Η Ναόμι Κλάιν, οι πολυεθνικές και η υπόθεση της Μασαχουσέτης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η επαίσχυντη χούντα στη Βιρμανία και η απροκάλυπτη εκμετάλλευση της κατάστασης από ένα πλήθος πολυεθνικών, που μεταφέρθηκαν εκεί παράγοντας σχεδόν τσάμπα με την προστασία του καθεστώτος (κάποιες μάλιστα είχαν και ενεργή συμμετοχή στη στήριξή του), προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην Αμερική σχετικά με τις μεθόδους των εταιρειών να ελαχιστοποιούν τα έξοδά τους.

Η συνεργασία με δικτατορικά καθεστώτα, η παιδική εργασία, τα εργοστάσια-κάτεργα, η περιφρόνηση του περιβάλλοντος, με δυο λόγια η συνολική εικόνα του ακραίου αμοραλισμού και της κατάφωρης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στο όνομα του κέρδους) δημιούργησε δυσαρέσκεια και προκάλεσε κινητοποιήσεις.

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο «NO LOGO» σημειώνει: «Η πιο σημαντική κίνηση […] πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1996, όταν το πολιτειακό κοινοβούλιο της Μασαχουσέτης υπερψήφισε το Νόμο της Μασαχουσέτης για τη Βιρμανία, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη για τις εταιρείες που είχαν δοσοληψίες με το δικτατορικό καθεστώς της χώρας τη σύναψη συμβολαίων με τη συγκεκριμένη Πολιτεία». (σελ. 497). Επρόκειτο για ένα νόμο που θορύβησε τις πολυεθνικές: «Όπως επισήμανε και η έγκυρη Journal of Commerce “οι στόχοι βρίσκονται πολύ μακριά μας, αλλά ξαφνικά οι τοπικές κυβερνήσεις φαίνονται να μπορούν να φτάσουν στην άκρη της γης”». (σελ. 497 – 498).

Βιρμανία / Μιανμάρ
Βιρμανία / Μιανμάρ

Η απόφαση του συγκεκριμένου πολιτειακού κοινοβουλίου δεν ήταν ούτε ουρανοκατέβατη ούτε αιφνιδιαστική. Εξέφραζε τη γενικευμένη δυσπιστία του πληθυσμού απέναντι στις πολυεθνικές και τη βαθιά ανησυχία για τις μεθοδεύσεις τους. Λίγα χρόνια νωρίτερα (από το 1994) και το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ είχε κινηθεί ανάλογα: «… το δημοτικό συμβούλιο του Μπέρκλεϊ πέρασε τόσες πολλές αποφάσεις μποϊκοτάζ – εναντίον εταιρειών που κάνουν επιχειρήσεις στη Βιρμανία, τη Νιγηρία και το Θιβέτ, κι εταιρειών που συνδέονται με τη βιομηχανία όπλων ή με την πυρηνική ενέργεια – ώστε, όπως αστειεύτηκε η δημοτική σύμβουλος Πόλι Άρμστρονγκ, “πολύ σύντομα θα πρέπει να κάνουμε τη δική μας υπεράκτια γεώτρηση”». (σελ. 498 – 499).

Συνέχεια

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δικαιοσύνης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Για τη σημασία της δικαιοσύνης στην κοινωνία ο M. J. Sandel είναι απολύτως ξεκάθαρος: «Η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μία σημαντική αξία μεταξύ άλλων, η οποία σταθμίζεται και εξετάζεται κατά περίπτωση, αλλά μάλλον το μέσον με το οποίο σταθμίζονται και αποτιμώνται οι αξίες. Υπό αυτή την έννοια είναι, κατά κάποιον τρόπο, “η αξία των αξιών”». (σελ. 100).

Κι όχι μόνο: «Η δικαιοσύνη είναι ο γνώμονας με τον οποίο οι αντικρουόμενες αξίες συμφιλιώνονται και οι ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού προσαρμόζονται, αν τελικώς δεν επιλύονται. Ως τέτοια πρέπει να έχει κάποια προτεραιότητα όσον αφορά αυτές τις αξίες και αυτά τα αγαθά». (σελ. 100).

Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι το μέσον που σταθμίζει τις αξίες ή, αλλιώς, ο γνώμονας που συμφιλιώνει τις αντικρουόμενες αξίες και τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε να αποκοπεί από τις τρέχουσες κοινωνικές προτεραιότητες. Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να καθρεφτίζει τις πολιτικές αντιλήψεις μιας κοινωνίας αναπαράγοντάς τες ως μορφή δικαίου.

Η επικράτηση της μιας ή της άλλης πολιτικής οπτικής έχει άμεση αντανάκλαση στη δικαιοσύνη, η οποία εν τέλει θα αποδώσει το δίκαιο σύμφωνα με τις τρέχουσες αξιακές επιταγές. Ο φιλελεύθερος Τζων Ρωλς, στο βιβλίο του «Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός» είναι πρόθυμος να καταδείξει ότι σε τελική ανάλυση η δικαιοσύνη είναι θέμα πολιτικό: «Λέγοντας πως μια αντίληψη της δικαιοσύνης είναι πολιτική εννοώ […] τρία πράγματα: ότι είναι πλαισιωμένη έτσι ώστε να εφαρμόζεται αποκλειστικά στη βασική δομή της κοινωνίας, στους κύριους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς της θεσμούς, σαν οι τελευταίοι να αποτελούν ένα ενοποιημένο σχήμα κοινωνικής συνεργασίας· ότι παρουσιάζεται ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ευρύτερο θρησκευτικό ή ηθικό δόγμα· και ότι η επεξεργασία της έγινε με όρους θεμελιωδών πολιτικών ιδεών, οι οποίες θεωρούνται ως εξυπονοούμενες από τη δημόσια πολιτική κουλτούρα μιας δημοκρατικής κοινωνίας». (σελ. 269).

Marc Roche
Marc Roche

Επομένως, ένα φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα (όπως και κάθε άλλο), οφείλει να εκφράζεται και μέσα από τις αρχές της δικαιοσύνης: «… είναι ουσιώδες μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη να συμπεριλαμβάνει, πέρα από τις δικές της αρχές δικαιοσύνης, και κατευθυντήριους κανόνες της έρευνας, οι οποίοι θα προσδιορίζουν τρόπους συλλογισμού και κριτήρια για τα είδη εκείνα πληροφόρησης που είναι σχετικά με τα πολιτικά ερωτήματα. Χωρίς τέτοιους κατευθυντήριους κανόνες οι ουσιαστικές αρχές δεν μπορούν να εφαρμοστούν, και τούτο αφήνει την πολιτική αντίληψη ανολοκλήρωτη και θραυσματική». (σελ. 269).

Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόταγμα, αν θέλει να καθιερωθεί, πρέπει πρωτίστως να επικρατήσει στη μάχη των ιδεών. Πρέπει, δηλαδή, να πείσει τους πολίτες για την ιδεολογική του υπεροχή δικαιολογώντας τόσο σε επίπεδο πολιτικής, όσο και σε επίπεδο δικαιοσύνης, παιδείας, ελεγκτικών μηχανισμών και θεσμικών αρχών την ορθότητα της κατεύθυνσης που χαράζει.

Η κυριαρχία μιας πολιτικής ιδέας σε όλους τους τομείς εξασφαλίζει τη σταθερότητα του προτάγματος που πρεσβεύει. Πρόκειται για την τελική υλοποίηση αυτού που ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» αποκαλεί πρόγραμμα: «Όταν πρόκειται για πολιτική, η παράσταση του επιδιωκόμενου μετασχηματισμού, ο ορισμός των στόχων, μπορεί να πάρει – και πρέπει κατ’ ανάγκη να πάρει, υπό ορισμένες συνθήκες – τη μορφή του προγράμματος. Το πρόγραμμα είναι μια προσωρινή συγκεκριμενοποίηση των στόχων του προτάγματος σε σημεία που κρίνονται ουσιώδη στις δεδομένες περιστάσεις, στο μέτρο που η πραγματοποίησή τους θα επέφερε ή θα διευκόλυνε, από την ίδια της τη δυναμική, την πραγματοποίηση του συνόλου του προτάγματος. Το πρόγραμμα δεν είναι παρά μια αποσπασματική και προσωρινή μορφή του προτάγματος. Τα προγράμματα περνούν, το πρόταγμα παραμένει». (σελ. 118).

Συνέχεια

Το μάνατζμεντ, το μάρκετινγκ και η παντοκρατορία των εταιρειών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Όσον αφορά το ερώτημα τι ακριβώς είναι το μάνατζμεντ οι απόψεις διίστανται. Ο Peter Drucker στο βιβλίο του «Το μάνατζμεντ στην πράξη» αναφέρει σχετικά: «Υπάρχουν δύο δημοφιλείς απαντήσεις. Η πρώτη είναι ότι το μάνατζμεντ είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην κορυφή – υπό αυτή την έννοια, ο όρος “μάνατζμεντ” σημαίνει κατευφημισμόν κάτι περισσότερο από “το αφεντικό”. Η άλλη απάντηση ορίζει το μάνατζερ ως κάποιον που διευθύνει τη δουλειά των άλλων και ως κάποιον που, σύμφωνα με κάποιο σλόγκαν, “κάνει τη δουλειά του βάζοντας τους άλλους να κάνουν τη δουλειά τους”». (σελ. 17 – 18).

Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει καμία διαφωνία σχετικά με την αποστολή του. Ο Peter Drucker, τουλάχιστον, είναι απόλυτος: «Το ότι το μάνατζμεντ είναι το θεμελιώδες όργανο της κερδοσκοπικής επιχείρησης είναι τόσο προφανές που τείνει να θεωρείται δεδομένο. […] Η κυβέρνηση, ο στρατός, η Εκκλησία – στην πραγματικότητα, κάθε σημαντικός θεσμός – θα πρέπει να έχουν ένα βασικό όργανο, ένα εργαλείο που, τουλάχιστον κατά ένα μέρος της λειτουργίας του, θα μοιάζει με το μάνατζμεντ μιας επιχείρησης». (σελ. 18).

Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου μετατρέπεται σε παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας των πολυεθνικών.
Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου μετατρέπεται σε παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας των πολυεθνικών

Και βέβαια, το κέρδος είναι το μοναδικό ζητούμενο: «Χωρίς αμφιβολία, η επιχείρηση θα πρέπει να υλοποιεί τις οικονομικές της πράξεις υπεύθυνα, συνεισφέροντας στο σύνολο σύμφωνα με τις πολιτικές και ηθικές πεποιθήσεις της κοινωνίας. Αλλά αυτά τα παραπάνω αποτελούν (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της λογικής) τυχαίες συνθήκες, οι οποίες περιορίζουν, τροποποιούν, ενθαρρύνουν ή επιβραδύνουν τις οικονομικές δραστηριότητες της κερδοσκοπικής επιχείρησης. Η ουσία της κερδοσκοπικής επιχείρησης, η ζωτική αρχή που καθορίζει τη φύση της, είναι η οικονομική απόδοση». (σελ. 18 – 19).

Ο μάνατζερ, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος που οργανώνει τη λειτουργία μιας εταιρείας, που θα λέγαμε ρυθμίζει το συλλογικό της οικοδόμημα, προκειμένου να επιτευχθούν οι μέγιστες δυνατές αποδόσεις, οι οποίες θα επιφέρουν και τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει κερδοφορία χωρίς πωλήσεις. Και οι πωλήσεις έχουν να κάνουν με την προώθηση των προϊόντων. Έχουν να κάνουν δηλαδή με τον τομέα του μάρκετινγκ, που οφείλει να βρει τρόπους, ώστε να διοχετευθούν τα προϊόντα στην αγορά.

Συνέχεια

Η Ναόμι Κλάιν και τα εργοστάσια κάτεργα …


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Είναι δεδομένο ότι η εμπορική δύναμη των σύγχρονων πολυεθνικών εταιρειών στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη διαφήμιση. Η δημιουργία ενός πανίσχυρου επωνυμίου (σήμα κατατεθέν) μιας εταιρείας σηματοδοτεί την εξασφάλιση των πωλήσεων σε τόσο μεγάλο βαθμό, που εν τέλει αποτελεί και τον πρωταρχικό της στόχο.

Οι διαφημιστικές εκστρατείες για την προώθηση του επωνυμίου έχουν μετατραπεί σε κυρίαρχη στρατηγική του σύγχρονου πολυεθνικού κόσμου καθιστώντας τη διαδικασία της παραγωγής περιττό βάρος. Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «NO LOGO» είναι καταλυτική: «Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή τη λογική, οι εταιρείες δεν πρέπει να ξοδεύουν τους περιορισμένους χρηματικούς πόρους τους σε εργοστάσια τα οποία απαιτούν υλική συντήρηση, σε μηχανές οι οποίες θα φθαρούν ή σε υπαλλήλους οι οποίοι σίγουρα θα γεράσουν και θα πεθάνουν. Αντίθετα, οφείλουν να κατευθύνουν αυτούς τους πόρους προς τα εικονικά τούβλα και τη λάσπη που χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν την επωνυμία του προϊόντος. Τουτέστιν, προς τις χορηγίες, τη συσκευασία των προϊόντων, την επέκταση και τη διαφήμιση». (σελ. 250 – 251).

Η λογική της απαλλαγής από την παραγωγή προς όφελος της επωνυμιοποίησης των προϊόντων κρίνεται ξεκάθαρα πιο επικερδής, αφού η διείσδυση στην αγορά έχει να κάνει με τη δύναμη του επωνυμίου, δηλαδή με βαρύτητα που αυτό αποκτά στη συνείδηση των καταναλωτών. Σε τελική ανάλυση, ποιος ενδιαφέρεται αν η Nike παράγεται στην Αμερική ή την Ασία;

Το ζητούμενο είναι η επωνυμία της Nike να λειτουργεί ως εγγύηση στα αθλητικά είδη. Συγκεκριμένα η Nike «έχει γίνει πρότυπο για τα επωνύμια που θέλουν ν’ απελευθερωθούν από την παραγωγή των προϊόντων τους». (σελ. 252). Και δεν είναι μόνο αυτή: «Στα μισά της δεκαετίας του 1990 για παράδειγμα, η εταιρεία αθλητικών παπουτσιών Vans έκανε το μεγάλο βήμα ξεφεύγοντας από τον παλιομοδίτικο κόσμο κατασκευής προϊόντων, μετασχηματιζόμενη σύμφωνα με το πρότυπο της Nike». (σελ. 252).

Champion
Champion

Σε λίγο μπήκε και η Adidas στο παιχνίδι: «Παρόμοια τροχιά ακολούθησε και η Adidas, η οποία το 1993 παρέδωσε τη λειτουργία της στον Ρόμπερτ Λούις Ντρέιφους, πρώην ανώτατο εκτελεστικό στέλεχος του διαφημιστικού κολοσσού Saatchi & Saatchi». (σελ. 252 – 253)

Συνέχεια

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δημοκρατίας…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αγώνας για απορρύθμιση της οικονομίας στο όνομα της «ελευθερίας» των αγορών φέρει την κύρια ευθύνη για την κρίση του 2008. Αυτό, όμως,  είναι το πρώτο σκέλος της ιστορίας.

Η Κρίστια Φρίλαντ στο βιβλίο της «Πλουτοκράτες» καταθέτει: «Η κούρσα χαλάρωσης των κανονισμών ανάμεσα στις ρυθμιστικές Αρχές της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου – και η πρόθυμη και άκριτη συμμετοχή της πλουτοκρατίας σε αυτό τον ανταγωνισμό – είναι ένα σημαντικό αίτιο της οικονομικής κρίσης του 2008. Όμως είναι επίσης ένα κρίσιμο επεισόδιο σε μιαν άλλη εξέλιξη: την άνοδο της σούπερ – ελίτ». (σελ. 322).

Θα έλεγε κανείς ότι η κρίση του 2008 δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η συνέπεια, των μεθοδεύσεων της σούπερ – ελίτ να αναλάβει τα οικονομικά ηνία του πλανήτη. Η απορρύθμιση, που επέτρεψε τις χρηματιστηριακές και τραπεζικές αυθαιρεσίες, εξυπηρέτησε δεόντως τα συμφέροντα συγκεκριμένων κύκλων, οι οποίοι απέκτησαν πλούτο χωρίς προηγούμενο:

Η Φρίλαντ πληροφορεί ξανά: «Η άνοδος του 1%, και ιδιαίτερα του 0,1%, ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την άνοδο της χρηματοπιστωτικής. Οι λιγότερες κανονιστικές ρυθμίσεις, η αυξημένη πολυπλοκότητα και ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι σημαντικοί παράγοντες που είχαν ως αποτέλεσμα να μεγεθυνθεί ο ρόλος της χρηματοπιστωτικής στις οικονομίες τόσο πολλών ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας, και το εισόδημα των στελεχών του χρηματοπιστωτικού τομέα να ξεπεράσει τα εισοδήματα σχεδόν όλων των άλλων ειδικοτήτων». (σελ. 322).

Κορνήλιος Καστοριάδης
Κορνήλιος Καστοριάδης

Η προσοδοθηρία, που μετέτρεψε τον κρατικό πλούτο σε περιουσία ελαχίστων, δε θα μπορούσε να υπάρξει, χωρίς το απορρυθμιστικό πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου δόγματος: «Αυτή η σύνδεση με τις κανονιστικές ρυθμίσεις, ή την απουσία τους, είναι ένας παράγοντας εξαιτίας του οποίου η άνοδος της χρηματοπιστωτικής αφορούσε εν μέρει την προσοδοθηρία. Οι διασώσεις των τραπεζών και των τραπεζιτών από την κυβέρνηση το 2008 ξεσήκωσε τους λαϊκιστές και στα δεξιά και στα αριστερά: η κυβέρνηση διέσωσε τη σούπερ – ελίτ, αλλά αρνήθηκε να διασώσει όλους τους άλλους. Όμως η σύνδεση ανάμεσα στο κράτος και την τάξη των σούπερ – πλουσίων της χρηματοπιστωτικής είναι πολύ βαθύτερη από ένα δίχτυ ασφαλείας τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι τραπεζίτες της Γουόλ Στριτ, του Σίτι του Λονδίνου και της Φρανκφούρτης, σε μια κατάσταση ανάλογη με την Telmex του Κάρλος Σλιμ και τους κερδισμένους των ρωσικών ιδιωτικοποιήσεων, οφείλουν ένα μεγάλο μέρος του πλούτου τους σε εξυπηρετικές αποφάσεις των ρυθμιστικών Αρχών και των νομοθετών». (σελ. 323).

Συνέχεια

Ο τρίτος κόσμος, τα χρέη και ο ρόλος του ΔΝΤ…


Ο Nicholas Shaxson στο βιβλίο του «Offshore Τα Νησιά των Θησαυρών» κρίνει σκόπιμο να δώσει μερικά στοιχεία για τον Γκαϊντάμακ, τον άνθρωπο που πρωταγωνίστησε στην υπόθεση «Ανγκολαγκέιτ»: «Ο Γκαϊντάμακ είχε εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ένωση το 1972 σε ηλικία είκοσι ετών, και πρώτα μετακόμισε στο Ισραήλ και έπειτα στη Γαλλία, όπου έστησε μια μεταφραστική επιχείρηση, εξυπηρετώντας κυρίως τις σοβιετικές εμπορικές αποστολές». (σελ. 213).

Η δραστηριότητα αυτή του έδωσε τη δυνατότητα πολύ σοβαρών γνωριμιών. Ο ίδιος ο Γκαϊντάμακ ξεκαθαρίζει ότι «μεταφραστής δηλώνει ενδιάμεσος». (σελ. 213). Και προτίθεται να γίνει ακόμη κατατοπιστικότερος: «Αν δραστηριοποιείσαι στα ηλεκτρονικά, η θέση σου στον επιχειρηματικό κόσμο είναι συνήθως με ανθρώπους από τα ηλεκτρονικά. Αν είσαι τραπεζίτης έχεις σχέσεις με τραπεζίτες […] αλλά άμα είσαι μεταφραστής – ενδιάμεσος – τους ξέρεις όλους». (σελ. 213).

Οι εθνοτικές ομάδες της Ανγκόλας
Οι εθνοτικές ομάδες της Ανγκόλας

Το πώς ένας μεταφραστής ανέρχεται τόσο πολύ ώστε να γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα μένει αδιευκρίνιστο. Το σίγουρο είναι ότι στο θολό τοπίο της πρώτης περιόδου μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού η Αγκόλα δεν έπαψε να θεωρεί τη Ρωσία παραδοσιακή συμμαχική «προστάτιδα» δύναμη, εγγυήτρια για τη σταθερότητα και την εδαφική της ακεραιότητα μέσα στο σύγχρονο κόσμο. Ο Shaxson αναφέρει: «Σ’ εκείνη την πρώιμη μετασοβιετική περίοδο, οι ηγέτες της Αγκόλας εξακολουθούσαν να θεωρούν τη Ρωσία προστάτιδά τους μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, αλλά είχαν χαθεί σε μια Μόσχα που άλλαζε ραγδαία. [… … …] Ο Γκαϊντάμακ έγινε ο άνθρωπος εμπιστοσύνης της Αγκόλας στη Μόσχα». (σελ. 213).

Οι διαδικασίες που έφεραν τον Γκαϊντάμακ στο προσκήνιο των σχέσεων Αγκόλας – Ρωσίας δεν ξεκαθαρίζονται. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι ο Γκαϊντάμακ ήταν βαθύς γνώστης της λειτουργίας των φορολογικών παραδείσων και ταυτόχρονα ήταν αποφασισμένος να βγάλει χρήμα. Η μεγάλη ευκαιρία ήρθε το 1996: «Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο η Αγκόλα χρωστούσε στη Ρωσία σχεδόν 6 δις δολάρια, και το 1996 ο Γκαϊντάμακ κατάφερε να χωθεί σε μια συμφωνία αναδιάρθρωσης του χρέους. Η υποχρέωση “κουρεύτηκε” στο 1,5 δις δολάρια και τεμαχίστηκε σε 31 γραμμάτια που η Αγκόλα θα εξοφλούσε με πετρέλαιο μέσω μιας ιδιωτικής εταιρείας με την επωνυμία Abalone, την οποία είχαν συστήσει ο Γκαϊντάμακ και ο συνεταίρος του Πιερ Φαλκόν, και η οποία διατηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα UBS στη Γενεύη». (σελ. 214).

Συνέχεια

Η Ναόμι Κλάιν, η περίπτωση της Ρωσίας και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός της προσοδοθηρίας …


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Το Δόγμα του Σοκ» κάνει εκτενή αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στην πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και τη μετατροπή της σε παράδεισο του νεοφιλελευθερισμού: «Όταν ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ πήγε τον Ιούλιο του 1991 στο Λονδίνο για να πάρει μέρος στη σύνοδο κορυφής G7, είχε κάθε λόγο να περιμένει ότι θα τον υποδεχόταν ως ήρωα, καθώς τα προηγούμενα τρία χρόνια δε βρισκόταν απλώς στο παγκόσμιο προσκήνιο αλλά κυριαρχούσε σε αυτό, γοητεύοντας τα μέσα ενημέρωσης, υπογράφοντας συνθήκες αφοπλισμού και τιμώμενος με βραβεία ειρήνης, συμπεριλαμβανομένου του Νόμπελ το 1990». (σελ. 296).

Η δημοτικότητα του Γκορμπατσόφ στο δυτικό κόσμο κρίνεται αδιαπραγμάτευτη: «Είχε, μάλιστα, καταφέρει να επιτύχει κάτι που ως τότε φάνταζε αδιανόητο: να κατακτήσει την αμερικανική κοινή γνώμη. … ο Τύπος των ΗΠΑ είχε αρχίσει να αναφέρεται σε αυτόν με το τρυφερό παρατσούκλι “Γκόρμπι”, ενώ το 1987 το περιοδικό Time πήρε την τολμηρή απόφαση να επιλέξει το Σοβιετικό Πρόεδρο ως “Άνθρωπο της Χρονιάς”. […] Η επιτροπή για το βραβείο Νόμπελ είχε δηλώσει ότι, χάρη στο έργο του, “ελπίζουμε πως γιορτάζουμε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου”». (σελ. 297).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γκορμπατσόφ έκανε σημαντικά βήματα για τον εκδημοκρατισμό της Σοβιετικής Ένωσης: «Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις δίδυμες πολιτικές της γκλάσνοστ (διαφάνειας) και τηςπερεστρόικα (ανοικοδόμησης), ο Γκορμπατσόφ οδήγησε τη Σοβιετική Ένωση σε μια αξιοσημείωτη διαδικασία εκδημοκρατισμού: Αποκαταστάθηκε η ελευθερία του Τύπου, έγιναν εκλογές για το κοινοβούλιο, τα τοπικά συμβούλια, τον αντιπρόεδρο και τον πρόεδρο της κυβέρνησης, το δε Συνταγματικό Δικαστήριο απέκτησε την ανεξαρτησία του». (σελ. 297).

Εξώφυλλο του PLAYBOY με θέμα την περεστρόικα
Εξώφυλλο του PLAYBOY με θέμα την περεστρόικα, 1989

Στον τομέα της οικονομίας, όμως, οι μεταρρυθμίσεις που σχεδίαζε ο Γκορμπατσόφ δεν είχαν καμία σχέση με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που έδειχνε πλέον ξεκάθαρα τις διαθέσεις του με τις κυβερνήσεις της Θάτσερ και του Ρέιγκαν: «Όσο για την οικονομία, ο Γκορμπατσόφ κινούνταν προς ένα συνδυασμό ελεύθερης αγοράς και ισχυρού κοινωνικού δικτύου προστασίας, με τις κομβικές βιομηχανίες να παραμένουν υπό κρατικό έλεγχο – μια διαδικασία που, όπως προέβλεπε ο ίδιος, θα χρειαζόταν δέκα με δεκαπέντε έτη για να ολοκληρωθεί. Ο τελικός σκοπός του ήταν να οικοδομήσει ένα σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς βασισμένο στο σκανδιναβικό μοντέλο, “ένα σοσιαλιστικό φάρο για ολόκληρη την ανθρωπότητα”». (σελ. 297).

Συνέχεια