα της θεωρίας του. Οι διάδοχοί του, όμως, λιγότερο οξυδερκείς, χρησιμοποίησαν την κλασική θεωρία σε συζητήσεις σχετικές με τα αίτια του πλούτου». (σελ. 55).

Ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, πρώτος βαρώνος Κέυνς του Τίλτον (John Maynard Keynes, 5 Ιουνίου 1883 – 21 Απριλίου 1946) ήταν Άγγλος οικονομολόγος, μαθηματικός, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και ανώτατος κρατικός υπάλληλος. Εξώφυλλο του περιοδικού TIME

Ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, πρώτος βαρώνος Κέυνς του Τίλτον (John Maynard Keynes, 5 Ιουνίου 1883 – 21 Απριλίου 1946) ήταν Άγγλος οικονομολόγος, μαθηματικός, καθηγητής πανεπιστημίου, συγγραφέας και ανώτατος κρατικός υπάλληλος. Εξώφυλλο του περιοδικού TIME

Συνέχεια